← Κύπρος

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ν. ΤΤΟΦΑΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4547/2015, 8/1/2019

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ν. ΤΤΟΦΑΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4547/2015, 8/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4547/2015 Μεταξύ: ΧΧΧ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Ενάγοντα και ΧΧΧ ΤΤΟΦΑΡΟΥ Εναγόμενου Αίτηση Εναγομένου ημερομηνίας 29.11.2016 για Παραμερισμό Απόφασης 8 Ιανουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κα Σορτίνι διά Μάμας Χατζή Χριστροφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση: κ. Γιώργος Παπαθεοδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση, ο Εναγόμενος-Αιτητής επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στην αγωγή. Με την αγωγή, ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση είχε πετύχει την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου-Αιτητή για ποσό €15.000 πλέον τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, είχε πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό στον Εναγόμενο έναντι του αντιτίμου αγοράς μετοχών του τελευταίου σε εταιρεία που ανήκε εξ ημισείας και στους δύο. Η πώληση των μετοχών δεν ολοκληρώθηκε και ο Ενάγοντας, μέσω της αγωγής, διεκδικούσε την επιστροφή του ποσού. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 22.9.2015 και το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο-Αιτητή, προσωπικά και έναντι της υπογραφής του, στις 30.9.2015 και, ακολούθως, ένεκα της παράλειψης του Εναγόμενου-Αιτητή να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, εκδόθηκε απόφαση ερήμην του και υπέρ του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση. Ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση προχώρησε, καταχωρώντας στις 14.4.2016, εναντίον του Εναγόμενου-Αιτητή, αίτηση έρευνας. Η αίτηση έρευνας επιδόθηκε προσωπικά στον Εναγόμενο-Αιτητή στις 22.4.

  1. Ο Εναγόμενος-Αιτητής παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο την καθορισμένη ημέρα και, μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στις 29.6.2016, οπόταν ζήτησε χρόνο για να διορίσει δικηγόρο. Εμφανίστηκε ξανά στο Δικαστήριο με το δικηγόρο του στις 21.9.2016, 27.10.2016 και 29.11.
  2. Την τελευταία ημερομηνία καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση. Από τότε μέχρι και την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης, ο Εναγόμενος-Αιτητής καταχώρησε δύο αιτήσεις με τις οποίες ζητούσε αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης και αναστολή προώθησης της αίτησης έρευνας μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης, τις οποίες στην πορεία απέσυρε. Καταχώρησε επίσης και αίτηση με την οποία ζητούσε να του επιτραπεί η καταχώρηση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και η αντεξέταση του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση επί συγκεκριμένων παραγράφων της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση του στην παρούσα Αίτηση. Μετά από ακρόαση επιτράπηκε η καταχώρηση των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων αλλά όχι η αντεξέταση. Καταχωρήθηκε επίσης από τον Εναγόμενο-Αιτητή και αίτηση με την οποία ζητούσε να του επιτραπεί η τροποποίηση της νομικής βάσης της υπό κρίση Αίτησης στην οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου το αιτούμενο διάταγμα. Να σημειώσω, για σκοπούς πληρότητας, ότι μεσολάβησε και διάστημα 7 περίπου μηνών κατά το οποίο ο φάκελος δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από το Πρωτοκολλητείο γιατί είχε παραπέσει. Επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση η οποία υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις του Εναγόμενου-Αιτητή και ένορκη δήλωση του κ XXXXX Φωκά. Συνοπτικά, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εναγόμενου-Αιτητή, αυτός και ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση κατείχαν μέχρι και την καταχώρηση της Αίτησης 20.9.2016 (σύμφωνα με το Τεκμήριο Ε της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 29.11.2016) το 50% έκαστος των μετοχών στην ιδιωτική εταιρεία P & T Larnaca S.V.A. Center Ltd. Ήταν δε, μέχρι την ημερομηνία εκείνη και οι δύο διευθυντές της εταιρείας. Στις 4.4.2009 συμφώνησαν όπως ο Εναγόμενος-Αιτητής πωλήσει στον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση τις μετοχές του στην εταιρεία και έλαβε από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση, την ίδια μέρα, επιταγή για ποσό €15.000 έναντι του τιμήματος πώλησης, πληρωτέα στις 8.4.
  3. Συμφωνήθηκε όπως το τελικό ποσό αγοράς των μετοχών καθοριστεί εντός του Απρίλη 2009 και σε περίπτωση που δεν κατέληγαν σε συμφωνία, τότε ο Εναγόμενος-Αιτητής συμφώνησε να επιστρέψει τις €15.000 εντός 45 ημερών από την ημερομηνία της πιο πάνω επιταγής. Ο Εναγόμενος -Αιτητής, υπέγραψε δήλωση ημερομηνίας 4.4.2009 στην οποία επιβεβαίωνε τα πιο πάνω. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο-Αιτητή, στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, έλαβε περί τα τέλη Απριλίου 2009 από τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση περαιτέρω ποσά ύψους €25.000 για την αγορά των μετοχών και συμφωνήθηκε όπως «το τελικό ποσό της αναφερόμενης πώλησης και μεταβίβασης [των μετοχών] να καθοριστεί περί τον μήνα Σεπτέμβριο του 2009». Ο Εναγόμενος υπέγραψε δεύτερη δήλωση ημερομηνίας 15.5.2009 (Τεκμήριο Στ στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 29.11.2016) στην οποία καταγράφει τα πιο πάνω και η οποία περιέχει αντίστοιχη δέσμευση περί επιστροφής των εν λόγω ποσών σε περίπτωση μη κατάληξης για το συνολικό ποσό της αντιπαροχής. Εν τω μεταξύ, στις 29.4.2009 ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση παρέλαβε τα λογιστικά αρχεία και άλλα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας από το γραφείο των τότε λογιστών της με σκοπό να τα παραδώσει σε άλλο λογιστικό γραφείο (αυτό σύμφωνα με δήλωση των τότε λογιστών της εταιρείας, ημερομηνίας 16.11.2016 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 29.11.2016) Ο Εναγόμενος-Αιτητής υποστηρίζει ότι περί τα τέλη Αυγούστου 2009 συμφώνησε προφορικά με τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση όπως ο δεύτερος του πληρώσει επιπρόσθετο ποσό €40.000 για την ολοκλήρωση της πώλησης των μετοχών και ότι ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση ποτέ δεν του πλήρωσε το ποσό αυτό. Όμως, συνεχίζει, από τον Αύγουστο 2009 ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση «συμπεριφερόταν ως ο μόνος μέτοχος και ιδιοκτήτης της Εταιρείας και είχε τον πλήρη έλεγχο των δραστηριοτήτων της» προσθέτοντας ότι ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση πλήρωσε πέραν των €200.000 έναντι χρεωστικών υπολοίπων της εταιρείας που προέκυψαν από συμφωνίες δανείων και ενοικιαγοράς που είχε συνάψει με την Τράπεζα Κύπρου. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος-Αιτητής αναφέρει ότι έλαβε από τους νέους λογιστές της εταιρείας έγγραφο μεταβίβασης μετοχών το οποίο ο ίδιος υπέγραψε και τους επέστρεψε. Επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 29.11.2016 ανυπόγραφο έγγραφο μεταβίβασης μετοχών που φέρει ημερομηνία 1.3.2012, ως Τεκμήριο Η. Η θέση του Εναγόμενου-Αιτητή είναι ότι ως αποτέλεσμα των πιο πάνω είχε συναφθεί μεταξύ του ιδίου και του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση έγκυρη συμφωνία πώλησης μετοχών δυνάμει την οποίας ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση του οφείλει €40.000 που συνιστά το υπόλοιπο του αντιτίμου αγοράς το οποίο έχει πρόθεση να διεκδικήσει ανταπαιτητικά. Ταυτόχρονα, συνεχίζει, δεν έχει υποχρέωση να επιστρέψει τις €15.000 που συνιστούσαν και το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Η πλευρά του Εναγόμενου-Αιτητή, παρουσίασε επίσης ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Φωκά, ο οποίος δηλώνει ότι εργαζόταν στην εταιρεία των διαδίκων «από την έναρξη των δραστηριοτήτων της μέχρι τον τερματισμό της λειτουργίας της». Ο κ. Φωκά αναφέρει ότι μετά τον Απρίλιο 2009 «ο Ενάγοντας λειτουργούσε ως ο μόνος μέτοχος και ιδιοκτήτης της Εταιρείας και είχε τον πλήρη έλεγχο των δραστηριοτήτων της. [Π]ληροφόρησε τόσο εμένα όσο και τους υπόλοιπους υπαλλήλους ότι ο Εναγόμενος δεν είναι πλέον αξιωματούχος και μέτοχος της Εταιρείας και μας ζήτησε να απευθυνόμαστε στον ίδιο και στον υιό του Πόλυ Πολυκάρπου και να μην αναζητούμε τον Εναγόμενο σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα αφορούσε τη λειτουργία και τις δραστηριότητες της Εταιρείας». Όπως υποστήριξαν οι δικηγόροι του Εναγόμενου-Αιτητή στην αγόρευση τους επί της Αίτησης, τα πιο πάνω συνιστούν καλή υπεράσπιση στην αγωγή την οποία πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να προβάλλει. Ταυτόχρονα, είναι η θέση του Εναγόμενου-Αιτητή ότι υπάρχουν γεγονότα τα οποία δικαιολογούν επαρκώς την παράλειψη του να εμφανιστεί στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση ερήμην του. Επί αυτού, σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις του Εναγόμενου-Αιτητή, στις 27.9.2013 έχει σοβαρό ατύχημα συνεπεία του οποίου υπέστη κατάγματα και στις δύο του φτέρνες. Το ατύχημα τον καθήλωσε σε αναπηρικό καροτσάκι μέχρι τον Φεβρουάριο 2014 και τον κατέστησε ανίκανο προς εργασία μέχρι τις 30.9.
  4. Του προκάλεσε επίσης αγχώδη κατάθλιψη, για την αντιμετώπιση της οποίας του χορηγήθηκαν αγχολυτικά και αντιμελαγχολικά φάρμακα τα οποία λάμβανε μέχρι τον Απρίλιο 2016 (Σχετικά είναι τα ιατρικά πιστοποιητικά και βεβαιώσεις από ασφαλιστική εταιρεία, Τεκμήρια Α-Δ στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 29.11.2016). Ο Εναγόμενος-Αιτητής υποστηρίζει ότι τα πιο πάνω είχαν ως αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί ότι υπογράφοντας το κλητήριο ένταλμα της αγωγής που του επιδόθηκε «ουσιαστικά αποδέχτηκα ότι έλαβα γνώση για την προώθηση της». Συνεχίζει λέγοντας ότι τα προβλήματα του «συνέτειναν στο να διαφύγει της προσοχής μου η επίδοση της αγωγής. Συνεπώς δεν ήμουν σε θέση να προβώ σε διαβήματα για να διορίσω έγκαιρα δικηγόρο και ούτε ενημέρωσα οποιοδήποτε πρόσωπο για την έγερση της αγωγής μέχρι που ενημερώθηκα ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον μου». Σε σχέση με τον χρόνο που μεσολάβησε από την πρώτη εμφάνιση του στο Δικαστήριο στις 29.6.2016 μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης στις 29.11.2016, ο Εναγόμενος-Αιτητής αναφέρει ότι καθυστέρησε να διορίσει δικηγόρο λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ενώ από το διορισμό του δικηγόρου του απαιτήθηκε περαιτέρω χρόνος για να λάβει όλα τα αναγκαία έγγραφα για υποστήριξη της παρούσας Αίτησης Ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση έχει αντίθετη άποψη και με την ένσταση του, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου, υποστηρίζει ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί γιατί ο Εναγόμενος-Αιτητής ενήργησε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της Αίτησης αλλά και διότι δεν έχει αποκαλύψει καλή, εκ πρώτης όψεως, υπεράσπιση στην αγωγή. Στην ένορκη του δήλωση ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση αμφισβητεί ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά και άλλα υποστηρικτικά έγγραφα που παρουσίασε ο Εναγόμενος-Αιτητής δικαιολογούν την παράλειψη του να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή ενώ θεωρεί υπέρμετρο τόσο το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την επίδοση της αίτησης έρευνας μέχρι τον διορισμό δικηγόρου από τον Εναγόμενο-Αιτητή αλλά και από τότε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Σε σχέση με τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της αγωγής, ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση δέχεται ότι έγινε η αρχική συμφωνία για την αγορά των μετοχών στις 4.4.2009 στα πλαίσια της οποίας πλήρωσε το επίδικο ποσό των €15.000 έναντι του τιμήματος αγοράς. Δέχεται επίσης ότι πλήρωσε το περαιτέρω ποσό των €25.000 και προσθέτει ότι διεκδίκησε επιστροφή εκείνου του ποσού με την αγωγή 6072/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση υπέρ του. Αρνείται όμως ότι τα μέρη συμφώνησαν στο τελικό ποσό της αντιπαροχής για την αγορά των μετοχών της εταιρείας και δη ότι συμφώνησε στην πληρωμή επιπρόσθετου ποσού €40.000 και προσθέτει ότι διέκοψε κάθε επαφή με τον Εναγόμενο-Αιτητή περί τις αρχές
  5. Υποστηρίζει ότι οι λογιστές της εταιρείας είχαν μεσολαβήσει τότε «να βρουν τρόπο να διευθετηθεί το όλο θέμα της εταιρείας» όμως ο Εναγόμενος-Αιτητής ποτέ δεν υπέγραψε έγγραφο μεταβίβασης μετοχών που είχαν στείλει. Ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση δέχεται ότι διόρισε νέους λογιστές για την εταιρεία προσθέτοντας ότι «το έκανα διότι αντιμετώπιζα τον κίνδυνο δίωξης μου από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές λόγω του ότι ο Αιτητής δεν υπέβαλε φορολογικές δηλώσεις.». Δέχεται επίσης ότι πλήρωσε διάφορα ποσά στην Τράπεζα Κύπρου αναφέροντας ότι αφορούσαν υποχρεώσεις της εταιρείας τις οποίες είχε εγγυηθεί. Δεν κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ με περισσότερη λεπτομέρεια στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Έχω μελετήσει τόσο αυτές όσο και τα τεκμήρια που τις συνοδεύουν. Έχω επίσης μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων της κάθε πλευράς. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε συνεπεία παράλειψης εμφάνισης διάδικου, εδράζεται στη Δ.17 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary any such judgement upon such terms as may be just.» Η Δ.17 δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Από τη νομολογία προκύπτει ότι αιτήσεις παραμερισμού απόφασης χωρίζονται σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη αφορά περιπτώσεις όπου ο παραμερισμός επιδιώκεται λόγω αντικανονικότητας στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τον εναγόμενο. Η δεύτερη περιλαμβάνει τις υπόλοιπες. Στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται η κανονικότητα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, ούτε και εντοπίζω οποιοδήποτε στοιχείο αντικανονικότητας στην επίδοση της αγωγής. Προχωρώ επομένως να εξετάσω εάν η επίδικη απόφαση μπορεί να παραμεριστεί για τους λόγους που επικαλείται ο Εναγόμενος-Αιτητής. Ο τρόπος που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει ενεργεί όταν καλείται να αποφασίσει μια αίτηση αυτής της φύσης έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης και ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων[1]. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα

(1994)1 Α.Α.Δ. 736, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Evans v Barthlam
(1937)2 All E.R. 646 και συνόψισε τις αρχές ως εξής: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία. αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του.» Σημαντικός επίσης παράγοντας, τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, είναι η ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης και για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στην Αγγλική υπόθεση Lambert v Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, η οποία υιοθετήθηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια[2], ο Megaw L.J. ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «.if a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgement, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequences to the administration of justice.» Σημειώνω επίσης ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Εναγόμενου-Αιτητή, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία ώστε η διακριτική ευχέρειά του να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος. Επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Ξεκινώ εξετάζοντας κατά πόσο ο Εναγόμενος-Αιτητής έχει καταδείξει με τη μαρτυρία που παρουσίασε ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην αγωγή. Όπως φαίνεται από τη σύνοψη της μαρτυρίας του που έχω παραθέσει πιο πάνω, ο Εναγόμενος-Αιτητής επικαλείται διάφορα προβλήματα υγείας για να δικαιολογήσει την παράλειψη του αυτή. Όμως, κρίνω ότι τα τραύματα που είχε υποστεί από τον τραυματισμό του τον Σεπτέμβριο 2013 δεν συνιστούν αφ' εαυτού ικανή δικαιολογία. Πρόκειται για τραυματισμό, κάταγμα στις δύο φτέρνες, που χρονολογείται από 27.9.2013 και που τον κατέστησε ανίκανο προς εργασία μέχρι τον Σεπτέμβριο
  1. Το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής επιδόθηκε στον Εναγόμενο-Αιτητή στις 30.9.2015, δηλαδή ένα χρόνο μετά. Δεν αμφισβητώ τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπισε ο Εναγόμενος-Αιτητής συνεπεία του τραυματισμού του, όπως αποτυπώνονται στο ιατρικό πιστοποιητικό που παρουσίασε (Τεκμήριο Γ στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 29.11.2016). Σύμφωνα με το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό ο Εναγόμενος-Αιτητής λάμβανε μέχρι και τον Απρίλιο 2016 αντικαταθλιπτικά και αγχολυτικά φάρμακα. Όμως δεν έχω ενώπιον μου ιατρική ή άλλη μαρτυρία που να στοιχειοθετεί ή που να μπορεί να προσδώσει βαρύτητα στο επιχείρημα ότι, εξαιτίας της αγωγής αυτής που λάμβανε, ο Εναγόμενος-Αιτητής δεν ήταν σε θέση να χειριστεί τις υποθέσεις του, να αντιληφθεί το περιεχόμενο του δικογράφου που του επιδόθηκε ή να διορίσει δικηγόρο. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι ο Εναγόμενος-Αιτητής δεν έχει ικανοποιήσει ότι συνέτρεχε σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην αγωγή. Υπέρμετρο κρίνω επίσης τον χρόνο που παρήλθε από τότε που ο Εναγόμενος-Αιτητής έλαβε γνώση για την απόφαση που είχε εκδοθεί ερήμην του μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Υπενθυμίζω ότι η αίτηση έρευνας που είχε καταχωρηθεί εναντίον του, επιδόθηκε προσωπικά σε αυτόν στις 22.4.2018 και η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 29.11.
  2. Δέχομαι ότι απαιτήθηκε κάποιος χρόνος μέχρι ο Εναγόμενος-Αιτητής να καταφέρει να διορίσει δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει και μέχρι να εξασφαλίσει στοιχεία και έγγραφα προς υποστήριξη της ένστασης του. Όμως, ακόμα και αυτά, κρίνω ότι δεν δικαιολογούν το χρονικό διάστημα των 7 μηνών που μεσολάβησε. Προχωρώντας, όπως καθορίζει η νομολογία, πρωταρχικός παράγοντας που το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της φύσης, είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος-Αιτητής διαθέτει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, ο Εναγόμενος-Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν έχει υποχρέωση να επιστρέψει στον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση το ποσό των €15.000 που είχε λάβει ως μέρος της αντιπαροχής για να του πωλήσει τις μετοχές του στην εταιρεία P & T Larnaca S.V.A. Center Ltd. Αυτό διότι τελικά οι δύο είχαν συμφωνήσει το συνολικό ποσό της αντιπαροχής το οποίο ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει εξοφλήσει, κατά παράβαση της συμφωνίας. Παραμένει, είναι η θέση του Εναγόμενου-Αιτητή, υπόλοιπο €40.000 το οποίο έχει σκοπό να διεκδικήσει με ανταπαίτηση. Έχοντας υπόψη όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, θεωρώ ότι η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Παρά τις αναφορές του Εναγόμενου-Αιτητή ότι μετά τη συμφωνία τους ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση είχε καταστεί ιδιοκτήτης των μετοχών, αυτό καταρρίπτεται από τα στοιχεία του Εφόρου Εταιρειών που ο ίδιος ο Εναγόμενος-Αιτητής παρουσίασε με την ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 29.11.
  3. Αυτά δείχνουν ότι ο ίδιος παραμένει εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του 50% των μετοχών στην εταιρεία, την οποία συνεχίζει να είναι διευθυντής και γραμματέας. Αυτό δεν συνάδει με τη θέση του ότι είχε υπογράψει το 2012 έγγραφο μεταβίβασης μετοχών - ιδιαίτερα δε με δεδομένο ότι μέχρι τότε ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση δεν του είχε εξοφλήσει τις €40.000 που παρέμεναν από το τίμημα πώλησης των μετοχών που είχαν συμφωνήσει από το
  4. Σημειώνω επίσης ότι από τον Αύγουστο 2009 ο Εναγόμενος-Αιτητής δεν φαίνεται να έχει προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα για να εισπράξει το ποσό των €40.000 που υποστηρίζει ότι του οφείλει ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση. Έχω κατά νου τη μαρτυρία του κ. XXXXX Φωκά που παρουσίασε η πλευρά του Εναγόμενου-Αιτητή, στην οποία έχω περιληπτικά αναφερθεί πιο πάνω. Θεωρώ όμως ότι δεν μπορώ να της προσδώσω οποιαδήποτε ουσιαστική βαρύτητα. Το εν λόγω πρόσωπο δεν φαίνεται να διαθέτει οποιαδήποτε νομική κατάρτιση ώστε να μπορεί να εκφράζει απόψεις περί νομικών θεμάτων - και ειδικότερα αναφορικά με το κατά πόσο υπήρχε νομότυπη και έγκυρη συμφωνία πώλησης και μεταβίβασης μετοχών. Επιπρόσθετα, δεν εξηγεί ποια ήταν η θέση και τα καθήκοντα του στην εταιρεία ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει ότι ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση λειτουργούσε από τον Απρίλιοι του 2009 «ως ο μόνος μέτοχος και ιδιοκτήτης της Εταιρείας και είχε τον πλήρη έλεγχο των δραστηριοτήτων της». Σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, δεν μπορώ να καταλήξω ότι ο Εναγόμενος-Αιτητής διαθέτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Τέλος, ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει ως ένα εκ των λόγων ένσταση του ότι ο Εναγόμενος-Αιτητής ενεργεί κακόπιστα με την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας Αίτησης. Επί αυτού πρέπει να σημειώσω ότι τα ενώπιον μου δεδομένα και στοιχεία δεν στοιχειοθετούν εύρημα για κακοπιστία. Αυτό όμως επικουρικά μόνο αφού το αποτέλεσμα της Αίτησης έχει ήδη κριθεί. Συγκεφαλαιώνοντας, καταλήγω ότι ο Εναγόμενος-Αιτητής: (α) δεν ικανοποίησε ότι υπήρχε σοβαρή και εύλογη αιτία για τη μη εμφάνισή του στην αγωγή, (β) δεν δικαιολόγησε το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τότε που έλαβε προσωπικά γνώση για την εκδοθείσα απόφαση μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, και (γ) δεν αποκάλυψε τέτοια στοιχεία που να δείχνουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Με αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν μπορεί να επιτραπεί ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα-Καθ'ου η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου-Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά οι Ioannis Kotsapas & Sons v Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [2] Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.