← Κύπρος

ΟΙ ΒΡΑΚΑΕΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. D. FOOD LINE SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1064/2016, 8/1/2019

ΟΙ ΒΡΑΚΑΕΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. D. FOOD LINE SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1064/2016, 8/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1064/2016 Μεταξύ:

  1. ΟΙ ΒΡΑΚΑΕΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λευκωσίας
  2. XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, εκ Λευκωσίας
  3. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντες και
  4. D. FOOD LINE SERVICES LIMITED, εκ Λευκωσίας
  5. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ, εκ Λευκωσίας
  6. ΚΤΗΜΑ Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 16.02.2017 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 08.01.2019 Εμφανίσεις: Για αιτητές: κα Μ. Πανταζή για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ων η αίτηση: κ. Θ. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο καταχωρήθηκε στις 29.02.2016, οι ενάγοντες εκθέτουν με τις ανάλογες λεπτομέρειες την αιτία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής τους σε βάρος των εναγομένων, αξιώνοντας καταληκτικά από τους τελευταίους: «Α. Απόφαση για ποσό €18.240 ως εύλογες και/ή νόμιμες αποζημιώσεις και/ή ως ενοίκια και/ή ενδιάμεσα κέρδη και/ή άλλως για τις ζημίες και/ή απώλειες που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες την περίοδο Νοεμβρίου 2015 έως και Φεβρουάριου
  7. Β. Απόφαση και/ή διάταγμα εναντίον Εναγομένων όπως καταβάλλουν το ποσόν των €5060 μηνιαίως ως ενδιάμεσα κέρδη και/ή αποζημιώσεις και/ή ενοίκια και/ή ως απώλειες εύλογων ενοικίων και/ή εσόδων και/ή για αποκατάσταση των Εναγόντων και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως από τον Μάρτιο 2016 μέχρι εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης της κατοχής και χρήσης του επίδικου υποστατικού. Γ. Απόφαση και/ή διάταγμα εναντίον Εναγομένων όπως καταβάλλουν το ποσόν των €506 μηνιαίως ως ενδιάμεσα κέρδη και/ή αποζημιώσεις και/ή ενοίκια και/ή ως απώλειες εύλογων ενοικίων και/ή εσόδων και/ή για αποκατάσταση των Εναγόντων και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως από τον Νοέμβριο 2015 μέχρι παράδοσης της κατοχής του Ακινήτου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για παράδοση και/ή ανάκτηση της κατοχής και/ή έξωση των Εναγομένων και/ή με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι και/ή οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος και/ή υπηρέτης τους να εκκενώσουν και να παραδώσουν στους Ενάγοντες ελεύθερη την κατοχή και χρήση του Ακινήτου που βρίσκεται επί της οδού XXXXX 46, XXXXX στο XXXXX, στην Λευκωσία. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους και/ή σε οποιονδήποτε αντιπρόσωπο και/ή υπηρέτη τους, η είσοδος και/ή η κατοχή και/ή η λειτουργία και/ή οποιανδήποτε άλλη επέμβαση στο Ακίνητο που βρίσκεται επί της XXXXX 46, XXXXX στο XXXXX, στην Λευκωσία. ΣΤ. Απόφαση για το ποσό των €160.000 (εκατόν εξήντα χιλιάδων ευρώ) ως εύλογες και/ή νόμιμες και/ή μελλοντικές αποζημιώσεις και/ή ως πόσο για την αποκατάσταση των Εναγόντων και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως, ποσό που θα καταβληθεί από τους Ενάγοντες για την επαναφορά της άριστης κατάστασης του Ακινήτου και την αποκατάσταση των προαναφερομένων αυθαιρέτων και/ή παράνομων πράξεων και/ή παραλείψεων των Εναγομένων. Ζ. Γενικές και/ή εύλογες και/ή μελλοντικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις συνεπεία της παράνομης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Εναγομένων στο Ακίνητο, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησης. Η. Νόμιμο τόκο. Θ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο θα θεωρούσε δίκαιη και/ή εύλογη και/ή σκόπιμη. I. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α». Στις 22.03.2016, καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους των εναγομένων στη διαδικασία, ενώ στις 06.05.2016, η πλευρά των τελευταίων προχώρησε στην καταχώρηση υπεράσπισης και ανταπαίτησης σε βάρος των εναγόντων. Παρεμβάλλεται ότι στις 23.09.2016, οι εναγόμενοι εξασφάλισαν ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην ενάγουσα αρ.3, ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, όπως αποξενώσει και/ή διαθέσει και/ή υποθηκεύσει και/ή μεταβιβάσει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο επιβαρύνει τούτο μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Το ως άνω διάταγμα εξακολουθεί μέχρι σήμερα να βρίσκεται σε ισχύ. Με την υπό συζήτηση αίτηση τους, η οποία καταχωρίστηκε στις 16.02.2017, οι ενάγοντες επιζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης σε βάρος των εναγομένων ως ειδικότερα αξιώνεται στην παράγραφο 23Δ του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματός τους. Ειδικότερα, αξιώνουν: «Διάταγμα του Δικαστηρίου για παράδοση και/ή ανάκτηση της κατοχής και/ή έξωση των Εναγομένων και/ή με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι και/ή οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος και/ή υπηρέτης τους να εκκενώσουν και να παραδώσουν στους Ενάγοντες ελεύθερη την κατοχή και χρήση του Ακινήτου που βρίσκεται επί της οδού XXXXX 46, XXXXX στο XXXXX, στην Λευκωσία.». Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18, θ.θ.1, 2, 4 και 9 (α), Δ.48, θ.θ.1 - 4, 9, στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Το υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων προς υποστύλωση του αιτήματος τίθεται με την ένορκη δήλωση του XXXXX Στυλιανού, (ενάγοντα αρ.2) που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, ημερ. 16.02.2017, ως επίσης με συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου, ημερ. 13.11.
  8. Ο ως άνω ομνύων, σύζυγος της ενάγουσας αρ. 3 και εκ των διευθυντών και μετόχων της ενάγουσας αρ.1, στο πλαίσιο της ως άνω δήλωσής του, αφού υποδεικνύει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, με δεδομένο ότι ο ίδιος προσωπικά τα χειρίστηκε, αφού αναφέρεται με λεπτομέρεια στη συμβατική σχέση ενοικίασης του ως άνω διεκδικούμενου ακινήτου της εναγομένης αρ.3 προς την εναγομένη εταιρεία αρ.1 στους όρους και την εξέλιξή της, ως επίσης στα προβλήματα που ανεφύησαν συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγομένων, υποδεικνύει ότι οι εναγόμενοι, στις 03.11.2015, τερμάτισαν με επιστολή τους την ως άνω συμφωνία ενοικίασης του ακινήτου ημερ. 17.11.2010, ενημερώνοντας παράλληλα τους ενάγοντες ότι μοναδικός ενοικιαστής του ακινήτου, υπό την ιδιότητα του θέσμιου ενοικιαστή, θα παραμείνει η εναγομένη αρ.
  9. Οι ενάγοντες, μέσω των δικηγόρων τους απέρριψαν την πιο πάνω θέση, προκρίνοντας μεταξύ άλλων ότι η εναγόμενη αρ. 3 δεν μπορεί να καταστεί θέσμιος ενοικιαστής αφού το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εκτός των καθορισμένων εκ του ενοικιοστασίου νόμου ελεγχόμενων περιοχών. Παράλληλα, ενημέρωσαν τους εναγόμενους ότι υπόκεινται σε έξωση, οφείλοντας να αποζημιώσουν πλήρως τους ενάγοντες και να παραδώσουν την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Ενώ η εναγόμενη αρ.3 συνεχίζει να κατέχει το επίδικο ακίνητο παραλείπει και αρνείται να καταβάλλει οποιοδήποτε ενοίκιο από τον Ιανουάριο του
  10. Οι εναγόμενοι, υποδεικνύει ο ομνύων, μέσω της υπεράσπισης και ανταπαίτησης που στο μεταξύ καταχώρησαν στις 06.05.2016, ειδικά όσον αφορά την απαίτηση των εναγόντων για ανάκτηση της κατοχής του επίδικου ακινήτου, όπως αυτή αξιώνεται στην παράγραφο 23Δ της έκθεσης απαίτησης, δεν προβάλλουν καμία υπεράσπιση, υποδεικνύοντας ότι μετά τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης στερούνται οποιουδήποτε δικαιώματος κατοχής του επίδικου ακινήτου. Υποστηρίζει ότι είναι σημαντικό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση ανάκτησης του ακινήτου ως η παράγραφος 23Δ της έκθεσης απαίτησης, ώστε οι ενάγοντες να μπορέσουν να συμμορφωθούν με όρους που επιβλήθηκαν από την πολεοδομική αρχή κατά τρόπο που να μην χαθεί η άδεια του επίδικου ακινήτου να λειτουργεί ως εστιατόριο. Η εναγόμενη αρ.3, καταλήγει ο ομνύων, η οποία είναι η κάτοχος του επίδικου ακινήτου, καμία απολύτως υπεράσπιση δεν έχει στην απαίτηση ως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 23Δ του οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωσή, ημερομηνίας 23.11.2017, ο ως άνω ομνύων έθεσε υπόψη του δικαστηρίου τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, στον οποίο καταγράφεται ότι το υποστατικό ανήκει στην ενάγουσα αρ.3 και σύζυγό του, ενώ παράλληλα παρουσιάζει αποτέλεσμα ηλεκτρονικής έρευνας στο φάκελο της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών, όπου καταδεικνύεται πως ο μοναδικός διευθυντής της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας είναι ο ίδιος και γραμματέας της η ενάγουσα αρ.
  11. Οι εναγόμενοι αντέδρασαν στην ως άνω αίτηση, καταχωρώντας ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Σε αυτήν, πέραν από τη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται καταγράφουν και τους λόγους επί των οποίων αυτή εδράζεται. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προτάσσεται από την πλευρά τους: «(α) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για έκδοση συνοπτικής αποφάσεως. (β) Η παρούσα Αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches), ως εκ τούτου οι Αιτητές κωλύονται (estopped) από το να αποζητούν θεραπεία βάσει αιτήσεως για συνοπτική αίτηση. (γ) Συνοπτική Απόφαση δεν μπορεί να εκδοθεί για μέρος της Απαιτήσεως. δ) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν φέρουν καμία ευθύνη έναντι των ενοικίων και δεν είναι κάτοχοι του επίδικοι υποστατικού. (ε) Οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι είναι ιδιοκτήτες του ακινήτου του οποίου ζητείται η παράδοση κατοχής. στ) Οι Εναγόμενοι έχουν πολύ καλή Υπεράσπιση ως και Ανταπαίτηση. (ζ) Η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει η Διάταξη 18 Θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας». Ο εναγόμενος αρ.2, (XXXXX Ιωάννου) με την ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 12.05.2017, η οποία συνοδεύει την ένσταση, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Αφού αναφέρεται στο ιστορικό της συνεργασίας των διαδίκων σε σχέση με την ενοικίαση του επίδικου ακινήτου το οποίο προηγουμένως λειτουργούσε η ενάγουσα αρ.1 ως χώρο δεξιώσεων με την επωνυμία «Οι Βρακάες του Γιώργου Στυλιανού», προβάλλει τη θέση ότι το ως άνω υποστατικό δεν ανήκει σε οποιοδήποτε από τους ενάγοντες και/ή ούτε είναι νόμιμοι δικαιούχοι κατοχής και/ή εκμετάλλευσης του οι τελευταίοι. Παραπέμποντας στα διάφορα προβλήματα που ανέκυψαν στην εκμετάλλευση του ως άνω ακινήτου, αποτέλεσμα ως υποστηρίζει του γεγονότος πως παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των εναγόντων προς τούτο, το ως άνω υποστατικό δεν διέθετε τις απαραίτητες άδειες για διεξαγωγή δεξιώσεων, εξηγά στη συνέχεια γιατί οι ενάγοντες ανταπαιτούν την επιστροφή όλων των ενοικίων που έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα και την αξία των επενδύσεων στις οποίες έχουν προβεί στον επίδικο χώρο, ενόψει του γεγονότος ότι αναγκάστηκαν να τερματίσουν τις εργασίες τους λόγω του πιο πάνω γεγονότος. Η υπό συζήτηση αίτηση, υποδεικνύει ο ομνύων, δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική διαταγή των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, αφού οι εναγόμενοι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης όπως και βάσιμη ανταπαίτηση για σημαντικά ποσά. Οι ενάγοντες, σημειώνει, δεν αρνούνται τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιάσεως. Ωστόσο, προκρίνει ότι η ενοικίαση του επίδικου υποστατικού συνεχίστηκε στη συνέχεια, «κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων από την εναγομένη 3». Παρουσιάζει προς τούτο δέσμη αποδείξεων πληρωμής, ημερομηνίας 07.07.2016, 17.07.2016 και 18.07.2016 όπου αναγράφεται ως πληρωτής η εμπορική επωνυμία «Κτήμα Ελαιόκηποι» που ανήκει στην εναγομένη αρ. 3 εταιρεία. Παραπέμποντας σε σχετική πληροφόρηση που έλαβε από τους συνηγόρους του, υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση για μέρος της απαίτησης του ενάγοντα, υποστηρίζοντας καταληκτικά ότι οι ενάγοντες έχουν επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, η οποία ισοδυναμεί με κατάχρηση της διαδικασίας. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, σημειώνει, θα ήταν καταστροφικό για τον ίδιο και την εναγόμενη αρ.3 εταιρεία, καθ' ην έκταση έστω και χωρίς τις απαραίτητες άδειες, η τελευταία συνεχίζει να λειτουργεί το ακίνητο έχοντας «κλείσει» διάφορες εκδηλώσεις μέχρι και το τέλος του
  12. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου τις εκατέρωθεν θέσεις τους, αναπτύσσοντάς τις για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο, με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πάγιες και καλά καθιερωμένες είναι οι αρχές στη βάση των οποίων το δικαστήριο αποφασίζει σε σχέση με αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Θέλοντας συνειδητά να αποφύγω τον κίνδυνο άσκοπης φλυαρίας εκ μέρους μου, αισθάνομαι ότι δεν είναι αναγκαίο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να τις επαναλάβω, προχωρώντας σε λεπτομερή ανάλυσή τους. Σε κάθε περίπτωση πάντως, θα πρέπει να εντοπιστεί ότι αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και επομένως η εξουσία του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται πολύ προσεκτικά, με φειδώ και όπου κατά τρόπο εμφανή τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Όπου η πλευρά του εναγομένου προβάλλει αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικαστεί ή όπου ικανοποιείται το δικαστήριο ότι υπάρχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που μπορεί να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν στον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση τη δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε θα πρέπει να δίδεται αυτό το δικαίωμα στον εναγόμενο. Άλλωστε, στην περίπτωση που αποκαλύπτονται γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα προβολής της υπεράσπισης στα πλαίσια δίκης κατ' αντιμωλίαν, ακόμα και αν φαίνεται ότι δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον εναγόμενο να καταδείξει την ύπαρξη δικάσιμου ζητήματος, ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει ότι τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στο πλαίσιο της παρούσας, επιβάλλεται κατά την αντίληψή μου η συζήτηση, κατά προτεραιότητα, του ζητήματος της κατάχρησης της διαδικασίας όπως αυτό προβλήθηκε από τους δικηγόρους των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση. Ως έχει ήδη σημειωθεί, προκρίνεται από την πλευρά των τελευταίων ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι αιτητές αποφάσισαν να προωθήσουν την υπό συζήτηση αίτηση μετά που οι καθ' ων η αίτηση εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα μη αποξένωσης του επίδικου ακινήτου σε βάρος των εναγόντων - αιτητών, αποτελούν στοιχεία που αναδεικνύουν την καταχρηστική συμπεριφορά των τελευταίων. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 A.A.Δ. 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ομοίως, ο λόρδος Diplock, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, σε σχέση με τις διάφορες μορφές που μπορεί να λάβει η κατάχρηση της διαδικασίας και τη συνακόλουθη εξουσία του δικαστηρίου ανάλογα να παρεμβαίνει, υπέδειξε στη σελ 729 του τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, ότι: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Έχοντας υπόψη τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, η ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, δεν θέτει χρονικά πλαίσια εντός των οποίων θα πρέπει να υποβληθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση, μετά την καταχώρηση εκ μέρους των εναγομένων σημειώματος εμφάνισης. Ούτε η διασύνδεση του υπό συζήτηση δικονομικού διαβήματος με το προηγηθέν προσωρινό διάταγμα που εξεδόθη στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, φαίνεται να δικαιολογεί την ως άνω κατάληξη. Το ένα άλλωστε δεν αναιρεί το άλλο. Η εκδηλωθείσα δικονομικώς συμπεριφορά των αιτητών μέσω της προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης, ως αναγνωρίζεται από τους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, δεν βλέπω πως θα επέτρεπαν την κατάταξή της στην έννοια και τα όρια της κατάχρησης. Σπεύδω να σημειώσω πως το γεγονός ότι έχει ήδη καταχωρηθεί υπεράσπιση και ανταπαίτηση εκ μέρους των εναγομένων, τούτο, από μόνο του, δεν εμποδίζει την πλευρά των εναγόντων - αιτητών να προχωρήσουν δυνάμει της Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. (βλ. Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) 1958, σελ.260). Η ανταπαίτηση εξάλλου των εναγομένων, ως αυτή οριοθετείται από τους τελευταίους με τις δικογραφημένες τους θέσεις, δεν φαίνεται να διασυνδέεται ή να διαπλέκεται με οποιονδήποτε τρόπο με την αιτούμενη συνοπτικώς απόφαση επί μέρους των απαιτήσεων των εναγόντων. Όπως διαπιστώνεται από την ίδια τη Δ.18 και επανειλημμένα έχει επιβεβαιωθεί μέσω της νομολογίας, θα πρέπει, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και να εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, να πληρούνται τρεις προκαταρκτικές προϋποθέσεις. Στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, ο σεβαστός Δικαστής κ. Καλλής τις παραθέτει με τον πιο κάτω τρόπο. "Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ.6 της Δ.2,
(2)καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο,
(3)η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή". Εφόσον δηλαδή ο ενάγων-αιτητής ικανοποιήσει τις Δικονομικές προϋποθέσεις της Δ.18, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του εναγομένου-καθ' ου η αίτηση για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα και λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκή για να δώσουν στην πλευρά του το δικαίωμα υπεράσπισης. Δεν είναι ασφαλώς αναγκαίο να καταδειχτεί με βεβαιότητα η επιτυχία μιας προτεινόμενης υπεράσπισης. Η κατάδειξη μιας καλής πιθανότητας επιτυχίας της, είναι αρκετή. (Βλ. The Digest, Τόμος 37
(3), σελ. 29-42, Roberts ν Plant
(1895)1 QB 597, 603, Spyros Stavrinides ν Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance v Theodorides
(1983)1 CLR 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν Χ"Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνα
(1999)1(B) 817, Μεττή ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 417, Ανδρονίκου κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημ. Εταιρ. Λτδ
(2007)1(B) 977, Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 818, Κυριάκου ν Αναστασίου,
(2013)Α (Α) Α.Α.Δ. 148 και SENSUS GYMNASIUM LTD κ.ά ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, 2013 1 (Β) Α.Α.Δ.
  1. Επανερχόμενος στα ουσιαστικά μέρη της υπό συζήτηση περίπτωσης, από το φάκελο της διαδικασίας αβίαστα προκύπτει ότι οι δυο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται. Το κλητήριο ένταλμα στην υπό συζήτηση αγωγή είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 θ.6, ενώ οι εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 22.03.
  2. Όσον αφορά την τρίτη προαναφερόμενη προϋπόθεση και την καταλληλότητα του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση να ορκιστεί, θα πρέπει εξ' αρχής να σημειωθεί ότι η νομολογία των δικαστηρίων μας αποκαλύπτει τον θεμελιακό χαρακτήρα της προϋπόθεσης αυτής, η οποία άπτεται κατ' ουσίαν της ίδιας της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση, όπου ανατρέπεται η συνήθης πορεία των πραγμάτων κατά την οποία το δικαστήριο ακούει τους διαδίκους σε πλήρη ακροαματική διαδικασία πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, η επιτυχία της ένορκης δήλωσης κατά τρόπο που αυτή να συμμορφώνεται απόλυτα με τις προϋποθέσεις της Δ.18 θα πρέπει να θεωρείται εκ τον ων ουκ άνευ. Η Δ.18, επιτάσσει όπως η επαλήθευση της απαίτησης γίνει από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Θα πρέπει πάντως να τονιστεί ότι ο σχετικός διαδικαστικός κανονισμός δεν κάνει αναφορά σε «προσωπική γνώση», αλλά για «θετική γνώση», γεγονός που παρέχει έτσι τη δυνατότητα να ορκιστεί για τα πιο πάνω θέματα και άτομο το οποίο σε κάθε περίπτωση έχει θετική γνώση για τα επίδικα ζητήματα (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου (ανωτέρω) και Παύλου ν Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1051). Στη βάση των αναφορών του XXXXX Στυλιανού, (εναγόμενου αρ. 2) του οποίου η ένορκη δήλωση συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, προσώπου που με την άδεια του δικαστηρίου προχώρησε και στην καταχώρηση σχετικής συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι φανερό κατά την αντίληψή μου ότι ο τελευταίος είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά εκ μέρους των εναγόντων. Τούτο, όχι ασφαλώς επειδή ο ίδιος το δηλώνει και το διακηρύσσει. Κάτι τέτοιο άλλωστε, από μόνο του, δεν φαίνεται να είναι αρκετό. Με δεδομένη την εξέλιξη και τη διαπλοκή των γεγονότων στην υπό συζήτηση περίπτωση ως τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, τις σχέσεις και την προσωπική εμπλοκή του XXXXX Στυλιανού σε αυτά, τον προσωπικό χειρισμό από την πλευρά του διαφόρων ζητημάτων που άπτονται και περιβάλλουν την εξέλιξη των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, συνολικά θεωρούμενων, επιτρέπουν κατά την αντίληψη μου την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την έννοια που αποδίδεται στον όρο σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής. Μετά τη διαπίστωση ότι η ένορκη δήλωση της πλευράς των εναγόντων - αιτητών είναι επαρκής, κατά τρόπο που να ικανοποιούνται όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται με την Δ.18, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα κατά πόσον, με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, εγείρεται καλόπιστη υπεράσπιση από την πλευρά των εναγομένων, αφού, με την πλήρωση των προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1, το σχετικό βάρος μετατίθεται στους ώμους τους. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η εξουσία η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο με βάση τη Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ λόγω της ιδιαίτερης «φύσης της διαδικασίας». Εναγόμενος που μέσω των γεγονότων τα οποία τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου δημιουργεί την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πρέπει να λαμβάνει την άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση του, έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. (Βλ. Jacobs ν Booths Distillery Co
(1901)85 L.T.R. 262, Knapp- Fisher v Chrish
(1936)3 All E.R. 500 και N.V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1912). Η ένσταση, θα πρέπει ουσιαστικά να περιέχει λεπτομέρειες των θέσεων του καθ' ου, (condescend upon particulars) αφού η παράθεση γενικών και αόριστων ισχυρισμών χωρίς να τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου το σχετικό υπόβαθρο των γεγονότων που θα του επέτρεπε να τους συνεκτιμήσει, καθιστά το δικαστήριο ανίκανο να τους εξετάσει, ενώ παράλληλα προσκρούει στο λεκτικό της Δ.18, θ.1(α) όπου προβλέπεται ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομέρειες της θέσης του εναγομένου. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v Abdul Aziz Tlais, (ανωτέρω) στην ένορκη δήλωση της ένστασης πρέπει να δίνονται: «.. αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του)». Την ίδια υποχρέωση του εναγομένου να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή εν πάση περιπτώσει να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί, υπογραμμίζει και η απόφαση στην υπόθεση Hermes Insurance Co Ltd v Theodorides (ανωτέρω). Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα και η απλή δήλωση του εναγομένου ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν επαρκεί. Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση John Wallingford ν The Directors of the Mutual Society (1979-80) A.C. 685 στη σελ. 704, η οποία υιοθετήθηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας. Αναφέρεται χαρακτηριστικά για το ζήτημα στην πιο πάνω υπόθεση: "I thing that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough, you must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so". Έχοντας κατά νου τις ως άνω καλά καθιερωμένες αρχές σε σχέση με την αναγκαιότητα παρουσίασης λεπτομερειών που να καταδεικνύουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης από την πλευρά του εναγομένου και γενικότερα το βάρος που θα πρέπει να αποσείσει η πλευρά του τελευταίου από τους ώμους της, θέτοντας ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία ικανά να επιτρέψουν στο τελευταίο να διαβλέψει την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί πως στη συγκεκριμένη περίπτωση η πλευρά των καθ' ων η αίτηση έχει αποσείσει το όποιο βάρος εναποτίθεται στους ώμους της. Εξηγούμαι: Είναι γεγονός ότι δεν αμφισβητείται από την πλευρά των εναγομένων ο τερματισμός της συμφωνίας ενοικίασης, ημερομηνίας 17.11.
  1. Αντίθετα, η πλευρά τους προκρίνει τούτο. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εκεί. Προτάσσεται από την πλευρά των εναγομένων ότι στη βάση προφορικής συμφωνίας που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων, η ενοικίαση του επίδικου ακινήτου εξακολουθεί να υφίσταται, με ενοικιαστή πλέον την εναγομένη αρ.3 εταιρεία. Παράλληλα, η επικαλούμενη από την πλευρά των εναγομένων νέα ενοικίαση, δεν παρέμεινε γενικός και αόριστος ισχυρισμός από την πλευρά τους. Προς ενίσχυση και επίρρωση της ως άνω προβαλλόμενης θέσης τους, έθεσαν υπόψη του δικαστηρίου αριθμό αποδείξεων πληρωμής ενοικίων, οι οποίες παρουσιάζονται να έχουν εκδοθεί από την ενάγουσα αρ.1 εταιρεία, σε χρόνο μεταγενέστερο του ως άνω προβαλλόμενου τερματισμού της ενοικίασης ημερ. 17.11.
  2. Οι ως άνω αποδείξεις πληρωμής, στο σύνολό τους φέρουν ως πληρωτή την εμπορική επωνυμία «Κτήμα Ελαιόκηποι» η οποία, ως τέθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί ανήκει στην εναγομένη αρ.3 εταιρεία. Δεν παραβλέπω την εξήγηση που επιχειρήθηκε να δοθεί κατά το στάδιο της αγόρευσης από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγόντων - αιτητών για τις συγκεκριμένες αποδείξεις πληρωμής. Ωστόσο, πέραν της ορθής επισήμανσης του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, ότι δεν μπορεί να προσφερθεί επί του ζητήματος μαρτυρία μέσω της αγόρευσης ενός συνηγόρου, είναι φανερό ότι τα πιο πάνω αποτελούν ικανές λεπτομέρειες και στοιχεία που αποκαλύπτουν, εκ πρώτης όψεως πάντα, ζήτημα προς συζήτηση που απαντά στη συγκεκριμένη απαίτηση των εναγόντων, δίδοντας έτσι το δικαίωμα στους εναγομένους να προβάλουν και επί της συγκεκριμένης απαίτησης την υπεράσπισή τους. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω είναι φανερό κατά την αντίληψή μου ότι οι προβαλλόμενες υπερασπίσεις για το ειδικότερο ζήτημα της απαίτησης των εναγόντων όπως αυτή οριοθετείται στην παράγραφο 23Δ του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης ή μη συνοπτικής απόφασης, επιβάλλουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος των εναγομένων και την παραχώρηση σε αυτούς του δικαιώματος να προβάλουν και επί της συγκεκριμένης αξίωσης την υπεράσπιση τους, στα πλαίσια δίκης κατ' αντιμωλίαν. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αναπόδραστα η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη. Με δεδομένο ότι έχει ήδη καταχωρηθεί η υπεράσπιση και ανταπαίτηση της πλευράς των εναγομένων στη διαδικασία, να ακολουθηθούν κατά τα λοιπά οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών για την προώθηση της αγωγής. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, σύμφωνα με τον οποίο αυτά συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλέπε Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30 σελ. 421, παρ. 791-796), τα έξοδα της αίτησης θα επιβαρυνθεί η πλευρά των εναγόντων -αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν δε στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.