Alpha Bank Cyprus Ltd ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ. Αίτησης - Έφεσης 177/2016, 18/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A26 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης - Έφεσης 177/2016 Επί τοις αφορώσι του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139 (Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd Αιτήτρια I Εφεσείουσα και
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
- CYPROPERTIES CONSTRUCTIONS LIMITED (ΑΕ.76526), δια του διαχειριστή / παραλήπτη της XXXXX Κίμωνος
- XXXXX Μαρκίδης Καθ'ών η Αίτηση / Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κ.Ν.Καλλένος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ου η αίτηση αρ.1: κα Μαριάννα Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα Για Καθ΄ου η αίτηση αρ.2: Καμία εμφάνιση Για Καθ΄ου η αίτηση αρ.3: κα Καραβιώτου για Στ.Αμερικάνο και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια ζητά με την παρούσα Αίτηση: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ.13.12.2015 η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ. 16.3.2016 και που επισυνάπτεται με την παρούσα ως Παράρτημα Β. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις / απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 13.12.2015 και 16.3.2016 (Παράρτημα Α και Παράρτημα Β). Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας». Εγείρει στην ίδια την Αίτηση, τους ακόλουθους λόγους έφεσης: «(α) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε νομική πλάνη με αποτέλεσμα να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα η Αιτήτρια/Εφεσείουσα και/ή να κινδυνεύει να παραμείνει ανεξασφάλιστη εξ'αποφάσεως πιστωτής σε σχέση με τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, το προϊόν των οποίων έχει ήδη εισπραχθεί από τους Καθ'ών η Αίτηση
- (β) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας. (γ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αδικαιολόγητη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή παράνομη καθότι δεν προσφέρεται εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια και/ή παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 23 του Συντάγματος. (δ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αδικαιολόγητη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή παράνομη καθότι παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 26 του Συντάγματος. (ε) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 441Η - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με τα άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος, και την Αρχή Διάκρισης των Εξουσιών, και εν πάση περιπτώσει, άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. (στ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά τους Καθ'ών η αίτηση 2 να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς την Αιτήτρια, και παραβιάζουν τις πρόνοιες των εγγράφων Υποθήκης που υπογράφτηκαν μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ'ών η Αίτηση
- (ζ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη καθότι δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά που του παρέχεται από το Νόμο 9/
- (η) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου παραβιάζει και/ή έρχεται σε αντίθεση και/ή άμεση παρακοή με την Απόφαση/Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 20.11.2003.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στην συνημμένη ένορκο δήλωση του XXXXX Άδωνη ημερ. 14.04.2016 στην οποία λέγει μεταξύ άλλων και τα εξής: Είναι λειτουργός στην Διεύθυνση Καθυστερήσεων της Αιτήτριας / Εφεσείουσας και έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Κατά ή περί την 31.12.1997 ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας η Υποθήκη με αριθμό Υ11099/1997 από την καθ ής η αίτηση 2 εταιρεία προς όφελος της Αιτήτριας. Η Υποθήκη αυτή ενεγράφη αρχικά στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής D 5943, ένα χωράφι 593 τετραγωνικά μέτρα, φύλλο σχέδιο 21-XXXX-D5251 (υποθηκευμένο το όλο) ιδιοκτησίας της καθ ης η αίτηση
- Μεταγενέστερα - και κατόπιν έκδοσης ξεχωριστών τίτλων εγγραφής - η Υποθήκη αυτή μεταφέρθηκε όπως είναι η πρακτική του Κτηματολογίου στο ακίνητο με αριθμό εγγρ.0/9XX5, φύλλο/σχέδιο 21/5XX2 τεμ.5XX4, ήτοι στο επίδικο ακίνητο. Η υποθήκη αυτή εξασφάλιζε και εξακολουθεί να εξασφαλίζει μέχρι σήμερα, υποχρεώσεις της εταιρείας / καθ' ης η αίτηση 2 προς την Αιτήτρια. Η καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία οφείλει στην Αιτήτρια ποσόν ύψους €2.532.688,96 πλέον τόκους από 1.4.2016 δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων που της έχουν παραχωρηθεί από την Αιτήτρια. Στις 20.11.2003 εξεδόθη εκ συμφώνου δικαστική απόφαση εναντίον της καθης η αίτηση 2 για ποσόν ύψους ΛΚ 791.471,00 πλέον τόκους. Η καθης η αίτηση 2 ευρίσκεται υπό διαχείριση από την 17.2.
- Περί την 14.12.2015 η Αιτήτρια παρέλαβε επιστολή ημερ.13.12.2015 από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας, τον «ΤΥΠΟ ΙΕ» επιστολή, με την οποία την πληροφορούσαν ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου προτίθετο να προχωρήσει με την μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/9XX5 που βαρύνεται με την υποθήκη Υ.11099 /1997 και τα μεμο με αριθμούς ΕΒ 235/2009- ΕΒ346/2009 - ΕΒ588/09 στο όνομα του αγοραστή - καθ' ου η αίτηση 3, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου με αρ.ΠΩΕ304/02 και κατ' επέκταση με την εξάλειψη των πιο πάνω εμπράγματων βαρών. Εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στην μεταβίβαση αυτή και/ή αίτηση για μεταφορά της Υποθήκης και των εμπράγματων βαρών, σε άλλην ακίνητη ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας, θα έπρεπε να το κάμει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής ημερ. 14.12.
- Η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση την 11.1.2016 και το Κτηματολόγιο απάντησε στην Αιτήτρια με επιστολή του ημερ. 16.3.2016 - την οποία η Αιτήτρια παρέλαβε στις 23/3/2016 - απορρίπτοντας την ένσταση της και ειδοποίησε αυτήν ότι εκτός εάν προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου θα προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου υπ αρ. 0/9205 στο όνομα του καθου η αίτηση
- Ο καθού η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση 1 απέστειλε επιστολή ημερ.8.2.2016 προς την Αιτήτρια, την οποία όμως ουδέποτε παρέλαβαν τότε. Όταν παρέλαβε η Αιτήτρια την επιστολή ημερ. 16/03/2016 επικοινώνησε η συνάδελφος του XXXXX Γεωργίου μαζί με την αρμόδιο υπάλληλο του Κτηματολογίου και ρώτησε για την επιστολή του ημερ.8.2.2016 που κάνει αναφορά μέσα στην επιστολή του ημερ. 16.3.2016 και ζήτησε όπως τους την αποστείλουν με φαξ. Στις 28.3.2016 το Κτηματολόγιο απέστειλε με φαξ επιστολή του ημερ.8.2.2016 στην Αιτήτρια. Σε πρόσφατη εκτίμηση του γραφείου CP PAVLIDES Chartered Surveyors, φαίνεται ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου (με τιμές του 2016) ανέρχεται στο ποσόν των ΕUR118.
- Η αρχική ονομασία της καθ'ης η αίτηση εταιρείας ήταν T.COSTAPPIS DEVELOPERS LIMITED, μετέπειτα μετονομάστηκε σε CYPROPERTIES LIMITED, και αργότερα σε CYPROPERTIES CONSTRUCTIONS LIMITED. Διαχειριστής / παραλήπτης για την εταιρεία / καθης η αίτηση 2, έχει διοριστεί ο XXXXX Κίμωνος, την 17.2.2015, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας Δ.Ε Λτδ, ημερ.23.7.2001 και 30.7.
- Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και η προτιθέμενη μεταβίβαση αντιβαίνει και καταστρατηγεί τις πρόνοιες της Σύμβασης Υποθήκης, και παρεμποδίζει την εκτέλεση αυτής. Επομένως πλήττονται ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και δικαιώματα της Αιτήτριας, τα οποία είχε κατοχυρώσει με την συμφωνία Υποθήκης Υ11099/
- Εάν ολοκληρωθεί η επικείμενη μεταβίβαση του ακινήτου 0/9205 στο όνομα του καθου η αίτηση 3 - ελευθέρα εμπράγματου βάρους και ακυρωθεί η Υποθήκη Υ11099/1997, καθώς και τα memo, η αξία της υποθηκευμένης προς όφελος της Αιτήτριας περιουσίας μειώνεται κατά ένα μεγάλο ποσό και αυξάνεται ταυτοχρόνως το ποσό του «ανοίγματος» / ελλείμματος που ήδη υπάρχει σχετικά με τις υποχρεώσεις της εταιρείας / καθ'ης η αίτηση προς την Αιτήτρια. Η καθ' ης η αίτηση 2 δεν έχει οποιαδήποτε άλλην περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος, για να μπορούν να μεταφερθούν τα εμπράγματα βάρη της Αιτήτριας. Όπως φαίνεται από τις χρονολογίες η Υποθήκη Υ.11099/1997 προηγείται του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ 304/2002 το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο μετά την σύμβαση Υποθήκης. Εάν η επικείμενη μεταβίβαση προχωρήσει, η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον οι υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση 2 θα παραμείνουν ανεξασφάλιστες για το ποσό της αξίας του επίδικου διαμερίσματος. Ουδεμία αποζημίωση δίδεται γι αυτήν την απώλεια της Αιτήτριας. Επίσης, εάν προχωρήσει η επικείμενη μεταβίβαση η Αιτήτρια θα απωλέσει το συνταγματικό της δικαίωμα βάσει του Άρθρου 23, του ελέγχου και της απόλαυσης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία από το 1997 μέχρι σήμερα είναι υποθηκευμένη προς όφελος της, εις αντάλλαγμα πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη / καθού η αίτηση
- Εκτός των πιο πάνω, παραβιάζεται επίσης το συνταγματικό δικαίωμα της Αιτήτριας του συμβαλλεσθαι ελευθέρως (Άρθρο 26). Η Αιτήτρια με την καθ'ης η αίτηση 2 υπέγραψαν σύμβαση υποθήκευσης το
- Με την σκοπούμενη μεταβίβαση εμποδίζεται η εκτέλεση της σύμβασης αυτής, και παραβιάζονται ουσιώδεις όροι αυτής της συμφωνίας, η οποία υπεγράφη ελευθέρα βουλήσει και με κάποιο αντάλλαγμα. Η επικείμενη μεταβίβαση καταστρατηγεί τους όρους της σύμβασης Υποθήκης τους οποίους οι ενυπόθηκοι οφειλέτες συμφώνησαν να τηρήσουν. Εάν προχωρήσει η μεταβίβαση, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες / καθης η αίτηση 2, αποποιούνται των υποχρεώσεων τους δυνάμει της σύμβασης υποθήκης και εξαλείφονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας χωρίς λόγο και αιτία και χωρίς να υπάρχει κάποιου είδους εκμετάλλευση από πρόσωπο που έχει ιδιάζουσα οικονομική ισχύ (όπως ορίζει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας). Το ίδιο ισχύει και για την εκ συμφώνου δικαστική απόφαση. Η διαδικασία αυτή των Άρθρων 44ΙΗ - ΚΖ δεν λαμβάνει υπόψην ούτε την σειρά προτεραιότητας εγγραφής των εμπράγματων βαρών, ούτε τις διατάξεις των Άρθρων 24-31 και ειδικότερα του Άρθρου 31
(2), ούτε και το Άρθρο 23 και 26 του Συντάγματος. Η ειδοποίηση ΤΥΠΟΣ ΙΕ και η προτιθέμενη διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στο όνομα του καθ'ου η αίτηση 3 είναι άκυρη ως νομικά αβάσιμη καθότι η ειδοποίηση έχει αποσταλεί βάσει αντισυνταγματικού Νόμου, ο οποίος προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημία στα συμφέροντα της Αιτήτριας, και παραβιάζει τα περιουσιακά και συμβατικά της δικαιώματά. Ο Καθ΄ου η Αίτηση αρ.1 καταχώρισε ένσταση στην ειδοποίηση της οποίας κατέγραψε αριθμό λόγω ένστασης μεταξύ των οποίων και τους εξής: «
- Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα.
- Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή ο τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση εκτίθενται στην συνημμένη ένορκη δήλωση της xxxx Μαππή η οποία λέγει μεταξύ άλλων και τα εξής: Εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ως Βοηθός Κτηματολογικός Λειτουργός. Γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής κατόπιν μελέτης των σχετικών φακέλων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ο καθ' ου η Αίτηση/εφεσίβλητος 3, XXXXX Μαρκίδης, (στο εφεξής αναφερόμενος ως «ο αγοραστής»), υπέβαλε στις 08.09.2015 την αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΕΑ23/2015 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ζητώντας να εγγραφεί στο όνομά του το διαμέρισμα επί του τεμαχίου 5XX4, τμήμα 4, Φύλλου/Σχεδίου 21/5XX2 και αριθμό εγγραφής 0/9XX5, στο Δήμο Έγκωμης (στο εφεξής αναφερόμενο ως «το επίδικο ακίνητο»), δυνάμει σύμβασης πώλησης με αριθμό ΠΩΕ304/2002 ( στο εφεξής αναφερόμενο το « πωλητήριο έγγραφο») , σύμφωνα με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, αρ. 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 139(Ι)/2015 (περί εγκλωβισμένων αγοραστών). Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 27.02.
