ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΑΦΑΝΤΙΤΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ ν. ΑΣΠΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8109/2010, 30/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8109/2010 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΑΦΑΝΤΙΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ενάγουσα και
- ΧΧΧ ΑΣΠΡΟΥ
- ΧΧΧ ΑΣΠΡΟΥ
- ΧΧΧ ΑΣΠΡΟΥ Εναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διαταγής Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.4.2011 ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΑΦΑΝΤΙΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ενάγουσα και
- ΧΧΧ ΑΣΠΡΟΥ
- ΧΧΧ ΑΣΠΡΟΥ
- ΧΧΧ ΑΣΠΡΟΥ
- ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΒΑΣΟΥ ΛΤΔ Εναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διαταγής Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.1.2018 ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΑΦΑΝΤΙΤΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ Ενάγουσα και
- ΧΧΧ ΑΣΠΡΟΥ
- ΧΧΧ ΑΣΠΡΟΥ
- ΧΧΧ ΑΣΠΡΟΥ
- ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΒΑΣΟΥ ΛΤΔ Εναγόμενοι 30 Ιανουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Κα Π. Κακογιάννη διά Χρυσάνθου & Χρυσάνθου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 4: Κος Θ. Θωμά διά Θέμης Θωμά και Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξίωνε εναντίον όλων των Εναγόμενων, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, ποσό €73.000 πλέον τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη της θέση, η ίδια ασχολείται με την εμπορία γεωργικών προϊόντων και μηχανημάτων. Στα πλαίσια συναλλαγών της με την Εναγόμενη 1, αυτή υπέγραψε γραμμάτιο για ποσό €73.000 με εγγυητές τους Εναγόμενους 2 και
- Προς εξόφληση του ποσού του γραμματίου, ο Εναγόμενος 1 οπισθογράφησε μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό XXXXX4758 για ποσό €73.000 που είχε εκδώσει υπέρ του η Εναγόμενη
- Όταν η Ενάγουσα παρουσίασε την εν λόγω επιταγή προς πληρωμή, αυτή δεν πληρώθηκε γιατί η πληρωμή της είχε ανακληθεί από την Εναγόμενη
- Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση την 1.2.
- Η Εναγόμενη 4, στην Υπεράσπιση της παραδέχεται ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή επ' ονόματι του Εναγόμενου
- Ισχυρίζεται όμως ότι είχε ανακαλέσει την πληρωμή της γιατί αυτή εκδόθηκε χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και ότι είχε ενημερώσει σχετικά τον Εναγόμενο
- Ισχυρίζεται επίσης ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την Ενάγουσα. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση και για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρία πρόσωπα. Για την πλευρά της υπεράσπισης έδωσαν μαρτυρία επίσης τρία πρόσωπα. Θα αναφερθώ συνοπτικά στα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι επικεντρώνομαι στο μέρος της μαρτυρίας τους που έκρινα ως σημαντικό σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο κ. XXXXX Αφαντίτης, υπεύθυνος πωλήσεων της εταιρείας (ΜΕ1). Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΕ1 κατέθεσε ότι η εταιρεία ασχολείται με την εμπορία γεωργικών εμπορευμάτων και μηχανημάτων και παρουσίασε αντίγραφο του πιστοποιητικού σύστασης της (Τεκμήριο 1). Σε σχέση με τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της υπόθεσης, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1, αγόρασε από την Ενάγουσα εμπορεύματα και μηχανήματα συνολικής αξίας €92.348,22, μεταξύ των οποίων ένα όχημα τράκτορ, μια ειδική χορτοκοπτική μηχανή, μια μπαλαριστική μηχανή, δίσκους και άλλα εργαλεία. Συνέχισε λέγοντας ότι περί τις 23.10.2009 ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε γραμμάτιο υπέρ της Ενάγουσας για ποσό €73.000 σε σχέση με τις οφειλές του για την αγορά των πιο πάνω εμπορευμάτων και μηχανημάτων και ότι τον Εναγόμενο 1 εγγυήθηκαν γραπτώς οι Εναγόμενοι 2 και
- Το ποσό του γραμματίου ήταν πληρωτέο σε μια δόση, μέχρι τις 30.12.
- Πρόσθεσε ότι στις 29.12.2009, ο Εναγόμενος 1 οπισθογράφησε την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 2), η οποία είχε εκδοθεί επ' ονόματι του από την Εναγόμενη 4, και την παρέδωσε στην Ενάγουσα. Όταν αυτή παρουσιάστηκε προς πληρωμή, δεν πληρώθηκε γιατί η πληρωμή της είχε ανακληθεί από την Εναγόμενη
- Η μη πληρωμή της επιταγής γνωστοποιήθηκε γραπτώς στους Εναγόμενους 1, 2 και
- Ο ΜΕ1 κατέληξε λέγοντας ότι εξαιτίας της μη πληρωμής της επιταγής η Ενάγουσα αναγκάστηκε να πληρώνει χρεωστικό επιτόκιο σε τρεχούμενο λογαριασμό της, ύψους 4.9% το οποίο επίσης διεκδικεί. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που η Εναγόμενη 4 είχε ανακαλέσει την πληρωμή της επιταγής, ούτε και πότε είχαν δοθεί οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της. Του υποβλήθηκε ότι κατά τον χρόνο οπισθογράφησης της επιταγής, ο Εναγόμενος 1 γνώριζε ότι είχε ανακληθεί η πληρωμή της όμως ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Πρόσθεσε ότι η Ενάγουσα δεν είχε καμία απευθείας συναλλαγή με την Εναγόμενη
- Δεύτερη μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν η κα XXXXX Ζαρβού, υπεύθυνη λογιστηρίου της Ενάγουσας εταιρείας, θυγατέρα του μετόχου της και αδερφή του ΜΕ1 (ΜΕ2). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της η ΜΕ2 ανέφερε ότι στις 5.1.2011 το όνομα της Ενάγουσας εταιρείας άλλαξε από Ανδρέας Γ. Αφαντίτης και Υιοί Λτδ σε Ανδρέας Γ. Αφαντίτης Ακίνητα Λτδ. Παρουσίασε πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος της εταιρείας το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την ΜΕ2, υπάρχει και η εταιρεία Ανδρέας Γ. Αφαντίτης και Υιοί Λτδ με αριθμό εγγραφής ΗΕ24188, η οποία καμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση. Η ΜΕ2 παρουσίασε επίσης αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού που τηρούσε η Ενάγουσα σε σχέση με τις συναλλαγές της με τον Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 6) στην οποία επισήμανε τις καταγραφές που αφορούσαν την πίστωση μετά την παραλαβή της επίδικης επιταγής και τη χρέωση μετά την επιστροφή της, στις 29.12.2009 και 4.1.2010 αντίστοιχα. Πρόσθεσε, με αναφορά στο περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού, ότι η Ενάγουσα έχει ήδη εισπράξει από τον Εναγόμενο 1 ποσό €6.050 έναντι του χρέους της παρούσας αγωγής. Η ΜΕ2 πρόσθεσε ότι το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού της Ενάγουσας στον οποίο είχε κατατεθεί η επίδικη επιταγή χρεωνόταν με επιτόκιο 4,9%. Ανέφερε, όπως και ο ΜΕ1, ότι μετά την επιστροφή της επιταγής ενημερώθηκαν από την Ενάγουσα οι Εναγόμενοι 1, 2 και
- Ανέφερε επίσης ότι σε σχέση με την επίδικη επιταγή η εταιρεία καταχώρησε εναντίον της Εναγόμενης 4 την ιδιωτική ποινική υπόθεση 9041/2012 η οποία, κατά τον χρόνο που έδινε μαρτυρία η ΜΕ2, εκκρεμούσε προς εκδίκαση. Σύμφωνα με την ΜΕ2, η Ενάγουσα στην παρούσα είναι και η παραπονούμενη σε εκείνη την ιδιωτική ποινική υπόθεση. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6) που παρουσίασε, η ΜΕ2 ανέφερε ότι αφορά την περίοδο από 2009 μέχρι 2018 και εκτυπώθηκε από το λογισμικό πρόγραμμα της Ενάγουσας εταιρεία. Τέθηκε στη μάρτυρα ότι στο Τεκμήριο 6 αναγράφεται το όνομα «Andreas G. Afantitis Akinita Limited» και ότι εκείνη η εταιρεία δεν είναι η Ενάγουσα. Η ΜΕ2 διαφώνησε αναφέροντας ότι το λογισμικό πρόγραμμα χρησιμοποιεί μόνο λατινικούς χαρακτήρες ενώ στα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών που παρουσιάστηκαν το όνομα της Ενάγουσας είναι γραμμένο στα Ελληνικά. Η ΜΕ2 εξήγησε επίσης ότι η Ενάγουσα είχε εγγραφεί στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών πολύ παλιά, με αριθμό εγγραφής ΗΕ 2003 και αρχικό όνομα «Ανδρέας Γ. Αφαντίτης και Υιοί Λτδ» και ότι το 2011 άλλαξε το όνομα της εταιρείας σε «Ανδρέας Γ. Αφαντίτης Ακίνητα Λίμιτεδ». Πρόκειται, είπε για την ίδια εταιρεία, με τον ίδιο αριθμό εγγραφής. Εξήγησε επίσης ότι μετά από αυτή την αλλαγή ονόματος, συστάθηκε και νέα εταιρεία με το όνομα «Ανδρέας Γ. Αφαντίτης και Υιοί Λτδ», αφού το όνομα εκείνο ήταν πλέον διαθέσιμο, και η οποία υφίσταται ως ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι η αλλαγή ονόματος και η εγγραφή της νέας εταιρείας έγιναν μετά από συστάσεις των ελεγκτών της Ενάγουσας. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ2 επιβεβαίωσε ότι η Ενάγουσα έχει ήδη εισπράξει ποσό €6.050 από τον Εναγόμενο 1 έναντι του ποσού της αγωγής και περιόρισε την αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 4 ανάλογα. Τέλος, ανέφερε ότι είχε δει τον Εναγόμενο 1 να οπισθογραφεί την επίδικη επιταγή. Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο κ. XXXXX Δημητρίου, λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου (ΜΕ3). Κατέθεσε ότι ήταν υπεύθυνος για το χειρισμό των λογαριασμών της Ενάγουσας εταιρείας και ότι η επίδικη επιταγή είχε κατατεθεί στον λογαριασμό της Ενάγουσας στην Λαϊκή Τράπεζα στις 29.12.2009 και αυτή επιστράφηκε απλήρωτη στις 4.1.
- Παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας (Τεκμήριο 7) στην οποία επισήμανε τις σχετικές καταχωρήσεις. Εξήγησε ότι οι εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας έχουν στο μεταξύ μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια εξυγίανσης της πρώτης, δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Πρόσθεσε ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο στο λογαριασμό της Ενάγουσας χρεωνόταν με επιτόκιο 5,005%. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι σε σχέση με την επίδικη επιταγή γνωρίζει ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον εκδότη, χωρίς όμως ο ίδιος να γνωρίζει το λόγο ανάκλησης. Όπως προανέφερα, για την πλευρά της υπεράσπισης κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρία πρόσωπα. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο κ. XXXXX Χαραλάμπους (ΜΥ1), ένας εκ των διευθυντών και μετόχων της Εναγόμενης 4 εταιρείας η οποία διατηρεί ελαιοτριβείο. Ανέφερε ότι γνωρίζει προσωπικά τον Εναγόμενο 1 ο οποίος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους πελάτες της Εναγόμενης 4, από το
- Πρόσθεσε ότι ο Εναγόμενος 1 παρήγε και έπαιρνε κάθε χρόνο στην Εναγόμενη 4 περί τους 80-90 τόνους ελιών από τους οποίους προέκυπταν περίπου 25-30 τόνοι ελαιόλαδου, η αξία του οποίου ανερχόταν σε €80.000-€90.
- Συνέχισε λέγοντας ότι τον Οκτώβριο 2009, ο Εναγόμενος 1 του ζήτησε «να του εκδώσω μια επιταγή γιατί ήθελε να αγοράσει μηχανήματα». Εξήγησε ότι η Εναγόμενη εταιρεία διατηρούσε μόνο ένα λογαριασμό όψεως, χωρίς όριο παρατραβήγματος στην Τράπεζα Κύπρου και ότι ο Εναγόμενος 1 είχε ζητήσει να προπωλήσει στην Εναγόμενη 4 όλη την ποσότητα λαδιού που θα παράγετο από τις ελιές του εκείνη τη χρονιά και η Εναγόμενη 4 θα εξέδιδε υπέρ του μια μεταχρονολογημένη επιταγή. Όπως το έθεσε ο ΜΥ1, συμφώνησαν «να μαζέψει τον καρπό, να μαζέψει όλο το λάδι στο ελαιοτριβείο και να πωλήσουμε το λάδι και να πληρωθεί». Συνέχισε λέγοντας ότι στα πλαίσια της συμφωνίας τους αυτής, εκδόθηκε η επίδικη επιταγή περί τις αρχές Οκτωβρίου 2009 και ήταν μεταχρονολογημένη, πληρωτέα περί τα τέλη Δεκεμβρίου. Ακολούθως, ανέφερε ότι μια βδομάδα περίπου αργότερα του τηλεφώνησε ο Εναγόμενος 1 και του ζήτησε να ακυρώσουν αυτή τη συμφωνία τους και, αντί εκείνης της διευθέτησης, συμφώνησαν ότι θα πωλούσε ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 τις ποσότητες λαδιού που θα παρήγε στο ελαιοτριβείο και θα πλήρωνε τις χρεώσεις της Εναγόμενης 4 από τα κέρδη της πώλησης. Ο ΜΥ1 τον έφερε τότε σε επαφή με χοντρεμπόρους με τους οποίους ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε να αγοράσουν το ελαιόλαδο του. Ο ΜΥ1 συνέχισε λέγοντας ότι μετά την ακύρωση της αρχικής τους συμφωνίας είχε ζητήσει από τον Εναγόμενο 1 να του επιστρέψει την επιταγή, «μου είπε οκ να τη φέρει.. Επιταγή δεν ερχόταν. Πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση. Του τηλεφώνησα. 'Έχασα την', 'δεν την βρίσκω'. Μασούσε τα λόγια του. Κόντεψε η ημέρα της εξαργύρωσης. Για να είμαι ασφαλισμένος την έκανα stop payment», δηλώνοντας στην τράπεζα ότι ακυρώθηκε η αρχική συμφωνία. Στο μεταξύ, πρόσθεσε, ο Εναγόμενος 1 τον καθησύχαζε ότι «η επιταγή δεν έχει πρόβλημα». Ανέφερε ότι η δεύτερη συμφωνία που είχαν κάνει με τον Εναγόμενο 1, «προχώρησε κανονικά» και πωλήθηκε το λάδι και πληρώθηκε απ' ευθείας από τους εμπόρους ο Εναγόμενος
- Ο ΜΥ1 πρόσθεσε ότι δεν είχε καμία προσωπική ή εμπορική σχέση με την Ενάγουσα εταιρεία και ούτε την γνώριζε. Ο δε Εναγόμενος 1 δεν του ανέφερε ότι είχε οπισθογραφήσει και παραδώσει την επιταγή σε τρίτο πρόσωπο. Ο ίδιος ενημερώθηκε για πρώτη φορά ότι η επίδικη επιταγή είχε φτάσει στα χέρια της Ενάγουσας όταν του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Ο ίδιος επικοινώνησε τότε με τον Εναγόμενο 1 ο οποίος τον καθησύχασε ότι θα διευθετήσει εκείνος το ζήτημα. Κατά την αντεξέταση ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πως μετά που έλαβε την οπισθογραφημένη επιταγή η Ενάγουσα είχε εκδώσει εξοφλητική απόδειξη προς τον Εναγόμενο 1 για μηχάνημα που αγόρασε, το οποίο παραμένει απλήρωτο. Επέμενε ότι ενημερώθηκε για τα γεγονότα αργότερα, μετά που του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή, στον Απρίλιο
- Επέμενε επίσης ότι ο Εναγόμενος 1, μετά την ακύρωση της αρχικής τους συμφωνίας, γνώριζε ότι δεν μπορούσε να εξαργυρώσει την επίδικη επιταγή. Αρνήθηκε όταν του υποβλήθηκε ότι γνώριζε πως ο Εναγόμενος 1 είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει την επιταγή για να αγοράσει μηχανήματα από καλόπιστο τρίτο, υπέρ του οποίου θα οπισθογραφούσε την επιταγή. Αρνήθηκε επίσης πως γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 θα χρησιμοποιούσε την επιταγή για να λάβει εξοφλητική απόδειξη για μηχανήματα που αγόρασε, ώστε να μπορεί μετά να αιτηθεί επιχορήγησης από το κράτος για την αγορά τους. Απαντώντας στη συνέχεια σε σχετική ερώτηση ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η συνεργασία της Εναγόμενης 4 με τον Εναγόμενο 1 σταμάτησε πριν 5-6 χρόνια γιατί ο Εναγόμενος 1 αποφάσισε να συνεργαστεί με άλλο ελαιοτριβείο. Ανέφερε ταυτόχρονα ότι οι προσωπικές του σχέσεις με τον Εναγόμενο 1 παραμένουν καλές. Επανέλαβε ότι ο Εναγόμενος 1 συνεργάζεται με άλλο ελαιοτριβείο από το 2013 περίπου γιατί είχε εξασφαλίσει καλύτερες τιμές. Πρόσθεσε ότι ο Εναγόμενος 1 σταμάτησε επίσης να συνεργάζεται με τους χονδρέμπορους που του είχε συστήσει ο ΜΥ
- Δεύτερος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν η κα XXXXX Γεωργίου, λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου (ΜΥ2), υπεύθυνη για τη διαχείριση του λογαριασμού της Εναγόμενης 4 εταιρείας. Κατέθεσε ότι ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή είναι λογαριασμός όψεως, χωρίς όριο παρατραβήγματος. Σε σχέση με την επίδικη επιταγή η ΜΥ2 ανέφερε ότι αυτή παρουσιάστηκε προς πληρωμή 31.12.2009 και η ίδια επικοινώνησε με τον πελάτη ο οποίος της είπε «να επιστραφεί stop payment γιατί ακυρώθηκε η συμφωνία μεταξύ της εταιρείας και του κ. Άσπρου». Η ΜΥ2 παρουσίασε το έντυπο ανάκλησης πληρωμής της επιταγής (Τεκμήριο 9), στο οποίο καταγράφεται ως λόγος ανάκλησης «ακύρωση συμφωνίας». Το Τεκμήριο 9 υπογράφεται από τον ΜΥ1 και έχει ημερομηνία 31.12.
- Στα πλαίσια της αντεξέτασης της η ΜΥ2 κατέθεσε ότι δεν γνώριζε εάν η επιταγή είχε οπισθογραφηθεί ή είχε δοθεί σε τρίτο πρόσωπο, ούτε και ποιος την παρουσίασε προς πληρωμή. Τελευταία μάρτυρας ήταν η κα XXXXX Μαστίχη, λειτουργός στο Ποινικό Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (ΜΥ3). Στα πλαίσια της μαρτυρίας της παρουσίασε αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση 9041/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με παραπονούμενη την εταιρεία Ανδρέας Γ. Αφαντίτης & Υιοί Λτδ και κατηγορούμενους την Εναγόμενη 4 εταιρεία και τον ΜΥ1, της παρούσας αγωγής. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε μια κατηγορία για το αδίκημα του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με την επίδικη επιταγή. Η ΜΥ3 δεν αντεξετάστηκε. Πέραν της πιο πάνω συνοπτικής αναφοράς στα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες, έχω κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς καθώς και το σύνολο της μαρτυρίας - διά ζώσης και έγγραφης - που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση. Έχω επίσης κατά νου τα όσα οι συνήγοροι των διαδίκων αναφέρουν στις γραπτές τελικές τους αγορεύσεις. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, σημειώνω ότι παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Αξιολογώντας την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχω κατά νου ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία[1]. Ξεκινώ από τη μαρτυρία του ΜΕ
- Σε σχέση με τα γεγονότα κατέθεσε με σαφήνεια και πειστικότητα. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, δεν διέκρινα ανακρίβειες ή ασυμφωνίες στη μαρτυρία του, απαντούσε στις ερωτήσεις με αμεσότητα και αυθόρμητα. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο και η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεχτή. Να σημειώσω, όμως, ότι σε σχέση με τις αναφορές του περί αξίωσης της Ενάγουσας για τόκο προς 4,9%, αυτές βασίστηκαν στην αντίληψη του ότι αυτό ήταν το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν το χρεωστικό υπόλοιπο της Ενάγουσας εταιρείας. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την αναφορά του ΜΕ3 ότι το ποσοστό του επιτοκίου ήταν 5,005%. Επί αυτού του σημείου, κρίνω ότι ορθή ήταν η μαρτυρία του ΜΕ3 (την οποία αποδέχομαι ως αξιόπιστη για λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια). Ο ΜΕ3 ήταν ο λειτουργός της τράπεζας που είχε την ευθύνη του χειρισμού των λογαριασμών της Ενάγουσας και εκ της θέσεως του έχει πρόσβαση και γνώση σε όσα αφορούν τους λογαριασμούς αυτούς, περιλαμβανομένου του ύψους του επιτοκίου με το οποίο χρεώνονται τα εκάστοτε χρεωστικά υπόλοιπα. Η μαρτυρία του ΜΕ3 είναι, θεωρώ, η πιο έγκυρη επί του συγκεκριμένου θέματος. Αυτή η διαπίστωση ισχύει και στην περίπτωση της ΜΕ2 και στις αναφορές της στο θέμα του ύψους του επιτοκίου. Έρχομαι στην ΜΕ
- Από το σύνολο της μαρτυρίας της, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσίασε και κατατέθηκαν ως τεκμήρια, κρίνω ότι επίσης πρόκειται για μάρτυρα αξιόπιστο. Ήταν, όπως και ο ΜΕ1, σταθερή και πειστική στις θέσεις της. Κατά την αντεξέταση δεν κλονίστηκε. Απαντούσε με σαφήνεια και αμεσότητα. Η μαρτυρία της είχε εσωτερική συνοχή και δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε εγγενή αδυναμία ώστε να έχω αμφιβολία για την αλήθεια της. Με αυτά τα δεδομένα, την αποδέχομαι ως αληθινή. Προχωρώντας, θεωρώ ότι μπορώ να ασχοληθώ με τη αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΕ3, ΜΥ2 και ΜΥ3 μαζί. Να αναφέρω εν αρχή ότι πρόκειται για μάρτυρες ανεξάρτητους και χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον στα γεγονότα. Οι μεν ΜΕ3 και ΜΥ2 είναι λειτουργοί τράπεζας ενώ η ΜΥ3 είναι λειτουργός στο Ποινικό Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Πέραν τούτου, από το περιεχόμενο και ποιότητα της μαρτυρίας τους, δεν διακρίνω λόγο να αμφισβητήσω την αλήθεια της. Κατέθεσαν με σαφήνεια για τα γεγονότα, στο βαθμό και στο μέτρο της δικής του εμπλοκής και πεδίου γνώσεων. Σημειώνω ότι η ΜΥ3 δεν αντεξετάστηκε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία και των τριών αυτών προσώπων ως αληθινή. Παραμένει ο ΜΥ
- Έχω εξετάσει με τη δέουσα προσοχή τη μαρτυρία του. Στάθηκα ιδιαίτερα στην πειστικότητα, εσωτερική συνοχή και λογική της εκδοχής του και κατά πόσο αυτή συνάδει με το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας. Έχοντας σταθμίσει αυτούς τους παράγοντες, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι θα ήταν ακροσφαλές να την αποδεχτώ ως αξιόπιστη και αληθινή και να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Η εκδοχή του ήταν ουσιαστικά ότι η επίδικη επιταγή είχε εκδοθεί υπέρ του Εναγόμενου 1 στα πλαίσια μιας συμφωνίας η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε. Έγινε, υποστήριξε, νέα συμφωνία η οποία δεν περιλάμβανε την επιταγή. Η εκδοχή αυτή δεν με πείθει. Στα πλαίσια της πρώτης συμφωνίας η Εναγόμενη 4 εξέδωσε στις αρχές Οκτωβρίου 2009 μια μεταχρονολογημένη επιταγή για το όχι ευκαταφρόνητο ποσό των €73.
- Εάν μια εβδομάδα αργότερα, περί τα μέσα δηλαδή του Οκτώβρη 2009, η συμφωνία αυτή ακυρώθηκε, θα ανέμενα ως θέμα λογικής ότι η Εναγόμενη 4 θα απαιτούσε την επιστροφή της επιταγής. Η επιταγή όμως δεν επιστράφηκε κατά την ακύρωση της συμφωνίας αλλά ούτε και κατά τις διάφορες παραδόσεις από τον Εναγόμενο 1 ελιών στο ελαιοτριβείο της Εναγόμενης
- Οι προφάσεις και δικαιολογίες του Εναγόμενου 1 στις οποίες ο ΜΥ1 αναφέρθηκε, ότι δηλαδή δεν ανεύρισκε την επιταγή, δεν εξηγούν γιατί ο ΜΥ1 δεν μερίμνησε για την ανάκληση της πληρωμής της έγκαιρα. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 και τη μαρτυρία της ΜΥ2, η πληρωμή της επιταγής ανακλήθηκε στις 31.12.2009, μετά που αυτή είχε κατατεθεί προς πληρωμή από την Ενάγουσα. Σύμφωνα με τη ΜΥ2, ι όταν η επιταγή κατατέθηκε και δεν υπήρχαν πιστωτικά υπόλοιπα που να επιτρέπουν την πληρωμή της, η ίδια επικοινώνησε με την Εναγόμενη 4 και μόνο τότε ο ΜΥ1 ανακάλεσε με τις γραπτές οδηγίες που έδωσε, την πληρωμή της επιταγής. Δεν συνάδει επίσης με τη γενική εκδοχή του ΜΥ1 τα όσα ανέφερε για τις μετέπειτα σχέσεις του με τον Εναγόμενο
- Ως υποστήριξε ο ΜΥ1, ο Εναγόμενος 1 ενήργησε δόλια και προσπάθησε να ξεγελάσει την Εναγόμενη 4 και τον ίδιο, οπισθογραφώντας την επιταγή και παραδίδοντας την στην Ενάγουσα. Επιχείρησε ουσιαστικά να αποσπάσει από την Εναγόμενη 4 εταιρεία, της οποίας ο ΜΥ1 είναι διευθυντής και μέτοχος, ποσό €73.
- Παρά το γεγονός αυτό η συνεργασία τους συνεχίστηκε για ακόμα 2-3 χρόνια περίπου ενώ μέχρι και σήμερα, σύμφωνα με τον ΜΥ1, οι σχέσεις τους είναι κόσμιες. Στο μεταξύ δε η Εναγόμενη 4 κατέστη διάδικος στην παρούσα αγωγή ενώ καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα και ποινική υπόθεση σε σχέση με την επιταγή εναντίον της Εναγόμενης 4 και του ίδιου του ΜΥ
- Ακόμα μια παράμετρος που με εμποδίζει να δεχτώ την εκδοχή του ΜΥ1 είναι η παντελής έλλειψη στοιχείων ή έγγραφης μαρτυρίας η οποία να υποστηρίζει ή να συνάδει με τα όσα ισχυρίστηκε. Εάν πράγματι υπήρχε δεύτερη συνεννόηση με τον Εναγόμενο 1 για τον τρόπο με τον οποίο θα συναλλάσσονταν, ανέμενα ότι μπορούσαν να παρουσιαστούν περαιτέρω στοιχεία που να προσδίδουν κάποια βαρύτητα ή να στοιχειοθετούν τη θέση αυτή. Τέτοια στοιχεία θα μπορούσαν να ήταν κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης 4 όπου να φαίνονται άλλες πληρωμές που έγιναν από τον Εναγόμενο 1 σε σχέση με τις ελιές που παραδόθηκαν στο ελαιοτριβείο ή το ελαιόλαδο που είχε παραχθεί εκείνη τη σοδιά, ή λεπτομέρειες σε σχέση με ή μαρτυρία από τους χοντρέμπορους με τους οποίους τελικά συναλλάχθηκε ο Εναγόμενος 1 για το ελαιόλαδο εκείνης της σοδιάς. Αυτά είναι στοιχεία που θα ενίσχυαν τη θέση περί σύναψης δεύτερης συμφωνίας και, κατ' επέκταση, ότι η επίδικη επιταγή - που εκδόθηκε στα πλαίσια της πρώτης συμφωνίας - είχε καταστεί άνευ αντικειμένου και δεν υπήρχε για αυτή κανένα αντάλλαγμα. Επισημαίνω παρενθετικά ότι κανένας ισχυρισμός σε σχέση με αυτά τα γεγονότα περιλαμβάνεται στη Υπεράσπιση της Εναγόμενης
- Δεν υπάρχει ισχυρισμός περί ακυρωθείσας συμφωνίας αλλά ούτε και δόλου από μέρους του Εναγόμενου 1 και, συνακόλουθα, ούτε περιλαμβάνονται λεπτομέρειες τέτοιου δόλου στο δικόγραφο της Υπεράσπισης. Ο μοναδικός ισχυρισμός που υπάρχει είναι ότι «η επίδικη επιταγή δόθηκε προς τον Εναγόμενο 1 και του αναφέρθηκε ξεκάθαρα ότι δεν θα έπρεπε να την εξαργυρώσει αφού δόθηκε χωρίς κανένα νόμιμο αντάλλαγμα και ως εκ των ανωτέρω ο Εναγόμενος 1 είχε γνώση ότι αυτή θα ανακαλείτο». Δεν παραβλέπω επίσης ότι κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2, τους τέθηκε μόνο ότι υπήρχε «σοβαρός λόγος» για την ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής. Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση και στη βάση της μαρτυρίας που έχει κριθεί ως αξιόπιστη, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα:
(1)Η Ενάγουσα εταιρεία ιδρύθηκε στις 18.1.1968 και έχει αριθμό εγγραφής ΗΕ 2003 (Τεκμήριο 1). Το αρχικό της όνομα ήταν Ανδρέας Γ. Αφαντίτης και Υιοί Λιμιτεδ. Στις 5.1.2011 άλλαξε το όνομα της σε Ανδρέας Γ. Αφαντίτης Ακίνητα Λιμιτεδ (Τεκμήριο 5). Ασχολείται με την εμπορία γεωργικών μηχανημάτων και προϊόντων. Ο ΜΕ1 είναι υπεύθυνος πωλήσεων της εταιρείας και η ΜΕ2 είναι υπεύθυνη λογιστηρίου.
(2)Ο Εναγόμενος 1 ήταν πελάτης της Ενάγουσας εταιρείας από την οποία αγόρασε προϊόντα και μηχανήματα. Σε σχέση με τις συναλλαγές τους η Ενάγουσα τηρούσε την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6.
(3)Έναντι των οφειλών του προς την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε στις 23.10.2009 γραμμάτιο για ποσό €73.
- Σύμφωνα με τους όρους του γραμματίου, ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να πληρώσει το εν λόγω ποσό στις 30.12.
- Τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 δυνάμει του γραμματίου εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3.
(4)Η Εναγόμενη 4 εξέδωσε προς όφελος του Εναγόμενου 1 την επίδικη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, υπ' αριθμό 81384758 για ποσό €73.000 (Τεκμήριο 2). Η επιταγή εκδόθηκε επί λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου που διατηρούσε η Εναγόμενη 4. Επρόκειτο για λογαριασμό όψεως, χωρίς όριο παρατραβήγματος.
(5)Προς εξόφληση του ποσού του πιο πάνω αναφερόμενου γραμματίου, στις 29.12.2009 ο Εναγόμενος 1 στην παρουσία της ΜΥ2 οπισθογράφησε την επίδικη επιταγή και την παρέδωσε στην Ενάγουσα.
(6)Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 4 δεν είχαν καμία, μεταξύ τους, απευθείας συναλλαγή.
(7)Η Ενάγουσα εταιρεία κατέθεσε την επίδικη επιταγή σε λογαριασμό που διατηρούσε στην Marfin Laiki Bank στις 29.12.2009.
(8)Η ΜΥ2 είναι λειτουργός στην Τράπεζα Κύπρου και χειριζόταν τους λογαριασμούς της Εναγόμενης 4. Στις 31.12.2009, μετά την κατάθεση της επίδικης επιταγής προς πληρωμή, η ΜΥ1 επικοινώνησε με τον ΜΥ1 και τον ενημέρωσε για την κατάθεση. Την ίδια μέρα ο ΜΥ1, εκ μέρους της Εναγόμενης 4, έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου γραπτές οδηγίες με τις οποίες ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής. Ως λόγο ανάκλησης κατέγραψε «Ακύρωση συμφωνίας» (Τεκμήριο 9).
(9)Στις 4.1.2010, η επίδικη επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη. Κατά τον χρόνο εκείνο ο τραπεζικός λογαριασμός της Ενάγουσας στον οποίο είχε κατατεθεί η επιταγή, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο και χρεωνόταν με συνολικό χρεωστικό επιτόκιο προς 5,005% (Τεκμήριο 8). Η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7 παρουσιάζει την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού για το 2010.
(10)Για τη μη πληρωμή της επιταγής η Ενάγουσα ενημέρωσε γραπτώς δια επιστολής τους Εναγόμενους 1, 2 και 3.
(11)Από την έγερση της αγωγής, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 έχουν πληρώσει συνολικό ποσό €6.050 έναντι του ποσού της αξίωσης.
(12)Σε σχέση με την επίδικη επιταγή, η Ενάγουσα έχει καταχωρήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την ιδιωτική ποινική υπόθεση 9041/2012. Η Εναγόμενη 4 και ο ΜΥ1 είναι κατηγορούμενοι στην εν λόγω υπόθεση και κατηγορούνται για το αδίκημα του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, παραμένει να εξεταστεί εάν η Ενάγουσα έχει στοιχειοθετήσει την απαίτηση της εναντίον της Εναγόμενης 4. Το αγώγιμο δικαίωμα που η Ενάγουσα ισχυρίζεται εναντίον της Εναγόμενης 4 εκπηγάζει από τις πρόνοιες του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262. Μια επιταγή, σύμφωνα με το άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262: «.είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει.» Το άρθρο 38 του Κεφ. 262 παρέχει το δικαίωμα σε κάτοχο συναλλαγματικής να εγείρει αγωγή στο όνομα του. Συγκεκριμένα, προνοεί ότι: 38. Τα δικαιώματα και οι εξουσίες του κατόχου συναλλαγματικής είναι τα ακόλουθα: (α) Αυτός δύναται να εγείρει αγωγή στο όνομα του~ (β) όταν αυτός είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο, κατέχει τη συναλλαγματική απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης από απλές προσωπικές υπερασπίσεις που είναι προσιτές στα προηγούμενα μέρη μεταξύ τους και δύναται να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στη συναλλαγματική~ (γ) όταν ο τίτλος του είναι ελαττωματικός- (
- i)αν μεταβιβάζει τη συναλλαγματική σε κάτοχο κατά προσήκοντα τρόπο, ο κάτοχος αυτός αποκτά καλό και πλήρη τίτλο στη συναλλαγματική, και (
- ii)αν λάβει πληρωμή της συναλλαγματικής το πρόσωπο το οποίο πληρώνει αυτόν κατά τον προσήκοντα τρόπο λαμβάνει έγκυρη εξόφληση της συναλλαγματικής. Ο όρος «κάτοχος συναλλαγματικής» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 262, ως εξής: «"Κάτοχος" σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά την κατοχή του ή τον κομιστή αυτών.» Το ίδιο άρθρο αποδίδει στον όρο «κομιστής» την εξής έννοια: "Κομιστής" σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή.»[2] Προχωρώ στο άρθρο 29 του Κεφ. 262 το οποίο, υπό τον πλαγιότιτλο «κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο» προβλέπει τα ακόλουθα: «29.-
(1)Νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, με τους πιο κάτω όρους, δηλαδή- (α) Ότι έγινε κάτοχος αυτής προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουμένως δεν τιμήθηκε, αν τέτοια ήταν η περίπτωση~ (β) ότι αυτός έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή.» Στην παρούσα υπόθεση από τα ευρήματα προκύπτει ότι η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 2, ήταν συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, οπισθογραφήθηκε από τον αρχικό δικαιούχο αυτής Εναγόμενο 1, ο οποίος την παρέδωσε στην Ενάγουσα η οποία κατέστη κομιστής αυτής. Προκύπτει επίσης ότι η Ενάγουσα κατέστη «κομιστής κατά τον προσήκοντα τρόπο» ή «νομιμοποιημένος κομιστής» της επίδικης επιταγής, αφού παρέλαβε αυτή χωρίς ενδείξεις ή στοιχεία που να υπονοούν κακή πίστη από μέρους της, για αξία - ήτοι προς εξόφληση οφειλής που προέκυπτε από γραμμάτιο - και χωρίς η Ενάγουσα να έχει ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του Εναγόμενου 1 επί αυτής. Να σημειώσω παρενθετικά ότι το τι συνιστά ικανή «αξία» για σκοπούς του άρθρου 29 του Κεφ. 262 καθορίζεται σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 262, που προβλέπει τα ακόλουθα: «27.-
(1)Αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται- (α) Από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση~ (β) από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Το χρέος αυτό ή υποχρέωση θεωρείται αντιπαροχή που έχει αξία είτε η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει είτε σε μελλοντικό χρόνο.
(2)Όταν δόθηκε κατά οποιοδήποτε χρόνο αξία για τη συναλλαγματική ο κάτοχος θεωρείται ως κάτοχος για αξία σε σχέση με τον αποδέκτη και όλα τα μέρη της συναλλαγματικής που έγιναν μέρη πριν από το χρόνο αυτό.» Όπως προανέφερα, η επίδικη επιταγή είχε δοθεί έναντι της οφειλής που δημιουργήθηκε από γραμμάτιο και, βεβαίως, εμπίπτει στην έννοια του «χρέους» ή της «υποχρέωσης» της παραγράφου 27
(1)του Κεφ. 262. Κατ' εφαρμογή της παραγράφου 27
(2)του Κεφ. 262, η Ενάγουσα θεωρείται ότι είναι κάτοχος για αξία σε σχέση και με την Εναγόμενη 4, που ήταν ο εκδότης. Επί αυτού, σχετική είναι η ακόλουθη ανάλυση του Εφετείου στην υπόθεση Damalona Limited v Αχιλλέας Φεραίου Εισαγωγές - Εξαγωγές Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1082: «Το Άρθρο 27 γενικώς καθορίζει την έννοια της αξίας και τον κάτοχο για αξία. («value and holder for value»). Ουσιαστικά προσδιορίζει την έννοια της αντιπαροχής για την παροχή σε οποιοδήποτε χρόνο αξίας σε συναλλαγματική, οπότε και ο κάτοχος της θεωρείται ως «κάτοχος για αξία» σε σχέση με τον αποδέκτη («acceptor»), καθώς και για όλα τα μέρη («parties»), που είχαν καταστεί μέρη πριν τον χρόνο αυτό. Η κατοχή της συναλλαγματικής για αξία υπό το φως του εδαφίου
(2), δεν αποκλείει όμως ο κάτοχος να είχε γνώση περί δόλου, παρανομίας ή άλλου μειονεκτήματος που επηρεάζει τον τίτλο του. (Δέστε Byles on Bills of Exchange and Cheques, 28η έκδ. σελ. 226, παρ. 18-014). Σε σχέση δε με πλέον απομακρυσμένα μέρη στη συναλλαγή (όχι δηλαδή μεταξύ των αμέσως ενδιαφερομένων -εκδότη («drawer») και κομιστή - («payee»), προς τον οποίο θα πληρωθεί η επιταγή, ή συναλλαγματική, χρειάζεται διπλή αντιπαροχή. Αυτή που ο εναγόμενος πήρε για την υποχρέωση που ανέλαβε και εκείνη που ο ενάγων έδωσε για τον τίτλο του. (Byles -παρ. 18-016).» Από την πιο πάνω ανάλυση διαφαίνεται ότι στην παρούσα υπόθεση, που αφορά οπισθογράφηση της επιταγής, «χρειάζεται διπλή αντιπαροχή. Αυτή που ο εναγόμενος πήρε για την υποχρέωση που ανέλαβε και εκείνη που ο ενάγων έδωσε για τον τίτλο του», όπως το έθεσε το Εφετείο στο πιο πάνω απόσπασμα. Δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης είναι ότι η επίδικη επιταγή είχε δοθεί άνευ νόμιμου ανταλλάγματος. Αντιλαμβάνομαι ότι η Εναγόμενη 4 αναφερόταν σε αντάλλαγμα μεταξύ της ίδιας και της Ενάγουσας. Συνιστά και εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 4 δεν είχαν καμία μεταξύ τους συναλλαγή. Όμως αυτό το οποίο έπρεπε να στοιχειοθετηθεί ήταν ότι δεν υπήρχε κανένα νόμιμο αντάλλαγμα κατά την έκδοση της επιταγής από την Εναγόμενη 4 υπέρ του Εναγόμενου 1. Χωρίς να παραβλέπω ότι στην Υπεράσπιση δεν περιλαμβάνεται κανένας ισχυρισμός γεγονότων που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο, πρέπει να σημειώσω ότι τέτοια θέση δεν έχει υποστηριχθεί από αξιόπιστη μαρτυρία ενώ ούτε έχει τεθεί ρητά στους μάρτυρες της Ενάγουσας. Επισημαίνω ότι το άρθρο 30 του Κεφ. 262 δημιουργεί τεκμήριο αξίας και καλής πίστης υπέρ του κατόχου επιταγής. Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι: «30.-
(1)Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.
(2)Κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο~ αλλά αν σε αγωγή για συναλλαγματική γίνεται δεκτό ή αποδεικνύεται ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται, εκτός αν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι, εν συνεχεία του ισχυριζόμενου δόλου ή της παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική.» Επανερχόμενη στην παρούσα υπόθεση, στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 4 δεν δικογραφεί ότι συντρέχουν οποιεσδήποτε από τις περιστάσεις που καθορίζει το άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262 ώστε να μπορεί ισχυρίζεται ότι έχει ανατραπεί το τεκμήριο αξίας και καλής πίστης. Δεν δικογραφείται δόλος από μέρους της Ενάγουσας, του Εναγόμενου 1 ή άλλου προσώπου, δεν δικογραφείται εξαναγκασμός, βία ή φόβος, ούτε και παρανομία. Πέραν της έλλειψης δικογράφησης, δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία αξιόπιστη και ικανή από την πλευρά της υπεράσπισης που να στοιχειοθετεί οποιανδήποτε από τις περιστάσεις αυτές. Υπενθυμίζω ότι το βάρος θα ήταν στους ώμους της Εναγόμενης 4 να αποδείξει τέτοιες περιστάσεις, ώστε να ανατρέψει το τεκμήριο[3]. Κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας και στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος της Εναγόμενης 4 στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 4 δεν είχαν καμία μεταξύ τους συναλλαγή. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει την Εναγόμενη 4 από την υποχρέωση πληρωμής της επιταγής. Όπως επισημάνθηκε στην Ηλίας Τσιακλίδης ν Σταύρου Σιανού
(2008)1 Α.Α.Δ. 296, από τη στιγμή που δόθηκε αξία στην επιταγή και αυτή περιήλθε νόμιμα στην κατοχή της Ενάγουσας, η οποία ενεργούσε καλόπιστα, τότε η Ενάγουσα έχει καταστεί κάτοχος της επιταγής για αξία στη βάση του άρθρου 27 του Κεφ.
- Αυτό της δίνει τα δικαιώματα που παρέχει το άρθρο 38 του Κεφ. 262, σε κάτοχο για αξία συναλλαγματικής. Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών είναι και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του κατόχου, εναντίον του εκδότη, για ανάκτηση του ποσού της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει, με αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία, στον απαιτούμενο βαθμό, τη βάση αγωγής της. Η ΜΕ2, με τη μαρτυρία της, περιόρισε κατά €6.050 το ποσό που η Ενάγουσα αξίωνε με την αγωγή. Μετά τον περιορισμό αυτό, η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το υπόλοιπο ποσό των €66.
- Η Ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή τόκο προς 9% επί του πιο πάνω ποσού. Η πληρωμή τόκου προς 9% αφορούσε υποχρέωση των Εναγομένων 1, 2 και 3 και προέκυπτε από το γραμμάτιο που είχε υπογράψει ο Εναγόμενος 1, με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και
- Η υποχρέωση αυτή δεν επεκτείνεται και στην Εναγόμενη 4 αφού η βάση αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 4 εδράζεται στο Κεφ.
- Συνεπώς, δεν μπορεί να αποδοθεί το αξιούμενο επιτόκιο του 9%. Με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, η Ενάγουσα περιόρισε την αξίωση της σε σχέση με τον τόκο στο 4.9% που - σύμφωνα με τους μάρτυρες αυτούς - συνιστά το χρεωστικό επιτόκιο που η Ενάγουσα αναγκάστηκε να πληρώνει σε τρεχούμενο λογαριασμό της εξαιτίας της μη πληρωμής της επιταγής. Για τους λόγους που εξήγησα θεώρησα ότι το χρεωστικό επιτόκιο του λογαριασμού ήταν 5,005%, όπως το κατέθεσε ο ΜΕ
- Σε κάθε περίπτωση, η αξίωση για επαυξημένο επιτόκιο, συνιστά ειδική ζημιά την οποία η Ενάγουσα όφειλε να δικογραφήσει με λεπτομέρεια και να αποδείξει με αυστηρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση τέτοια δικογράφηση δεν υπήρξε. Ταυτόχρονα, από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7, φαίνεται ότι διενεργούνταν διάφορες πληρωμές από τον ίδιο λογαριασμό ενώ τα ταμειακά αποθέματα μιας εταιρείας επηρεάζονται από αριθμό αστάθμητων παραγόντων. Ο δε λογαριασμός της Ενάγουσας παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο τόσο πριν όσο και μετά την επιστροφή της επίδικης επιταγής. Κρίνω ότι τα ευρήματα δεν θα μπορούν να οδηγήσουν με ασφάλεια σε συμπέρασμα ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας οφειλόταν μόνο στην μη πληρωμή της επίδικης επιταγής, ώστε να μπορώ να απομονώσω συγκεκριμένο ποσό το οποίο να επιστρέψω, ως αποζημίωση για ειδική ζημιά, στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα όμως δικαιούται σε νόμιμο τόκο επί του ποσού της απόφασης. Συγκεφαλαιώνοντας, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 4 για ποσό €66.950, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 για τους οποίους έχει ήδη εκδοθεί απόφαση, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 29.12.
- Αναφορικά με τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 4, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009, C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Σχετική η Vassos Charalambides Ltd v Πάμπος Ψαρά
(2000)1 Α.Α.Δ. 849 [3] Σχετική η Robust Trading Co Ltd v Γεώργιου Λεωνίδα
(1996)1 Α.Α.Δ. 304 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο