← Κύπρος

ΚΤΩΡΗ ν. ΚΟΜΝΗΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4423/2011, 18/1/2019

ΚΤΩΡΗ ν. ΚΟΜΝΗΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4423/2011, 18/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4423/2011 Μεταξύ: XXXXX ΚΤΩΡΗ Ενάγουσα και 1.XXXXX ΚΟΜΝΗΝΟΥ 2.XXXXX ΜΕΝΕΛΑΟΥ Εναγόμενοι -------------------- 18/1/2019 Για ενάγουσα: κος Ιωαννίδης. Για εναγομένη 1: κα Κωμοδρόμου. Για εναγόμενο 2: καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή αυτή αφορά σε αξίωση της ενάγουσας για €1.440, ως ειδικές ζημίες εξαιτίας δυστυχήματος το οποίο έγινε το Φεβρουάριο

  1. Η αγωγή στρέφεται εναντίον 2 ατόμων. Της εναγόμενης 1, οδηγού του οχήματος XXXXX97 και του εναγομένου 2, ο οποίος ήταν οδηγός μοτοσυκλέτας χωρίς αριθμούς εγγραφής. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ως αυτοί καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, το απόγευμα (18:40) στις 2/2/2010 οδηγούσε το αυτοκίνητό της στη Λεωφόρο Μακαρίου Αθλητικού Κέντρου με κατεύθυνση προς την οδό Ηρώων. Την ίδια μέρα και ώρα η εναγόμενη 1 επιχειρούσε να φύγει από το Μακάριο Στάδιο και να εισέλθει στην παρακείμενη Λεωφόρο με κλίση προς τα δεξιά, όταν στην προσπάθειά της αυτή συγκρούστηκε με τον εναγόμενο 2, με αποτέλεσμα να μπει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και να κτυπήσει το αυτοκίνητο της ενάγουσας. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι και οι δύο εναγόμενοι οδηγούσαν αμελώς και για αυτό ζητεί από αυτούς το ποσό των ζημιών του αυτοκινήτου της. Μεταφέρω αυτούσιες τις λεπτομέρειες αμέλειας των εναγομένων 1 και 2, ως αυτές καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, επειδή ως θα φανεί πιο κάτω, κάτι τέτοιο θα έχει σημασία για την έκβαση της υπόθεσης: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1: (α) Ωδήγει με μεγάλη και/ή υπερβολική και/ή επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα. (β) Παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα εγκαίρως αρκετά και/ή καθόλου και/ή ωδήγει με ελαττωματικά φρένα. (γ) Παρέλειψε να ελέγξει την τροχαία κίνηση προτού εξέλθει από το χώρο στάθμευσης του Μακαρίου Σταδίου με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με τη μοτοσυκλέττα του Εναγομένου 2 και στη συνέχεια με το όχημα της Ενάγουσας. (δ) Εισήλθε από χώρο στάθμευσης σε κύριο δρόμο χωρίς να έχει προτεραιότητα. (ε) Οδηγούσε σε λανθασμένο σημείο και/ή πλευρά του δρόμου. (στ) Παρέλειψε να αναμένει τον Εναγομένο 2 πριν να εισέλθει στο κύριο δρόμο. (ζ) Εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. (η) Απέκοψε την ελεύθερη πορεία της Ενάγουσας. (θ) Παρέλειψε να σταματήσει στο ΑΛΤ. (ι) Δεν είχε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της. (κ) Παρέλειψε να σταματήσει στη συμβολή του χώρου στάθμευσης με το κύριο δρόμο. (λ) Δεν έκανε οποιοδήποτε ελιγμό προς αποφυγή της σύγκρουσης. (μ) Οδηγούσε με πλήρη αδιαφορία προς τους άλλους οδηγούς στο δρόμο. (ν) Γενικά οδηγούσε αμελώς και χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2: (α) Ωδήγει με μεγάλη και/ή υπερβολική και/ή επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα. (β) Παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα εγκαίρως αρκετά και/ή καθόλου και/ή ωδήγει με ελαττωματικά φρένα. (γ) Οδηγούσε σε λανθασμένο σημείο και/ή πλευρά του δρόμου. (δ) Δεν είχε την προσοχή του στο δρόμο και/ή έμπροσθέν του. (ε) Παρέλειψε να δώσει προτεραιότητα στην Εναγομένη 1 και να αποφύγει τη σύγκρουση. (στ) Δεν είχε αναμμένα τα φώτα της μοτοσυκλέττας του και/ή οδηγούσε χωρίς φώτα. (ζ) Δεν έκανε οποιανδήποτε κίνηση και/ή ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση. (η) Επέπεσε επί του οχήματος της Εναγομένης 1 με αποτέλεσμα αυτή να συγκρουστεί με το όχημα της Ενάγουσας. (θ) Γενικά οδηγούσε αμελώς και χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Με την υπεράσπισή της η εναγομένη 1, αποδέχεται ότι έγινε το επίδικο δυστύχημα, απορρίπτει όμως τους ισχυρισμούς της ενάγουσας για αμέλειά της και/ή για αποκλειστική αμέλειά της. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται με την υπεράσπιση της, η ίδια στις 2/2/2010 ευρισκόταν στο Μακάριο Αθλητικό Κέντρο, στο χώρο στάθμευσης. Όταν θα έφευγε, επιχείρησε να στρίψει δεξιά από την έξοδο του αθλητικού κέντρου και για να μπει στη Λεωφόρο. Αφού βεβαιώθηκε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ασφαλές, επιχείρησε να εισέλθει στη Λεωφόρο, όταν ο εναγόμενος 2, ο οποίος κινείτο με μεγάλη ταχύτητα και αμελώς, την κτύπησε με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό της να μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να κτυπήσει στο αυτοκίνητο της ενάγουσας. Είναι η θέση της ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή σε μέγιστο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια του εναγομένου
  2. Οι λεπτομέρειες αμέλειας που καταλογίζει στον εναγόμενο 2 με το δικόγραφό της έχουν ως ακολούθως: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΩΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ/Η ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ ΑΠΟΡΡΕΟΝΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 Α) Οδηγούσε με υπερβολική και/ή υπερβολική υπό τις περιστάσεις και/ή επικίνδυνη ταχύτητα. Β) Παρέλειψε να χρησιμοποιήσει έγκαιρα και/ή καθόλου και/ή αποτελεσματικά τα φρένα της μοτοσυκλέτας του και/ή οδηγούσε χωρίς φρένα. Γ) Παρέλειψε να έχει την πρέπουσα και/ή οποιαδήποτε παρατήρηση και εποπτεία του δρόμου επί του οποίου οδηγούσε και της εν γένει τροχαίας κίνησης επί τούτου. Δ) Παρέλειψε να οδηγεί τη μοτοσυκλέτα του επί της ορθής πλευράς του οδοστρώματος και/ή επί του αριστερότερου άκρου του δρόμου. Ε) Παρέλειψε να αντιληφθεί καθόλου και/ή έγκαιρα το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγομένη
  3. Στ) Παρέλειψε να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα και να προβεί στους κατάλληλους ελιγμούς για αποφυγή της σύγκρουσης. Ζ) Έθεσε την εναγόμενη 1 προ αιφνιδίου διλήμματος και της αποστέρησε τη δυνατότητα να αποφύγει τη σύγκρουση. Η) Απέκοψε την ελεύθερη πορεία του αυτοκινήτου της Εναγομένης
  4. Θ) Οδηγούσε χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδηγού και/ή χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια και/ή χωρίς να έχει τις απαραίτητες γνώσεις και εμπειρία. Ι) Μετέφερε παράνομα επιβάτη. Κ) Οδηγούσε χωρίς η μοτοσυκλέτα του να έχει εμπρόσθιο φως και/ή καθόλου φωτισμό κατά τη διάρκεια της νύχτας και σε δρόμο που δεν φωτίζεται καθόλου και/ή ικανοποιητικά. Λ) Γενικά ενήργησε αμελώς και χωρίς τη δέουσα φροντίδα και προσοχή. Σημειώνω από το σημείο αυτό, ότι ο εναγόμενος 2 επέλεξε να μην εκπροσωπηθεί στην αγωγή αυτή. Κατά την ακροαματική διαδικασία, έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες για την ενάγουσα. Επισημαίνω ότι για τον εναγόμενο 2, η υπόθεση είναι ορισμένη για απόδειξη ως η αίτηση ημερομηνίας 4.5.2017 και η μαρτυρία που δόθηκε από την ενάγουσα ήταν και προς απόδειξη της υπόθεσης της για εναγόμενο
  5. Η εναγόμενη 1 έδωσε μαρτυρία η ίδια προς υπεράσπισή της. Πριν από την έναρξη της ακρόασης, ο δικηγόρος της ενάγουσας δήλωσε ότι περιορίζει την απαίτησή του και από κοινού δηλώθηκε το ποσό των €1.290, ως το παραδεκτό ποσό για ειδικές ζημίες, επί πλήρους ευθύνης. Πρώτος μαρτυρία έδωσε ο Αστυφύλακας XX, Γ. Παπαδόπουλος, ο οποίος έχει εκπαιδευτεί στην Αστυνομική Ακαδημία για τα τροχαία δυστυχήματα και έχει συνολικό χρόνο υπηρεσίας 16 χρόνια. Για το επίδικο δυστύχημα, κλήθηκε ο ίδιος. Πήγε εκεί και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα του δυστυχήματος, το οποίο μετέτρεψε σε συμμετρικό (Τεκμήριο 1). Το πρόχειρο σχεδιάγραμμα το είδαν όλοι οι εμπλεκόμενοι, συμφώνησαν και το υπέγραψαν. Για το εν λόγω δυστύχημα ετοιμάστηκε αστυνομική έκθεση (Τεκμήριο 2), το περιεχόμενο της οποίας ο μάρτυρας υιοθετεί πλήρως. Με αναφορά στο σχεδιάγραμμα εξήγησε ότι η Λεωφόρος Μακαρίου Σταδίου, έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια που κατευθύνεται βόρεια και την αντίθετή της. Το αυτοκίνητο της εναγομένης 1, έφευγε από το χώρο στάθμευσης του Μακαρίου Σταδίου με πρόθεση να στρίψει δεξιά και να μπει στην παρακείμενη Λεωφόρο. Στην προσπάθειά της αυτή η εναγομένη 1, συγκρούστηκε με τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο εναγόμενος 2, ο οποίος οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Από τη σύγκρουση που ήταν πολύ δυνατή, το αυτοκίνητο της εναγομένης κινήθηκε δεξιότερα και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κτυπώντας το αυτοκίνητο της ενάγουσας. Την ώρα του δυστυχήματος είχε ήδη νυχτώσει. Στο δρόμο όμως υπήρχε επαρκής φωτισμός, τον οποίο έχει σημειώσει στο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε. Για το εάν η μοτοσυκλέτα είχε αναμμένα τα φώτα δεν μπορούσε να τοποθετηθεί θετικά εφόσον είναι κάτι το οποίο δεν εξέτασε, πλην όμως όπως είπε δεν είχε εγερθεί τέτοιο ζήτημα όταν ήταν εκεί. Εικάζει όμως ότι τα φώτα ήταν αναμμένα γιατί αν ήταν κλειστά θα είχε κατηγορήσει ως προς τούτο τον εναγόμενο
  6. Η μοτοσυκλέτα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, 130 χιλιόμετρα αντί 50 και κατηγορήθηκε σχετικά ο οδηγός της. Από ότι θυμάται ο οδηγός της μοτοσυκλέτας και ο συνεπιβάτης του φορούσαν μαύρα ρούχα. Συμφώνησε ότι εάν τα φώτα της μοτοσυκλέτας ήταν κλειστά τότε ο οδηγός και ο συνεπιβάτης θα ήταν δυσδιάκριτοι. Ακολούθησε η μαρτυρία της ενάγουσας. Σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος η μαρτυρία της έχει ακριβώς ως ακολούθως: «Κατά την 2/2/2010 και περί ώρα 18:40 ενώ οδηγούσα το όχημα μου υπ΄αριθμό εγγραφής XXXXX99 κατά μήκος της Λεωφόρου Μακαρίου Αθλητικού Κέντρου με κατεύθυνση από την Λεωφόρο Αρχαγγέλου προς την Λεωφόρο Ηρώων, κρατώντας κανονικά την λωρίδα μου ως η πορεία μου, κτυπήθηκα από το όχημα της Εναγομένης 1, η οποία την ίδια μέρα και ώρα και ενώ οδηγούσε το όχημα υπ΄αριθμό εγγραφής ΚΗΧ197 στην έξοδο του χώρου στάθμευσης του Μακαρίου Σταδίου, η οποία εφάπτεται στην Λεωφόρο Μακαρίου Αθλητικού Κέντρου και στην προσπάθειά της να εισέλθει στην Λεωφόρο με κλίση δεξιά, συγκρούστηκε με τον Εναγόμενο 2 ο οποίος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα, ο οποίος εκινείτο στην αντίθετη λωρίδα από εμένα. Από την σύγκρουση το όχημα της Εναγομένης 1 γύρισε στο δρόμο και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το όχημά μου, το οποίο εκινείτο κανονικά στην λωρίδα κυκλοφορίας μου». Συμφωνεί με το σχεδιάγραμμα. Συμφωνεί με τα όσα αναφέρονται στην Αστυνομική Έκθεση. Συμφωνεί ότι το κτύπημα στο αυτοκίνητό της έγινε εξαιτίας της σύγκρουσης που είχε η εναγόμενη 1 με τη μοτοσυκλέτα του εναγομένου 2 και πως την ώρα του δυστυχήματος, η εναγόμενη 1, είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη δεξιόστροφη στροφή της προς τη Λεωφόρο. Την εναγόμενη 1 την είδε σε στάση αναμονής για να μπει στη Λεωφόρο, ενώ τον εναγόμενο 2 πρώτη φορά τον είδε μετά το ατύχημα. Η πιο πάνω είναι η μαρτυρία που έχει δοθεί από την πλευρά της ενάγουσας για απόδειξη της υπόθεσης. Ακολούθησε η μαρτυρία της εναγομένης
  7. Για τις συνθήκες του δυστυχήματος δηλώνει τα ακόλουθα: «Στις 2/2/2010 και η ώρα 18:40 οδηγούσα το όχημά μου με αρ. εγγραφής XXXXX97 στο χώρο στάθμευσης του Μακαρίου Σταδίου με κατεύθυνση προς την έξοδο η οποία εφάπτεται στην Λεωφόρο Μακαρίου Αθλητικού Κέντρου. Όταν έφτασα στο ΑΛΤ σταμάτησα το όχημα μου και αφού βεβαιώθηκα ότι ήταν ασφαλές να εισέλθω εντός της πιο πάνω Λεωφόρου, εκκίνησα με χαμηλή ταχύτητα να εισέλθω με κλίση δεξιά στην εν λόγω Λεωφόρο. Διασταύρωσα την εξ΄ αντιθέτου μου λωρίδα και λίγο πριν προλάβω να ευθυγραμμίσω το όχημά μου και να λάβω την κανονική μου πορεία προς τη Λεωφόρο Αρχαγγέλου ένιωσα ένα δυνατό κτύπημα σην αριστερή πλευρά του οχήματός μου.» Εξαιτίας της σύγκρουσης εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και κτύπησε το αυτοκίνητο της ενάγουσας. Είναι βέβαιη ότι ο εναγόμενος 2 οδηγούσε χωρίς να έχει αναμμένο το μπροστινό φως της μοτοσυκλέτας. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με το ότι ήταν σκοτάδι, μείωναν τη δυνατότητά της να τον εντοπίσει έγκαιρα. Η ίδια πριν επιχειρήσει να εισέλθει στη Λεωφόρο είχε κοιτάξει και είχε βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει. Αν ο εναγόμενος 2 είχε ανοικτά τα φώτα του τότε θα τον είχε δει. Τέλος ζητεί όπως ο εναγόμενος συνεισφέρει και αποζημιώσει σχετικά με οποιοδήποτε ποσό κληθεί να πληρώσει την ενάγουσα. Κατά την αντεξέτασή της εξήγησε πως μέχρι και την ώρα που ο εναγόμενος 2 τη κτύπησε δεν τον είχε δει. Η ίδια κινείτο με ανοιχτά τα φώτα της. Κοίταξε πριν στρίψει και δεν είδε τίποτα. Η εμπειρία αυτή ήταν ιδιαίτερα τραυματική για την ίδια. Συμφώνησε ότι κατηγορήθηκε για αμελή οδήγηση και παραδέχτηκε τις κατηγορίες. Εξήγησε ότι ο λόγος που παραδέχτηκε ενοχή στις κατηγορίες για αμελή οδήγηση ήταν ακριβώς λόγω του ότι η εμπειρία αυτή ήταν ιδιαίτερα τραυματική για την ίδια και λόγω του χρονοβόρου των δικαστικών διαδικασιών ήθελε να τελειώνει με το ζήτημα αυτό. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δικηγόρων της ενάγουσας και της εναγομένης
  8. Το περιεχόμενο τους το έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή και εάν και εφόσον χρειαστεί θα αναφερθώ σε αυτό. Προχωρώ αμέσως πιο κάτω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές και τις παραμέτρους που έχει θέσει η νομολογία ως προς το πως θα πρέπει να επιτελείται από το Δικαστήριο το έργο αυτό. Ο πρώτος μάρτυρας αστυφύλακας και εξεταστής της υπόθεσης, κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος και της έκθεσης που ετοίμασε σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Οι θέσεις του στην ουσία τους δεν αμφισβητήθηκαν από τη δικηγόρο της εναγομένης
  9. Αποδέχομαι τα όσα ανάφερε ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, ως αυτά είχαν καταγραφεί από τον ίδιο και σε χρονικό διάστημα κοντά στην ημέρα του δυστυχήματος. Συγκεκριμένα, αποδέχομαι πως, ενώ η εναγομένη 1 επιχειρούσε να εξέλθει από το Μακάριο Στάδιο και να εισέλθει στην παρακείμενη Λεωφόρο με κλίση προς τα δεξιά κτυπήθηκε από μοτοσυκλέτα που κινείτο στην ίδια λωρίδα που επιχειρούσε να (και σχεδόν είχε ολοκληρώσει την προσπάθειά της) στρίψει. Εξαιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης, η εναγόμενη 1 κτύπησε το αυτοκίνητο της ενάγουσας. Την ώρα του δυστυχήματος είχε σκοτάδι. Υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός στο δρόμο και η ορατότητα στο σημείο σύγκρουσης ήταν καλή. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας κινείτο με 130 αντί 50 χιλιόμετρα και οδηγός και συνεπιβάτης φορούσαν μαύρα ρούχα. Τα πιο πάνω συνιστούν και διαπιστώσεις μου. Ο εν λόγω μάρτυρας ερωτήθηκε εάν η μοτοσυκλέτα είχε αναμμένο το μπροστινό φως ή όχι. Δεν θυμότανε και δεν έχει κρατήσει σχετική σημείωση. Υπολογίζει πως για να μη γράψει κάτι, δεν εγέρθηκε τέτοιο ζήτημα. Όταν είδε τη μοτοσυκλέτα, αυτή ήτανε ούτως ή άλλως διαλυμένη. Αν και ο μάρτυρας ως ήδη ανάφερα προκάλεσε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, δεν θα αποδεχτώ τη θέση του πως, αν και δε θυμάται, εικάζει ότι ήταν αναμμένα τα φώτα της μοτοσυκλέτας. Ο ίδιος ανάφερε ότι ως εξεταστής ατυχημάτων έχει δει και βλέπει πολλά τροχαία ατυχήματα. Είναι απόλυτα εύλογο και αναμενόμενο να μη θυμάται ακριβώς λεπτομέρειες του κάθε ενός και ειδικά μετά την παρέλευση ετών, εκτός ίσως εάν πρόκειται για δυστυχήματα τα οποία παρουσιάζουν κάποια ιδιαιτερότητα και δεν θα συγκατάλεγα το επίδικο σε αυτή την κατηγορία. Η θέση του ότι τα φώτα μάλλον ήταν αναμμένα είναι υπόθεση και όχι μαρτυρία επί γεγονότος. Υπόθεση η οποία ως θα εξηγήσω πιο κάτω δε συνάδει με τη μαρτυρία της ενάγουσας και της εναγομένης που έζησαν το δυστύχημα, αλλά ούτε και με τα δικόγραφα. Η ενάγουσα, επίσης έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ως προς τις συνθήκες ατυχήματος, τα όσα είπε δεν διαφέρουν από όσα είπε ο πρώτος μάρτυρας, ούτε και αμφισβητηθήκαν με την αντεξέταση της, ότι δηλαδή το κτύπημα στο αυτοκίνητό της από την εναγομένη 1 έγινε εξαιτίας της σύγκρουσης του αυτοκινήτου της εναγομένης 1 με τη μοτοσυκλέτα του εναγομένου
  10. Η ενάγουσα είδε την εναγομένη σε στάση αναμονής για να εισέλθει στη Λεωφόρο. Τη μοτοσυκλέτα δεν την είδε. Όταν έγινε η σύγκρουση η εναγομένη 1 είχε σχεδόν ολοκληρώσει την προσπάθειά της να στρίψει. Τα πιο πάνω τα αποδέχομαι και συνιστούν διαπιστώσεις μου. Αναδεικνύω περαιτέρω και το ακόλουθο. Η ενάγουσα δηλώνει απερίφραστα ότι την εναγομένη 1 την είδε ότι ήταν σε στάση αναμονής για να μπει στη Λεωφόρο ενώ τον εναγόμενο 2 δεν τον είδε. Η θέση της αυτή, ότι δεν είδε τον εναγόμενο 2 είναι υποστηρικτική της θέσης της εναγομένης 1 ότι ο εναγόμενος κινείτο με σβηστά φώτα και για αυτό δεν τον είδε. Προχωρώ στη μαρτυρία της εναγομένης 1, η οποία δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες αποκλίσεις από τα όσα έχουν πει και οι υπόλοιποι μάρτυρες, ως προς το λόγο της σύγκρουσης με το αυτοκίνητο της ενάγουσας, ότι δηλαδή αυτή έγινε εξαιτίας της προηγηθήσας σύγκρουσής της με τη μοτοσυκλέτα του εναγομένου
  11. Η ίδια δηλώνει ότι ευρισκόταν στο χώρο στάθμευσης του Μακάριου Σταδίου και πρόθεσή της ήταν να στρίψει δεξιά και να μπει στην παρακείμενη Λεωφόρο. Κοίταξε το δρόμο και μόνο αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν ασφαλές επιχείρησε να στρίψει. Είχε τελειώσει σχεδόν την προσπάθειά της όταν την κτύπησε ο εναγόμενος
  12. Δεν τον είχε δει, εφόσον κινείτο με κλειστά τα φώτα της μοτοσυκλέτας του. Η πιο πάνω θέση της εναγομένης 1, ως ήδη πιο πάνω καταγράφω υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία της ενάγουσας, η οποία επίσης δεν είδε τον εναγόμενο 2 παρά μόνο μετά τη σύγκρουση. Θα έλεγα ότι είναι παρεπόμενο της κοινής λογικής ότι εάν αυτός είχε ανοιχτά τα φώτα του, τότε αν όχι και οι δύο, τουλάχιστον μία από τις δύο θα τον έβλεπε. Επίσης, ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η πιο πάνω θέση της εναγομένης 1 ταυτίζεται και με τις δικογραφημένες θέσεις που προωθεί η ενάγουσα, η οποία στην Έκθεση Απαίτησης στο σημείο (στ) από τις «Λεπτομέρειες αμέλειας εναγομένου 2», ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε αναμμένα τα φώτα της μοτοσυκλέτας του. Οποιαδήποτε άλλα επιχειρήματα από την πλευρά της ενάγουσας, αναφορικά με το ζήτημα του εάν η μοτοσυκλέτα κινείτο με σβηστά φανάρια, τα οποία προβλήθηκαν και προωθήθηκαν είτε κατά την ακροαματική διαδικασία είτε με τις αγορεύσεις αναπόφευκτα είναι εκ διαμέτρου αντίθετα με το δικογραφημένο ισχυρισμό της. Ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος οδηγούσε με κλειστά φώτα, είναι καταγεγραμμένος και στο δικόγραφο της εναγομένης
  13. Εφόσον υπάρχει τέτοια, ξεκάθαρα κοινή δικογραφημένη θέση της ενάγουσας και της εναγομένης 1, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην εξαγωγή αντίθετου ευρήματος. (Παρλάτα ν. Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A339, ΠΕ387/2009, 21/5/2014). Έχοντας καταγράψει τα πιο πάνω οι διαπιστώσεις μου επί των συνθηκών του δυστυχήματος και των γεγονότων που το περιβάλλουν είναι οι ακόλουθες. Στις 2/2/2010, στις 18:40 η ενάγουσα οδηγούσε το αυτοκίνητό της στη Λεωφόρο Μακαρίου Αθλητικού Κέντρου, με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Ηρώων. Εκείνη την ώρα ήταν ήδη σκοτάδι. Στο δρόμο υπήρχε φωτισμός. Η Λεωφόρος Μακαρίου Σταδίου είναι ευθεία με καλή ορατότητα. Η εναγόμενη 1, η οποία ευρισκόταν στο χώρο στάθμευσης του Μακάριου Σταδίου, επιχειρούσε να βγει προς τη Λεωφόρο με κλίση (στρίβοντας δηλαδή) δεξιά. Πριν το πράξει αυτό προσπάθησε να ελέγξει σχετικά το δρόμο. Θεωρώντας ότι είναι ασφαλές, επιχείρησε να εισέλθει στη Λεωφόρο. Δεν είδε τον εναγόμενο 2, ο οποίος κινείτο χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα της μοτοσυκλέτας, με μεγάλη ταχύτητα, ήτοι 130 χιλιόμετρα αντί 50 και φορούσε μαύρα ρούχα τόσο ο ίδιος όσο και ο συνοδηγός του. Ο εναγόμενος 2 κτύπησε το αυτοκίνητό της εναγομένης
  14. Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης, ήταν η εναγομένη 1 να μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να κτυπήσει την ενάγουσα. Την ώρα της σύγκρουσης η εναγομένη 1 είχε σχεδόν ολοκληρώσει την προσπάθειά της να εισέλθει στη Λεωφόρο. Ό, τι απομένει να εξεταστεί είναι ποιος από τους δύο εναγομένους, φέρει την ευθύνη για το δυστύχημα και/ή το ποσοστό αμέλειας κάθε εναγομένου. Κατ' αρχάς ξεκινώ καταγράφοντας την αρχή πως το μέτρο για την αμέλεια είναι αντικειμενικό. Για να καταλογιστεί αμέλεια θα πρέπει η συμπεριφορά, προσοχή, ενέργειες εναγομένου να υπολείπονται από τις αντίστοιχες που αναμένεται να επιδείξει ένας συνετός και έμπειρος οδηγός (Adamis and Another v. Eracleous

(1982)1 C.L.R. 746 ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:A16, Πολιτική Έφεση Αρ. 346/2010, 15/1/2016). Επίσης στην Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 226, επισημαίνεται ότι το καθήκον επιμέλειας οδηγού «προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του». Με τις ικανές αγορεύσεις της, η δικηγόρος για την εναγομένη 1 με παραπέμπει σε ορισμένες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα γεγονότα των οποίων, φέρουν κοινά χαρακτηριστικά με τα γεγονότα του επίδικου ατυχήματος. Στην Κυριάκος Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1 ΑΑΔ 178, τονίστηκε η ιδιαίτερη προσοχή που πρέπει να επιδεικνύει κάποιος όταν εισέρχεται σε κύριο δρόμο, πλην όμως στον επιμερισμό ευθύνης λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ο το άτομο που οδηγούσε στον κύριο δρόμο έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Στην Leelarathna Meemanage v. Νατάσας Αναστασίου κ.α.
(2008)1Α ΑΑΔ 59, επισημάνθηκε η μεγάλη συντρέχουσα αμέλεια οδηγού που οδηγούσε χωρίς μπροστινό φως. Παρομοίως στην Νικολάου ν. Καϊμακκάκη
(2004)1 Α.Α.Δ. 570, αναφέρθηκε πως το γεγονός ότι μοτοποδήλατο οδηγούσε χωρίς φωτισμό ήταν κάτι το οποίο μείωνε τη δυνατότητα του οδηγού να το εντοπίσει. Οι αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει ο δικηγόρος της ενάγουσας με τις αγορεύσεις του, αφορούν γεγονότα ουσιωδώς διαφορετικά από αυτά της επίδικης περίπτωσης, Και εξηγώ, ότι στις υποθέσεις στις οποίες έχω παραπεμφθεί, γίνεται αναφορά στο ότι μοτοσυκλετιστής εύλογα αναμένει ότι δεν θα παρεμβληθεί στην πορεία του άλλο όχημα (Ioannis Vakanas v. Michael Thomas and another
(1982)1 CLR 530 και Omiros Constantinou v. Stavros Katsouris and another
(1975)1 CLR 188, Άριστος Αριστοδήμου, Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Γεωργίου ν. Ανδρέα Πέτρου
(1995)1 ΑΑΔ 980) Είναι αυτονόητο αφενός μεν ότι η πορεία του μοτοσυκλετιστή αναμένεται ότι θα είναι σεβαστή, αφετέρου δε αυτονόητο είναι ότι αναμένεται ότι και ο ίδιος λαμβάνει όλα τα μέτρα αυτοπροστασίας. H σημασία της έλλειψης επιμέλειας από μέρους οδηγού μοτοποδηλάτου να το φωτίσει κατάλληλα αναφέρεται και στην Θεοφάνους Ανθή και Άλλος ν. Γιάννη Κουρουκλά και Άλλης
(2006)1 ΑΑΔ 528. Επιπλέον, άμεσα ή έμμεσα σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις Droushiotis and Another v. Xeni and Others
(1976)1 C.L.R. 161 και Karikatou v. Soteriou and Another
(1979)1 C.L.R. 150, Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 ΑΑΔ 815, Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1Α Α.Α.Δ. 218, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, ECLI:CY:AD:2018:A352, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 336/2012, 10/7/2018 και Κωνσταντίνου Ανδρέας ν. Πέτρου Παναγιώτου
(2011)1 ΑΑΔ 1585.). Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω και υπάγοντας τα στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης όπως αυτά καταγράφονται στα ευρήματά μου πιο πάνω, η αναπόφευκτη κατάληξη είναι ότι τόσο η εναγόμενη 1 όσο και ο εναγόμενος 2 έχουν συντρέχουσα αμέλεια αναφορικά με το δυστύχημα. Η μεν εναγόμενη 1, απέτυχε να αντιληφθεί τον εναγόμενο 2 και να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε να αποφευχθεί το δυστύχημα. Ο δε εναγόμενος 2, οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, διπλάσια του επιτρεπόμενου ορίου, ως η αναντίλεκτη μαρτυρία του αστυνομικού και επίσης οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με κλειστό το μπροστινό φανάρι ενώ ήταν σκοτάδι. Ως παράμετρο την οποία θα λάβω επίσης υπόψη είναι το γεγονός ότι την ώρα του ατυχήματος η εναγομένη 1 είχε ήδη ολοκληρώσει την προσπάθειά της να εισέλθει στη Λεωφόρο. Τα γεγονότα που ενεργοποίησαν την πιθανότητα έλευσης του ατυχήματος τροχοδρομήθηκαν άμα την προσπάθεια της εναγομένης 1 να εισέλθει από το χώρο στάθμευσης του Μακαρίου Σταδίου στην παρακείμενη Λεωφόρο χωρίς να αντιληφθεί τον εναγόμενο 2. Ό,τι κατέστησε όμως αναπόφευκτο το ατύχημα ήταν (α) η επιλογή του εναγομένου 2 να οδηγεί χωρίς φωτισμό, καθιστώντας έτσι το έργο των άλλων οδηγών να τον εντοπίσουν ιδιαίτερα δυσχερές (αρκεί να αναφέρω ότι τόσο η ενάγουσα όσο και η εναγομένη 1 δηλώνουν ότι τον αντιλήφθηκαν για πρώτη φορά μετά το ατύχημα), σε συνδυασμό (β) με την υπερβολική ταχύτητα με την οποία οδηγούσε (διπλάσια από την επιτρεπόμενη) η οποία αποστερούσε από τον ίδιο την ευχέρεια να ελιχθεί και να αντιδράσει προκειμένου να αποφύγει το ατύχημα. Ο εναγόμενος 2 κανένα μέτρο αυτοπροστασίας έλαβε προκειμένου να αποφευχθεί το ατύχημα, επιβαρύνοντας δε τις ήδη βεβαρημένες για τον ίδιο περιστάσεις με την επιλογή του να φορεί μαύρα ρούχα (ως ο αστυνομικός κατάθεσε) καθιστώντας ακόμα δυσκολότερη τη δυνατότητα της εναγομένης 1 να τον δει. Εφόσον έχει κριθεί ότι υπάρχει αμέλεια και των δύο εναγομένων και εφόσον η εναγομενη 2 έχει καταχωρήσει και επιδώσει ειδοποίηση προς συνεναγόμενο ως οι πρόνοιες της Δ.10θ
(12)
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας διαδικαστικού Κανονισμού εκείνο που αναμένεται περαιτέρω από το Δικαστήριο είναι να προχωρήσει σε καταμερισμό ευθύνης, μεταξύ των δύο εναγομένων. Το ζήτημα αυτό δικονομικά βασίζεται στην πιο πάνω αναφερόμενη Δ.10θ
(12)
(1), ενώ το ουσιαστικό δίκαιο που το ρυθμίζει καθορίζεται από το άρθρο 64 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕφ.148. Σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1013 και Σπύρου ν. Λανίτου
(2001)1 ΑΑΔ 1538. Οι αρχές που διέπουν τη διεργασία αυτή του Δικαστηρίου έχουν καταγραφεί σε σωρεία αποφάσεων. Παραθέτω σχετικό ενδεικτικό απόσπασμα από την Κωνσταντίνου Ανδρέας ν. Πέτρου Παναγιώτου
(2011)1 ΑΑΔ 1595: «Όσον αφορά τις αρχές που διέπουν το θέμα αυτό, παραπέμπουμε στο πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, «Αστικά Αδικήματα», Τόμος 2, στη σελ. 64, το οποίο και υιοθετούμε: «Ο καταμερισμός της ευθύνης έχει βάση την εκτίμηση της αντίστοιχης υπαιτιότητας (blameworthiness) των διαδίκων και την αιτιώδη συνάφεια των πράξεών τους με το αποτέλεσμα τους (causative potency). Το θέμα εξετάζεται με μια ευρεία προοπτική που βασίζεται στη λογική και τον κοινό νου. (Charalambous a.ο. v. Kassapis a.ο.
(1988)1 C.L.R. 25). H εκτίμηση υπαιτιότητας δεν επιδέχεται ακριβή υπολογισμό. Τα απαιτούμενα επίπεδα είναι εκείνα του λογικού, συνετού ανθρώπου, πιστωμένου με τη γνώση που αποκτάται από εμπειρίες και τη λογική. Η εκτίμηση της αιτιώδους συνάφειας επιδέχεται, όμως, πιο ακριβή υπολογισμό. Τα πιο πάνω τονίστηκαν στην Polycarpou a.ο. v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζονται οι συνθήκες και τα γεγονότα που περιβάλλουν το ατύχημα, και ο καταμερισμός να γίνεται με βάση τη κοινή λογική. (Ioannou v. Mavridou
(1972)1 C.L.R. 107).» Στην ANDREAS V. VRONDIS & SONS (CONSTRUCTIONS) LTD ν. ΣΟΦΟΚΛΗ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2017:A177, Πολιτική Έφεση Αρ. 189/2011, 15/5/2017, καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά: «Η συντρέχουσα αμέλεια που έχει ως αποτέλεσμα τον επιμερισμό της ευθύνης αποτελεί ζήτημα πραγματικό και αποφασίζεται στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των δεδομένων της κάθε υπόθεσης. Η εναπόθεση συντρέχουσας αμέλειας αποτιμάται στο σύνολο των γεγονότων, ως θέμα νομικής και λογικής συνέπειας. Έχει σημασία η γενεσιουργός αιτία ενός ατυχήματος, η αιτιώδης συνάφεια της επιδεικνυόμενης αμέλειας και του συμβάντος και ο βαθμός φροντίδας και προσοχής που θα πρέπει να επιδειχθεί και από το άλλο εμπλεκόμενο μέρος. (Παναγή ν. Παναγιώτου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1267 και Σαμαρά ν. Πιπονίδου
(2013)1 Α.Α.Δ. 629). Το Εφετείο δύναται να επέμβει στον καταμερισμό ευθύνης όπου διαφαίνεται ότι ο καταμερισμός ήταν εμφανώς λανθασμένος. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων έναντι των εναγομένων, αλλά στο καθήκον περί αυτοπροστασίας, με βάρος απόδειξης που φέρει ο εναγόμενος, (Charlesworth & Perry on Negligence 7η έκδ. σελ. 146-147, παρ. 3-11 και Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v. Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28).» Με γνώμονα λοιπόν τις αρχές και παραμέτρους που διέπουν το ζήτημα καταμερισμού ευθύνης όπως καταγράφονται πιο πάνω, αλλά και γενικότερα όπως καθορίζονται από όλη τη σχετική νομολογία (την οποία έχω μεν υπόψη μου άλλα ήταν αδύνατο να καταγραφεί όλη στην απόφαση) και την αλυσίδα των γεγονότων η οποία προκάλεσε το επίδικο ατύχημα, σε συσχετισμό με τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων μερών όπως αυτή αναλύεται πιο πάνω, θεωρώ ότι ευθύνη για το ατύχημα φέρει κατά 25% η εναγόμενη 1 και κατά 75% ο εναγόμενος 2 και εκδίδεται σχετικό διάταγμα καταμερισμού ευθύνης. Επομένως, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για ποσό €1.290 (ως έχει περιοριστεί) πλέον νόμιμο τόκο από 22/6/2011 (ημέρα καταχώρησης της αγωγής) πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή ως ο σχετικός Δικαδικαστικός Κανονισμός, με καταμερισμό ευθύνης 25% στην εναγομένη 1 και 75% στον εναγόμενο 2. (Υπ) ............................................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.