- Η σύμβαση, η οποία αφορούσε το επίδικο ακίνητο, συνομολογήθηκε στις 28.12.2002 μεταξύ της CYPROPERTIES LIMITED, το οποίο είναι το προηγούμενο όνομα της καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητης 2, CYPROPERTIES CONSTRUCTIONS LIMITED (στο εφεξής αναφερόμενη ως «η πωλήτρια εταιρεία») και του αγοραστή. Με την αίτησή του προσκόμισε τις πρωτότυπες αποδείξεις πληρωμής του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου. Ο αγοραστής προσκόμισε βεβαίωση καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, δημοτικής φορολογίας του Δήμου Έγκωμης καθώς και του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας. Αφού εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο όλα τα σχετικά στοιχεία, κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγραφεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα του αγοραστή. Στις 03.12.2015 στάληκε με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο ειδοποίηση (τύπος ΙΕ) προς την αιτούσα/ εφεσείουσα, για υποβολή ένστασης στην μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση για μεταφοράς των υποθηκών Υ11099/97, ΕΒ588/09, ΕΒ346/09, ΕΒ235/
- Η υποθήκη με αριθμό Υ11099/1997 που ενεγράφη την 31.12.1997 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας από την πωλήτρια εταιρεία προς όφελος της αιτούσας/εφεσείουσας συνάφθηκε για την εξασφάλιση του ποσού των ΛΚ 900.000 πλέον τόκους. Το πωλητήριο έγγραφο είναι εμπράγματο βάρος επί του επίδικου ακινήτου. Τα memo ΕΒ346/09 και ΕΒ235/09 έχουν καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο μετά την καταχώριση του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου. Το πωλητήριο έγγραφο προηγείται σε σειρά σε σχέση με τα εν λόγω memo. Δηλαδή σε περίπτωση εκποίησης του ακινήτου θα εξασφαλιζόταν πρώτα το πωλητήριο έγγραφο, σε σχέση πάντα με τις αναφερόμενες υποθήκες. Η υποθήκη ενεγράφη αρχικά στο τεμάχιο με αριθμό
- Στη συνέχεια το εν λόγω τεμάχιο διαχωρίστηκε στις 92 εγγραφές με αριθμούς 7285-
- Ανάμεσα σε εκείνες, η 7XX0 εγγραφή, η οποία είναι το σημερινό τεμάχιο 5XX4, επίσης διαχωρίστηκε και μετά από την έκδοση ξεχωριστών τίτλων εγγραφής, αποτελείται πλέον από έξι
(6)ξεχωριστές εγγραφές , οι οποίες προέκυψαν με το φάκελο ΑΧ535/
- Έτσι και η υποθήκη Υ11099/1997 μεταφέρθηκε αυτόματα και επιβαρύνει πλέον και τις 6 αυτές εγγραφές, ξεχωριστά. Με βάση τη Γενική Εκτίμηση που πραγματοποίησε το Κτηματολόγιο το 2013, η αξία της κάθε εγγραφής που αποτελεί το τεμάχιο 5934 παρατίθεται ξεχωριστά πιο κάτω: Α/Α Αριθμός Εγγραφής Αξία Γενικής Εκτίμησης 2013 2013 1 0/9XX2 €167.900 2 0/9XX3 €136.200 3 0/9XX4 €105.100 4 0/9XX5 €131.00 5 0/9XX6 €131.100 6 0/9XX7 €135.600 Οι πρόνοιες του Νόμου λέγει η ενόρκως δηλούσα και συγκεκριμένα τα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ, είναι σύμφωνα με το σύνταγμα. Το πρόβλημα στην παρούσα υπόθεση ανέκυψε όταν το Κτηματολόγιο Λευκωσίας με επιστολή του ημερομηνίας 31/12/2015 προς την Αιτήτρια, την πληροφορούσε ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λευκωσίας προτίθετο να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/9205 που βαρύνεται με την Υποθήκη Υ11099/1997 και τα Memo με αριθμούς ΕΒ235/2009 και ΕΒ346/2009 και ΕΒ588/09 στο όνομα του αγοραστή - Καθ΄ ου η Αίτηση 3, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου με αρ. ΠΩΕ 304/02 και κατ΄ επέκταση με την εξάλειψη των πιο πάνω εμπράγματων βαρών. Εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στην μεταβίβαση αυτή και/ή αίτηση για μεταφορά της Υποθήκης και των εμπράγματων βαρών, σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 εταιρείας, έπρεπε να το κάμει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής ημερομηνίας 14/12/
- Η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση με επιστολή της προς το Κτηματολόγιο Λευκωσίας την 11.01.2016, στη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αγοραστή/Καθ΄ ου η Αίτηση 3 για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν. Το Κτηματολόγιο Λευκωσίας με επιστολή του ημερομηνίας 16.03.2016 απέρριψε την ένσταση της και ειδοποίησε αυτήν ότι εκτός εάν προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, ο Διευθυντής θα προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του Καθ΄ ου η Αίτηση
- Η πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή βασίστηκε πάνω στο άρθρο 44ΚΒ του Νόμου 139
(1)/2015 το οποίο προνοεί για την ειδοποίηση πρόθεσης μεταβίβασης. Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. «44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.» Όπως φαίνεται μέσα από την Αίτηση, τους λόγους αίτησης/έφεσης και την αγόρευση των δικηγόρων της Αιτήτριας, το κύριο ζήτημα που απασχολεί είναι εκείνο της συνταγματικότητας των επίδικων διατάξεων. Όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια με την αγόρευση των δικηγόρων της οι διατάξεις των ΄Αρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/65 είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και συνεπακόλουθα, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Καθ΄ ου η Αίτηση 1, οι οποίες στηρίχτηκαν στη βάση αντισυνταγματικού Νόμου είναι άκυρες και/ή αντισυνταγματικές και/ή άνευ νομικής ισχύος. Στην απόφαση Αρ. Αίτησης - ΄Εφεσης 115/16, Alpha Bank Cyprus Ltd v. 1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.ά. 2/10/2017 η Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. αποφάσισε τα εξής όσον αφορά τη συνταγματικότητα των επίδικων άρθρων του Νόμου 9/65, το οποίο απόσπασμα και υιοθετώ: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως σε περιπτώσεις όπου αμφισβητείται η συνταγματικότητα ενός Νόμου, αυτή θα εξετασθεί σε συνάρτηση με τις συνταγματικές διατάξεις και όχι σε συνάρτηση με άλλες νομοθετικές διατάξεις. Το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο Νόμο της Κυπριακής έννομης τάξης και οιαδήποτε θέματα ασυμβατότητας με αυτό θα πρέπει να εξετάζονται ως ο επίδικος Νόμος να παραβιάζει τις διατάξεις αυτού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας παραπέμπει στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Συνεπώς κρίνεται πως το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το θέμα συνταγματικότητας του συνόλου των διατάξεων, οι οποίες φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και στις οποίες γίνεται άμεσα παραπομπή και αναφορά τους στην αίτηση. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως (Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία μεταγενέστερα, συνοψίζονται στις ακόλουθες:
- Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
- Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
- Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
- Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62 και Δημήτρης Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7. Συναφής με τα ανωτέρω η απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R.,
- To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Και μετά τις επεξηγήσεις του Γενικού Εισαγγελέα παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι για τους οποίους η σχετική πρόνοια του σχεδίου υπηρεσίας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 3 και 189 του Συντάγματος.» Έχω μελετήσει και ακούσει με προσοχή τους ευπαίδευτους συνηγόρους, η βοήθεια των οποίων ήταν σημαντική. Στα κυριότερα σημεία της επιχειρηματολογίας τους αναφορά επιχειρείται κατωτέρω. Ασυμβατότητα των επίδικων άρθρων με το Άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο προνοεί: «
- Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
- Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
- Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
- Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσείουσας παραπέμπει στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. [.] Η έννοια της περιουσίας με βάση την νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Όλοι οι συνήγοροι αποδέχονται την ανωτέρω αρχή η οποία επιβεβαιώθηκε και από τη νομολογία. Στην αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.217, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, λέχθηκε: «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με το άρθρο 3 του Νόμου όταν οι προϋποθέσεις πληρούνται, επιβάλλεται συμψηφισμός του ποσού της χορήγησης, με την ονομαστική αξία των αξιογράφων ή μετοχών (του δανειολήπτη), αφαιρουμένης της τρέχουσας αξίας των μετοχών, κατά την ημερομηνία αναδιάρθρωσης. Επίσης περιορίζεται, κατά τρόπον ανεπίτρεπτο, το ποσό που το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να διεκδικήσει, έτσι ώστε το μέγιστον ποσό διεκδίκησης να είναι η οφειλή σύμφωνα με την αρχικά συναφθείσα σύμβαση για παροχή χορήγησης εκ μέρους του Πιστωτικού Ιδρύματος, με συμβατικό τόκο και τόκο υπερημερίας ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζεται ακόμα και ο συμβατικός τόκος και ο τόκος υπερημερίας, επί των καθυστερημένων δόσεων αλλά και άλλα έξοδα τα οποία επιβλήθηκαν από την 29.3.13 και μετά, τα οποία δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στη διεκδίκηση του Πιστωτικού Ιδρύματος εναντίον του δανειολήπτη. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζονται δικαιώματα περιουσιακής φύσης και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, υπό την έννοια που επεξηγήθηκε ανωτέρω, κατά τρόπον ανεπίτρεπτον από το Άρθρο 23 του Συντάγματος.» Αποτελεί τη θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας πως οι διατάξεις του επίδικου Νόμου αποτελούν στέρηση της ιδιοκτησίας της, η οποία μόνο με αναγκαστική απαλλοτρίωση μπορεί να επέλθει. Σε τέτοια δε περίπτωση, απαιτείται να δοθεί δίκαια και εύλογη αποζημίωση, η οποία στην κρινόμενη περίπτωση δεν προσφέρεται. Ο συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση 1 αναφέρει πως στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα στέρησης ιδιοκτησίας. ότι σύμφωνα με τη νομολογία, περιοριστικοί όροι στη χρήση ιδιοκτησίας, οι οποίοι αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, δεν συνιστούν στέρηση, αλλά περιορισμό, ο οποίος απολήγει σε στέρηση μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή (Δημητριάδη κ.α. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 85, 102). Εισηγείται δε πως το γεγονός ότι ο Νόμος δίδει το δικαίωμα στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα να μεταφέρει την υποθήκη σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της πωλήτριας εταιρείας (Καθ΄ ης η αίτηση 2) δημιουργεί κατ΄ αρχήν την εικόνα ότι δεν τίθεται καν ζήτημα επέμβασης στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα της Εφεσείουσας που πηγάζει από την υποθήκη. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τις θέσεις και εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Καθ΄ ων η αίτηση. Η απόφαση του Διευθυντή, βασιζόμενη στις πρόνοιες του Νόμου, να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι των αγοραστών (Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4) το ακίνητο ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους, τι άλλο παρά ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης συνιστά και συνεπώς στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας. Μια απόφαση που λαμβάνεται χωρίς τη συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή και χωρίς καταβολή σ΄ αυτόν δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης ως προνοεί η συνταγματική διάταξη. Το δικαίωμα ή η επιλογή μεταφοράς σε άλλο ακίνητο του πωλητή (Καθ΄ ης η αίτηση 2), παρουσιάζεται μη ικανοποιητική αποζημίωση ή ανταπόδοση. Στην κρινόμενη περίπτωση, είναι αποδεκτό, πως τα υπόλοιπα ακίνητα της Καθ΄ ης η αίτηση ήσαν βεβαρημένα με άλλα εμπράγματα βάρη. Ο Διευθυντής δεν αποδέχτηκε τη μεταφορά της υποθήκης σε ακίνητα εγγυητών, διότι έπρεπε η υποθήκη να μεταφερθεί σε ακίνητα της Καθ΄ ης η αίτηση 2, εφόσον διέθετε και άλλη ακίνητη ιδιοκτησία. Χωρίς να καθορίζεται είτε η αξία, είτε η σειρά της υποθήκης, είτε η δυνατότητα αποζημίωσης της στέρησης αυτής. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης Βρυώνη, η Καθ΄ ης η αίτηση 2 εταιρεία οφείλει στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα ποσό ύψους €45.056.838, πλέον τόκους, δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων που της έχουν παραχωρηθεί από την Αιτήτρια (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Η αξία του συνόλου των εξασφαλίσεων που παρεχώρησε η Καθ΄ ης η αίτηση είναι ύψους €35.319.950 (καταναγκαστική αξία) και ήδη υπάρχει έλλειμμα ύψους €9.736.888 (παρ. 8 ένορκης δήλωσης Βρυώνη). Οι Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 αγόρασαν το ακίνητο στην τιμή των Λ.Κ.147.071,72 (€251.266,96) ενώ η καταναγκαστική αξία του ακινήτου σύμφωνα με την εκτίμηση του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου καθορίσθηκε στις €222.300. Παρατηρούνται τα εξής: Η σύμβαση υποθήκης Υ385/2006 συνομολογήθηκε για εξασφάλιση ποσού ύψους Λ.Κ.450.000, πλέον τόκους. Οι αγοραστές έχουν εξοφλήσει το τίμημα προς την Καθ΄ ης η αίτηση 2. Όχι προς την Αιτήτρια. Η οποιαδήποτε μεταφορά υποθήκης σε αγνώστου αξίας ακίνητα της Καθ΄ ης η αίτηση 2 βεβαρημένα με άλλα εμπράγματα βάρη, χωρίς καθορισμό της σειράς εμπράγματου βάρους που θα λαμβάνει η υποθήκη, μόνο στέρηση ή/και απόλυτο περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να επιφέρει. Τέτοια στέρηση μπορεί να γίνει μόνο με τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης όπως επιτάσσει το σύνταγμα και έχει ερμηνευθεί νομολογιακά (Simonis and another v. Improvement Board of Latsia
(1964)3 C.L.R. 109, Blueware Projects Ltd of Limassol and others v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2522). Καταγράφεται σχετικά στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, αφού αναφέρεται σε σχετική νομολογία: «Σχετικά με την ερμηνεία του όρου δίκαια και εύλογη αποζημίωση το Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Yiannis Anastasi Moti v. The Republic
(1968)1 CLR 102 την ερμηνεία που δόθηκε στον όρο αυτό σε αμερικάνικες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία δίκαιη αποζημίωση σημαίνει το πλήρες και τέλειο ισότιμο σε χρήμα της περιουσίας που απαλλοτριώνεται, ενώ εύλογη σημαίνει ότι πρέπει να είναι επαρκής κατά τρόπο αντίστοιχο ως προς τα κρατούντα στο ελληνικό δίκαιο [.] Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» σημαίνει στην πράξη την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα.» Τέτοια δε στέρηση ιδιοκτησίας, μόνο με τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μπορεί να επιτευχθεί. Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί στις πιο κάτω αποφάσεις, είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στην απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδης κ.α. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α. (ανωτέρω) (Καναρά Ρεβέκκα Χρ. v. Χρυσούλλας Αντώνη Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801). Επί του ιδίου θέματος, παρατηρεί στο σύγγραμμα του ο Α. Λοϊζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας πως: «Αν οι περιορισμοί οι οποίοι επιβάλλονται, εξουδετερώνουν ουσιαστικά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, η πράξη ακυρώνεται για κατάχρηση εξουσίας.» Τονίζεται δε πως με τη μεταφορά της υποθήκης επί άλλου ακινήτου εάν αυτό επιτυγχανόταν, τούτο θα γινόταν με ακύρωση και εξάλειψη της συγκεκριμένης υποθήκης επί του συγκεκριμένου ακινήτου χωρίς την προηγηθείσα διαδικασία απαλλοτρίωσης και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Θεωρώ ορθά τα όσα υπογραμμίζονται με την αγόρευση της συνηγόρου της Αιτήτριας και μεταφέρονται αυτούσια: «Αυτό που ουσιαστικά επιτυγχάνεται με τις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965 είναι η αποστέρηση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της Αιτήτριας το οποίο απορρέει από την Σύμβαση Υποθήκης Υ.268/2006. Η εν λόγω αποστέρηση επιτυγχάνεται με την ακύρωση/εξάλειψη της εν λόγω Υποθήκης χωρίς μάλιστα να δίδεται οιανδήποτε «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση η οποία να αντιστοιχεί στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από την εν λόγω Υποθήκη.» Γίνεται επίκληση εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση της αιτιολογικής έκθεσης η οποία οδήγησε στη ψήφιση και εισαγωγή των επίδικων διατάξεων (Τεκμήριο ΣΤ στην ένορκη δήλωση Ζίγκα). Αναφέρει η έκθεση πως: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή/και εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπράγματου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό την μεταβίβαση του επ΄ ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.» Με την ένορκη δήλωση της κας Φ. Αγαθαγγέλου (παρ. 22) συγκεκριμενοποιείται ο αριθμός των αγοραστών αυτών στα 70.000 άτομα. Όμως: Ουδείς Νόμος θεωρείται συνταγματικός, όταν ψηφίζεται για προστασία ορισμένης μερίδας ανθρώπων. Δεν προσδιορίζεται είτε στη συγκεκριμένη έκθεση είτε στο Νόμο, το δημόσιο συμφέρον ή η ανάγκη που οδήγησε στην εισαγωγή των διατάξεων αυτών. Στην Δ. Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, επισημάνθηκε πως: «Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentary on the Constitution of India, 4th edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTO
(1983)2 C.L.R. 72, 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον γενικά.» Λέχθηκε στην απόφαση Μαρία Κουτσελίνη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Υποθέσεις αρ. 740/11 κ.α., ημερ. 7.10.2014, με επίκληση της Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων αρ. 2
(2000)3 Α.Α.Δ. 238: Τα δικαιώματα, που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, προσιδιάζουν στο άτομο και έχουν ως επίμετρο τη φύση του ανθρώπου. Φορέας των δικαιωμάτων, που κατοχυρώνει το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, είναι το άτομο. . . . . . . . . . . Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου μπορεί να περιοριστούν με τον τρόπο που επιτρέπει και μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα. Περιορισμός μπορεί να τεθεί και η επέμβαση να επιτραπεί με νόμο, εφόσον αυτά κρίνονται αναγκαία και στο βαθμό που η ανάγκη τα επιβάλλει - (βλ. μεταξύ άλλων Police and Theodhorou Nikola Hondrou and another, 3 R.S.C.C. 82 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής (Αρ.2)
(1992)3 Α.Α.Δ. 165). Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D.J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-255. Όμοια, κατ΄ ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ΄ αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Δέστε επίσης και Πιτσιλλίδης (ανωτέρω). Κρίνεται συνεπώς πως οι σχετικές διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Άρθρο 26 Συντάγματος Το άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Το δικαίωμα τούτο, έχει νομολογηθεί, πως πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, κατ΄ αρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δύναται να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα (Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων Αναφορά αρ. 1/14 και 4/14, ημερ. 31.10.2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.2017). Στην τελευταία απόφαση λέχθηκε πως: «Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» Είναι η θέση του συνηγόρου του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ότι: «Δεν προκύπτει καμία επέμβαση στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. Η επίδικη σύμβαση υποθήκης ουσιαστικά δεν καταργείται με την απόφαση του Διευθυντή, αφού θα παραμείνει εγγεγραμμένη και θα συνεχίσει να επιβαρύνει τις άλλες δυο εγγραφές που προέκυψαν μετά από το διαχωρισμό του αρχικού ακινήτου που επιβάρυνε η υποθήκη, ακόμη και αν προχωρήσει ο Διευθυντής στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα των αγοραστών. Άρα, η σύμβαση υποθήκης θα παραμείνει σε ισχύ και θα συνεχίσει να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, εξασφαλίζοντας, παράλληλα, τα δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας.» Επικαλέσθηκε μεταξύ άλλων την απόφαση Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36, όπου τονίστηκε πως το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Ανάλογη άποψη και θέση προωθείται από τη συνήγορο των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 η οποία υποδεικνύει περαιτέρω πως η Αιτήτρια γενικά και αόριστα επικαλείται ζημιά χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιαδήποτε τέτοια απώλεια. Αντίθετη η άποψη του συνηγόρου της Αιτήτριας ο οποίος υποδεικνύει (με αναφορά σε νομολογία και συγγράμματα) πως οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965, στη βάση των οποίων λήφθηκε η απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 και συνεπακόλουθα την εξάλειψη και/ή ακύρωση της Υποθήκης Υ268/2006, οι οποίες ενεγράφησαν επί του επίδικου ακινήτου προς όφελος της Αιτήτριας, είναι επίσης ασύμφωνες και αντίθετες προς τις διατάξεις του Άρθρου 26 του Συντάγματος που εξασφαλίζει και προστατεύει το συνταγματικό δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως: «Τυχόν ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/1965 θα ήταν ενδεχομένως επιτρεπτή ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν θα μπορούσε να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τις επίδικες διατάξεις του υπό κρίση Νόμου. Επιπρόσθετα, αποτελεί θέση πως η εκ των υστέρων εξάλειψη της υφιστάμενης Υποθήκης, χωρίς τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ως όρος ή περιορισμός που θα μπορούσε να τεθεί γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Θεωρούμε πως οι υπό κρίση διατάξεις του Νόμου 9/1965 δεν θα μπορούσαν να διασωθούν στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων καθότι δεν υφίστανται τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που να εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση.» Στην υπόθεση Lextalionis Investments Ltd κ.α. v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1833, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 26.1 του Συντάγματος: «Υπενθυμίζουμε ότι το προστατευόμενο δικαίωμα από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος.» Κρίνεται πως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή πλήττεται άμεσα και κατάφωρα με τις επίδικες πρόνοιες.» Με την απόφαση του Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1 διαγράφονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας, ενυπόθηκου δανειστή, χωρίς την ικανοποίηση της οφειλής και χωρίς τη συναίνεσή του. Οι επίδικες διατάξεις εκθεμελιώνουν τη σύμβαση υποθήκης μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ΄ ης η Αίτηση 2. Ο Νομοθέτης δεν έχει το δικαίωμα επέμβασης, κατάργησης και επηρεασμού σε ήδη υπάρχουσες συμβάσεις, προϋπάρχουσες της θέσπισης του Νόμου. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι αντισυνταγματικές και κρίνονται ως τέτοιες. Η Αίτηση πετυχαίνει. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παραγράφοι Α, Β, Γ και Δ της Αίτησης. Δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην ακολουθηθεί ο κανόνας ως προς τα έξοδα. Επιδικάζονται €850 έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση. (Υπ.) ............. Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο