VTB Bank (Public Joint-Stock Company) ν. Leisler Holdings Limited, Γενική Αίτηση Αρ.: 527/2016, 8/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ.: 527/2016 Αναφορικά με τον περί Κυρωτικό Νόμο της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού Ποινικού Δικαίου, Νόμος 172(Ι)/
- Και Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι)/
- Μεταξύ: VTB Bank (Public Joint-Stock Company), από τη Ρωσία Αιτήτρια Και Leisler Holdings Limited, από τη Λευκωσία Καθ' ης η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 14.02.2018 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 09.02.2017 Ημερομηνία: 08.01.2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κος Χ. Παπαχριστοδούλου με κ. Πλατή, κα Κουμίση και κα Παπανδρέου για Παπαδόπουλος Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ. Για τον καθ' ου η αίτηση: κα Χριστοφή για κ. Π. Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μια σύντομη αποτύπωση της πορείας της διαδικασίας στην υπό συζήτηση υπόθεση, θα εξυπηρετούσε την πληρέστερη κατανόηση του ευρύτερου πλέγματος γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Στις 27.01.2015, Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας, στα πλαίσια της υπόθεσης Α40-180079/13 μεταξύ της VTB Bank (Public Joint-Stock Company) πρώην VTB Bank (Open Joint-Stock Company) (στο εξής «VTB») και της Leisler Holdings Limited (στο εξής «Leisler») εξέδωσε απόφαση, με την οποία διέτασσε την πληρωμή από τη Leisler του ποσού των €9.730.809,75 ως επίσης την πληρωμή από την πιο πάνω εταιρεία του ποσού των 200.000 Ρωσικών Ρουβλιών ως έξοδα δίκης. Στις 11.03.2015, εκδόθηκε διορθωτικό διάταγμα του ως άνω δικαστηρίου, με το οποίο διορθώθηκαν τυπογραφικά λάθη που εντοπίστηκαν στην ως άνω απόφαση. Τόσο η απόφαση όσο και το σχετικό διορθωτικό διάταγμα κατέστησαν τελεσίδικα και εκτελεστά. Σημειώνεται ότι η ως άνω απόφαση εκδόθηκε ερήμην της Leisler, αφού η τελευταία, παρόλο που κλητεύθηκε κανονικά και εμπρόθεσμα σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο, δεν εμφανίστηκε στη ως άνω διαδικασία. Στις 09.02.2017, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στα πλαίσια σχετικής δια κλήσεως αίτησης που προωθήθηκε από την πλευρά της VTB, επιδοθείσας δεόντως στην Leisler η οποία δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, αναγνώρισε ως δεσμευτική και ενέγραψε στην Κύπρο με σκοπό την εκτέλεσή της την ως άνω απόφαση ημερ. 27.01.2015, όπως και αυτή ημερ. 11.03.2015 του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας. Στις 14.02.2018, η Leisler δρομολόγησε την υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας διεκδικεί: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται (set aside) η απόφαση ημερομηνίας 9/2/2017 που εκδόθηκε εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση στην πάνω Αίτηση. Β. Σε περίπτωση έγκρισης του Αιτητικού (Α) ανωτέρω, οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου σε σχέση με τον χρόνο εντός του οποίου η Καθ' ης η Αίτηση θα έχει δικαίωμα να καταχωρήσει Εμφάνιση και/ή Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης. Γ. Οποιανδήποτε άλλη οδηγία και/ή διάταγμα και/ή θεραπεία κρίνει πρέπον το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α (ap.XXXXX954Q) πλέον έξοδα επίδοσης». Παρεμβάλλεται ότι με τον ίδιο τρόπο εξεδόθησαν στην Ρωσία τρείς ακόμα αποφάσεις σε βάρος της Leisler και προς όφελος της VTB, οι οποίες, κατά τον ίδιο πιο πάνω τρόπο, επίσης αναγνωρίστηκαν και ενεγράφησαν στην Κύπρο. Ως δε έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, κατά τον ίδιο τρόπο επιδιώκεται από την Leisler η ακύρωση και ο παραμερισμός των σχετικών αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η αίτηση εδράζεται στη Δ.1 θ.2, Δ.17 θ.θ.1-14, Δ.26 θ.θ. 1-15, Δ.33 θ.θ.1-5, Δ.24 θ.θ.1-6, Δ.40 θ.θ.1-7, θ.11, Δ.48 θ.θ.1-4 και θ.9 Δ.49 θ.θ.1-16, Δ.55 θ.θ.1-4 και Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, στη Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (Κυρωτικός) Νόμος 172(Ι)/86, στον περί Πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας για το ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών (Κυρωτικός) Νόμος 34(ΙΙΙ)/2001, στα άρθρα 2 - 6 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου 121(Ι)/2000, στα άρθρα 2, 21, 31, 32, 41, 42 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Νόμος 14 του 1960 όπως τροποποιήθηκε), στον περί της Σύμβασης για την κατάργηση της νομιμοποίησης των αλλοδαπών δημοσίων εγγράφων (Κυρωτικός) Νόμος του 1972, Ν. 50/72, στους κανόνες του Διεθνούς Ιδιωτικού Δικαίου και της αναγνώρισης αλλοδαπών αποφάσεων, στο άρθρο 6 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών 1950, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών ή και πρακτικής του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστήριξη της αίτησης τίθεται με την ένορκη δήλωση του XXXXX Χαραλάμπους, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την αιτήτρια εταιρεία. Ο ως άνω ομνύον, αφού εξηγά την εμπλοκή του στην υπόθεση και την πηγή της πληροφόρησής του για την εξέλιξη ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση αίτηση, καταγράφει το γεγονός ότι η αιτήτρια αποτελεί Κυπριακή εταιρεία η οποία, παρά το γεγονός ότι το εγγεγραμμένο της γραφείο βρίσκεται στη Λευκωσία εξυπηρετούμενη από επαγγελματίες παρόχους εταιρικών υπηρεσιών, η πραγματική επιχειρησιακή διοίκησή της βρίσκεται στη Ρωσία και αποτελείται από Ρώσους υπηκόους. Η καθ' ης η αίτηση τράπεζα (VTB), σημειώνει, έχει την έδρα της στη Ρωσία. Αποτελεί θέση του ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη αφού: «α. Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να αναγνωρίσουν την επίδικη Ρωσική απόφαση. β. Η Αιτήτρια στην πιο πάνω γενική αίτηση, VTB Bank (Open Joint-Stock Company) (εφεξής η «VTB») εξασφάλισε την Απόφαση με δόλο και παραπλανώντας το σεβαστό Δικαστήριο. γ. Υπάρχει καλός λόγος για την καθυστέρηση της Leisler Holdings Limited (εφεξής η «Leisler») να εμφανιστεί στην πιο πάνω Γενική Αίτηση». Αναφερόμενος ειδικότερα στο ζήτημα της κατάδειξης «Καλής Υπεράσπισης», υποδεικνύει ότι: «
- Όπως ειλικρινά πιστεύω η Leisler έχει «καλή υπεράσπιση» στην Γενική Αίτηση γιατί: α. Η εγγραφή και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας διέπεται από σχετική διμερή συνθήκη η οποία στην Κύπρο έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Ν. 172(Ι)/
- β. Η συνθήκη είναι σε ισχύ. γ. Με βάση την Συνθήκη και τον Νόμο Ν. 172(Ι)/86 αυτό που θα πρέπει ο οποιοσδήποτε αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο στο οποίο αποτείνεται, είναι ότι οι προαναφερόμενες δικαιοδοτικές πρόνοιες πληρούνται στην ολότητα τους έτσι ώστε το εν λόγω δικαστήριο να αποκτήσει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης. δ. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι όπως ο αιτητής αποταθεί με την εν λόγω αίτηση στο Δικαστήριο της χώρας που εξέδωσε την απόφαση οπόταν αν η αρμόδια αρχή της εν λόγω χώρας το κρίνει αναγκαίο θα παραπέμψεμ την υπόθεση στο αντίστοιχο Δικαστήριο της άλλης χώρας. ε. Κατ' εξαίρεση, αλλοδαπός υπήκοος δΰναται να αποταθεί ο ίδιος στο Δικαστήριο της άλλης χώρας νοουμένου ότι θα ικανοποιήσει με σχετική μαρτυρία το εν λόγω Δικαστήριο ότι διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του.
- Στην παρούσα περίπτωση, τίποτα στην Γενική Αίτηση ή στην υποστηρικτική αυτής ένορκη δήλωση, δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε λόγο γιατί να επιτραπεί στην VTB να αποταθεί απευθείας η ίδια στο Κυπριακό Δικαστήριο.
- Όπως προκύπτει αβίαστα από την ίδια την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, η VTB είναι Ρωσική Εταιρεία. Παράλληλα καμία ή καμία επαρκής μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί ως προς το θέμα διαμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία.
