Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1104/2018, 31/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1104/2018 Μεταξύ:
- Loucas Panayiotou Estates Ltd
- .....Βουρκώτη άλλως ...... Παναγιώτου
- .. Παναγιώτου
- .... Παναγιώτου Ενάγοντες και
- Hellenic Bank Public Company Ltd
- Aps Debt Servicing Cyprus Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.1.2019 υπό εναγόντων - αιτητών για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2019 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Βορκάς Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κα Σολουκίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες ζητούν αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι παραχωρηθείσες από μέρους τους υποθήκες προς την εναγόμενη 1 τράπεζα, είναι άκυρες και/ή προϊόν παρανομίας και/ή δόλου και/ή συνωμοσίας και/ή απάτης και/ή παραπλάνησης και/ή ψυχικής πίεσης και/ή αθέμιτης επιρροής (undue influence). Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η εναγόμενη 1 είναι δημόσια εταιρεία η οποία διεξάγει τραπεζικές εργασίες ενώ η εναγόμενη 2, είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στην διαχείριση των εργασιών που αφορούν την ακίνητη ιδιοκτησία πελατών της εναγομένης
- Οι ενάγοντες αιτούνται επίσης αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου δια της οποίας να αναγνωρίζεται πως οι ενάγοντες δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην εναγόμενη 1 και/ή πως το ενυπόθηκο δάνειο για το οποίο ενεγράφησαν οι επίδικες, έχει εξοφληθεί. Αιτούνται περαιτέρω την ακύρωση των ειδοποιήσεων της εναγόμενης 1 «ΤΥΠΟΣ Θ» και «ΤΥΠΟΣ Ι» ημερ. 21/3/2018 που επιδόθηκαν στους ενάγοντες 1, 2, 3 και 4 στις 28/3/2018 ή και οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση επιδόθηκε και τέθηκε σε γνώση των εναγόντων 1, 2, 3 και 4, ως προϊόν δόλου, απάτης και ψυχικής πίεσης Στα πλαίσια αυτά οι ενάγοντες αιτούνται περαιτέρω αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 1, ενεργώντας δόλια, με απάτη, με ψευδείς παραστάσεις και παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης, επιχείρησε να αποσπάσει και/ή απέσπασε την υπογραφή της ενάγουσας 2 σε τραπεζικά έγγραφα που ετοίμασε η εναγομένη
- Οι ενάγοντες αιτούνται επιπλέον αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 1 προέβη παράνομα στην παροχή των προσωπικών τους δεδομένων στην εναγόμενη 2, η οποία προέβη παρανόμως στην επεξεργασία τους. Τέλος, αιτούνται τιμωρητικές ή και επαυξημένες αποζημιώσεις ή και αποζημιώσεις δυνάμει παραβίασης των άρθρων 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή και του στο Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Είναι η θέση των εναγόντων 1 έως 4 ότι υπέγραψαν τις επίδικες συμβάσεις δανείων, υποθηκών και παρατραβήγματος, κατόπιν ψυχικής πίεσης και απάτης από την εναγομένη 1, δίχως να έχουν δικαίωμα ατομικής διαπραγμάτευσης των ρητρών ή ευχέρεια λήψης προγενέστερης νομικής συμβουλής. Επιπλέον, η εναγόμενη 1 με δόλιες μεθοδεύσεις και συνωμοσία, απάλειψε τις υποχρεώσεις ενός εγγυητή στην συμφωνία παρατραβήγματος ημ. 14/10/2005 χωρίς την προγενέστερη συγκατάθεση και χωρίς να τελεί εις γνώση των εναγόντων. Η απαίτηση αφορά 4 υποθήκες ως ακολούθως: Για την ενάγουσα 1 Α/Α Δήμος / Κοινότητα Αρ. Εγγραφής Φύλλο - Σχέδιο, Τμήμα Τεμάχιο Μερίδιο Α. Μαρώνι, Λάρνακα 0/1XX2 LV/22/0 1XX8 1/1 Β. Πέρα, Λευκωσία 0/1XXX1 30150/0 1XX1 1/1 Για την ενάγουσα 2 Α/Α Δήμος / Κοινότητα Αρ. Εγγραφής Φύλλο - Σχέδιο, Τμήμα Τεμάχιο Μερίδιο Γ. Πέρα, Λευκωσία 0/1XXX2 30/58/0 1XX3/1 1/1 Για τον ενάγοντα 3 Α/Α Δήμος / Κοινότητα Αρ. Εγγραφής Φύλλο - Σχέδιο, Τμήμα Τεμάχιο Μερίδιο Δ. Πέρα, Λευκωσία 0/1XXX8 30/58/0 8X8 1/1 Στα πλαίσια της αγωγής, οι ενάγοντες αιτούνται με την παρούσα αίτηση τους, προσωρινά διατάγματα με τα οποία να αναστέλλεται η διαδικασία πλειστηριασμού των πιο πάνω υποθηκών, η οποία ξεκίνησε από τους εναγόμενους δυνάμει του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/
- Ο πλειστηριασμός για το ακίνητο υπό στοιχεία Α ανωτέρω καθορίστηκε για τις 14.1.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς αλλά πολύ καθυστερημένα στις 4.1.18 και μέχρι να επιδοθεί ως η διαταγή του Δικαστηρίου, ο χρόνος είχε παρέλθει ώστε να μην είναι δυνατόν να εκδικαστεί πριν την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού. Για τα υπόλοιπα ακίνητα, ο πλειστηριασμός καθορίστηκε εντός του Φεβρουαρίου του 2019, οπόταν έδωσα οδηγίες ώστε η ένσταση να καταχωρηθεί το ταχύτερο δυνατόν και να ολοκληρωθεί η αίτηση με την έκδοση απόφασης πριν την ημερομηνία του πλειστηριασμού, όπως και έγινε. Παρά ταύτα, ο συνήγορος των εναγόντων επέμενε και στην εκδίκαση του αιτήματος και για το ακίνητο υπό στοιχεία Α αφού όπως εισηγήθηκε παρά το γεγονός ότι δεν βρέθηκε αγοραστής στον πλειστηριασμό ημ.14.1.19, εντούτοις η εναγομένη 1 έχει δυνάμει του Νόμου 9/65 την δυνατότητα να προχωρήσει σε δεύτερο πλειστηριασμό με χαμηλότερη επιφυλαχθείσα τιμή ή ακόμα και να εγγράψει το ακίνητο στο όνομα της. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η οποία υπογράφεται από τον ενάγοντα 4, γίνεται αναφορά στην επίδοση των σχετικών ειδοποιήσεων δυνάμει του Νόμου 9/
- Αμφισβητείται στην ουσία η σωστή επίδοση, στοιχείο που παρασύρει κατά τον ομνύοντα ολόκληρη την διαδικασία εκποίησης. Στην συνέχεια, ο ομνύων αναφέρει ότι οι ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν συγκατάθεση για αποκάλυψη και μεταβίβαση των προσωπικών τους δεδομένων αναφορικά με το επίδικο δάνειο σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πέραν της εναγόμενης 1, η οποία τα κατέχει για περιορισμένους σκοπούς. Ως εκ τούτου, η παροχή των προσωπικών τους δεδομένων από την εναγομένη 1 τράπεζα προς την εναγομένη 2 εταιρεία είναι παράνομη, σε βαθμό που συμπαρασύρει την εγκυρότητα των σχετικών ειδοποιήσεων της διαδικασίας πλειστηριασμού. Είναι επίσης επείγουσα η αναστολή του πλειστηριασμού, προκειμένου να σταματήσει άμεσα η παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων. Ακολούθως, ο ομνύων ανέφερε ότι οι εναγόμενοι, όφειλαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 9/65 να προβούν σε δημοσίευση του «Δελτίου Α» αναφορικά με τους επίδικους πλειστηριασμούς, τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία εκποίησης. Η παράλειψη τους να το πράξουν καθιστά την όλη διαδικασία πλειστηριασμού άκυρη. Περαιτέρω, η καθυστέρηση της εναγομένης 1 ή η παράλειψη δημοσίευσης πλειστηριασμού, είναι δυνατό και εύλογο, να προσελκύσει λιγότερα ή καθόλου ενδιαφερόμενα πρόσωπα στην διενεργηθείσα διαδικασία με αποτέλεσμα την μη πώληση. Ως εκ τούτου θα επιτραπεί στην εναγομένη 1, να προβεί σε νέα διαδικασία δυνάμει του Νόμου, με χαμηλότερη επιφυλασσόμενη τιμή ή την πώληση σε χαμηλότερη τιμή λόγω της προσέλκυσης λιγότερων ενδιαφερόμενων αγοραστών. Γίνεται επιπλέον αναφορά σε αντισυμβατική μονομερή αύξηση του επιτοκίου από πλευράς εναγομένης 1, αλλά και στην υπογραφή των συμβάσεων εγγύησης από τους εναγομένους 3 & 4 ημερ. 29/12/2009 κατόπιν ψυχικής πίεσης, εκβιασμού, ψευδών παραστάσεων, υποσχέσεων και δόλιων τεχνασμάτων από τους λειτουργούς της εναγόμενης
- Κατά τον ομνύοντα η συμφωνία παρατραβήγματος ημερομηνίας 14/10/2005 και η δανειακή σύμβαση ημερομηνίας 7/8/2007 καταρτίστηκε κατά τον ως άνω χρόνο με την δική του εγγύηση και του ενάγοντα 3 καθώς και τρίτου προσώπου ως συνεγγυητή, που ήταν αξιωματούχος της ενάγουσας 1, η οποία δραστηριοποιείτο στην αγοραπωλησία ακίνητης περιουσίας. Η εναγόμενη 1 και ο αξιωματούχος αυτής κύριος Α.Λ που γνώριζε την καλή οικονομική κατάστασή του ως άνω συνεγγυητή και των εταιρειών του, ένεκα και των καταθέσεων και λογαριασμών που ο συνεγγυητής τηρούσε στην τράπεζα της εναγομένης 1, προέβησαν στην ακύρωση των εγγράφων εγγυήσεων του εν λόγω συνεγγυητή, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του εναγόντων. Ο ομνύων ισχυρίστηκε ότι στη βάση των ανωτέρω, είναι σαφές ότι απώτερος σκοπός της εναγομένης 1 δεν ήταν η πληρωμή των δανείων και το αμοιβαίο όφελος, αλλά η παγίδευση των εναγόντων σε μια κατάσταση από την οποία δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και η οποία θα κατέληγε, με την εναγόμενη 1 να πάρει τον έλεγχο ολόκληρης της οικογενειακής περιουσίας τους. Επιπρόσθετα, εκκρεμεί στο Ε.Δ. Λευκωσίας η αγωγή 6277/2012 της εναγόμενης 1 εναντίον των εναγόντων, στην οποία οι ενάγοντες καταχώρησαν ανταπαίτηση και η οποία σχετίζεται με τα επίδικα δάνεια και υποθήκες, των οποίων η ισχύς αμφισβητείται. Στα πλαίσια της ανταπαίτησης τους στην αγωγή 6277/2012, οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 14/5/2013 αίτηση διά κλήσεως για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία μεταξύ άλλων, εζητείτο η απαγόρευση της εκποίησης των επίδικων υποθηκών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Εντούτοις, απέρριψε το αίτημα γιατί θεώρησε ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, επειδή η εναγόμενη 1 θεωρείτο φερέγγυος οργανισμός και δύναται να αποζημιώσει τους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης τους. Εναντίον της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης οι ενάγοντες καταχώρησαν έφεση, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εναγόντων για την προάσπιση των οποίων αναμένουν να εκδικαστεί η υπόθεση τους στην αγωγή 6277/
- Με την απόρριψη της αίτησης θα καταστεί κατά τον ομνύοντα άνευ αντικειμένου η αγωγή 6277/2012 καθώς και παρούσα αγωγή αλλά και η έφεση εναντίον της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης. Ο ομνύοντας ανέφερε περαιτέρω ότι ως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του, η χρηματική αποζημίωση σε μεταγενέστερο στάδιο δεν αποτελεί θεραπεία που να συνάδει, με το πνεύμα του δικαιώματος στην ιδιοκτησία ως κατοχυρώνεται και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι οι ενάγοντες έχουν καλό αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή με ορατή πιθανότητα επιτυχίας για τον λόγο ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων και η επίκληση τους στους διάφορους όρους των επίδικων συμφωνιών δεν ευσταθούν, οι δε επίδικες τραπεζικές συμφωνίες αποτελούν προϊόν παρανομίας, εμπεριέχουν δε καταχρηστικούς και παράνομους όρους και αντίκεινται στα συναλλακτικά ήθη. Τέλος ο ομνύοντας ανέφερε ότι είναι αναγκαία η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, διότι μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η περιουσία των εναγόντων σε περίπτωση που πετύχει η παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στους λόγους ένστασης αναφέρονται τα πιο κάτω:
- Η Αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος.
- Τα γεγονότα τα οποία επικαλείται ο Αιτητής δεν δικαιολογούν την έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος.
- Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και αποσκοπεί στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης.
- Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία για την χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών.
- Στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας των Εναγόντων - Αιτητών στην παρούσα Αγωγή.
- Δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία από άποψη ποιότητας να συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας.
- Δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο από τους Ενάγοντες - Αιτητές όλα τα γεγονότα που μπορούν να ασκήσουν επιρροή στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινού Διατάγματος.
- Η τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων δεν είναι ούτε εύλογη ούτε δίκαιη.
- Δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα το οποίο να εξάγεται από την αγωγή ή από την Ένορκη Δήλωση.
- Υπάρχει ταυτοσημία μεταξύ της παρούσης αγωγής στην βάση της οποίας ζητούνται τα υπό κρίση διατάγματα με την αγωγή 6277/12 του Ε.Δ. Λευκωσίας στην οποία απορρίφθηκε ζητηθέν πανομοιότυπο Διάταγμα όπως στην παρούσα Αγωγή.
- Παραβιάζεται το status quo ante (προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων).
- Δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η έκδοση του προσωρινού διατάγματος ούτε υφίσταται το κατεπείγον της έκδοσης αυτού.
- Η αίτηση για προσωρινό διάταγμα είναι γενική και αόριστη καθότι δεν στρέφεται κατά προγραμματισμένου πλειστηριασμού. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επίσης ότι δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον για την έκδοση του διατάγματος. Επισημαίνεται ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26.4.18 και η παρούσα αίτηση για προσωρινά διατάγματα στις 4.1.
- Περαιτέρω, οι ενάγοντες παρέλειψαν να καταχωρήσουν αίτηση - έφεση, προκειμένου να ζητήσουν ακύρωση των πλειστηριασμών δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/
- Στην συνέχεια, ο ομνύων έκαμε αναφορά στην αγωγή 6277/2012, ισχυριζόμενος ότι η παρούσα συνιστά κατάχρηση διαδικασίας αφού παρόμοια αίτημα για προσωρινά διατάγματα αναστολής των επίδικων πλειστηριασμών, απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής 6277/
- Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, οι ενάγοντες δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά αν δικαιωθούν στην αγωγή τους. Αντιθέτως, στην περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι εναγόμενοι θα υποστούν ζημιά αφού θα καθυστερήσει υπέρμετρα η ικανοποίηση των δικαιωμάτων τους όπως πηγάζουν από τις υπό κρίση υποθήκες και τον Νόμο. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του, ανέφερε ότι οι λόγοι για τους οποίους επιζητείται η έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων είναι οι ακόλουθοι:
- Η εναγόμενη 1 δεν προέβη σε δέουσα επίδοση των ειδοποιήσεων προς τους ενάγοντες ως προνοούνται από τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/
- Οι εναγόμενες 1 και 2 προέβησαν και συνεχίζουν να προβαίνουν σε επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εναγόντων 2, 3 και 4 κατά παράβαση των θεμελιωδών αρχών του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 σε σημείο που συμπαρασύρει την νομιμότητα των «Τύπων ΙΒ» οι οποίοι επιδόθηκαν ή έπρεπε να επιδοθούν στους ενάγοντες 1, 2, 3 και
- Οι εναγόμενοι σε ουδεμία δημοσίευση του «Δελτίου Α» στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών και της εναγομένης 1 αναφορικά με τον πλειστηριασμό Υ5786/2007 προέβησαν ή προέβησαν εκπρόθεσμα και κατά παράβαση των προνοιών του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 Ν9/
- Οι ενάγοντες υπέγραψαν τις επίδικες συμβάσεις δανείων, παρατραβήγματος και υποθηκών κατόπιν ψυχικής πίεσης και απάτης από την εναγομένη 1 και υπηρέτες αυτής, δίχως να έχουν δικαίωμα ατομικής διαπραγμάτευσης των ρητρών ή ευχέρεια λήψης προγενέστερης νομικής συμβουλής, ενώ η εναγόμενη 1 διά δολίων μεθοδεύσεων και συνωμοσίας απάλειψε τις υποχρεώσεις ενός ακόμα εγγυητή στην συμφωνία παρατραβήγματος 14/10/2005 χωρίς την προγενέστερη συγκατάθεση και χωρίς να τελεί εις γνώση των εναγόντων.
- Το παρόν ένδικο μέσο είναι η μοναδική δίοδος διά της οποίας οι ενάγοντες δύνανται να λάβουν θεραπεία και να προασπίσουν τα δικαιώματα τους.
- Οι επιδοθείσες ειδοποιήσεις «Τύπος Ι» είναι ελλειπτικές και δεν συνάδουν με τις προϋποθέσεις του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 Ν9/1965 καθώς και δεν περιλαμβάνουν όλα τα αναγκαία στοιχεία και δεδομένα έτσι ώστε οι ενάγοντες να δύνανται να προβούν σε έλεγχο των χρεώσεων, των τοκισμών και των ανατοκισμών της εναγομένης
- Η αγωγή 6277/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αφορά διαφορετικά επίδικα θέματα και γεγονότα.
- Οι ενάγοντες έχουν καλή υπόθεση και καλό αγώγιμο δικαίωμα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με καλή πιθανότητα επιτυχίας. Η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων είναι αναγκαία διότι μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η περιουσία τους αφού υπάρχει σοβαρός κίνδυνος πώλησης των επιδίκων ακινήτων σε τρίτα πρόσωπα διά των πλειστηριασμών της εναγόμενης 1 διά της συνδρομής της εναγομένης 2 ενώ η εναγόμενη 1 δεν είναι αυταπόδεικτα φερέγγυα έτσι ώστε να δύναται να αποζημιώσει χρηματικά τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Παρόλα ταύτα η χρηματική αποζημίωση δεν αποτελεί θεραπεία η οποία συνάδει με το πνεύμα του δικαιώματος στην ιδιοκτησία και της απόλαυσης της ιδιοκτησίας ως κατοχυρώνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην συνέχεια ο συνήγορος επανέλαβε την θέση ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 για την εκποίηση των υποθηκών, ιδιαίτερα όσον αφορά την επίδοση των σχετικών ειδοποιήσεων που προβλέπει ο Νόμος. Εκτεταμένη αναφορά έγινε και στην κατ' ισχυρισμό παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων από τις εναγόμενες. Ήταν η θέση του ότι τα προσωπικά δεδομένα των εναγόντων αναφορικά με τα ονόματα τους, τους αριθμούς ταυτοτήτων τους, τις διευθύνσεις τους, την θρησκεία τους, την οικονομική ακόμα και την σωματική τους κατάσταση, έχουν παράνομα μεταβιβασθεί από την εναγόμενη 1 προς της εναγόμενη 2 χωρίς την συγκατάθεση τους. Πέραν τούτου, είναι αξιοσημείωτο ότι συνεχίζεται η επεξεργασία τους ως φαίνεται και από την επίδοση των ειδοποιήσεων «Τύπων ΙΒ» οι οποίες πρέπει κατά τον συνήγορο να καταστούν άκυρες. Περαιτέρω, έμειναν αναντίλεκτοι κατά τον συνήγορο, οι ισχυρισμοί των εναγόντων αναφορικά με το γεγονός ότι υπέγραψαν τις επίδικες Συμβάσεις Δανείων, Παρατραβήγματος και Υποθηκών κατόπιν ψυχικής πίεσης και απάτης από την εναγομένη
- Ο συνήγορος αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι η παρούσα αίτηση είναι η ίδια με την αίτηση ημερομηνίας 14/5/2018 που εκδικάστηκε στην υπόθεση 6277/
- Ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα θέματα της παρούσας είναι διαφορετικά. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι η παρούσα αποσκοπεί στον παραμερισμό των επίδικών ειδοποιήσεων «Τύπος Ι» και «Τύπος Θ» ενώ η αίτηση ημερομηνίας 14/5/2018 σχετιζόταν με ειδοποιήσεις της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 7/3/
- Κατά τον συνήγορο, προκύπτει ρητά από το άρθρο 44Γ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 87(Ι)/2018, ότι οι εκάστοτε ενυπόθηκοι οφειλέτες, εγγυητές ή άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, δύνανται και διατηρούν το δικαίωμα έγερσης διαδικασίας για τον παραμερισμό των εκάστοτε εκδιδόμενων ειδοποιήσεων του ενυπόθηκου οφειλέτη. Ακολούθως, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αποδείχθηκαν και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Όσον αφορά το ζήτημα της απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, ο συνήγορος αρνήθηκε το επιχείρημα της φερεγγυότητας της εναγομένης 1 τράπεζας που θα μπορούσε να αποζημιώσει τους ενάγοντες αν πετύχουν στην αγωγή τους. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι κατόπιν της οικονομικής κρίσης του 2013 που κατά κύριο λόγω ήταν τραπεζική, το επιχείρημα της απόλυτης φερεγγυότητας των τραπεζών δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτό κατά το δοκούν. Εν πάση περιπτώσει, η χρηματική αποζημίωση σε μεταγενέστερο στάδιο δεν αποτελεί θεραπεία, η οποία συνάδει με το πνεύμα των δικαιωμάτων στην ιδιοκτησία και της ελεύθερης απόλαυσης της, όπως κατοχυρώνονται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά τον συνήγορο, μόνο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα διασφαλιστεί η περιουσία των εναγόντων σε περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή τους. Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει ο σοβαρός και άμεσος κίνδυνος πώλησης των επίδικων ακινήτων σε τρίτα πρόσωπα, στις προαναφερθείσες σύντομες ημερομηνίες και σε περίπτωση αποξένωσης τους δεν θα υπάρχει δυνατότητα επιστροφής τους. Η συνήγορος των εναγομένων στην δική της αγόρευση, έκαμε αναφορά στις προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Επεσήμανε ότι σύμφωνα με την νομολογία, η διαδικασία για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρέπει να μετατρέπεται σε Δίκη επί της ουσίας της αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες ζητούν κατά την συνήγορο ενδιάμεση θεραπεία που είναι η ίδια με τα τελικά διατάγματα που επιζητούνται με την αγωγή. Επιδιώκεται δηλαδή απόφαση επί της ουσίας στο αρχικό αυτό στάδιο πριν ακόμα ακουστεί η πλευρά των εναγομένων. Στην συνέχεια, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επεσήμανε ότι παρόμοια αίτηση καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες στα πλαίσια της ανταπαίτησης τους στην υπόθεση 6277/
- Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για την αναστολή της εκποίησης, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος. Τέλος, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες δεν θα υποστούν καμία ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση του διατάγματος. Αντιθέτως, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, θα δημιουργηθεί υπέρμετρη καθυστέρηση στην άσκηση των δικαιωμάτων των εναγόμενων όπως αυτά προκύπτουν από τις συμβάσεις υποθήκης και τον Νόμο. Νομική Πτυχή Η παρούσα στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου είναι: • Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. • Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. • Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της διαφοράς και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ.
- Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ.
- «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ
- Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει είναι οι ισχυρισμοί των εναγομένων για κατάχρηση διαδικασίας. Είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι οι ενάγοντες στα πλαίσια της ανταπαίτησης τους στην αγωγή 6277/2012, καταχώρησαν στις 14/5/2013 αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία μεταξύ άλλων, ζητούσαν την απαγόρευση της εκποίησης των επίδικων υποθηκών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Εντούτοις απέρριψε το αίτημα γιατί θεώρησε ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση επειδή η εναγόμενη 1 θεωρήθηκε φερέγγυος οργανισμός και δύναται που αποζημιώσει τους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης τους. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα επίδικα θέματα στην πιο πάνω αίτηση είναι διαφορετικά επειδή στην παρούσα επιδιώκεται η ακύρωση διαφορετικών ειδοποιήσεων από αυτές που ζητούντο στην αίτηση ημ. 14/5/
- Δεν με βρίσκει σύμφωνο η πιο πάνω θέση. Από μελέτη της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης στην αγωγή 6277/12, προκύπτει ότι αντικείμενο ήταν η αναστολή εκποίησης των επίδικων στην παρούσα αγωγή ενυπόθηκων υποθηκών. Οι ενάγοντες στην παρούσα, ζητούσαν ως εναγόμενοι με την ανταπαίτηση τους στην αγωγή 6277/12, τα ίδια προσωρινά διατάγματα που ζητούν και στην παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο στην αγωγή 6277/12, απέρριψε το αίτημα τους για προσωρινό διάταγμα αναστολής της εκποίησης, για λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση του απόφαση. Η καταχώρηση της παρούσας αγωγής και ειδικά της παρούσας αίτησης με τα ίδια αιτητικά, δεν μπορεί παρά να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είναι σαφές ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως Εφετείο και να ενασχοληθεί εκ νέου με τα ίδια ακριβώς επίδικα θέματα που αποφασίστηκαν σε ενδιάμεση αίτηση στην αγωγή 6277/12, και για τα οποία μάλιστα εκκρεμεί Έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είναι δε σαφές ότι με την παρούσα αίτηση, οι ενάγοντες ζητούν από το παρόν Δικαστήριο να αναθεωρήσει την θέση που εκφράστηκε από άλλο Δικαστή στην υπόθεση 6277/12 ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αναστολής των επίδικων υποθηκών. Σχετική με το θέμα της κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, είναι η υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R 348. Αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση ότι κάθε Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίζει την κατάχρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία αυτή, αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ορίζεται μεταξύ άλλων η υιοθέτηση από ένα διάδικο παράλληλων ένδικων μέσων για την επιδίωξη όμοιων σκοπών (βλ. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217). Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας προκύπτει σαφώς από την χρησιμοποίηση της παρούσας αίτησης και της αίτησης στην αγωγή 6277/12 για την επιδίωξη ουσιαστικά του ιδίου σκοπού, ήτοι την η αναστολή εκποίησης των επίδικων υποθηκών. Είναι άσχετο αν στις δύο αιτήσεις αναφέρονται διαφορετικές ειδοποιήσεις δυνάμει του Νόμου 9/
- Γεγονός παραμένει ότι και στις δύο δικαστικές διαδικασίες, επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός. Η κατάχρηση διαφαίνεται ιδιαίτερα, από την στιγμή που το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση στην αγωγή 6277/12 για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση του. Προκύπτει ότι οι ενάγοντες καταχρηστικά επιδιώκουν εκ νέου με την παρούσα αίτηση, την εκδίκαση των ιδίων ακριβώς θεμάτων, προβάλλοντας παρόμοιους ισχυρισμούς με αυτούς που προέβαλαν στην αίτηση τους στην πιο άνω αγωγή 6277/
- Περαιτέρω, είναι εμφανές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και την ανάγνωση της ενδιάμεσης απόφασης ημ. 8.11.13 στην αίτηση ημ. 14.5.13 ότι οι ενάγοντες ζητούν με την ανταπαίτηση τους στην αγωγή 6277/12, τις ίδιες θεραπείες που ζητούν και στην παρούσα αγωγή, ήτοι αναγνωριστικές αποφάσεις για ακύρωση των δανειακών, εγγυητικών και υποθηκευτικών συμβάσεων που υπέγραψαν με την εναγομένη
- Είναι σαφές ότι μετά την απόρριψη από το Δικαστήριο των προσωρινών διαταγμάτων για αναστολή της εκποίησης στην αγωγή 6277/12, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, προκειμένου να επιδιώξουν εκ νέου τις ίδιες θεραπείες. Ως εκ τούτου, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρίς την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων έγκρισης του αιτήματος. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, θεωρώ σκόπιμο όπως εξετάσω και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος, σε περίπτωση που σε ενδεχόμενη έφεση, η πιο πάνω θέση μου για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας δεν γίνει αποδεκτή σε δεύτερο βαθμό από το Εφετείο. Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες ζητούν μεταξύ άλλων την ακύρωση των ειδοποιήσεων που εκδόθηκαν δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/
- Ζητούν επίσης την ακύρωση των δανειακών και εγγυητικών συμβάσεων καθώς και των συμβάσεων με τις οποίες υποθηκεύτηκαν τα επίδικα ακίνητα λόγω άσκησης πίεσης, δόλου και απάτης. Οι απαιτήσεις για ακύρωση των ειδοποιήσεων που προβλέπει το μέρος VIA του Νόμου 9/65 δεν συνιστούν κατά την κρίση μου καλή βάση αγωγής ούτε και αποδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας τους. Σύμφωνα με το μέρος VIA του Νόμου 9/65, ακύρωση των εν λόγω ειδοποιήσεων και της συνακόλουθης διαδικασίας εκποίησης μπορεί να γίνει μόνο με αίτηση - έφεση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Ως εκ τούτου δεν παρέχεται ευχέρεια για ακύρωση των εν λόγω ειδοποιήσεων με αγωγή όπως επιδιώκουν οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους. Είναι γεγονός ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης διατηρεί πάντα το δικαίωμα να αμφισβητήσει γενικά με αγωγή το κύρος υποθήκης και να ζητήσει στα πλαίσια αυτής προσωρινή ενδιάμεση θεραπεία για την γενική αναστολή εκποίησης. Όμως όσον αφορά ειδικά τις ειδοποιήσεις που προβλέπει το Μέρος VII του Νόμου 9/65, η αμφισβήτηση τους και συνεπακόλουθα η ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού δυνάμει του πιο πάνω Μέρους, γίνεται μόνον με αίτηση - έφεση, όπως ειδικά προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις. Δεν παρέχεται ως εκ τούτου ευχέρεια για ακύρωση ειδοποιήσεων δυνάμει του Μέρους VII του Νόμου 9/65 με το ένδικο μέσο της αγωγής όπως αιτούνται οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για ακύρωση των συμβάσεων δανείου εγγύησης και υποθήκης λόγω δόλου και απάτης και πάλιν βρίσκω ότι αυτοί δεν συνιστούν καλή βάση αγωγής. Αυτό γιατί όπως προανέφερα, τις ίδιες ακριβώς θεραπείες επιδιώκουν οι ενάγοντες με την ανταπαίτηση τους ως εναγόμενοι, στην αγωγή 6277/
- Στον βαθμό που επιδιώκονται οι ίδιες θεραπείες με αυτές που επιδιώχθηκαν με ανταπαίτηση στην αγωγή 6277/12, κρίνω ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Δεν αποδεικνύεται ως εκ τούτου καλή βάση αγωγής αλλά ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης των εναγόντων, στην παρούσα αγωγή αναφορικά με την απαίτηση τους για ακύρωση των υποθηκών και του επίδικου πλειστηριασμού. . Οι ενάγοντες ισχυρίζονται επιπλέον ότι η εναγομένη 1 προέβη παράνομα στην παροχή των προσωπικών τους δεδομένων στην εναγόμενη 2, η οποία τα επεξεργάζεται παρανόμως. Όμως δεν έχει καταδειχθεί η συνάφεια με οιονδήποτε τρόπο της πιο πάνω βάσης αγωγής με τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα που ούτως ή άλλως αφορούν διαδικασία εκποίησης ακινήτων που οι ενάγοντες υποθήκευσαν στην εναγομένη 1 τράπεζα. Περαιτέρω δεν έχει αποδειχθεί από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα επίδικα διατάγματα. Είναι σαφές ότι η ζημιά που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, είναι απομιμητή σε χρήμα. Εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσουν, στην περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή της. Η γενική και αόριστη θέση για την αφερεγγυότητα των τραπεζών ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης δεν καταδεικνύει από μόνη της, αδυναμία της εναγομένης 1 να αποζημιώσει τους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Είναι περαιτέρω σαφές από την προαναφερθείσα νομολογία ότι για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ο ενάγων έχει καθήκον να πείσει το Δικαστήριο ότι τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του θα μείνει ανικανοποίητη. Η ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση, απέτυχε σε αυτή της την υποχρέωση. Δεν υπάρχει τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα από την εναγομένη 1 σε περίπτωση που πετύχει στις αιτούμενες θεραπείες της αγωγής. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί ότι πολύ πριν την τροποποίηση του Νόμου 9/65 με την εισαγωγή του μέρους VIA, ο Νόμος έδινε το δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ακόμα και χωρίς την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση δε που οι υποθήκες ακυρωθούν για οιονδήποτε λόγο από το Δικαστήριο, τότε παρέχεται πάντοτε η ευχέρεια της επιδίκασης χρηματικών αποζημιώσεων, στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Ένα άλλο σημείο που συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος, είναι η μεγάλη καθυστέρηση των εναγόντων να αποταθούν στο Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26.4.
- Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι στην οπισθογράφηση απαίτησης, γίνεται αναφορά σε ειδοποιήσεις τύπου Θ και Ι που επιδόθηκαν στους ενάγοντες στις 28.3.
- Όμως η παρούσα αίτηση για προσωρινά διατάγματα καταχωρήθηκε 9 μήνες μετά ήτοι στις 4.1.
- Δεν έχει δοθεί καμία επαρκής αιτιολογία από τους ενάγοντες για αυτήν την μεγάλη καθυστέρηση προώθησης του αιτήματος. Σύμφωνα με την νομολογία, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση αιτήματος για προσωρινό διάταγμα. Σχετική είναι η υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788 στην οποία λέχθηκε ότι η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις έκδοσης των υπό κρίση συντηρητικών διαταγμάτων. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω δίκαιο και εύλογο όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ασκηθεί εναντίον της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο