← Κύπρος

Hellenic Bank Public Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α.

Hellenic Bank Public Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Αρ. Αιτ. 455/16, 23/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Eνώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αιτ. 455/16 Επί τοις αφορώσι του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, μέχρι ( Αρ.10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139 (I)/ 2015), Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, Άρθρο 80 Hellenic Bank Public Ltd, από Λευκωσία Αιτήτρια/Εφεσείουσα και

  1. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, από Λευκωσία
  2. Scanner Unithome Suites Ltd, υπό εκκαθάριση δια του xxxxxx Ιακωβίδη, εκκαθαριστή, Λευκωσία
  3. xxxxx Φοινικαρίδη, Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση/ Εφεσίβλητων ------------------- 23 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1: κα Μ. Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2: Καμία εμφάνιση Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 3: κ. Τ. Μιχαηλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ως άνω Αιτήτρια με την παρούσα Αίτηση αξιώνει ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο η απόφαση και/ή διαταγή και/ή γνωστοποίηση του- Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσία, στην αίτηση ΑΕΑ\763/2015 Του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση του ημερομηνίας 19/10/2016, τεκμήριο 1 να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η διαταγή και/ή γνωστοποίηση και/ή απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 19/10/2016 στην αίτηση με αριθμό ΑΕΑ 763/2015 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, τεκμήριο 1, με την οποία ειδοποιεί για την μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του ΧΧΧΧ Φοινικαρίδη, δυνάμει σύμβασης ενώ το ακίνητο βαρύνεται από Υποθήκη προς όφελος και/ή εξασφάλιση της Εφεσείουσας-Αιτήτριας.» Η Έφεση/Αίτηση βασίζεται κυρίως στα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015)και στα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι λόγοι της παρούσας ΄Εφεσης/Αίτησης στους οποίους αυτή στηρίζεται είναι οι ακόλουθοι: «
  4. Ο Διευθυντής προέβη στην προσβαλλομένη Απόφαση στη βάση διατάξεων νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές όπως εξηγείται πιο κάτω.
  5. Η προσβαλλόμενη Απόφαση στη βάση των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015)(στο εξής «ο Νόμος») παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το ΄Αρθρο 25

(1)του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, εφόσον: (α) παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα όπως αυτή θεωρεί σωστό μέσα στα πλαίσια του νόμου, και με σκοπό την κερδοφορία­ (β) καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την Αιτήτρια ποσών σύμφωνα με την Υποθήκη και/ή τη Σύμβαση Δανείου (όπως αυτές καθορίζονται στην επισυναπτόμενη Ένορκη Δήλωση) και/ή παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα στερώντας το δικαίωμα της Αιτήτριας στην εξασφάλιση της επίδικης υποθήκης και/ή υποχρεώνοντας την Αιτήτρια να δεχθεί εξασφάλιση ή υποθήκη διαφορετική ή σε διαφορετικό ακίνητο από εκείνο που η ίδια έκρινε ότι μπορούσε να δοθεί ως εξασφάλιση σε σχέση με συμβατικές υποχρεώσεις του οφειλέτη υπό εκκαθάριση εταιρείας Scanner Unithome Suites Limited, ακόμα και αν αυτό είναι ενάντια στα συμφέροντα της Αιτήτριας. (γ) ο Νόμος παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το ΄Αρθρο 25
(2)του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος αυτού. 3. Η προσβαλλόμενη Απόφαση συνιστά παραβίαση των άρθρων 23
(1), 23
(2)και 23
(4)του Συντάγματος καθώς: (α) επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σ' αυτή οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση (β) περιορίζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι του εγγυητή - ενυπόθηκου οφειλέτη-και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το Άρθρο 23· (γ) παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, χωρίς οποιονδήποτε λόγο που με βάση το Άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό.
  1. Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι παράνομη αφού προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/
  2. Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι αντισυνταγματική αφού παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος: (α) παρεμβαίνοντας στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με τον ενυπόθηκο οφειλέτη . (β) παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της ενυπόθηκης οφειλέτιδας εταιρείας Scanner Unithome Suites Ltd να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης (γ) εκ των υστέρων τροποποιώντας και/ή καταργώντας συμβάσεις (την Υποθήκη και την Σύμβαση Δανείου) κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων (δ) κατεδαφίζοντας τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. (ε) οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων.
  3. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ενώ ο Διευθυντής τελούσε σε πλάνη, αναφορικά με τα γεγονότα.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα Έφεση/Αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη στη Αίτηση Ένορκη Δήλωση του XXXXX Κωνσταντίνου. Λέγει ο ενόρκως δηλών ότι: Είναι υπάλληλος στην υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της αιτήτριας, γνωρίζει όλα τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση γεγονότα. Περί την 5.10.2016 παρελήφθη από το Τμήμα Λειτουργικής Υποστήριξης και Άλλων Εργασιών της Αιτήτριας, ειδοποίηση του Καθ' ου η Αίτηση - Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας (στο εξής ο «Διευθυντής») ημερ. 30.9.2016, με αριθμό ΑΕΑ 673/2015, με την οποία γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια η πρόθεση του Διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/1XXX3 Φ./Σχ 21/5XXXX3, Τεμάχιο 1XX5, στον Άγιο Αντώνιο, στη Λευκωσία (στο εξής το «Ακίνητο»), στο όνομα του χχχχ Φοινικαρίδη, δυνάμει σύμβασης, η οποία έχει κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αρ. ΠΩΕ 480/2006 Αντίγραφο της εν λόγω Ειδοποίησης επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο Α. Με την εν λόγω Ειδοποίηση κλήθηκε η Αιτήτρια να υποβάλει ένσταση εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής εναντίον της ως άνω περιγραφόμενης Ειδοποίησης - πρόθεσης του Διευθυντή ή αίτηση για μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε άλλη ιδιοκτησία. Το εν λόγω Ακίνητο βαρύνεται με τα ακόλουθα βάρη ήτοι Υποθήκη Υ8239/01, Υ5524/2003 και Υ12694/2003 (στο εξής η «Υποθήκη ») και διάφορα MEMO ΕΒ1052/07, ΕΒ1053/07 και ΕΒ1173/08, προς όφελος της αιτήτριας. Οι υποθήκες συνάφθηκαν μεταξύ της υπό εκκαθάριση πλέον εταιρείας Scanner Unithome Suites Ltd και της Αιτήτριας ως εξασφάλιση προς όφελος της τελευταίας για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων προς την εν λόγω εταιρεία για την οποία και εκδόθηκε δικαστική απόφαση. ΄Οπως προκύπτει από την έρευνα αναφορικά με το Ακίνητο στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η σύμβαση πώλησης με αριθμό ΠΩΕ 480/2006, κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μεταγενέστερα της Υποθήκης ήτοι το 2006 ενώ η υποθήκη Υ 8239/2001 κατατέθηκε την 02/10/2001 και οι υπόλοιπες υποθήκες το
  4. Μέχρι σήμερα, το εξ αποφάσεως υπόλοιπο των υποχρεώσεων της εταιρείας Scanner Unithome Suites Ltd, που εξασφαλίζονται με τις πιο πάνω υποθήκες και Μέμο δεν έχουν εξοφληθεί και συγκεκριμένα παρουσιάζουν υπόλοιπα μέχρι 30/09/2016 ως εξής: Αγωγή αρ. 4022/2005
  5. Λογ. αρ. XXXXXX67-01 €901.480,14
  6. Λογ. αρ. XXXXXX67-02 €894.709,35
  7. Λογ. αρ. XXXXXX67-01 €255.933,53 Σύνολο €2.052.123,02 πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα. Αγωγή αρ. 3984/2005
  8. Λογ. αρ. XXXXX00-01 €92,748,24 --------------- Σύνολο €92.748,24 πλέον δικηγορικά έξοδα Αγωγή αρ. 3985/2005
  9. Λογ. αρ. XXXXX00-01 €36.217,05 --------------- Σύνολο €36.217,05 πλέον δικηγορικά έξοδα Παρά το γεγονός ότι τα ποσά των διευκολύνσεων που εξασφαλίζονται από τις υποθήκες και την απόφαση που βαρύνουν το επίδικο ακίνητο δεν έχουν αποπληρωθεί και συνεπώς οι Υποθήκες συνεχίζουν να υφίστανται και να βαρύνουν το Ακίνητο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του νέου Τροποποιητικού Νόμου 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), ο οποίος τροποποιεί τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι 2015 (στο εξής «ο Νόμος»), ο Διευθυντής απέστειλε και η Αιτήτρια παρέλαβε την Ειδοποίηση με την οποία ο Διευθυντής την ενημέρωσε για την πρόθεση του να μεταβιβάσει το Ακίνητο στο όνομα του ΧΧΧΧ Φοινικαρίδη και κάλεσε την Αιτήτρια να υποβάλει ένσταση εναντίον της εν λόγω πρόθεσης ή αίτηση για μεταφορά των υποθηκών σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία. ΄Ασκηση του δικαιώματος που προσφέρεται στην Αιτήτρια για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, είτε της οφειλέτιδας εταιρείας Scanner Unithome Suites Ltd ή άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου που εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων ή των Υποθηκών εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση 2, θα μεταβάλει, χωρίς την ελεύθερη βούληση των μερών, τις συνθήκες και τους όρους τόσο των Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων όσο και της Υποθήκης. Η Αιτήτρια καταχώρησε ένσταση και ο καθ' ου η αίτηση 1 απέστειλε επιστολή/απόφαση με ημερομηνία 19.10.2016 στην Αιτήτρια ενημερώνοντας την ότι η ένσταση απορρίπτεται και ότι θα προχωρήσει στην μεταβίβαση του ακινήτου εκτός εάν λάβει σχετικό διάταγμα από το Δικαστήριο περί του αντιθέτου. Η ειδοποίηση/απόφαση ημερομηνίας 19.10.2016, είναι άνευ έννομου αποτελέσματος και είναι άκυρη ή παράνομη εφόσον αυτή στάλθηκε στη βάση προνοιών του Νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές, καθώς αυτές περιορίζουν και παραβιάζουν αδικαιολόγητα τα ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση, στην ειδοποίηση της οποίας κατέγραψαν αριθμό λόγων ένστασης. Η ένσταση βασίζεται στα ίδια νομοθετήματα στα οποία βασίζεται και η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι οι ακόλουθοι: «
  10. Ο καθ'ου η αίτηση 1 εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση εγείρεται κατά παράβαση του Κ. 5
(2)των Κανονισμών του 1956 και/ή ότι πάσχει ο τίτλος αυτής, και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του ως έχει. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, ο καθ' ου η αίτηση 1 αναφέρει τα ακόλουθα:
  1. Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
  2. Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή o τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
  3. Η αιτούσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  4. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή ή/και οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΘ-44ΚΒ δεν παραβιάζουν ούτε περιορίζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 25 του Συντάγματος και/ή ούτε καταργούν το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την αιτούσα ποσών δυνάμει των Υποθηκών. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση, αυτή είναι προς προστασία δικαιώματος τρίτου υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται το Σύνταγμα στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου
  5. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  6. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
  7. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
  8. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτούσα.
  9. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτούσας/εφεσείουσας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της αιτούσας/ εφεσείουσας καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτούσα να παραμείνει εξασφαλισμένη.
  10. Οι υποθήκες με αριθμούς Υ8239/2001, Υ5534/03 και Υ12694/03 συνάφθηκαν για το ποσό των Λ.Κ. 300.000, Λ.Κ. 50.000 και Λ.Κ. 56.000 αντίστοιχα, πλέον τόκους και εξασφαλίζει εμπραγμάτως την αιτούσα μέχρι το ύψος των ποσών αυτών και όχι για περισσότερο και/ή υψηλότερο ποσό για το οποίο η αιτούσα παρείχε δάνειο. Χωρίς ωστόσο την ανάλογη εμπράγματη εξασφάλιση.
  11. H προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει το εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
  12. Η προσβαλλόμενη απόφαση του καθ' ου η 1 λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν όλα τα σχετικά, σύμφωνα με το Νόμο, γεγονότα και/ή περιστατικά της υπόθεσης.
  13. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 763/2015 είναι καθ' όλα νόμιμη ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τουςκανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της XXXXX Χρυσοστόμου, η οποία λέγει μεταξύ άλλων και τα εξής: Εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ως Κτηματολογικός Λειτουργός και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής κατόπιν μελέτης των σχετικών φακέλων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ο καθ' ου η Αίτηση/εφεσίβλητος 3, χχχχχ Φοινικαρίδης, (στο εφεξής αναφερόμενος ως «ο αγοραστής»), υπέβαλε στις 09.10.2015 την αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΕΑ763/2015 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Με την εν λόγω αίτηση ζητούσε να εγγραφεί στο όνομα του το διαμέρισμα επί του τεμαχίου 1XX5, τμήμα Α, Φύλλου/Σχεδίου 21/55.1.Ill και αριθμό εγγραφής 0/1XXX3 στην ενορία Άγιος Αντώνιος, στο Δήμο Λευκωσίας (στο εφεξής αναφερόμενο ως «το επίδικο ακίνητο»), δυνάμει σύμβασης πώλησης με αριθμό ΠΩΕ480/2006( στο εφεξής αναφερόμενο το « πωλητήριο έγγραφο»), σύμφωνα με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, αρ. 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 139(Ι)/2015 (περί εγκλωβισμένων αγοραστών). Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 10.02.
  14. Η σύμβαση, η οποία αφορούσε το επίδικο ακίνητο, συνομολογήθηκε στις 28.12.2005 μεταξύ της καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητης 2 και του αγοραστή. Στις 09.10.2015, ο αγοραστής υπέβαλε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας την σχετική αίτηση του για εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του. Με την αίτηση του προσκόμισε την πρωτότυπη απόδειξη για την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης. Στη συνέχεια, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας κάλεσε τον αγοραστή, με επιστολή του ημερομηνίας 25.02.2016, να προσκομίσει διάφορες φοροαπαλλαγές και - βεβαιώσεις. Ο αγοραστής προσκόμισε βεβαίωση καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, δημοτικής φορολογίας του Δήμου Λευκωσίας καθώς και του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας. Αφού εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο όλα τα σχετικά στοιχεία, κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγραφεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα του αγοραστή. Ως εκ τούτου, ετοιμάστηκε έκθεση με την περιγραφή του ακινήτου, στην οποία αναφέρονται όλα τα εμπράγματα βάρη και φάκελοι που αναφέρονται στο επίδικο ακίνητο, ώστε να σταλούν οι σχετικές επιστολές (Τύπος ΙΕ) στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Στις 30.09.2016 στάληκε με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο ειδοποίηση ( τύπος ΙΕ) προς την αιτούσα/ εφεσείουσα για υποβολή ένστασης στην μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση για μεταφοράς των υποθηκών Υ8239/2001, Υ5524/2003, Υ12694/2003 και των MEMO ΕΒ1052/2007, ΕΒ1053/2007 και ΕΒ1173/
  15. Η αιτούσα/εφεσείουσα, ως ενυπόθηκη δανειστής υπέβαλε ένσταση με την επιστολή ημερομηνίας 14.10.
  16. Στις 19.10.2016 προχώρησαν σε αποστολή απαντητικής επιστολής προς την ένσταση της αιτούσας/ εφεσείουσας, και η οποία γνωστοποιήθηκε στην αιτούσα/ εφεσείουσα με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. Μετά την κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας προσωρινού διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου αναστάληκε. Η υποθήκη με αριθμό Υ8239/2001 που ενεγράφη την 02.10.2001 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας από την καθ'ης η αίτηση 2 προς όφελος της αιτούσας/εφεσείουσας συνάφθηκε για την εξασφάλιση του ποσού Λ.Κ. 300.000 πλέον τόκους για δάνειο που παρείχε η αιτούσα στην καθ' ης η αίτηση
  17. Στις 30.05.2003 και στις 09.12.2003 συνάφθηκαν οι Υποθήκες με αριθμούς Υ5524/03 και Υ12694/03 επί του επίδικου ακινήτου για την εξασφάλιση του ποσού των ΛΚ 50.00 πλέον τόκους και Λ.Κ. 56.000 πλέον τόκους αντίστοιχα. Το μόνο δικαίωμα της αιτούσας /εφεσείουσας που μπορεί να θιγεί με την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του αγοραστή είναι αυτό που πηγάζει από τις πιο πάνω αναφερόμενες υποθήκες. Περαιτέρω, το τεμάχιο 1255 ( παλιό τεμάχιο 353) αποτελείται πλέον από εννέα
(9)ξεχωριστές εγγραφές , οι οποίες προέκυψαν με το φάκελο ΑΧ3184/
  1. Έτσι και η υποθήκη Υ8239/2001 μεταφέρθηκε αυτόματα και επιβαρύνει πλέον και τις 9 αυτές εγγραφές που αποτελούν το τεμάχιο 1255 ξεχωριστά. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες 2 υποθήκες. Συνεπώς ακόμα και εάν απαλειφθούν οι υποθήκες από το επίδικο διαμέρισμα, παραμένουν εναπομείναντα διαμερίσματα, τα οποία εξασφαλίζουν την αιτούσα. Με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν φαίνεται να μειώνεται ουσιωδώς η περιουσία της αιτούσας και δεν προκαλείται ουσιώδης ζημιά σε αυτή. Με βάση τη Γενική Εκτίμηση που πραγματοποίησε το Κτηματολόγιο το 2013, η αξία της κάθε εγγραφής που αποτελεί το τεμάχιο 1XX5 παρατίθεται ξεχωριστά πιο κάτω: Α/Α Αριθμός Εγγραφής Αξία Γενικής Εκτίμησης 2013 1 0/1XXX1 €138.800 2 0/1XXX2 €175.100 3 0/1XXX3 €165.100 4 0/1XXX4 €176.000 5 0/1XXX5 €174.600 6 0/1XXX6 €175.300 7 0/1XXX7 €185.100 8 0/1XXX8 €196.000 9 0/1XXX9 €81.700 Οι πρόνοιες του Νόμου και συγκεκριμένα τα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ είναι σύμφωνα με το σύνταγμα. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να εξετασθεί στην παρούσα-έφεση η συνταγματικότητα των προνοιών του Νόμου. ΄Ενσταση υπέβαλε και ο Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 3, XXXXX Φοινικαρίδης. Το πρόβλημα στην παρούσα υπόθεση ανέκυψε όταν το Κτηματολόγιο Λευκωσίας με επιστολή του ημερομηνίας 30.9.2016 προς την Αιτήτρια, την πληροφορούσε ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λευκωσίας προτίθετο να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/1XXX3, φύλλο/σχέδιο 21/5XXXX3, τεμ. 1XX5, ΄Αγιος Αντώνιος στη Λευκωσία που βαρύνει με τις Υποθήκες Υ8239/01, Υ5524/03, Υ12694/03 και τα Memo με αριθμούς ΕΒ1052/07, ΕΒ1053/07, ΕΒ1173/08 και ΑΝΠ367/05 στο όνομα του αγοραστή - Καθ΄ ου η Αίτηση 3, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου με αρ. ΠΩΕ 480/06 ημερ. 28.12.05 και κατ΄ επέκταση με την εξάλειψη των πιο πάνω εμπράγματων βαρών. Εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στην μεταβίβαση αυτή και/ή αίτηση για μεταφορά της Υποθήκης και των εμπράγματων βαρών, σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 εταιρείας, έπρεπε να το κάμει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής ημερομηνίας 30.9.
  2. Η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση με επιστολή της προς το Κτηματολόγιο Λευκωσίας την 14.10.2016, στη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αγοραστή/Καθ΄ ου η Αίτηση 3 για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν. Το Κτηματολόγιο Λευκωσίας με επιστολή του ημερομηνίας 19.10.2016 απέρριψε την ένσταση της και ειδοποίησε αυτήν ότι εκτός εάν προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, ο Διευθυντής θα προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του Καθ΄ ου η Αίτηση
  3. Η πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή βασίστηκε πάνω στο άρθρο 44ΚΒ του Νόμου 139
(1)/2015 το οποίο προνοεί για την ειδοποίηση πρόθεσης μεταβίβασης. Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. «44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.» Όπως φαίνεται μέσα από την Αίτηση, τους λόγους αίτησης/έφεσης και την αγόρευση των δικηγόρων της Αιτήτριας, το κύριο ζήτημα που απασχολεί είναι εκείνο της συνταγματικότητας των επίδικων διατάξεων. Όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια με την αγόρευση των δικηγόρων της οι διατάξεις των ΄Αρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/65 είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και συνεπακόλουθα, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Καθ΄ ου η Αίτηση 1, οι οποίες στηρίχτηκαν στη βάση αντισυνταγματικού Νόμου είναι άκυρες και/ή αντισυνταγματικές και/ή άνευ νομικής ισχύος. Στην απόφαση Αρ. Αίτησης - ΄Εφεσης 115/16, Alpha Bank Cyprus Ltd v. 1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.ά. 2/10/2017 η Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. αποφάσισε τα εξής όσον αφορά τη συνταγματικότητα των επίδικων άρθρων του Νόμου 9/65, το οποίο και υιοθετώ: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως σε περιπτώσεις όπου αμφισβητείται η συνταγματικότητα ενός Νόμου, αυτή θα εξετασθεί σε συνάρτηση με τις συνταγματικές διατάξεις και όχι σε συνάρτηση με άλλες νομοθετικές διατάξεις. Το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο Νόμο της Κυπριακής έννομης τάξης και οιαδήποτε θέματα ασυμβατότητας με αυτό θα πρέπει να εξετάζονται ως ο επίδικος Νόμος να παραβιάζει τις διατάξεις αυτού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας παραπέμπει στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Συνεπώς κρίνεται πως το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το θέμα συνταγματικότητας του συνόλου των διατάξεων, οι οποίες φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και στις οποίες γίνεται άμεσα παραπομπή και αναφορά τους στην αίτηση. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως (Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία μεταγενέστερα, συνοψίζονται στις ακόλουθες:
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62 και Δημήτρης Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7. Συναφής με τα ανωτέρω η απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R.,
  1. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Και μετά τις επεξηγήσεις του Γενικού Εισαγγελέα παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι για τους οποίους η σχετική πρόνοια του σχεδίου υπηρεσίας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 3 και 189 του Συντάγματος.» Έχω μελετήσει και ακούσει με προσοχή τους ευπαίδευτους συνηγόρους, η βοήθεια των οποίων ήταν σημαντική. Στα κυριότερα σημεία της επιχειρηματολογίας τους αναφορά επιχειρείται κατωτέρω. Ασυμβατότητα των επίδικων άρθρων με το Άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο προνοεί: «
  2. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  3. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  4. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  5. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσείουσας παραπέμπει στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. [.] Η έννοια της περιουσίας με βάση την νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Όλοι οι συνήγοροι αποδέχονται την ανωτέρω αρχή η οποία επιβεβαιώθηκε και από τη νομολογία. Στην αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.217, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, λέχθηκε: «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με το άρθρο 3 του Νόμου όταν οι προϋποθέσεις πληρούνται, επιβάλλεται συμψηφισμός του ποσού της χορήγησης, με την ονομαστική αξία των αξιογράφων ή μετοχών (του δανειολήπτη), αφαιρουμένης της τρέχουσας αξίας των μετοχών, κατά την ημερομηνία αναδιάρθρωσης. Επίσης περιορίζεται, κατά τρόπον ανεπίτρεπτο, το ποσό που το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να διεκδικήσει, έτσι ώστε το μέγιστον ποσό διεκδίκησης να είναι η οφειλή σύμφωνα με την αρχικά συναφθείσα σύμβαση για παροχή χορήγησης εκ μέρους του Πιστωτικού Ιδρύματος, με συμβατικό τόκο και τόκο υπερημερίας ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζεται ακόμα και ο συμβατικός τόκος και ο τόκος υπερημερίας, επί των καθυστερημένων δόσεων αλλά και άλλα έξοδα τα οποία επιβλήθηκαν από την 29.3.13 και μετά, τα οποία δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στη διεκδίκηση του Πιστωτικού Ιδρύματος εναντίον του δανειολήπτη. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζονται δικαιώματα περιουσιακής φύσης και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, υπό την έννοια που επεξηγήθηκε ανωτέρω, κατά τρόπον ανεπίτρεπτον από το Άρθρο 23 του Συντάγματος.» Αποτελεί τη θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας πως οι διατάξεις του επίδικου Νόμου αποτελούν στέρηση της ιδιοκτησίας της, η οποία μόνο με αναγκαστική απαλλοτρίωση μπορεί να επέλθει. Σε τέτοια δε περίπτωση, απαιτείται να δοθεί δίκαια και εύλογη αποζημίωση, η οποία στην κρινόμενη περίπτωση δεν προσφέρεται. Ο συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση 1 αναφέρει πως στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα στέρησης ιδιοκτησίας. ότι σύμφωνα με τη νομολογία, περιοριστικοί όροι στη χρήση ιδιοκτησίας, οι οποίοι αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, δεν συνιστούν στέρηση, αλλά περιορισμό, ο οποίος απολήγει σε στέρηση μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή (Δημητριάδη κ.α. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 85, 102). Εισηγείται δε πως το γεγονός ότι ο Νόμος δίδει το δικαίωμα στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα να μεταφέρει την υποθήκη σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της πωλήτριας εταιρείας (Καθ΄ ης η αίτηση 2) δημιουργεί κατ΄ αρχήν την εικόνα ότι δεν τίθεται καν ζήτημα επέμβασης στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα της Εφεσείουσας που πηγάζει από την υποθήκη. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τις θέσεις και εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Καθ΄ ων η αίτηση. Η απόφαση του Διευθυντή, βασιζόμενη στις πρόνοιες του Νόμου, να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι των αγοραστών (Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4) το ακίνητο ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους, τι άλλο παρά ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης συνιστά και συνεπώς στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας. Μια απόφαση που λαμβάνεται χωρίς τη συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή και χωρίς καταβολή σ΄ αυτόν δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης ως προνοεί η συνταγματική διάταξη. Το δικαίωμα ή η επιλογή μεταφοράς σε άλλο ακίνητο του πωλητή (Καθ΄ ης η αίτηση 2), παρουσιάζεται μη ικανοποιητική αποζημίωση ή ανταπόδοση. Στην κρινόμενη περίπτωση, είναι αποδεκτό, πως τα υπόλοιπα ακίνητα της Καθ΄ ης η αίτηση ήσαν βεβαρημένα με άλλα εμπράγματα βάρη. Ο Διευθυντής δεν αποδέχτηκε τη μεταφορά της υποθήκης σε ακίνητα εγγυητών, διότι έπρεπε η υποθήκη να μεταφερθεί σε ακίνητα της Καθ΄ ης η αίτηση 2, εφόσον διέθετε και άλλη ακίνητη ιδιοκτησία. Χωρίς να καθορίζεται είτε η αξία, είτε η σειρά της υποθήκης, είτε η δυνατότητα αποζημίωσης της στέρησης αυτής. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης Βρυώνη, η Καθ΄ ης η αίτηση 2 εταιρεία οφείλει στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα ποσό ύψους €45.056.838, πλέον τόκους, δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων που της έχουν παραχωρηθεί από την Αιτήτρια (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Η αξία του συνόλου των εξασφαλίσεων που παρεχώρησε η Καθ΄ ης η αίτηση είναι ύψους €35.319.950 (καταναγκαστική αξία) και ήδη υπάρχει έλλειμμα ύψους €9.736.888 (παρ. 8 ένορκης δήλωσης Βρυώνη). Οι Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 αγόρασαν το ακίνητο στην τιμή των Λ.Κ.147.071,72 (€251.266,96) ενώ η καταναγκαστική αξία του ακινήτου σύμφωνα με την εκτίμηση του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου καθορίσθηκε στις €222.300. Παρατηρούνται τα εξής: Η σύμβαση υποθήκης Υ385/2006 συνομολογήθηκε για εξασφάλιση ποσού ύψους Λ.Κ.450.000, πλέον τόκους. Οι αγοραστές έχουν εξοφλήσει το τίμημα προς την Καθ΄ ης η αίτηση 2. Όχι προς την Αιτήτρια. Η οποιαδήποτε μεταφορά υποθήκης σε αγνώστου αξίας ακίνητα της Καθ΄ ης η αίτηση 2 βεβαρημένα με άλλα εμπράγματα βάρη, χωρίς καθορισμό της σειράς εμπράγματου βάρους που θα λαμβάνει η υποθήκη, μόνο στέρηση ή/και απόλυτο περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να επιφέρει. Τέτοια στέρηση μπορεί να γίνει μόνο με τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης όπως επιτάσσει το σύνταγμα και έχει ερμηνευθεί νομολογιακά (Simonis and another v. Improvement Board of Latsia
(1964)3 C.L.R. 109, Blueware Projects Ltd of Limassol and others v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2522). Καταγράφεται σχετικά στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, αφού αναφέρεται σε σχετική νομολογία: «Σχετικά με την ερμηνεία του όρου δίκαια και εύλογη αποζημίωση το Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Yiannis Anastasi Moti v. The Republic
(1968)1 CLR 102 την ερμηνεία που δόθηκε στον όρο αυτό σε αμερικάνικες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία δίκαιη αποζημίωση σημαίνει το πλήρες και τέλειο ισότιμο σε χρήμα της περιουσίας που απαλλοτριώνεται, ενώ εύλογη σημαίνει ότι πρέπει να είναι επαρκής κατά τρόπο αντίστοιχο ως προς τα κρατούντα στο ελληνικό δίκαιο [.] Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» σημαίνει στην πράξη την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα.» Τέτοια δε στέρηση ιδιοκτησίας, μόνο με τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μπορεί να επιτευχθεί. Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί στις πιο κάτω αποφάσεις, είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στην απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδης κ.α. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α. (ανωτέρω) (Καναρά Ρεβέκκα Χρ. v. Χρυσούλλας Αντώνη Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801). Επί του ιδίου θέματος, παρατηρεί στο σύγγραμμα του ο Α. Λοϊζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας πως: «Αν οι περιορισμοί οι οποίοι επιβάλλονται, εξουδετερώνουν ουσιαστικά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, η πράξη ακυρώνεται για κατάχρηση εξουσίας.» Τονίζεται δε πως με τη μεταφορά της υποθήκης επί άλλου ακινήτου εάν αυτό επιτυγχανόταν, τούτο θα γινόταν με ακύρωση και εξάλειψη της συγκεκριμένης υποθήκης επί του συγκεκριμένου ακινήτου χωρίς την προηγηθείσα διαδικασία απαλλοτρίωσης και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Θεωρώ ορθά τα όσα υπογραμμίζονται με την αγόρευση της συνηγόρου της Αιτήτριας και μεταφέρονται αυτούσια: «Αυτό που ουσιαστικά επιτυγχάνεται με τις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965 είναι η αποστέρηση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της Αιτήτριας το οποίο απορρέει από την Σύμβαση Υποθήκης Υ.268/2006. Η εν λόγω αποστέρηση επιτυγχάνεται με την ακύρωση/εξάλειψη της εν λόγω Υποθήκης χωρίς μάλιστα να δίδεται οιανδήποτε «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση η οποία να αντιστοιχεί στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από την εν λόγω Υποθήκη.» Γίνεται επίκληση εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση της αιτιολογικής έκθεσης η οποία οδήγησε στη ψήφιση και εισαγωγή των επίδικων διατάξεων (Τεκμήριο ΣΤ στην ένορκη δήλωση Ζίγκα). Αναφέρει η έκθεση πως: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή/και εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπράγματου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό την μεταβίβαση του επ΄ ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.» Με την ένορκη δήλωση της κας Φ. Αγαθαγγέλου (παρ. 22) συγκεκριμενοποιείται ο αριθμός των αγοραστών αυτών στα 70.000 άτομα. Όμως: Ουδείς Νόμος θεωρείται συνταγματικός, όταν ψηφίζεται για προστασία ορισμένης μερίδας ανθρώπων. Δεν προσδιορίζεται είτε στη συγκεκριμένη έκθεση είτε στο Νόμο, το δημόσιο συμφέρον ή η ανάγκη που οδήγησε στην εισαγωγή των διατάξεων αυτών. Στην Δ. Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, επισημάνθηκε πως: «Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentary on the Constitution of India, 4th edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTO
(1983)2 C.L.R. 72, 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον γενικά.» Λέχθηκε στην απόφαση Μαρία Κουτσελίνη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Υποθέσεις αρ. 740/11 κ.α., ημερ. 7.10.2014, με επίκληση της Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων αρ. 2
(2000)3 Α.Α.Δ. 238: Τα δικαιώματα, που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, προσιδιάζουν στο άτομο και έχουν ως επίμετρο τη φύση του ανθρώπου. Φορέας των δικαιωμάτων, που κατοχυρώνει το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, είναι το άτομο. . . . . . . . . . . Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου μπορεί να περιοριστούν με τον τρόπο που επιτρέπει και μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα. Περιορισμός μπορεί να τεθεί και η επέμβαση να επιτραπεί με νόμο, εφόσον αυτά κρίνονται αναγκαία και στο βαθμό που η ανάγκη τα επιβάλλει - (βλ. μεταξύ άλλων Police and Theodhorou Nikola Hondrou and another, 3 R.S.C.C. 82 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής (Αρ.2)
(1992)3 Α.Α.Δ. 165). Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D.J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-255. Όμοια, κατ΄ ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ΄ αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Δέστε επίσης και Πιτσιλλίδης (ανωτέρω). Κρίνεται συνεπώς πως οι σχετικές διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Άρθρο 26 Συντάγματος Το άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Το δικαίωμα τούτο, έχει νομολογηθεί, πως πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, κατ΄ αρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δύναται να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα (Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων Αναφορά αρ. 1/14 και 4/14, ημερ. 31.10.2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.2017). Στην τελευταία απόφαση λέχθηκε πως: «Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» Είναι η θέση του συνηγόρου του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ότι: «Δεν προκύπτει καμία επέμβαση στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. Η επίδικη σύμβαση υποθήκης ουσιαστικά δεν καταργείται με την απόφαση του Διευθυντή, αφού θα παραμείνει εγγεγραμμένη και θα συνεχίσει να επιβαρύνει τις άλλες δυο εγγραφές που προέκυψαν μετά από το διαχωρισμό του αρχικού ακινήτου που επιβάρυνε η υποθήκη, ακόμη και αν προχωρήσει ο Διευθυντής στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα των αγοραστών. Άρα, η σύμβαση υποθήκης θα παραμείνει σε ισχύ και θα συνεχίσει να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, εξασφαλίζοντας, παράλληλα, τα δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας.» Επικαλέσθηκε μεταξύ άλλων την απόφαση Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36, όπου τονίστηκε πως το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Ανάλογη άποψη και θέση προωθείται από τη συνήγορο των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 η οποία υποδεικνύει περαιτέρω πως η Αιτήτρια γενικά και αόριστα επικαλείται ζημιά χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιαδήποτε τέτοια απώλεια. Αντίθετη η άποψη του συνηγόρου της Αιτήτριας ο οποίος υποδεικνύει (με αναφορά σε νομολογία και συγγράμματα) πως οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965, στη βάση των οποίων λήφθηκε η απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 και συνεπακόλουθα την εξάλειψη και/ή ακύρωση της Υποθήκης Υ268/2006, οι οποίες ενεγράφησαν επί του επίδικου ακινήτου προς όφελος της Αιτήτριας, είναι επίσης ασύμφωνες και αντίθετες προς τις διατάξεις του Άρθρου 26 του Συντάγματος που εξασφαλίζει και προστατεύει το συνταγματικό δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως: «Τυχόν ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/1965 θα ήταν ενδεχομένως επιτρεπτή ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν θα μπορούσε να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τις επίδικες διατάξεις του υπό κρίση Νόμου. Επιπρόσθετα, αποτελεί θέση πως η εκ των υστέρων εξάλειψη της υφιστάμενης Υποθήκης, χωρίς τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ως όρος ή περιορισμός που θα μπορούσε να τεθεί γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Θεωρούμε πως οι υπό κρίση διατάξεις του Νόμου 9/1965 δεν θα μπορούσαν να διασωθούν στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων καθότι δεν υφίστανται τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που να εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση.» Στην υπόθεση Lextalionis Investments Ltd κ.α. v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1833, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 26.1 του Συντάγματος: «Υπενθυμίζουμε ότι το προστατευόμενο δικαίωμα από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος.» Κρίνεται πως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή πλήττεται άμεσα και κατάφωρα με τις επίδικες πρόνοιες.» Με την απόφαση του Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1 διαγράφονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας, ενυπόθηκου δανειστή, χωρίς την ικανοποίηση της οφειλής και χωρίς τη συναίνεσή του. Οι επίδικες διατάξεις εκθεμελιώνουν τη σύμβαση υποθήκης μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ΄ ης η Αίτηση 2. Ο Νομοθέτης δεν έχει το δικαίωμα επέμβασης, κατάργησης και επηρεασμού σε ήδη υπάρχουσες συμβάσεις, προϋπάρχουσες της θέσπισης του Νόμου. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι αντισυνταγματικές και κρίνονται ως τέτοιες. Η Αίτηση πετυχαίνει. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παραγράφοι Α και Β της Αίτησης. Δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην ακολουθηθεί ο κανόνας ως προς τα έξοδα. Επιδικάζονται €850 έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση. (Υπ.) ............. Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.