- Προς αποφυγή κάθε αμφιβολίας και όπως με πληροφορούν οι αξιωματούχοι της Leisler δηλώνω ότι η έδρα της VTB είναι στην Ρωσία και δεν έχει οποιαδήποτε προσωρινή κατοικία στην Κύπρο.
- Συνεπώς, σύμφωνα με την συνθήκη, η VTB όφειλε να αποταθεί στα Ρωσικά Δικαστήρια για την αναγνώριση της σχετικής Ρωσικής Απόφασης και η αρμόδια Ρωσική Αρχή ακολούθως να ζητήσει αναγνώριση/ εγγραφή από τα Κυπριακά Δικαστήρια». Αναγνωρίζοντας ότι υπήρξε καθυστέρηση για την εμφάνιση της Leisler στη διαδικασία, αποδίδει τούτο, αποκλειστικά «σε γνήσιο καλόπιστο λάθος» της τελευταίας. Ως υποδεικνύει στην παράγραφο 18 της ως άνω δήλωσής του: «Συνοπτικά οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν την Leisler στο καλόπιστο αυτό λάθος είναι: α. Το 2014 η VTB είχε καταχωρήσει τρεις γενικές αιτήσεις ουσιαστικά πανομοιότυπες με την παρούσα. β. Η Leisler εμφανίστηκε και ενέστη στις γενικές αιτήσεις του
- γ. Ο κύριος λόγος ένστασης της Leisler ήταν η έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. δ. Πριν εκδικαστούν οι γενικές αιτήσεις του 2014, η VTB απέσυρε τις γενικές αιτήσεις του 2014 με έξοδα ΥΠΕΡ της Leisler. ε. Μετά από την εξέλιξη αυτή η Καθ' ης η Αίτηση θεώρησε ότι οποιαδήποτε διαδικασία από την VTB εναντίον της Leisler θα προωθείτο πλέον νομότυπα στην Ρωσία μέσω της σωστής διαδικασίας. στ. Συνεπώς, όταν επιδόθηκε η παρούσα Αίτηση, η Leisler θεώρησε ότι ήταν έγγραφα που αφορούσαν τις αιτήσεις του 2014 που αποσύρθηκαν. ζ. Πράγματι, μέχρι πρόσφατα η Leisler δεν αντιλήφθηκε πως τα έγγραφα που της επιδόθηκαν για την Γενική Αίτηση αφορούσαν καινούρια διαδικασία, αφού πίστευε ότι η VTB δεν θα έκανε το ίδιο λάθος δύο φορές αγνοώντας αφελώς ότι η VTB ενεργούσε κακόπιστα και καταχρηστικά.» Αποτέλεσε θέση του ομνύοντα ότι εν πάση περιπτώσει η VTB ήταν ενήμερη ήδη από το 2014 - όταν προώθησε πανομοιότυπες διαδικασίες για αναγνώριση και/ή εγγραφή και/ή εκτέλεση αποφάσεων του Δικαστηρίου Μόσχας - ότι πρωτόδικο δικαστήριο της Δημοκρατίας, με απόφαση του ημερ. 26.06.2014, στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 378/14, Ε.Δ. Λευκωσίας, απέρριψε αντίστοιχη αίτηση αναγνώρισης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, όπως δηλαδή εισηγείται τούτο η πλευρά της Leisler στην παρούσα. Παρόλα αυτά και παρά την απόσυρση των Αιτήσεων του 2014, το 2016 καταχρηστικά προχώρησε στην καταχώρηση νέων αιτήσεων με το ίδιο αντικείμενο, χωρίς να αποκαλύψει στο δικαστήριο την ύπαρξη των αιτήσεων του 2014 και όλες τις σχετικές νομικές αρχές, περιλαμβανόμενης της απόρριψης της ως άνω αναφερόμενης και αντίστοιχης αίτησης, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Αναφερόμενος στις γενικές αιτήσεις του 2016, την επίδοση τους και στη δικαιολογημένη όπως προβάλλει σύγχυση που προκλήθηκε, με αποτέλεσμα η πλευρά της Leisler να αγνοήσει την επίδοση των σχετικών εγγράφων και να μην εμφανιστεί στη διαδικασία που δρομολόγησε η VTB για αναγνώριση των σχετικών Ρωσικών αποφάσεων αλλά και στα γεγονότα που οδήγησαν τελικά στην καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης, σημειώνει ειδικότερα: «
- Τον Δεκέμβριο του 2016, κοντά στην περίοδο των χειμερινών διακοπών, η VTB επέδωσε στον Πάροχο, στο εγγεγραμμένο γραφείο της Leisler έγγραφα ουσιαστικά πανομοιότυπα με τις Αιτήσεις του 2014 (εφεξής οι «Αιτήσεις του 2016»). Όλα τα εν λόγω έγγραφα που επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Leisler ήταν στην Ελληνική.
- Ο Πάροχος προώθησε στην Καθ' ης η Αίτηση σάρωση των εγγράφων που επιδόθηκαν μέσω email το οποίο αποτελούσε συνέχεια υφιστάμενης συζήτησης/νήματος (thread) ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Σημειώνω ότι το νήμα αυτό και η εκεί προηγούμενη επικοινωνία με τον Πάροχο, αφορούσε την διενέργεια (από τον Πάροχο) έρευνας δέουσας επιμέλειας πελάτη (Know Your Client) για την Leisler και περιείχε ερωτήσεις σχετικές με το ζήτημα αυτό.
- Μετά από νομική συμβουλή του γραφείου μας η Leisler αντιλήφθηκε πλέον, ότι τα έγγραφα που επιδόθηκαν ήταν πιστά αντίγραφα Γενικών Αιτήσεων. Η παρούσα Γενική Αίτηση είναι μία εκ των γενικών αιτήσεων που επιδόθηκαν το 2016 στον Πάροχο.
- Με όλες τις Αιτήσεις του 2016, η VTB αιτείτο ξανά την αναγνώριση των αποφάσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας που αποτέλεσαν το αντικείμενο των Αιτήσεων του
- Επισυνάπτω εκτύπωση της σάρωσης όλων των γενικών αιτήσεων και των ενόρκων δηλώσεων που τις υποστηρίξουν, όπως μας στάληκαν (αλλά χωρίς τα τεκμήριά τους λόγω όγκου) ως Τεκμήριο
- Έχοντας δει μόνο την σάρωση των εγγράφων, η Leisler θεώρησε ότι τα έγγραφα αφορούσαν τις Γενικές Αιτήσεις του
- Επί τούτου, τονίζω ότι: α. Κανένας από την πραγματική επιχειρησιακή διοίκηση της Leisler, δεν μιλά την Ελληνική, γεγονός το οποίο η VTB καλώς γνωρίζει. β. Οι Αιτήσεις του 2016 δεν συνοδεύονταν από μετάφρασή τους στα Αγγλικά ή στα Ρωσικά. Η σύγχυση που προκλήθηκε είναι δικαιολογημένη
- Ειλικρινά πιστεύω ότι η σύγχυση που προκλήθηκε είναι δικαιολογημένη.
- Αρχικά σημειώνω ότι οι Αιτήσεις του 2016 είναι εξ όψεως πανομοιότυπες με τις Αιτήσεις του 2014 αφού: α. Η γραμματοσειρά, το μέγεθος του κειμένου και γενικότερα όλη η παρουσίαση και τυπογραφία όλων των εγγράφων είναι η ίδια. β. Φέρουν τον ίδιο τίτλο (εκτός τον αριθμό), γ. Αφορούν τα ίδια μέρη, δ. Το κείμενο φαίνεται να είναι το ίδιο, ε. Ο όγκος των εγγράφων είναι παρόμοιος.
- Πέραν της πανομοιότυπης όψης των Αιτήσεων του 2014 και 2016, η Leisler μετά από συμβουλή του γραφείου μας και έχοντας δει μεταφράσεις των Αιτήσεων του 2016, αντιλαμβάνεται τώρα ότι: α. Το κείμενο των Αιτήσεων του 2016 είναι ουσιαστικά πανομοιότυπο με το κείμενο των Αιτήσεων του
- β. Οι Αιτήσεις του 2016 και οι Αιτήσεις του 2014, συντάχθηκαν και καταχωρίστηκαν από το ίδιο δικηγορικό γραφείο. γ. Ακόμη και ο ενόρκως δηλών είναι ο ίδιος στις Αιτήσεις του 2014 και τις Αιτήσεις του
- Συνεπώς, όταν η Leisler έλαβε τις σαρώσεις των Αιτήσεων του 2016, αφελώς θεώρησε ότι αφορούσαν τις Αιτήσεις του 2014 και ενέπιπταν στα πλαίσια της έρευνας δέουσας επιμέλειας πελάτη.
- Έχοντας γνώση του ιστορικού του ζητήματος και ειδικά του γεγονότος ότι οι Αιτήσεις του 2014 είχαν αποσυρθεί από την VTB καθώς και τις περιστάσεις και τους όρους υπό τους οποίους αποσύρθηκαν, η Leisler αγνόησε τα εν λόγω έγγραφα. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης
- Στις 31/7/2017 επιδόθηκαν στον Πάροχο, στο εγγεγραμμένο γραφείο της Leisler, τέσσερα έγγραφα. Οι σαρώσεις των εν λόγω εγγράφων αποστάληκαν στην Leisler από τον Πάροχο την 1/8/
- Η Leisler αντιλαμβάνεται πλέον, έχοντας λάβει νομική συμβουλή το γραφείο μας, ότι τα έγγραφα αυτά είναι ειδοποιήσεις απαίτησης γνωστά στο Κοινοδίκαιο ως «statutory demand» και αποτελούν μία εκ των μεθόδων έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης. Επισυνάπτω αντίγραφα των ειδοποιήσεων απαίτησης ως Τεκμήρια 9, 10, 11 , και 12 αντίστοιχα (οι «Ειδοποιήσεις»).
- Όπως με ενημερώνουν οι αξιωματούχοι της Leisler, στα μάτια τους τα έγγραφα αυτά δεν ήταν τίποτα παραπάνω από απλά έγγραφα που σχετίζονταν με τις Ρωσικές αποφάσεις. Εντούτοις, όταν πρόσεξαν ότι στο Ρωσικό κείμενο των Ειδοποιήσεων γίνονταν αναφορές σε νέες διαδικασίες το 2016 καθώς και σε αποφάσεις, θεώρησαν ορθό να αποταθεί σε δικηγόρους για περαιτέρω συμβουλή. Για τον λόγο αυτό καθώς και επειδή την περαιτέρω συμβουλή.
- Έχοντας δει την σάρωση των Ειδοποιήσεων που μας προώθησε η Leisler, εξηγήσαμε ότι οι Ειδοποιήσεις αναφέρονταν σε νέες Κυπριακές διαδικασίες που καταχωρήθηκαν το 2016 και σε αποφάσεις που εκδόθηκαν το
- Όπως με ενημερώνουν οι αξιωματούχοι της Leisler, μετά από την αρχική αυτή συμβουλή, ανέτρεξαν στα έγγραφα της εταιρείας σε συνεργασία με τον Πάροχο και τότε ήταν που αντιλήφθηκαν τι είχε γίνει με τις Αιτήσεις του 2016
- Μετά την διαπίστωση αυτή, ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, η μετάφραση στην Ρωσική όλων των σχετικών εγγράφων και η επικοινωνία της Leisler με το γραφείο μας για την ενημέρωσή τους αναφορικά με το πλήρες ιστορικό του ζητήματος.
- Κατόπιν μελέτης των εγγράφων και διευκρινίσεων για το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο του ζητήματος, συμβουλεύσαμε την Leisler ότι μπορούσε να καταχωρήσει αιτήσεις παραμερισμού των αποφάσεων των Αιτήσεων του 2016 και ότι είχε καλή υπόθεση.
- Σύντομα μετά την συμβουλή αυτή η Καθ' ης η Αίτηση μας έδωσε οδηγίες να προχωρήσουμε ανάλογα και αρχίσαμε να ετοιμάζουμε αιτήσεις παραμερισμού για τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στις Αιτήσεις του
- Ο χρόνος που μεσολάβησε ήταν αναγκαίος για να συνταχθούν οι Αιτήσεις και να οριστικοποιηθεί το κείμενο της παρούσας ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω, έγιναν προσπάθειες όπως διευθετηθεί πρόσφορη ημερομηνία για να μεταβεί στην Κύπρο αξιωματούχος της Καθ' ης η Αίτηση και να ορκιστεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Η Αίτηση Εκκαθάρισης
- Αναφέρω παρενθετικά ότι ενόσω ετοιμαζόμασταν να καταχωρήσουμε τις αιτήσεις παραμερισμού επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Leisler, δέσμη εγγράφων, η οποία είναι πιστό αντίγραφο της δέσμης της αίτησης εκκαθάρισης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 1076/2017 («η Αίτηση Εκκαθάρισης»), την οποία καταχώρισε η VTB. Επισυνάπτω αντίγραφο της Αίτησης Εκκαθάρισης, με την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, χωρίς τα τεκμήρια της (λόγω όγκου), ως Τεκμήριο
- Όταν απεστάλη σάρωση της Αίτησης Εκκαθάρισης στην Leisler, αυτή την προώθησε σε εμάς. Εμείς την πληροφορήσαμε ότι έχει βάσιμους λόγους ένστασης στην Αίτηση Εκκαθάρισης και αυτή με την σειρά της μας έδωσε οδηγίες να εμφανιστούμε εκ μέρους της και να καταχωρήσουμε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. ...». Παραπέμποντας στη συνέχεια στο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ της αιτήτριας και της καθ' ης η αίτηση, εξηγεί ότι αυτή προέκυψε όταν η τελευταία απέκτησε την τράπεζα Trust Credit Bank, της οποίας η αιτήτρια αποτελούσε ειδικής χρήσης θυγατρική. Η VTB, προκρίνει ο ομνύων, αντί να επιλύσει τα ζητήματα καθυστέρησης που παρουσιάστηκαν στην εξυπηρέτηση των δανείων ενεχυροδανεισμού της αιτήτριας από την Trust Credit Bank, αποτάθηκε άμεσα στα Ρωσικά δικαστήρια για να ανακτήσει τα δάνεια της Leisler. Αποδίδοντας τις ενέργειες της VTB σε κακοπιστία και σε προσπάθεια της να εξασκήσει αθέμιτη πίεση στην Leisler για να εξαναγκάσει την τελευταία να παραδώσει τα εισπρακτέα της στην VTB σε εξευτελιστική τιμή, υποστηρίζει ότι τούτο καταδεικνύεται από το γεγονός ότι: «α. Η Leisler δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο. β. Όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Leisler (ήτοι τα εισπρακτέα από τα δάνεια και όλα τα οχήματα την αγορά των οποίων χρηματοδότησε η Leisler) βρίσκονται στην Ρωσία. γ. Η VTB δεν έχει προχωρήσει με ουσιαστικά μέτρα εκτέλεσης στην Ρωσία ή την Κύπρο.» Αποτελεί θέση του ως άνω ομνύοντα πως παρά το γεγονός η VTB γνώριζε πως το σωστό βήμα για την εκτέλεση των Ρωσικών αποφάσεων ήταν η Ρωσία, εντούτοις, το 2016 δοκίμασε ξανά την τύχη της. Υποδεικνύοντας παράλληλα, στη βάση πληροφόρησης που έλαβε από Ρώσους δικηγόρους, διάφορους λόγους που ως ο ίδιος υποστηρίζει ώθησαν την VTB να παρακάμψει τη νόμιμη διαδικασία και την ως άνω Συνθήκη, με αποτέλεσμα να λάβει παράτυπα μέτρα κατευθείαν στην Δημοκρατία για την εκτέλεση των Ρωσικών αποφάσεων που εξασφάλισε αντί να αποταθεί στα Ρωσικά δικαστήρια, σημειώνει ότι: «
- .. εσκεμμένα καθυστέρησε την λήψη μέτρων μετά τις αποφάσεις για να μην την ανησυχήσει και να διατηρήσει την πλάνη της αυτή για όσο διάστημα μπορούσε. Τούτο θα εξυπηρετούσε την VTB στο ότι θα μπορούσε μετά να επικαλείται την καθυστέρησή της να εμφανιστεί, ως λόγο ένστασης στον παραμερισμό απόφασης. Τα ακόλουθα γεγονότα υποστηρίξουν την πεποίθησή της. Η VTB επέδωσε τις αιτήσεις τον Δεκέμβριο του 2016 και εξασφάλισε την έκδοση της Κυπριακής Απόφασης τον Ιανουάριο του
- Εντούτοις: α. Η VTB δεν έλαβε διαβήματα άμεσα αλλά περίμενε ΕΠΤΑ
(7)σχεδόν μήνες μετά την έκδοση της απόφασης για να επιδώσει τις Ειδοποιήσεις, β. Καταχώρησε την Αίτηση Εκκαθάρισης ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ
(4)μήνες μετά από την επίδοση των Ειδοποιήσεων.
- Πράγματι, πιστεύω ότι ακόμη και τα χρονικά σημεία στα οποία η VTB επέλεξε να επιδώσει τα έγγραφα δείχνουν την κακοπιστία της και την πρόθεσή της να «χαθεί» το ζήτημα, αφού οι Αιτήσεις του 2016 επιδόθηκαν κοντά στις χειμερινές διακοπές ενώ οι Ειδοποιήσεις επιδόθηκαν στο απόγειο των θερινών διακοπών». Εάν η αιτήτρια, καταλήγει ο ομνύων, αντιλαμβανόταν ότι οι αιτήσεις του 2016 αφορούσαν νέα διαδικασία, διακριτή από τις αιτήσεις του 2014, θα ήταν αφύσικο, παράδοξο και παράλογο να μην εμφανιστεί στις αιτήσεις του 2016 όπως έπραξε το
- Τυχόν δε εμφάνιση της στη διαδικασία θα είχε σαν αποτέλεσμα την προβολή της νομικά αδιαμφισβήτητης υπεράσπισης της ότι τα Κυπριακά δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να αναγνωρίσουν την απόφαση κατά παράβαση της διακρατικής συμφωνίας. Η VTB, υποστηρίζει, εσκεμμένα καθυστέρησε στην λήψη μέτρων μετά τις αποφάσεις για να μην ανησυχήσει την Leisler και να διατηρήσει την ως άνω πλάνη της αυτή για όσο διάστημα μπορούσε. Κάτι τέτοιο θα την εξυπηρετούσε καθότι θα μπορούσε να επικαλείται την καθυστέρηση να εμφανιστεί στη διαδικασία ως λόγο ένστασης σε παραμερισμό της απόφασης. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν έλαβε οποιαδήποτε διαβήματα άμεσα αλλά περίμενε επτά
(7)σχεδόν μήνες μετά την έκδοση της απόφασης για να επιδώσει τις σχετικές ειδοποιήσεις ενώ προχώρησε στην αίτηση εκκαθάρισης τέσσερις
(4)μήνες μετά από την επίδοση των σχετικών ειδοποιήσεων. Το ως άνω διάβημα της Leisler, προκάλεσε την αντίδραση της VTB, η οποία προχώρησε στην καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Στην ως άνω ένσταση, ως οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, πέραν από τη νομική βάση επί της οποίας αυτή στηρίζεται προβάλλονται και οι λόγοι επί των οποίων εδράζεται. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. «
- Η υπό κρίση Αίτηση συνιστά καταφρόνηση και/ή κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, γίνεται υπερβολικά καθυστερημένα και/ή κακόπιστα και αποτελεί και/ή χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης της Καθ' ης η Αίτηση και/ή προσβολής της άσκησης των νομίμων δικαιωμάτων της όπως αυτά προκύπτουν από την Απόφαση ημερομηνίας 09/02/2017 («η Απόφαση»), και/ή σκοπεί στην προώθηση παράνομων και/ή αλλότριων και/ή αθέμιτων σκοπών και/ή στον εκτροχιασμό της ακρόασης της Αίτησης Εκκαθάρισης με αριθμό 1076/16 («η Αίτηση Εκκαθάρισης») και/ή στο να στερήσει στην Καθ' ης η Αίτηση από το δικαίωμα της και/ή δυνατότητα να προωθήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις νόμιμες αξιώσεις της.
- Το Δικαστήριο στερείται υπό τις περιστάσεις εξουσία χορήγησης των αιτούμενων θεραπειών και/ή το ένδικο μέσο που χρησιμοποιείται δεν είναι το ορθό και/ή παράτυπα και/ή αντικανονικά προωθείται Αίτηση παραμερισμού αντί Έφεσης και/ή μετά που η προθεσμία καταχώρησης Έφεσης παρήλθε και/ή η απόφαση κατέστη τελεσίδικη και/ή η Αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.
- Η Αίτηση καταχωρίστηκε υπερβολικά και/ή αδικαιολόγητα καθυστερημένα και/ή μετά που παρήλθε η ανατρεπτική προθεσμία καταχώρησης Έφεσης και/ή μετά που η Αιτήτρια βρέθηκε αντιμέτωπη με την Αίτηση Εκκαθάρισης και/ή ύστερα από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά που η Αιτήτρια είχε γνώση για την διαδικασία έκδοσης της Απόφασης και/ή της έκδοσης της. Η Αιτήτρια δεν δικαιολογεί επαρκώς και/ή καθόλου την υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη δικαστικών μέτρων για παραμερισμό της Απόφασης.
- Με την Αίτηση της η Αιτήτρια και/ή τη συνοδεύουσα την Αίτηση ένορκη δήλωση η Αιτήτρια δεν δικαιολογεί επαρκώς και/ή καθόλου την παράλειψη εμφάνισης της στην Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο πριν την έκδοση της Απόφασης και/ή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι ατεκμηρίωτοι και/ή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και/ή είναι προφανώς αβάσιμοι και/ή κατασκευασμένοι και/ή ψευδείς.
- Δεν αποδεικνύονται, ούτε συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του διατάγματος παραμερισμού της Απόφασης και/ή η Αιτήτρια δεν προβάλλει και/ή δεν αποκαλύπτει σοβαρή και/ή καλή υπεράσπιση στην Κυρίως Αίτηση και προβάλλονται αόριστοι και/ή αναληθείς και/ή άσχετοι ισχυρισμοί για την ύπαρξη δήθεν καλής υπεράσπισης.
- Το Δικαστήριο κατά την έκδοση της Απόφασης και μέχρι σήμερα είχε και έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Κυρίως Αίτηση και να εκδώσει διάταγμα αναγνώρισης αλλοδαπής απόφασης στη βάση της.
- Η Αίτηση βασίζεται σε ανεπαρκείς και/ή λανθασμένους λόγους και/ή δεν στηρίζεται επί του αναγκαίου πραγματικού και/ή νομικού υποβάθρου και/ή η συνοδεύουσα την Αίτηση ένορκη δήλωση δεν παραθέτει επαρκή γεγονότα και/ή είναι ανεπαρκής και/ή αόριστη και/ή ασαφής και/ή αντιφατική και/ή περιέχει ισχυρισμούς άσχετους και/ή αντιφατικούς και/ή κατασκευασμένους και/ή ψευδείς, ώστε να μην δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και το Δικαστήριο δέον να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς απόρριψή της αίτησης.
- Ο ενόρκως δηλών που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκώς και/ή καθόλου την πηγή γνώσης του σε σχέση με τους ισχυρισμούς που παραθέτει και είναι ορθό όπως η εν λόγω ένορκη δήλωση αγνοηθεί.
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη και στοχεύει αποκλειστικά στην παρακώλυση της εκτέλεσης της Απόφασης και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή σκοπός της είναι η όσον το δυνατόν μεγαλύτερη παρέλκυση και/ή καθυστέρηση της περαιτέρω προώθησης της διαδικασίας και/ή της λήψης μέτρων εκτέλεσης και/ή των μέτρων που η Αιτήτρια δικαιούται να λάβει ως εκ της έκδοσης της προσβαλλόμενης Απόφασης και/ή ως εκ της επίδοσης στην Αιτήτρια επιστολών απαίτησης πληρωμής εξ αποφάσεως χρεών και/ή η Αιτήτρια δεν δηλώνει ετοιμότητα να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε όρο ήθελε διατάξει το Δικαστήριο σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης της.
- Η Αίτηση της Αιτήτριας τελεί σε αντίθεση με την αρχή της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και την αρχή της οριστικότητας και/ή τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων και/ή τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα συνιστούσε παραβίαση και/ή θα απόληγε σε παρεμπόδιση της ορθής, ουσιαστικής, αποτελεσματικής και/ή ταχείας και/ή απρόσκοπτης απονομής της δικαιοσύνης και/ή τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ο παραμερισμός της Απόφασης δεν θα είχε καμία χρησιμότητα.
- Δεν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις και/ή τα κριτήρια και/ή παράγοντες που σύμφωνα με τη Νομολογία και/ή τη Νομοθεσία και/ή τους σχετικούς Κανονισμούς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για έκδοση διατάγματος τέτοιας φύσης». Την ένσταση υποστηρίζει επίσης μακροσκελής ένορκη δήλωση της XXXXX Αντωνίου, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την καθ' ης η αίτηση. Με την ως άνω δήλωσή της η Α. Αντωνίου, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Αποτελεί ανάμεσα σε άλλα θέση της ομνύουσας ότι χρησιμοποιείται από την πλευρά της αιτήτριας εσφαλμένο δικονομικό μέσο προσβολής της απόφασης του δικαστηρίου, σημειώνοντας ταυτόχρονα πως σε κάθε περίπτωση δεν εγείρεται οποιαδήποτε ουσιαστική υπεράσπιση δυνάμενη να προβληθεί σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση παρά μόνο νομικά ζητήματα και ενστάσεις οι οποίες θα έπρεπε να εγερθούν σε προγενέστερο στάδιο. Ενστάσεις που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζει αβάσιμες, αφού στηρίζονται σε παρερμηνεία άρθρων της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου όπως έχει κυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο 172(Ι)/
- Υποδεικνύοντας ότι η προώθηση της κυρίως αίτησης στηρίχθηκε και στις πρόνοιες του Ν.121(Ι)/2000, όπου δίδεται η δυνατότητα καταχώρησης της αίτησης αναγνώρισης απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που διαμένει ο εξ αποφάσεως οφειλέτης, παραπέμπει ταυτόχρονα σε νομική γνωμάτευση Ρωσικού δικηγορικού οίκου όπου επεξηγείται ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο τα Ρωσικά δικαστήρια εφαρμόζουν την ως άνω Συνθήκη Κύπρου - Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Ρωσικής Ομοσπονδίας πλέον) ειδικότερα σε συνάρτηση με το άρθρο
- Εκ μέρους της αιτήτριας, υποστηρίζει, προκρίνεται μια τυπολατρική και αποσπασματική προσέγγιση στα όσα προνοεί η ως άνω Συνθήκη. Σε κάθε περίπτωση, παραπέμποντας σε όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση εγγραφής της Ρωσικής απόφασης, ειδικότερα στην αναφορά ότι: «Αιτήτρια δραστηριοποιείται στη Ρωσία και στο εξωτερικό και διαθέτει παρουσία και/ή διεξάγει εργασίες στην Κύπρο μέσω και/ή με τη Russia Commercial Bank (RCB Bank Ltd) η οποία αποτελεί οργανισμό του Ομίλου της αιτήτριας και παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις και άλλες συναφείς υπηρεσίες» σημειώνει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση τέθηκε μαρτυρία σε σχέση με την παρουσία της VTB στην Κύπρο, ως νομικού προσώπου που μπορεί να διαμένει σε πολλαπλές δικαιοδοσίες εφόσον δραστηριοποιείται σε αυτές. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τις προβαλλόμενες θέσεις εκ μέρους της αιτήτριας όσον αφορά το δικαιολογημένο της μη εμφάνισης της τελευταίας στη διαδικασία, υποστηρίζει ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι δεν μπορούν να αντέξουν στη βάσανο της λογικής αποτελούμενοι από φανερά «υστεροκατασκευασμένες» σκέψεις. Είναι φανερή η προσπάθεια της αιτήτριας, υποστηρίζει, να μεταφερθούν ευθύνες και παραλείψεις της στους ώμους της VTB και να κατηγορηθεί η τελευταία για το γεγονός ότι η αιτήτρια παρέλειψε να εμφανιστεί στη διαδικασία. Το γεγονός άλλωστε ότι προγενέστερες αιτήσεις του 2014 αποσύρθηκαν με επιφύλαξη των δικαιωμάτων για καταχώρηση νέων αιτήσεων, γεγονός που γνώριζαν οι συνήγοροι της αιτήτριας, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί όσα αβάσιμα προβάλλονται από την πλευρά της αιτήτριας για το ζήτημα. Παραπέμποντας στην απόφαση ημερομηνίας 27.06.2014 που εκδόθηκε στα πλαίσια της VTB Bank (Public Joint-Stock Company) ν. Taruta Sergey Alexeveich, Γενική Αίτηση 378/2014, υποστηρίζει ότι αυτή εκδόθηκε στη βάση διαφορετικών γεγονότων από αυτά που υποστηρίζουν την υπό συζήτηση περίπτωση εστιάζοντας ειδικότερα στο γεγονός ότι σε εκείνη την περίπτωση δεν είχε γίνει ρητή αναφορά στην παρουσία της καθ' ης η αίτηση στην Κύπρο κατά τρόπο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει συμπέρασμα πολλαπλής διαμονής. Σχολιάζοντας γενικότερα την αντίδραση και συμπεριφορά της αιτήτριας, υποστηρίζει ότι ουσιαστικά η τελευταία προσπαθεί να παραπλανήσει το δικαστήριο σε σχέση με το χρόνο τον οποίο έγινε αντιληπτό από την ίδια ότι οι γενικές αιτήσεις του 2016 δεν είχαν σχέση με αυτές του
- Χαρακτηρίζοντας υπέρμετρη και αδικαιολόγητη την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης, παραπέμποντας στην εξέλιξη των γεγονότων υποδεικνύει ότι η αιτήτρια ουσιαστικά προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, προσπαθώντας παράλληλα να συγχύσει σε σχέση με τις ημερομηνίες κατά τις οποίες αντιλήφθηκε πως οι γενικές αιτήσεις του 2016 δεν ήταν εκείνες του 2014 και το πότε έδωσε οδηγίες ετοιμασίας των σχετικών αιτήσεων παραμερισμού. Περαιτέρω απορρίπτει κατηγορηματικά τις προβαλλόμενες θέσεις περί κακοπιστίας της VTB, σημειώνοντας το γεγονός ότι η κυρίως αίτηση προωθήθηκε διά κλήσεως και ότι δεόντως επιδόθηκε στην πλευρά της Leisler η οποία παρέλειψε να εμφανιστεί στη διαδικασία. Ουσιαστικά, ως προκρίνει, από την όλη συμπεριφορά της αιτήτριας δικονομική ή άλλως πως, διεφάνη ότι η ίδια δεν ενδιαφερόταν να υπερασπιστεί τον εαυτό της ως προς την ουσία των απαιτήσεων ενώ με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης προσπαθεί να εμποδίσει την εκτέλεση των Ρωσικών αποφάσεων οι οποίες ενεγράφησαν ήδη στην Κύπρο καθ' ον χρόνο μάλιστα δεν εμφανίστηκε ούτε στις Ρωσικές διαδικασίες ούτε ενώπιον των Κυπριακών δικαστηρίων στα πλαίσια των αιτήσεων που προωθήθηκαν επί τούτου το
- Συνοψίζοντας τη θέση του καταλήγει ότι: «
- Θα ήθελα να συνοψίσω τις ημερομηνίες που αφορούν στην καταχώρηση και επίδοση των σχετικών με την παρούσα εγγράφων για να αναδειχθεί η καταφρονητική και περιφρονητική συμπεριφορά της Αιτήτριας: (α) οι Γενικές Αιτήσεις του 2016, επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας όπου βρίσκονται δύο
(2)διευθύντριες της Αιτήτριας, στις 06/12/
- Οι εν λόγω αιτήσεις επιδόθηκαν σε δικηγόρο. (β) οι Γενικές Αιτήσεις του 2016 έχουν διαφορετικό αριθμό, διαφορετική ημερομηνία καταχώρησης και διαφορετική ημερομηνία εμφάνισης από εκείνες του
- Οι Γενικές Αιτήσεις του 2016 ήταν τέσσερεις, ενώ εκείνες του 2014 ήταν τρεις. (γ) οι επιστολές απαίτησης πληρωμής επιδόθηκαν στην διευθύντρια της Αιτήτριας στην Κύπρο, στις 31/07/
- Οι επιστολές απαίτησης πληρωμής αναφέρονται ξεκάθαρα σε Γενικές Αιτήσεις του 2016 και σε αποφάσεις που εκδόθηκαν το
- Τα μέλη της διεύθυνσης της Αιτήτριας που βρίσκονται στην Ρωσία αντιλήφθηκαν ότι οι επιστολές απαίτησης πληρωμής αφορούσαν νέες αιτήσεις του 2016 και αποφάσεις του 2017 από τουλάχιστον τον Αύγουστο του
- (δ) η Αίτηση Εκκαθάρισης επιδόθηκε στην Αιτήτρια στις 23/11/
- (ε) οι Αιτήσεις παραμερισμού των Κυπριακών Αποφάσεων, συμπεριλαμβανόμενης της παρούσας, καταχωρήθηκαν στις 14/02/
- 32.Τέλος θα ήθελα να αναφέρω ότι η Αιτήτρια δεν έχει καλή υπεράσπιση στην Κυρίως Αίτηση (η οποία υπεράσπιση της έγκεπαι μόνο στην διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 27 της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας), έχει αδικαιολόγητα και υπερβολικά καθυστερήσει στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης εφόσον γνώριζε τουλάχιστον από τις 01/08/2017 ότι οι επιστολές απαίτησης πληρωμής αφορούσαν σε διαδικασίες του 2016 και αποφάσεις του 2017 και όχι σε εκείνες του 2014, δεν έχει προσφέρει καμία πειστική εξήγηση γιατί δεν εμφανίστηκε αλλά περιφρόνησε/αγνόησε τις δικαστικές διαδικασίες και ο παραμερισμός της Απόφασης δεν θα έχει καμία χρησιμότητα. Η Αιτήτρια εκμεταλλεύεται την δικαστική διαδικασία για να αποφύγει την συμμόρφωση της με τις υποχρεώσεις της, και αυτή η καταχρηστική συμπεριφορά θεωρώ ότι δεν είναι δίκαιο να επιτραπεί από το Δικαστήριο. Η τελεσιδικία της Απόφασης και η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, μπορούν και πρέπει να διασφαλιστούν από το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση». Οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις ικανές εισηγήσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν και ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν διαμετρικά αντίθετες θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Με πολλή προσοχή το δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με τα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Οι διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών με βάση τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει ή να θέσει εκ ποδών μία απόφαση η οποία λήφθηκε συνεπεία παράλειψης ενός εκ των διαδίκων να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια στα πλαίσια της διαδικασίας, περιέχονται στη Δ.17 Θ.10, Δ.26 θ.14 και Δ.33 Θ.5. Έχοντας υπόψη τις πραγματικές περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, είναι φανερό το δικονομικό διάβημα το οποίο θα έδει να ακολουθηθεί για την επίτευξη της αιτούμενης θεραπείας, δεν μπορεί να είναι άλλο παρά αυτό που περιγράφεται στη Δ.17 Θ.10 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.17 Θ.10 αφορά παραμερισμό αποφάσεων οι οποίες λήφθηκαν (in default of appearance), λόγω δηλαδή παράλειψης εμφανίσεως του εναγομένου στο πολύ αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Αφορά δηλαδή την περίπτωση όπου το κλητήριο ένταλμα της αγωγής ή κατ' αναλογία το εναρκτήριο μέσο μιας διαδικασίας επιδόθηκε με το δέοντα τρόπο στον εναγόμενο- καθ' ου η αίτηση, ο τελευταίος δε, παρέλειψε να εμφανιστεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας και ο ενάγοντας-αιτητής προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσης του, εξασφαλίζοντας σχετική δικαστική απόφαση. Είναι φανερό, από το λεκτικό της πιο πάνω διαταγής, η οποία τέθηκε ως νομική βάση της αίτησης, ότι ο παραμερισμός ή όχι ήδη εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βάρος για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης, βρίσκεται επί των ώμων του αιτητή, ο οποίος, όχι μόνο θα πρέπει να καταδείξει μια καλή υπεράσπιση - που ως αναδύεται από τη νομολογία αποτελεί το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη - αλλά και να θεμελιώσει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία. Οι παράμετροι δηλαδή που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας κατά την κρίση αιτήσεων του είδους, ως έχουν εξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, συνοψίζονται, αφενός στην παρουσίαση από τον αιτητή ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και αφετέρου στην κατάδειξη επαρκούς δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση. Βλέπε υποθέσεις Evans ν Bartlam
(1937)2 All ER 646, Phylactou v Michael
(1982)1 ΑΑΔ 204, Ζήνων Μερκής ν Yiannoukas Holiday Ltd and another
(1994)1 ΑΑΔ 736, KCP Commission Agents and Importers Ltd κ.α. v A. Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415, Mine and Quarry Services Ltd ν Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26,Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν Marialla Construction Ltd
(1996)1 (Β) ΑΑΔ 1129, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. v Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) ΑΑΔ 28, Miluca Motor Trading Ltd ν Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 941, Κλεάνθους ν Tradex Ltd
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 988, Λευκίδου ν Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 528 και Πανίκκου Λοϊζου κ.α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 778, Χατζηνικολάου υ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1179 και Sabine Zehil ν. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678, Pechtchachanskaia v. Esipovich, Π.Ε. 310/2010, ημερ. 20.06.2014 και Wakeham v. Bhatti και άλλος ECLI:CY:AD:2016:A255, Π.Ε. 49/2011, ημερ. 25.5.2016. Σύμφωνα εξάλλου με την πιο πάνω νομολογία, το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας έχει να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: Α. Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης και Β. Την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, (finality of judgements) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη, αλλά και γενικότερα στην κοινωνία. Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει καταδειχθεί με εμφαντικό τρόπο στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ (ανωτέρω) όπου ο πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (Δικαστής όπως ήταν τότε) κ. Αρτεμίδης αναφέρει και τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα έχουν επανειλημμένα. συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσης κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans - ν - Bartlam (ανωτέρω) στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης." Στην υπόθεση Phylactou v Michael (ανωτέρω) ο πρώην Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας κ. Πικής, (Δικαστής όπως ήταν τότε) εξηγώντας τις αρχές πάνω στις οποίες απόφαση που δόθηκε λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης μπορεί να παραμεριστεί, υπέδειξε ότι το έργο του Δικαστή όταν εξετάζεται αίτηση για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία, (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων, αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πάνω στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης. Όπως εξάλλου έχει τονιστεί στα πλαίσια της απόφασής στην υπόθεση Miluca Motor Trading Ltd (ανωτέρω), είναι δυνατό να απορριφθεί παρόμοιας φύσης αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Αναφέρονται χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα στην πιο πάνω απόφαση: "Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελόσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή." Σε σχέση με τη σημασία του παράγοντα χρόνου και γενικά της καθυστέρησης στην καταχώριση αίτησης παραμερισμού, καθόλα διαφωτιστικός είναι επίσης ο λόγος των αποφάσεων στις υποθέσεις Λαϊκή Κυπρ. Τραπ. (Χρημ.) Λτδ ν Ιακώβου
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 457 και Βοθροτέξ Λτδ ν Φωτάκη
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 339, όπου υποδείχθηκε ότι ο παράγοντας της αδικαιολόγητης παράλειψης του εφεσίβλητου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και της καθυστέρησης στη λήψη μέτρων παραμερισμού εκδοθείσας απόφασης, αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη και ο οποίος δεν μπορεί με ευκολία να παραγνωρίζεται. Οι αρχές που υιοθετούνται στις περιπτώσεις που διάδικος παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του, εντοπίζονται μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σκάρος ν Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 291 και Phylactou v Michael (ανωτέρω). Στην τελευταία, υποδεικνύεται πως παρά το γεγονός ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, εντούτοις (σε ελεύθερη δική μου μετάφραση): «... εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση απασχολεί κατά προτεραιότητα η κατάδειξη ή μη από την πλευρά των αιτητών, συζητήσιμης υπεράσπισης. Ως εύκολα γίνεται κατανοητό, προκρίνεται από την πλευρά τους ζήτημα δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί εξ αρχής της Γενικής αίτησης αναγνώρισης και εγγραφής της ως άνω απόφασης του Ρωσικού Διαιτητικού δικαστηρίου, ως αυτή προωθήθηκε από την πλευρά της VTB. Ουσιαστικά, προτάσσουν ότι η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και η επακόλουθη έκδοση σχετικής απόφασης, έγινε κατά παράβαση ρητών προνοιών της σχετικής Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, πραγματικότητα και θεμελιακό ελάττωμα που διαπερνά ολόκληρη τη δικαστική διαδικασία και επιβάλλει, ως προτείνουν, άνευ ετέρου «ex debito justitiae» τον παραμερισμό της απόφασης. Είναι γεγονός ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου αποτελεί θέμα δημόσιας τάξης το οποίο ούτως ή άλλως μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. (βλ. Inofx Global Limited v Χριστάκης Αλεξάνδρου & Υιοί Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2017:A103, ΠΕ 338/2016, ημερ. 23.03.2017). Στην υπόθεση Μούρτζινος v Global Cruises S.A.
(1992)1 ΑΑΔ 1160 υπεδείχθη μεταξύ άλλων ότι η τοποθέτηση του δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας, δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Τα άρθρα 26 και 27 της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου, ως έχει κυρωθεί από τη Δημοκρατία με τον Κυρωτικό Νόμο 172/86, προβλέπουν: «Άρθρο 26 Διαδικασία Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Δικαστικών Αποφάσεων
- Για το σκοπό εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων που αναφέρονται στο Άρθρο 23, τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση θα εκδίδουν απόφαση που να επιτρέπει τέτοια εκτέλεση. Η παραγγέλλουσα αρχή πρέπει να ενημερώνεται για την έκδοση τέτοιας απόφασης.
- Κατά τη χορήγηση της άδειας εκτέλεσης το δικαστήριο θα περιορίζεται στο να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των Άρθρων 24 και 25 καθώς και οι απαιτήσεις του Άρθρου
- Η διαδικασία εξασφάλισης της άδειας για εκτέλεση, καθώς και η διαδικασία της εκτέλεσης θα διέπεται από το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Άρθρο 27
- Η αίτηση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης θα υποβάλλεται σε δικαστική αρχή του τόπου της έκδοσης της. Η αρχή αυτή θα διαβιβάζει την αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
- Αν το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση για εκτέλεση διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους όπου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση, η αίτηση μπορεί επίσης να υποβάλλεται απ' ευθείας στο αρμόδιο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου τούτου Μέρους». Στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι αιτητές, παραπέμποντας στις πρόνοιες του άρθρου 27 της Συνθήκης (Ν. 172/86), προτάσσουν ότι με δεδομένο ότι η Ρωσική εταιρεία VTB (που υπέβαλε την αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης) δεν διαμένει μόνιμα ή προσωρινά στην Κύπρο, δεν παρέχεται η δυνατότητα υποβολής απευθείας της σχετικής αίτησης αναγνώρισης και εκτέλεσης της Ρωσικής απόφασης στα δικαστήρια της Δημοκρατίας. Στον αντίποδα, η πλευρά της καθ' ης η αίτηση, ως έχει ήδη σημειωθεί, προκρίνει τη θέση πως καθ' ην έκταση η αιτήτρια VTB δραστηριοποιείται όχι μόνο στη Ρωσία αλλά και στο εξωτερικό, θα πρέπει να θεωρηθεί νομικό πρόσωπο που μπορεί να διαμένει σε πολλαπλές δικαιοδοσίες, μία εκ των οποίων είναι και η Κυπριακή, υποδεικνύοντας ειδικότερα ότι σε σχέση με την Κύπρο διεξάγει εργασίες στη Δημοκρατία μέσω της Russia Commercial Bank (RCB Bank Limited) που ως διατείνεται αποτελεί οργανισμό που ανήκει στον όμιλο της αιτήτριας. Έχει απασχολήσει δικαστήρια της Δημοκρατίας το ειδικότερο ζήτημα της δρομολόγησης της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων στη βάση των προνοιών του ως άνω κυρωτικού νόμου (Ν. 127/86)της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου. Στην υπόθεση OAΟ Baltiyskiy Bank v Artur Vladimirovich Kirilenco Aίτ. Αρ. 1339/09, ημερ. 8.4.11, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λ. Παρπαρίνος (ΠΕΔ όπως ήταν τότε), σε αντίστοιχη αίτηση Ρωσικής Τράπεζας, σχολιάζοντας τα σχετικά άρθρα της ως άνω Συνθήκης, υπέδειξε μεταξύ άλλων ότι: «Από το συνδυασμό των Άρθρων αυτών φαίνεται ότι είναι δυνατή η παρουσίαση αιτήσεις δι' αναγνώρισιν και εκτέλεση Δικαστικής απόφασης είτε από Δικαστική αρχή του τόπου της έκδοσης της Δικαστικής απόφασης - άρθρον 27
(1)είτε απευθείας από το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση νοουμένου ότι διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή εις το έδαφος του Συμβαλλομένου μέρους που επιδιώκεται να εκτελεσθή η Δικαστική απόφαση. Εις την υπό εξέταση αίτηση όπου αναφέρεται στην παράγρ. 3 - ένορκη δήλωση του Α. Andreev η αιτήτρια είναι τραπεζικός οργανισμός εις την Αγία Πετρούπολη και ο Καθ΄ ου η αίτηση είναι Ρώσος υπήκοος που διαμένει εις την λεωφ. Kamennoostrovsky 16, διαμ. 40 Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αίτηση υποβλήθη απευθείας από την άνω αιτήτρια που δεν έχει μόνιμη ή προσωρινή διαμονή εις την Επαρχία Λευκωσίας, τότε φαίνεται ότι δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του Άρθρου 27
(2).» Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Dalemont Limited,
(2013)1 (Α) ΑΑΔ 1 ο ίδιος πιο πάνω Δικαστής, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση προνομιακού εντάλματος (certiorari), ασχολούμενος με το ζήτημα υπέδειξε επίσης ότι: «Από το συνδυασμό των Άρθρων αυτών φαίνεται ότι είναι δυνατή η παρουσίαση αιτήσεις γι' αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικής απόφασης είτε από δικαστική αρχή του τόπου της έκδοσης της δικαστικής απόφασης - Άρθρο 27
(1)είτε απευθείας από το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση νοουμένου ότι διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους που επιδιώκεται να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση (Άρθρο 27
(2)). Εδώ σύμφωνα με το υλικό ενώπιον του δικαστηρίου, η αιτήτρια είναι κυπριακή εταιρεία με έδρα τη Λευκωσία. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και τα γεγονότα όπως αυτά αναφέρονται στην αίτηση, είναι η κρίση μου ότι δημιουργείται συζητήσιμο θέμα ώστε να ενεργοποιηθεί η διαδικασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη και τη δραστικότητα που έχει η απόφαση ημερ. 28/12/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου με την ταυτόχρονη κατάργηση των προσωρινών διαταγμάτων που έχουν αναφερθεί ενωρίτερα.» Στην υπόθεση VTB Bank (Open Joint-Stock Company) v Alekseyevich, άλλως Taruta και Άλλου, Αρ. Γεν. Αίτ 378/14 (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας), στην οποία και οι δύο πλευρές αναφέρθηκαν, ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τ. Οικονόμου (ΠΕΔ όπως ήταν τότε), με την απόφασή του ημερ. 27.6.2014, αναφερόμενος στον ως άνω Κυρωτικό Νόμο (Ν. 172/86)σημείωσε πως αίτηση του είδους, καθ' ην έκταση καταχωρίστηκε κατά παράβαση της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, αποτελεί εξέλιξη που εμποδίζει την ανάληψη δικαιοδοσίας από το δικαστήριο, έχοντας στην περίπτωση εκείνη καθοριστικές κα καταλυτικές συνέπειες για ολόκληρο το διάβημα των αιτητών. Υπέδειξε καταληκτικά: «Σε ό,τι αφορά τις πρόνοιες της Συνθήκης, με το δέοντα σεβασμό δεν μπορώ να αποδεχθώ τις εισηγήσεις του ευπαιδεύτου δικηγόρου των αιτητών οι οποίες θα απέληγαν στο ανεξέλεγκτο του κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου
- Η σαφής αναφορά της Σύμβασης, ενός κειμένου με αυξημένη ισχύ, ότι η αίτηση θα υποβάλλεται σε δικαστική αρχή του τόπου της έκδοσής της, όχι μόνο δεν μπορεί να παραβλεφθεί, αλλά δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως επιβάλλουσα επιτακτική ρύθμιση. Δύο κυρίαρχα κράτη συμφώνησαν και αλληλεγγύως ρύθμισαν ότι η αίτηση για εκτέλεση απόφασής των δικαστηρίων τους θα υποβάλλεται, κατά κανόνα, στη δική τους δικαστική αρχή. Δεν μπορεί με οποιαδήποτε ερμηνεία να παρέμβουμε στην κυρίαρχη βούληση των συμβληθέντων κρατών με το σκεπτικό λ.χ. που εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών ότι το Άρθρο 27 θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του ότι το 1986, όταν οι επισκέψεις Ρώσων πολιτών στην Κύπρο ήταν σπανιότατες, ένας Ρώσος υπήκοος θα ήταν δύσκολο να προτιμούσε την καταχώριση αίτησης σε κυπριακό δικαστήριο. Αυτό φάνταζε τουλάχιστον απομακρυσμένο στο νομοθέτη, είπε. Όμως, εκείνο που έχει σημασία και θα πρέπει να τηρηθεί με αυξημένη μάλιστα υποχρέωση που ενέχει και το στοιχείο της διακρατικής δέσμευσης, είναι το κείμενο της Σύμβασης και η σαφής βούληση των δύο κρατών όπως την κατέγραψαν. Το άρθρο 24 της Σύμβασης θέτει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων και το άρθρο 25 καθορίζει ότι η Συνθήκη έχει εφαρμογή σε δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος της. Αυτά, είναι θέματα άσχετα με την πρόνοια του άρθρου 27 η οποία αναφέρεται στον τρόπο υποβολής της αίτησης και έναρξης της διαδικασίας. Η αίτηση καταχωρίστηκε κατά παράβαση της Σύμβασης. Η ανάληψη δικαιοδοσίας και η συνέχιση της διαδικασίας στο σύνολό της δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως παραβίαση της Σύμβασης. Είναι υπ' αυτή την έννοια που τίθεται θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας. ......................................... Η διαπίστωση περί έλλειψης δικαιοδοσίας υπό την έννοια που εξηγήθηκε ανωτέρω δεν μπορεί να περιοριστεί στα πλαίσια των ενδιαμέσων αιτήσεων, αλλά έχει καθοριστικές συνέπειες για το σύνολο του διαβήματος των αιτητών. Εν όψει τέτοιας διαπίστωσης το δικαστήριο στερείται εξουσίας να διενεργήσει οτιδήποτε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, πέραν του να την απορρίψει στο σύνολό της. Η κυρίως αίτηση απορρίπτεται. Οι ενδιάμεσες αιτήσεις απορρίπτονται. Τα διατάγματα παύουν να ισχύουν.» Έχοντας υπόψη όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου για το πιο πάνω ζήτημα, είναι αυταπόδεικτο κατά την αντίληψή μου ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση έχει καταδειχθεί από την πλευρά των αιτητών συζητήσιμο θέμα και υπεράσπιση, όσον αφορά γενικότερα τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να επιληφθεί του αρχικού αιτήματος αναγνώρισης και εκτέλεσης της Ρωσικής απόφασης, ζήτημα που στο τέλος της ημέρας, λόγω της φύσης του, διαπερνά ολόκληρη τη διαδικασία. Ζήτημα δικαιοδοσίας, υπό την έννοια ότι η καταχώρηση και η προώθηση της κυρίως αίτησης στην συγκεκριμένη πάντα περίπτωση εκ μέρους της VTB, δυνατόν να καταχωρίστηκε κατά παράβαση της ως άνω Συνθήκης που κυρώθηκε από την Δημοκρατία με τον νόμο 172/
- Δεν παραβλέπω ασφαλώς τη διάσταση των θέσεων και των νομικών προσεγγίσεων όσον αφορά τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή (residence) της VTB στη Δημοκρατία και συνακόλουθα τη δυνατότητα ή μη της τελευταίας για απευθείας υποβολή αίτησης σε αρμόδιο δικαστήριο της Δημοκρατίας προς αναγνώριση και εκτέλεση της Ρωσικής διαιτητικής απόφασης. Το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας που κατά τον πιο πάνω τρόπο εγείρεται από την πλευρά των αιτητών, όπως και της προβαλλόμενης από την πλευρά της VTB διαμονής της σε πολλαπλές δικαιοδοσίες και η καταλυτική επίδραση που θα μπορούσε να έχει στην τοποθέτηση του δικαστηρίου επί του πιο πάνω εγειρόμενου ζητήματος, αποτελεί ζήτημα που άπτεται ζητημάτων (νομικών και πραγματικών) τα οποία μπορούν και πρέπει να διευκρινιστούν στα πλαίσια της εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Έχοντας κατά νου ότι σε αυτό στάδιο δεν ενδείκνυται η αξιολόγηση μαρτυρίας και η κατάληξη σε ευρήματα για ζητήματα επί των οποίων υπάρχει διάσταση θέσεων, τα πιο πάνω είναι φανερό ότι δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης, δικαστικής κρίσης και τελικής τοποθέτησης στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης, εξεταζόμενα και συνεκτιμούμενα, μεταξύ άλλων και στη βάση καλά καθιερωμένων αρχών του δικαίου (βλ. Palmer's Company Law, Volume 1, εκδ. 1982, Κεφ. 8, σελ. 101 και επ, Private International Law των Cheshire, North & Fawcett, 15η εκδ. του 2017, σελ. 1306, 1308, Gower's Principles of Modern Company Law των Davies & Worthington, 10η εκδ, σελ. 120 και The Principles of Company Law, του Robert R. Pennington, εκδ. 1959, σελ 5). Ούτε βεβαίως η εισήγηση της πλευράς των καθ' ων η αίτηση περί δυνατότητας εφαρμογής, αποκλειστικά, του Ν. 121(Ι)/2000 - διαδικαστικού νόμου που θέτει το δικονομικό πλαίσιο και ρυθμίζει τη διαδικασία εφαρμογής των όσων προβλέπουν οι σχετικοί κάθε φορά νόμοι - πέρα και ανεξάρτητα δηλαδή από τις πρόνοιες της ειδικότερης για το ζήτημα Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου και του κυρωτικού της νόμου, (Ν. 172/1986)διαφοροποιεί την ως άνω κατάληξη. Αποτελεί ζήτημα που εντασσόμενο στο ευρύτερο πλέγμα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ως προκρίνεται τούτο από τους αιτητές, μπορεί και πρέπει να εκδικαστεί στα πλαίσια της Γενικής αίτησης. Κρίνεται χρήσιμο σε αυτό το στάδιο της παρούσας, να εντοπιστεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, σε αντίθεση με τα περιστατικά που περιέβαλλαν την υπόθεση Taruta (ανωτέρω) - ως αναδύεται από την εν λόγο απόφαση να τέθηκαν αυτά ενώπιων του δικαστηρίου - δεν υπάρχει κοινό έδαφος όσον αφορά την μόνιμη ή προσωρινή διαμονή της αιτήτριας Ρωσικής εταιρείας VTB, κατά τρόπο που το Δικαστήριο έχοντας τούτο ως δεδομένο και αδιαμφισβήτητο, στα πλαίσια αίτησης ως η υπό συζήτηση, στην περίπτωση πάντα που έκρινε τούτο δικαιολογημένο ή επιβεβλημένο, να προχωρούσε, όχι μόνο στον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αλλά και στην απόρριψη της Γενικής αίτησης. Στρέφοντας την προσοχή μου προς την «επικουρική» ως έχει χαρακτηριστεί υποχρέωση του αιτητή σε αιτήσεις του είδους, την προσφορά δηλαδή επαρκούς δικαιολογίας από πλευράς του για τη μη εμφάνιση στην κυρίως αίτηση και της συνακόλουθης υποχρέωσης να πείσει το δικαστήριο ότι δεν υπήρξε από την πλευρά του αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή συμπεριφορά περιφρονητική και διαγωγή ασυγχώρητη και προσβλητική έναντι της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, έχοντας κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί από την πλευρά της αιτήτριας για το συγκεκριμένο ζήτημα σε συνάρτηση θεωρούμενα πάντα με τον αντίλογο και τις θέσεις της καθ' ης η αίτηση επί τούτων, παρά το γεγονός ότι οι αιτητές ελέγχονται για τον ικανό χρόνο που σε κάθε περίπτωση παρήλθε μέχρι να αντιδράσουν με την δρομολόγηση και προώθηση της υπό συζήτηση αίτηση τους, εντούτοις, πέραν των αναγκαίων διαβημάτων που έπρεπε να γίνουν από την πλευρά των αιτητών ως έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου τα οποία υπό τις περιστάσεις φαίνεται να δικαιολογούν την όποια καθυστέρηση στην καταχώρηση τελικά της υπό συζήτηση αίτησης, η εν γένει συμπεριφορά τους, όπως με λεπτομέρεια παρατίθεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, σε συνδυασμό θεωρούμενη με το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν φαίνεται να αποκαλύπτει αδιαφορία και ολιγωρία αδικαιολόγητη ή ασυγχώρητη διαγωγή εκ μέρους τους σε βαθμό καταφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών και των δικαιωμάτων των αντιδίκων τους. Συμπεριφορά δηλαδή τέτοια που από μόνη της και παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης να δικαιολογεί την απόρριψη της υπό συζήτηση αίτησης. Έχοντας ήδη εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους στην υπό εξέταση περίπτωση η αιτήτρια έχει αποσείσει από τους ώμους της το βάρος να ικανοποιήσει, αφενός ότι έχει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση και αφετέρου ότι δεν υπήρξε εκ μέρους της αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία ή τα δικαιώματα του αντιδίκου της, αναπόδραστα η υπό συζήτηση αίτηση θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα, κατ' ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 09.02.2017 για εγγραφή και αναγνώριση της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας ημερομηνίας 27.01.2015 και 11.03.2015 ως αυτές περιγράφονται στη Γενική αίτηση της παρούσας διαδικασίας. Όσον αφορά τα έξοδα της υπό συζήτηση αίτησης, όπως και τα έξοδα που θα χαθούν συνεπεία της παράλειψης των αιτητών (Leisler) να εμφανιστούν στη διαδικασία της Γενικής αίτησης, κατ' εφαρμογή της συνήθους πρακτικής σε περιπτώσεις του είδους, (βλ. Κλεάνθους v Tradex Ltd,
(1998)1(B) ΑΑΔ 988) επιδικάζονται προς όφελος των καθ' ων η αίτηση (VTB) και εναντίων των αιτητών (Leisler) όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Τα ως άνω έξοδα, η καταβολή των οποίων καθίσταται δια της παρούσας προϋπόθεση για τον παραμερισμό της ως άνω απόφασης, να καταβληθούν εντός τριάντα
(30)ημερών από σήμερα. Περαιτέρω, δίδονται οδηγίες όπως η ένσταση στη Γενική αίτηση εκ μέρους της Leisler Holdings Limited, καταχωρηθεί εντός δέκα
(10)ημερών από την λήξη της ως άνω προθεσμίας καταβολής των εξόδων. Ο φάκελος της υπόθεσης να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου στις 18.02.2019 και ώρα 09:30, ημερομηνία που η Γενική αίτηση παραμένει για οδηγίες. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο