THE CJC SERVICEPARTS LIMITED ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4234/2012, 15/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4234/2012 Μεταξύ: THE CJC SERVICEPARTS LIMITED Ενάγουσα και ΧΧΧΧ Μ. ΙΩΑΝΝΟΥ Εναγομένου 15 Ιανουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Α. Πετρίδης διά Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σια Για Εναγόμενο: κος Χριστοδούλου διά Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου ποσό €4.492,14 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος της οφείλει το ποσό αυτό για επιδιορθώσεις που διενήργησε στο όχημα του Εναγόμενου, κατόπιν οδηγιών του τελευταίου. Ο Εναγόμενος, στην Υπεράσπιση του, αρνείται ότι οφείλει το πιο πάνω ποσό. Ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνήσει με τον διευθυντή της Ενάγουσας όπως επιδιορθωθεί το καπό του οχήματος του που είχε υποστεί βλάβη από ατύχημα, έναντι ποσού €550, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., και ότι αυτό το ποσό συνιστά τη μοναδική οφειλή που υπάρχει. Ισχυρίζεται επίσης ότι συμφωνήθηκε πως δεν θα διενεργείτο άλλη εργασία στο όχημα του χωρίς προηγουμένως να συγκατατεθεί για το κόστος αυτής. Υποστηρίζει ότι οι οποιεσδήποτε άλλες εργασίες, έγιναν χωρίς τη συγκατάθεση του και παρά την πιο πάνω συμφωνία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο δύο πρόσωπα, ο κ. ΧΧΧ Σόλωνος, διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας (ΜΕ1) και ο κ. ΧΧΧ Παρασκευά λειτουργός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (ΜΕ2). Για την πλευρά της Υπεράσπισης κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Θα αναφερθώ συνοπτικά στα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι επικεντρώνομαι στο μέρος της μαρτυρίας τους που έκρινα ως σημαντικό σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή για σκοπούς αξιολόγησης. Ξεκινώντας από τον ΜΕ1, κ. ΧΧΧ Σόλωνος, στα πλαίσια της κυρίως εξέταση του κατέθεσε ότι είναι διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας η οποία διατηρεί συνεργείο αυτοκινήτων στη Λευκωσία. Ανέφερε ότι στις 17.2.2012 ο Εναγόμενος μετέφερε στο συνεργείο το όχημα του με αριθμούς εγγραφής HXZ 309, μετά από ατύχημα. Ταυτόχρονα ενημερώθηκε και η ασφαλιστική εταιρεία του Εναγόμενου, λειτουργός της οποίας μετέβη στο συνεργείο και επιθεώρησε το όχημα. Ο ΜΕ1 ανέφερε στη συνέχεια ότι του δόθηκαν οδηγίες από τον Εναγόμενο «να προβώ σε όλα τα δέοντα για την αποκατάσταση όλων των ζημιών του οχήματος, κάτι που έπραξα και συγκεκριμένα: (α) Αντικατέστησα 2 κόντρα σούστες στους μπροστινούς τροχούς. (β) Εφάρμοσα καπό πισινό με ηλεκτρική κλειδαριά. (γ) Προέβηκα σε διαγνωστικό έλεγχο του οχήματος.» Συνέχισε, λέγοντας ότι μετά τη διενέργεια των πιο πάνω ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι το κόστος των επιδιορθώσεων ανήλθε στο ποσό των €4.492,14, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Για το εν λόγω ποσό η Ενάγουσα εταιρεία εξέδωσε το τιμολόγιο υπ' αριθμό 107094 ημερομηνίας 22.5.2012 αντίγραφο του οποίου παρουσίασε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι το κόστος των εργασιών θα πληρωνόταν από την ασφαλιστική του εταιρεία. Όταν όμως η ασφαλιστική εταιρεία αρνήθηκε να καλύψει το εν λόγω ποσό, ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις οχλήσεις της Ενάγουσας όπως εξοφλήσει την οφειλή του. Η εξόφληση ζητήθηκε και με επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 26.6.2012, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Να σημειώσω εδώ ότι ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι η ασφαλιστική εταιρεία του Εναγόμενου είχε αρνηθεί να καλύψει το κόστος επιδιορθώσεων γιατί το όχημα «δεν είχε εκδομένη άδεια κυκλοφορίας, ούτε σχετικό πιστοποιητικό καταλληλότητας (ΜΟΤ) σε ισχύ» κατά τον επίδικο χρόνο. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 αυτός, ερωτώμενος σχετικά, ανέφερε ότι δεν ενημέρωσε τον λειτουργό της ασφαλιστικής εταιρείας για το κόστος των επιδιορθώσεων κατά την επίσκεψη του στο συνεργείο. Ανέφερε ότι είχε ενημερώσει τον Εναγόμενο ότι θα έπρεπε να αλλαχθούν δύο κόντρα σούστες μπροστά και να διορθωθεί το καπό. Πήρε οδηγίες από τον Εναγόμενο να προχωρήσει και το έπραξε. Ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση των επιδιορθώσεων, σύμφωνα με τα όσα ο ΜΕ1 κατέθεσε «Πρώτα ενημέρωσα [τον Εναγόμενο], ότι το αυτοκίνητο τελείωσε και στοίχισε το ποσό που στοίχισε.» Ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να αναφέρει από που είχε προμηθευτεί τις δύο κόντρα σούστες που είχε αντικαταστήσει στο επίδικο όχημα και απάντησε «δεν είναι θέμα που σας αφορά αυτό». Μπορείτε να βγείτε στο παζάρι και να μάθετε την τότε εποχή πόσα ήταν οι κόντρα σούστες, στο γραφείο πόσα ήταν, στον Καποδίστρια πόσα ήταν, στον ασφαλιστή ή σε εμπόρους, που φέρνουν original εξαρτήματα. Δεν χρειάζεται ο λόγος να πω τον άνθρωπο που τα αγόρασα, δεν υπάρχει λόγος.» Όταν η υπεράσπιση υποστήριξε ότι δεν είχαν αλλαχθεί οι κόντρα σούστες στο επίδικο όχημα ο ΜΕ1 επέμενε ότι είχαν αλλαχθεί. Τέθηκε στον ΜΕ1 ότι δεν είναι δυνατό από το ίδιο ατύχημα το όχημα να υπέστη ζημιά και στο μπροστινό και στο πισινό μέρος και ο ΜΕ1 απάντησε ότι η ζημιά στις κόντρα σούστες μπορεί να προήλθε από «μηχανικό ατύχημα» και ότι το όχημα «δεν μπορούσε να κινηθεί στο δρόμο. Ήταν καθούμενο μπροστά». Αρνήθηκε ότι το καπό είχε υποστεί ζημιά από ατύχημα αναφέροντας ότι είναι αδύνατο να είχε υποστεί ζημιά το καπό χωρίς να έχει αντίστοιχη ζημιά ο πισινός προφυλακτήρας. Σε σχέση με το επίδικο τιμολόγιο, ο ΜΕ1 ανέφερε, κατά την αντεξέταση, ότι μετά που ολοκλήρωσε τις εργασίες επιδιόρθωσης του οχήματος επικοινώνησε με την ασφαλιστική εταιρεία η οποία τον ενημέρωσε ότι δεν θα κάλυπτε τα έξοδα. Τότε επικοινώνησε με τον Εναγόμενο ο οποίος δεν αρνήθηκε να πληρώσει αλλά απέστειλε επιταγή για ποσό €550 την οποία ο ΜΕ1 δεν αποδέχτηκε. Απαντώντας σε σειρά ερωτήσεων, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είχε ενημερώσει τον Εναγόμενο ότι θα στοίχιζε περί τα €550 η επιδιόρθωση του καπό, περί τις €3.000 οι κόντρα σούστες, πλέον διαγνωστικά και εργατικά έξοδα και Φ.Π.Α. Ο Εναγόμενος του είπε να προχωρήσει και το κόστος θα καλυφθεί από την ασφαλιστική του εταιρεία, στην οποία τον παρέπεμψε και όταν ολοκλήρωσε τις εργασίες. Όμως η ασφαλιστική εταιρεία αποφάσισε να μην καλύψει τις ζημιές γιατί «το αυτοκίνητο δεν είχε άδεια κυκλοφορίας και ούτε ΜΟΤ». Τέθηκε στον ΜΕ1 ότι εξέδωσε το τιμολόγιο Τεκμήριο 1 μόνο όταν αποφάσισε να εγείρει την παρούσα αγωγή και ότι σε αυτό συμπεριλαμβάνονται χρεώσεις για εργασίες που δεν έγιναν. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο κ. XXXXX Παρασκευά, λειτουργός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (ΜΕ2). Ο ΜΕ2 ανέφερε, σε σχέση με το επίδικο όχημα, ότι αυτό διαγράφηκε στις 30.6.2011 γιατί δεν είχε ανανεωθεί η άδεια κυκλοφορίας του από το 2008 καθώς και ότι παραμένει διαγραμμένο μέχρι σήμερα. Ως προανέφερα, για σκοπούς υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος και ότι στις 17.2.2012 είχε ατύχημα συνεπεία του οποίου υπέστη ζημιές το καπό του οχήματος. Την ίδια μέρα το όχημα μεταφέρθηκε στο συνεργείο αυτοκινήτων της Ενάγουσας για επισκευή. Κατόπιν τούτου, συμφώνησε με τον ΜΕ1 όπως επιδιορθωθεί το καπό έναντι του ποσού των €550 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Συμφώνησαν, επίσης, ότι δεν θα διενεργούνταν άλλες εργασίες εκτός εάν ενημερωνόταν προηγουμένως για το κόστος και συναινούσε. Συνέχισε, λέγοντας ότι περί τα μέσα Μαρτίου 2012 ο ΜΕ1 επικοινώνησε μαζί του και τον ενημέρωσε ότι έπρεπε να αντικατασταθούν οι δύο μπροστινές κόντρα σούστες του οχήματος. Εκείνος του είπε να μην προχωρήσει μέχρι να ενημερωθεί εάν η ασφαλιστική του εταιρεία θα κάλυπτε το κόστος των επιδιορθώσεων. Στις 22.5.2012 ενημερώθηκε τηλεφωνικώς ότι το όχημα του είχε επιδιορθωθεί και απέστειλε στον ΜΕ1 επιταγή για το ποσό των €550 (αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4) και ζήτησε να παραλάβει το όχημα. Ο ΜΕ1 όμως αρνήθηκε να παραλάβει την επιταγή και να επιστρέψει το όχημα υποστηρίζοντας ότι το συνολικό κόστος των επιδιορθώσεων ανήλθε σε €4.492,
- Στα πλαίσια της κυρίως εξέταση του ο Εναγόμενος ανέφερε επίσης ότι παρά το ότι το ζήτησε επανειλημμένα, ο ΜΕ1 δεν του παρουσίασε ποτέ στοιχεία που να δεικνύουν ότι είχε αντικαταστήσει τις κόντρα σούστες του επίδικου οχήματος. Πρόσθεσε ότι το ατύχημα που είχε αφορούσε πρόσκρουση σε στύλλο στο πισινό μέρος του οχήματος συνεπεία του οποίου υπέστη ζημιά το καπό του οχήματος και ότι ήταν αδύνατο από το συγκεκριμένο ατύχημα να υποστούν ζημιά οι κόντρα σούστες των μπροστινών τροχών. Κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος ανέφερε ότι νομίμως οδηγούσε το επίδικο όχημα. Υποστήριξε ότι ο λόγος που η ασφαλιστική του εταιρεία δεν δέχτηκε να καλύψει το κόστος των επιδιορθώσεων ήταν γιατί δεν πείστηκε ότι χρειάζονταν αλλαγή οι κόντρα σούστες των μπροστινών τροχών του οχήματος. Υποστήριξε ότι η ασφάλεια του οχήματος του ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο του ατυχήματος και γι' αυτό εκπρόσωπος της ασφαλιστικής του εταιρείας είχε επισκεφθεί το συνεργείο για να επιθεωρήσει τη ζημιά. Αρνήθηκε ότι είχε συναινέσει ποτέ στην αλλαγή των κόντρα σούστων του οχήματος. Του τέθηκε ότι είχε δώσει τη συγκατάθεση του θεωρώντας ότι η ασφαλιστική του εταιρεία θα κάλυπτε το κόστος αλλά και πάλιν αρνήθηκε. Σε σχέση με την επιταγή των €550 ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ο ΜΕ1 δεν την κατάθεσε προς πληρωμή. Διαφώνησε όταν του τέθηκε ότι η εν λόγω επιταγή ποτέ δεν παραδόθηκε στον ΜΕ1 γιατί είχε τεθεί ως προϋπόθεση για την παράδοση της η έκδοση εξοφλητικής απόδειξης. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε γραπτές τελικές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει. Πριν προχωρήσω, σημειώνω ότι υπάρχουν γεγονότα επί των οποίων υφίσταται κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ή που δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ειδικότερα, είναι θεωρώ κοινώς αποδεκτό ότι η Ενάγουσα εταιρεία διαθέτει και λειτουργεί συνεργείο αυτοκινήτων, ότι ο ΜΕ1 είναι διευθυντής αυτής και ότι ο Εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος. Από την εκατέρωθεν μαρτυρία και τις έγγραφες προτάσεις προκύπτει επίσης ότι συνιστά κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι το επίδικο όχημα μεταφέρθηκε στο συνεργείο της Ενάγουσας στις 17.2.2012 μετά από ατύχημα και ότι κατά τη μεταφορά του υπήρχε βλάβη στο καπό του οχήματος που έχρηζε επιδιόρθωσης. Κοινή θέση επίσης ότι λειτουργός της ασφαλιστικής εταιρείας του Εναγόμενου επισκέφθηκε το συνεργείο αυτοκινήτων της Ενάγουσας και επιθεώρησε τις ζημιές του οχήματος καθώς και ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν κάλυψε το κόστος των επιδιορθώσεων που διενεργήθηκαν στο όχημα. Όπως ανέφερα, τα πιο πάνω γεγονότα είναι κοινώς αποδεκτά και δεν έχουν αμφισβητηθεί. Κάποια προκύπτουν από τα δικόγραφα, άλλα από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και του Εναγόμενου. Συνιστούν δε και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου[1]. Πέραν των πιο πάνω, έχω κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς καθώς και το σύνολο της μαρτυρίας - διά ζώσης και έγγραφης - που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής[2]. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[3]. Αξιολογώντας την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχω κατά νου ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[4]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Τα πρόσωπα, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων θα καθορίσει το αποτέλεσμα, είναι - σαφώς - ο ΜΕ1 και ο Εναγόμενος. Παραμένει ο τρίτος μάρτυρας, ο ΜΕ2, ο οποίος είναι κρατικός λειτουργός, ανεξάρτητος και αποστασιοποιημένος από τα γεγονός, χωρίς κανένα συμφέρον στην υπόθεση. Με αυτό το δεδομένο κρίνω ότι ο ΜΕ2 ήταν μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Για λόγους όμως που θα διαφανούν, δεν έκρινα τη μαρτυρία του ιδιαίτερα βοηθητική. Επανέρχομαι στον ΜΕ1 και τον Εναγόμενο. Ήταν φανερό από τη μαρτυρία τους ότι η παρούσα υπόθεση τους είχε αναστατώσει. Κατέθεσαν υπό έντονη συναισθηματική φόρτιση και ένταση και ακούστηκαν αμοιβαίες αλληλοκατηγορίες για ανάρμοστη, αθέμιτη και παράνομη συμπεριφορά. Αποτέλεσμα της συναισθηματικής φόρτισης και έντασης, ήταν και οι δύο να παρεκτρέπονται και να επεκτείνεται η μαρτυρία τους σε θέματα που θεωρώ ότι δεν σχετιζόταν αυστηρά με τα υπό εκδίκαση ζητήματα. Για σκοπούς αξιολόγησης και εξαγωγής συμπερασμάτων έχω απομονώσει και επικεντρωθεί στο μέρος της μαρτυρίας τους που αφορά άμεσα τα επίδικα θέματα. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει βεβαίως ποια από τις δύο εκδοχές είναι πιο πιστευτή αλλά κατά πόσο η μαρτυρία του Ενάγοντα, στους ώμους του οποίου βρίσκεται το γενικό βάρος απόδειξης, καθιστά την εκδοχή ως προς τα γεγονότα πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not)[5]. Με αυτό το υπόβαθρο, ξεκινώ από τη μαρτυρία του ΜΕ
- Παρακολουθώντας τον να καταθέτει στο Δικαστήριο, ήταν φανερή η αντιπάθεια του προς το πρόσωπο του Εναγόμενου. Διέκρινα ότι καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του - και ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση την οποία χειρίστηκε ο ίδιος ο Εναγόμενος - επεδίωκε να προσβάλει τον Εναγόμενο και να δημιουργήσει εντυπώσεις για την τιμιότητα και το ήθος του. Είναι, μέχρι ενός βαθμού, αναμενόμενο ότι αντίδικοι διακατέχονται από αρνητικά συναισθήματα. Όμως η στάση και η συμπεριφορά του ΜΕ1 στο εδώλιο του μάρτυρα με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αντιπάθεια του ήταν τόσο έντονη που κρίνω ορατό τον κίνδυνο να υπερίσχυσε του καθήκοντός του να καταθέσει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα θεωρώ ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος ο ΜΕ1 να κατέθεσε όχι με πρόθεση να διαφωτίσει σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα αλλά με πρόθεση να παρουσιάσει μια εικόνα που θα προκαλούσε όσο το δυνατό - κατά την άποψη του - αρνητική εντύπωση για τον Εναγόμενο. Αναφέρω ενδεικτικά την επιμονή με την οποία αναφερόταν στο λόγο για τον οποίο η ασφαλιστική εταιρεία του Εναγόμενου αποφάσισε να μην καλύψει το κόστος των επιδιορθώσεων του επίδικου οχήματος. Επαναλάμβανε, με τρόπο δεικτικό, ότι αυτό οφειλόταν στο ότι το όχημα δεν είχε άδεια κυκλοφορίας και ΜΟΤ. Επί της ουσίας όμως, ο λόγος για τον οποίο η ασφαλιστική εταιρεία ενδεχομένως αποφάσισε να μην καλύψει το κόστος, δεν πρέπει να ενδιαφέρει την Ενάγουσα. Θα ανέμενα λογικά ότι μέριμνα της Ενάγουσα ήταν να πάρει το λαβείν της. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί την ενδιέφερε τόσο εάν θα το λάμβανε από τον Εναγόμενο ή από την ασφαλιστική του εταιρεία ή ακόμα και γιατί η ασφαλιστική εταιρεία αποφάσισε ότι δεν είχε υποχρέωση να πληρώσει. Πόσο μάλλον ενόψει του ότι ο ΜΕ1 ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι πελάτης της Ενάγουσας ήταν ο Εναγόμενος και όχι η ασφαλιστική εταιρεία. Επί αυτού, να προσθέσω ακόμα μια παράμετρο που έχω λάβει υπόψη. Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από την ίδια την ασφαλιστική εταιρεία για τον λόγο που αποφάσισε να μην καλύψει τη ζημιά του οχήματος. Όλα όσα αναφέρθηκαν για τους παράγοντες που έλαβε υπόψη κατά την απόφαση της η ασφαλιστική εταιρεία, είναι εξ ακοής μαρτυρία και αμφισβητούνται από την υπεράσπιση. Είναι γνωστό ότι μαρτυρία δεν αποκλείεται μόνο επειδή είναι εξ ακοής αλλά η βαρύτητα και αποδεικτική της αξία αξιολογείται με βάση όλες τις παραμέτρους της υπόθεσης. Όμως συνεχίζει να αποτελεί καθήκον ενός διάδικου να παρουσιάσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία για να αποδείξει την υπόθεση του. Εάν η πλευρά της Ενάγουσας θεωρούσε το ζήτημα αυτό τόσο ουσιώδες τότε όφειλε να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία από τους λειτουργούς της ασφαλιστικής εταιρείας (τους οποίους ο ΜΕ1 κατονόμασε κατά τη μαρτυρία του) και οι οποίοι θα μπορούσαν - ενδεχομένως - να διαφωτίσουν σχετικά. Υπό της περιστάσεις, στη βάση τέτοιας εξ ακοής μαρτυρίας, η οποία μάλιστα αμφισβητείται - κρίνω ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι αρνητική εντύπωση δημιούργησε η άρνηση του ΜΕ1 να απαντήσει ευθέως όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση από πού είχε προμηθευτεί τις κόντρα σούστες που υποστήριξε ότι είχε τοποθετήσει στο επίδικο όχημα. Δεν έχω διακρίνει εύλογη δικαιολογία για την οποία ένας μάρτυρας της αλήθειας να απέφευγε να δώσει σαφή και άμεση απάντηση για το συγκεκριμένο ζήτημα. Τέλος, θεωρώ ότι η όλη εκδοχή του ΜΕ1 δεν φαίνεται λογική ή πειστική. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το επίδικο όχημα είχε μεταφερθεί στο συνεργείο μετά από ατύχημα. Θέση του Εναγόμενου είναι ότι το ατύχημα αφορούσε πρόσκρουση σε στύλλο στο πίσω μέρος του οχήματος και, για το λόγο αυτό, έπρεπε αν επιδιορθωθεί το καπό. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι το ατύχημα αφορούσε το μπροστινό μέρος του οχήματος και είχε προκαλέσει βλάβη στις κόντρα σούστες. Αναφέρθηκε μάλιστα σε μηχανικό ατύχημα που μπορούσε να είχε προκαλέσει τη συγκεκριμένη βλάβη, συνεπεία της οποίας το όχημα μετά δυσκολίας (όπως ανέφερε) κινείτο, χωρίς όμως να προκαλέσει ταυτόχρονα εξωτερική ζημιά στο μπροστινό μέρος του οχήματος. Αυτό καθόλου δεν συνάδει με τη θέση του ΜΕ1 και της Ενάγουσας γενικότερα ότι έχρηζε επιδιόρθωσης και το καπό του οχήματος, στο πίσω μέρος του. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι θα ήταν ακροσφαλές να αποδεχτώ τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως αληθινή και να βασιστώ σε αυτή για να καταλήξω σε ευρήματα. Στρέφομαι στη μαρτυρά του Εναγόμενου. Δεν διαφεύγει η συναισθηματική του φόρτιση στο εδώλιο και τα έντονα αρνητικά του συναισθήματα έναντι του ΜΕ
- Παρά ταύτα όμως, στις θέσεις του παρέμεινε σταθερός και ήταν πειστικός σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα. Επί του κρίσιμου ζητήματος παρέμενε συνεπής προς τη δικογραφημένη του θέση τόσο κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του όσο και κατά την αντεξέταση του. Ότι δηλαδή είχε συμφωνήσει στην πληρωμή ποσού €550, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., για επιδιόρθωση του καπό του οχήματος του και είχε δώσει οδηγίες να μην γίνουν περαιτέρω εργασίες χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του αναφορικά με το κόστος τους. Πέραν τούτου, δεν διέκρινα αντιφάσεις ή ασυνέπειες στη μαρτυρία του. Κρίνω επομένως ότι πρόκειται για μάρτυρα αξιόπιστο και σε γενικές γραμμές αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθινή. Πρέπει να επισημάνω ότι απέφευγε να τοποθετηθεί ξεκάθαρα επί του κατά πόσο το επίδικο όχημα διέθετε τις προβλεπόμενες άδειες και πιστοποιήσεις κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Επί του σημείου αυτού δεν έχει πείσει ότι κατέθεσε την αλήθεια. Θεωρώ όμως ότι ο λόγος για τον οποίο η ασφαλιστική του εταιρεία αποφάσισε να μην καλύψει το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος, είναι επουσιώδης και γι' αυτό οι αντίστοιχες αδυναμίες στη μαρτυρία του δεν κρίνονται μοιραίες. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, συνιστά επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι μετά τη μεταφορά του επίδικου οχήματος στο συνεργείο της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος συμφώνησε με τον ΜΕ1 όπως επιδιορθωθεί το καπό του οχήματος έναντι του ποσού των €550, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Συμφώνησαν επίσης δε ότι δεν θα διενεργούνταν άλλες εργασίες επί του οχήματος εκτός εάν προηγουμένως ο Εναγόμενος ενημερωνόταν σχετικά και συναινούσε για το κόστος των εργασιών αυτών. Η επιδιόρθωση του καπό έγινε. Συνιστά επίσης εύρημα ότι ο Εναγόμενος δεν ενημερώθηκε εκ των προτέρων και δεν αποδέχτηκε την αλλαγή των κόντρα σούστων των μπροστινών τροχών του οχήματος ούτε και τις υπόλοιπες εργασίες και αντίστοιχες χρεώσεις που αποτυπώνονται στο τιμολόγιο Τεκμήριο 4 που εξέδωσε η Ενάγουσα. Τέλος, συνιστά εύρημα ότι ο Εναγόμενος είχε εκδώσει επιταγή προς όφελος της Ενάγουσας για ποσό €550, την οποία όμως αυτή δεν αποδέχτηκε με αποτέλεσμα να μην κατατεθεί προς πληρωμή. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, παραμένει να εξεταστεί εάν η Ενάγουσα έχει στοιχειοθετήσει την απαίτηση της. Όπως προανέφερα, το γενικό αποδεικτικό βάρος είναι και παραμένει στους ώμους της Ενάγουσας η οποία οφείλει, με αποδεκτή, αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία, να αποδείξει τη βάση αγωγής της, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με το κλητήριο ένταλμα, η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €4.492,14 «δυνάμει τιμολογίου. και/ή δυνάμει προσφερθείσων υπηρεσιών επιδιόρθωσης οχήματος» και, διαζευκτικά, στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ως είναι γνωστό, τιμολόγιο δεν συνιστά αφ εαυτού βάση αγωγής. Η βάση αγωγής είναι η οφειλή που, ενδεχομένως, να αποτυπώνεται στο τιμολόγιο. Το δε ποσό της οφειλής, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα που εδράζεται σε παροχή υπηρεσιών, προκύπτει είτε ως αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ των μερών ή γιατί συνιστά εύλογη και δίκαιη αμοιβή λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα, στις έγγραφες προτάσεις της δεν προωθεί τη θέση ότι το ποσό που αξιώνει συνιστά εύλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχε. Παραμένει επομένως να κριθεί, στη βάση των ευρημάτων, κατά πόσο συνιστά συμφωνημένη αμοιβή. Από τα ευρήματα προκύπτει ότι ο Εναγόμενος είχε συμφωνήσει με τον ΜΕ1 την επιδιόρθωση του καπό του επίδικου οχήματος του έναντι του ποσού των €550, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Αυτή ήταν η μοναδική συμφωνημένη αμοιβή για εργασία που στη συνέχεια εκτελέστηκε επί του οχήματος. Παρά το ότι ο Εναγόμενος είχε εκδώσει επιταγή υπέρ της Ενάγουσας για το ποσό αυτό, παραμένει δεδομένο ότι το εν λόγω ποσό δεν έχει πληρωθεί. Η Ενάγουσα το δικαιούται, ως συμφωνημένη αμοιβή για εκτελεσθείσα εργασία. Τα ευρήματα δεν στοιχειοθετούν συμφωνία των διαδίκων για διενέργεια άλλων εργασιών από μέρους της Ενάγουσας. Αντίστοιχα, δεν στοιχειοθετούν ότι συμφωνήθηκε οποιαδήποτε χρέωση για άλλες εργασίες-και δη για τις υπόλοιπες εργασίες που περιγράφονται στο τιμολόγιο Τεκμήριο
- Η μη αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΕ1 δεν επιτρέπει επίσης συμπέρασμα ότι οι εν λόγω εργασίες έχουν πράγματι εκτελεσθεί. Ελλείψει τέτοιου συμπεράσματος, δεν στοιχειοθετείται οποιασδήποτε αντίστοιχη απαίτηση στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συνεπώς δεν μπορεί να επιδικαστεί, σε σχέση με αυτές, οποιοδήποτε ποσό υπέρ της Ενάγουσας. Καταλήγω, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, ότι η αγωγή επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €550 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βασιλείου κ.α. ν Μενελάου κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1125, Barry Wynne v David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v Αντώνης Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερομηνίας 8.4.2014 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [5] Μαρσέλ κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Γ Α.Α.Δ. 1858, Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 462 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο