Αντώνη Λοίζου & Συνεργάτες Ε.Π.Ε ν. Κυριάκου, Αριθμός Αγωγής : 33/17, 10/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής : 33/17 Μεταξύ Αντώνη Λοίζου & Συνεργάτες Ε.Π.Ε Εναγόντων - Καθ ΄ων η αίτηση και XXX Κυριάκου Εναγομένου - Αιτητή Αίτηση ημερομηνίας
- 2018 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία : 10/01/2019 Εμφανίσεις : Για Εναγόμενο - Αιτητή : κα Κουλία για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κα Ιωαννίδου για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση του Εναγομένου, ημερομηνίας 04.04.2018, με την οποία αιτείται τα ακόλουθα : «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει προηγούμενη εκδοθείσα απόφαση ή και διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/03/17 ή και οποιαδήποτε ημερομηνίας που εκδόθηκε στα πλαίσια της ως άνω υπ' αριθμό και τίτλο αγωγής.» Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ. 10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Κ.5, Δ.48 Θ.Θ. 1-13 και Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη Νομολογία και στην εγγενή και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου-Αιτητή. Οι Ενάγοντες στις 4.9.2018 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης ένσταση. Η λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω : (α) Ο Αιτητής δεν έχει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση. Αντίθετα από την Ένορκη του Δήλωση, διαφαίνεται ότι η υπεράσπιση του είναι αποτέλεσμα σκέψης εκ των υστέρων. (β) Ο Αιτητής δεν επεξηγεί το λόγο που άφησε το χρόνο να διαρρεύσει χωρίς να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Αντίθετα επιβεβαιώνει ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση του. (γ) Οι ισχυρισμοί του για τυχόν αμέλεια των δικηγόρων του να εμφανιστούν στο Δικαστήριο δεν αποτελούν δικαιολογία. (δ) Παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης. (ε) Η απαίτηση της Ενάγουσας είναι εκκαθαρισμένη. Στις 5.11.2018, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Διαδικασία - Γεγονότα Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Τονίζεται ότι οι δύο πλευρές επικέντρωσαν την επιχειρηματολογία τους στη συνδρομή των προϋποθέσεων της Δ.17 θ
- Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 , Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α Messios & Sons Ltd κ.α v Ανδρέας Λεωνίδα Πολ. Έφεση 277/2007 ημερομηνίας, 18.2.2010. Νομική πτυχή Ως προς τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό ερήμην εκδοθεισών αποφάσεων η νομολογία εισάγει διάκριση μεταξύ των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, κανονικά (regular) και των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, μη κανονικά (irregular). Στις περιπτώσεις όπου η απόφαση εκδόθηκε μη κανονικά, η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο οι εναγόμενοι - αιτητές έδειξαν ότι είχαν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο παράγοντας καθυστέρηση. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64 και Ηλία Μανώλη ν Ελληνική Τράπεζα ( Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ECLI:CY:AD:2017:A37, Π.Ε 413/11, ημερ. 3.2.2017. Στην περίπτωση των αποφάσεων που εκδόθηκαν κανονικά ο παραμερισμός της απόφασης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται υπό την αίρεση κατάδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και δικαιολόγησης της μη εμφάνισης και της όποιας τυχόν καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η Αγγλική απόφαση Evans v. Barttam
(1937)2 All ER 646, της οποίας οι αρχές έχουν υιοθετηθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26, Milouca Motor Tr. Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Bush κ.ά. v. Γιανννή
(2001)1 ΑΑΔ 1342. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί κακής επίδοσης και ως εκ τούτου η υπό εξέταση υπόθεση θα κριθεί στη βάση των αρχών που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδόθηκαν κανονικά. Στην απόφαση Iason Travel Tours Ltd v. L. Passias Travel Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 402 έχουν συνοψισθεί οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, για να επιτύχει αίτηση παραμερισμού κανονικά εκδοθείσας απόφασης, ως ακολούθως: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπ' όψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης πιο πάνω)». Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ζωής Νικολαίδου κ.ά ν. Hellenic Bank Public Company ECLI:CY:AD:2017:A344, Πολ. Έφεση 130/2012, ημερομηνίας 10.10.2017 Προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες ότι ο Αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι διατηρεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του. Αφού καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, το Δικαστήριο καλείται να εξισορροπήσει, αφενός μεταξύ του δικαιώματος του Εναγομένου να ακουστεί και αφετέρου της υποχρέωσης για ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων. Κατά την εξισορρόπηση των πιο πάνω παραγόντων σημασία αποκτά η δικαιολόγηση της μη εμφάνισης και η τυχόν αδικαιολόγητη καθυστέρηση του αιτούντος να λάβει μέτρα προς παραμερισμό της απόφασης. Υπό το φως των ανωτέρω θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν στην παρούσα οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση Σύμφωνα με τη νομολογία δεν αρκεί ο αιτητής να προβάλει γενικόλογους ή αόριστους ισχυρισμούς αλλά απαιτείται όπως προβάλει θετικά γεγονότα με τρόπο πειστικό. Σχετική είναι η απόφαση NSM Democars Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 121/2010, ημερ. 14.10.15 Στην Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, έχουν κριθεί τα ακόλουθα εν σχέση με την έννοια της λογικοφανούς υπεράσπισης: «Κανένα θετικό γεγονός δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση. Τούτο σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικής αμφισβήτησης του προσαχθέντος εγγράφου που φέρει την υπογραφή του, απογυμνώνει την υπεράσπιση του νομιμοποιητικού ερείσματος. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας· υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Στην απόφαση Democars (ανωτέρω), επισημάνθηκαν τα ακόλουθα, ως προς την έννοια της συζητήσιμης υπεράσπισης : «η ανάγκη προβολής θετικών θέσεων στη στηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, χωρίς διαζεύξεις και «αοριστολογίες». Χαρακτηρίζεται δε «συζητήσιμη» μια υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Υπό το φως των ανωτέρω προκύπτει ότι αναμένεται από τον διάδικο, ο οποίος επιζητεί τον παραμερισμό απόφασης, να προβάλει στην ένορκή του δήλωση θετικά γεγονότα τα οποία να καθιστούν την προβαλλόμενη υπεράσπιση συζητήσιμη. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Εναγόμενος- Αιτητής ισχυρίζεται στην ένορκή του δήλωση ότι ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης έγινε κακόβουλα. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι τα κατ' ισχυρισμόν δάνεια αποτελούσαν προπληρωμή για προμήθειες, τις οποίες είχε να λαμβάνει από την Ενάγουσα, χωρίς όμως να προσκομίζει οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστυλώνει τον σχετικό ισχυρισμό. Παράλληλα ο Εναγόμενος προβάλλει τη θέση ότι οι ισχυρισμοί δόλου, οι οποίοι περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, είναι ανεδαφικοί και ανυπόστατοι. Ταυτόχρονα ισχυρίζεται ότι η μέθοδος που χρησιμοποιούν, οι Ενάγοντες για να καταλήξουν στο οφειλόμενο ποσό, είναι εσφαλμένη. Ο Αιτητής στη συμπληρωματική ένορκή του δήλωση εξήγησε ότι επήλθε ρήξη στις σχέσεις του με τους Ενάγοντες από το 2015 και ότι οι Ενάγοντες λάμβαναν χρήματα χωρίς να το δηλώνουν είτε στον ίδιο είτε στις αρμόδιες αρχές. Προσπάθησε, επίσης, να δικαιολογήσει την παράλειψή του να προσκομίσει οποιαδήποτε έγγραφα με τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες τον απέκλεισαν από το γραφείο στη Λεμεσό, καταλήγοντας ότι ενόψει των περιστάσεων η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν είναι αόριστη. Από τις πιο πάνω θέσεις προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται η λήψη από τον Εναγόμενο - Αιτητή του ποσού των € 112,274.00 το οποίο αποτελεί τη βάση της απαίτησης των Εναγόντων. Αυτό που ουσιαστικά προβάλλει ο Εναγόμενος είναι ο ισχυρισμός ότι το πιο πάνω ποσό δεν αποτελεί δάνειο αλλά προπληρωμή μισθών. Επίσης ο Εναγόμενος - Αιτητής ισχυρίζεται ότι το πιο πάνω ποσό υπερκαλύπτεται από κατ' ισχυρισμόν προμήθεια, η οποία επιτεύχθηκε μέσω του ιδίου, και είχαν να λαμβάνουν οι Ενάγοντες, ύφους €270.
- Οι πιο πάνω ισχυρισμοί, όμως, ούτε υποστηρίζονται ούτε καν τείνουν να υποστηριχθούν από οποιοδήποτε στοιχείο. Αντίθετα προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του τερματισμού της σύμβασης, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3 επί της αίτησης, ο Εναγόμενος -Αιτητής ουδέποτε ήγειρε τον ισχυρισμό ότι υφίστατο οποιοδήποτε ζήτημα προμήθειας ύψους € 270.000, αλλά αρκέστηκε να αναφερθεί σε δυο μισθούς που είχε να λαμβάνει ύψους €8,
- Το γεγονός του αποκλεισμού του από το γραφείο των Εναγόντων δεν τον εμπόδιζε κατά τον ουσιώδη χρόνο να επικαλεστεί τη σχετική προμήθεια. Άλλωστε, όπως ο ίδιος παραδέχεται, η κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνία που θα απέφερε την υπό συζήτηση προμήθεια επιτεύχθηκε το έτος 2013, πριν τον καταρτισμό της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Περαιτέρω, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3, το ύψος των δύο μισθών του ανερχόταν στο ποσό των €8.000, ήτοι μηνιαίως σε €4.
- Συνεπώς δεν είναι λογική η θέση του ότι το ποσό των €112.000 αποτελούσε προπληρωμή των μισθών του. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ελλείπουν γεγονότα που να καθιστούν την προβαλλόμενη υπεράσπιση συζητήσιμη και λογικοφανή. Υπό το φως των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση κρίνεται απορριπτέα, καθότι δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Η Δικαιολόγηση της μη Εμφάνισης. Ακόμα, όμως, και εάν κριθεί ότι ο Εναγόμενος- Αιτητής παρουσίασε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου μπορεί ν' ασκηθεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος παραμερισμού, εάν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του Αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Τυχόν διαπίστωση ότι η μη εμφάνιση του Αιτητή δεν οφείλεται σε επαρκή λόγο αποτελεί αυτοτελή και επαρκή λόγο για απόρριψη της αίτησης ακόμα και εάν διαπιστώνεται συζητήσιμη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετική είναι η απόφαση Τσεσμελόγλου (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Επομένως, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2054).» Οι πιο πάνω αρχές επανεπιβεβαιώθηκαν στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση N.t.r. Beach Diners κ.ά v. Adamou Construction and Maintenance Ltd, ECLI:CY:AD:2018:A18, Πολ. Έφεση 373/2012, ημερομηνίας 15.1.2018. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος υπέγραψε σχετικό διοριστήριο προς το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Σια ΔΕΠΕ και η εν λόγω δικηγορική εταιρεία παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Προς επίρρωση της θέσης του καταχώρησε, ως Τεκμήριο 2, το διοριστήριο που κατ' ισχυρισμόν υπέγραψε. Όπως ανέφερε στην ένορκή του δήλωση μετά που πληροφορήθηκε στις 12.3.2018 ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του, αποτάθηκε στους προηγούμενους δικηγόρους του ζητώντας τους τον φάκελο. Το μόνο έγγραφο που του εδόθη ήταν το διοριστήριο έγγραφο, που κατ' ισχυρισμόν υπέγραψε, και κάποιες επιστολές. Από μελέτη του Τεκμήριου 2, όμως, προκύπτει ότι το εν λόγω διοριστήριο έγγραφο δεν είναι υπογεγραμμένο. Η πιο πάνω διαπίστωση αφήνει ανυποστήρικτη τη θέση ότι ο ίδιος υπέγραψε διοριστήριο έγγραφο και διόρισε δικηγόρους, οι οποίοι αδιαφόρησαν για την υπόθεση. Εφόσον, λοιπόν, δεν έχει γίνει δεκτό ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε διοριστήριο έγγραφο καταρρέει και το βάθρο επί του οποίου στηρίζεται το επιχείρημα του Εναγομένου περί δικαιολόγησης τη μη εμφάνισης. Ακόμα και εάν γινόταν δεκτό ότι όντως ο Εναγόμενος υπέγραψε σχετικό έντυπο διορισμού δικηγόρου και οι δικηγόροι του δεν καταχώρησαν εμφάνιση, δεν θα ήταν επαρκές για να αιτιολογηθεί η παράλειψη εμφάνισης. Αποτελεί καλά νομολογημένη αρχή ότι ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του, για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Βαρδιάνου ν. E. Richards
(1998)1 A.A.Δ. 698, Κυριάκου Α. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 184 και Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793. Σε κάθε περίπτωση, όμως, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η αγωγή επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 27.1.2017 και ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος πέραν της κατ΄ ισχυρισμόν υπογραφής του διοριστηρίου εγγράφου ουδέν έπραξε, για να πληροφορηθεί για την πορεία της υπόθεσης. Το γεγονός ότι από την ημερομηνία επίδοσης μέχρι τις 12.3.2018, ήτοι για περίοδο περίπου 15 μηνών, ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε για την πορεία της υπόθεσης, δεικνύει τέτοια αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, ώστε να μην είναι επιτρεπτός ο παραμερισμός της απόφασης ακόμα και εάν δικαιολογείτο η μη εμφάνιση. Τα πιο πάνω δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων- Καθ' ων η Αίτηση ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΕΔ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο