Μεϊτανή κ.α. ν. Y.M.Cottage Heights Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2583/2018, 16/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A23 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2583/2018 Μεταξύ:
- XXXXX Μεϊτανή
- XXXXX Μεϊτανή Ενάγουσες και
- Y.M.Cottage Heights Ltd
- XXXXX XXXXX Μεϊτανή Εναγόμενοι 16 Ιανουαρίου,
- Για τις ενάγουσες αρ.1 και 2 - αιτήτριες, εμφανίζεται η κα Β.Χριστοφόρου για τους κ.κ. Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ.1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση, εμφανίζεται ο κ.Α.Γ.Ιωαννίδης για τους κ.κ.Αλέξανδρος Γ.Ιωαννίδης & Συνεργάτες Απόφαση για την αίτηση ημερ. 20.11.2018 (αίτημα για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) ------ Δια κλητηρίου εντάλματος γενικώς οπισθογραφημένου, το οποίο κατεχωρίστηκε στις 17.09.2018, επιδιώκεται η έκδοση σωρείας διαταγμάτων σχετικών με τη διαχείριση των εναγομένων αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση «Υ.Μ. Cottage Heights Ltd», μίας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ως δηλώνει η επωνυμία τους («η εταιρεία»), ως, επίσης, και με την προστασία των εναγουσών αρ.1 και 2 - αιτητριών («η XXXXX» και «η XXXXX», αντιστοίχως), ως μειοψηφούντων μετόχων της εταιρείας. Επιδιώκεται, επίσης, η επιδίκαση, υπέρ της XXXXX και της XXXXX, αποζημιώσεων κατ΄επίκλησιν των αδικημάτων της απάτης, του δόλου, της παράβασης καθήκοντος διευθυντή, της αμέλειας, του σφετερισμού και/ή της αποξένωσης περιουσίας, της συνομωσίας, του άδικου πλουτισμού και της παράβασης συμφωνίας. Συγχρόνως με την αγωγή, στις 17.09.2018 κατεχωρίστηκε και μονομερής αίτηση για την έκδοση σωρείας διαταγμάτων με περιεχόμενο παρόμοιο αυτού των επιδιωκόμενων διηνεκών διαταγμάτων («η αίτηση ημερ. 17.09.2018»). Η αίτηση ημερ. 17.9.2018 καταγράφει, ως νομική της βάση, μεταξύ άλλων, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), τη Δ.48 θθ.1 έως και 9 και τη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το κοινοδίκαιο, τις αρχές της επιείκαις και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση ημερ. 17.09.2018 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX, ίδιας ημερομηνίας, στην οποίαν επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα. Τα όσα η ενόρκως δηλούσα XXXXX αναφέρει συνοψίζονται ως εξής: Η XXXXX, η XXXXX και η εναγομένη αρ.2 - καθ΄ης η αίτηση XXXXX XXXXX Μεϊτανή («η XXXXX») είναι αδελφές, θυγατέρες του XXXXX Χρ.Μεϊτανή, ο οποίος απεβίωσε στις 04.04.
- Ο αποβιώσας υπήρξε ιδρυτής της εταιρείας και, έως και τον θάνατό του, συντηρούσε τη XXXXX και τη XXXXX και κατέβαλλε τα δίδακτρα για τις σπουδές τους. Μετά το θάνατο του XXXXX Χρ.Μεϊτανή, οι μετοχές της εταιρείας ως, επίσης, και τα κέρδη από την επιχειρηματική δραστηριότητά της περιήλθαν στην XXXXX, τη XXXXX και την XXXXX, σε συγκεκριμένα ποσοστά. Η εταιρεία έχει, ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητά της, τη διαχείριση ξενώνα. Επειδή, έως και τον Ιούνιο του έτους 2017, η XXXXX και η XXXXX δεν έλαβαν οιονδήποτε ποσόν από τα κέρδη της εταιρείας, η τελευταία μετέβηκε στις εγκαταστάσεις του ξενώνα για έλεγχο. Εκεί, διαμέσου κλειστού κυκλώματος, διεπίστωσε πως ο σύζυγος της XXXXX δεν εξέδιδε αποδείξεις για τους πελάτες. Διεπίστωσε, επίσης, πως η XXXXX χρέωνε τον λογαριασμό της εταιρείας με υπερβολικά, προσωπικά έξοδά της. Τον Ιούλιο του έτους 2017 συνεκλήθηκε συνέλευση των μετόχων της εταιρείας για τη συζήτηση του ζητήματος ανακαίνισης του ξενώνα, για την έγκριση των εσόδων και εξόδων της καθώς και για τον «επαναπροσδιορισμό του λογιστή». Η XXXXX και η XXXXX έλαβαν από τον λογιστή της εταιρείας την έκθεση και την οικονομική κατάσταση για το έτος 2016, όχι, όμως, για το έτος 2017, παρά τις σχετικές οχλήσεις προς την XXXXX. Επίσης, η XXXXX και η XXXXX δεν έλαβαν οιονδήποτε ποσόν από τα κέρδη της εταιρείας και ούτε συνεκλήθηκε οιαδήποτε άλλη γενική συνέλευση των μετόχων της. Μετά το θάνατο του XXXXX Χρ.Μεϊτανή, η Ελένη απέλυσε ή εξανάγκασε σε παραίτηση συγγενείς των διαδίκων οι οποίοι εργοδοτούντο στον ξενώνα. Στις 6 και 9 Σεπτεμβρίου 2018, όταν η XXXXX επεσκέφθηκε τον ξενώνα, η XXXXX και ο σύζυγός της της εζήτησαν να αποχωρήσει αφού, όπως, της ανέφεραν «δεν έχ(ει) καμία θέση εκεί» (δείτε στην παρα.23 της ένορκης δήλωσης της XXXXX, ημερ. 17.09.2018). Στο πλαίσιο της δικασίμου ημερ. 28.09.2018 εξεδόθηκε μονομερώς παρεμπίπτον διάταγμα ως οι παρα. Α., Β. και Δ. της αίτησης («το παρεμπίπτον διάταγμα ημερ. 28.09.2018») και διετάχθηκε η επίδοση της αίτησης εν σχέσει με τις υπό τις παρα. Γ., Ε., Ζ., Η. και Θ. αυτής επιδιωκόμενες θεραπείες. Η αίτηση ημερ. 17.9.2018 και το παρεμπίπτον διάταγμα ημερ. 28.09.2018 επεδόθηκαν στην εταιρεία και την XXXXX, οι οποίες στις 12.11.2018, κατεχώρισαν ένσταση επικαλούμενες τους εξής λόγους:
(1)Δεν συντρέχει η προϋπόθεση του επείγοντος.
(2)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 32 του Ν.14/1960.
(3)Οι αιτήτριες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και ουσιώδη στοιχεία.
(4)Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ημερ. 17.9.2018 περιέχει αόριστους και/ή γενικούς ισχυρισμούς και/ή προσωπικές απόψεις και εικασίες.
(5)Η αίτηση ημερ. 17.9.2018 καταγράφει ελλειπτική νομική βάση εφ΄όσον σε αυτήν δεν καταγράφεται και ο περί Εταιρειών Νόμος (Κεφ. 113, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια).
(6)Η αγωγή και η αίτηση ημερ. 17.9.2018 είναι επιπόλαιες, καταπιεστικές και καταχρηστικές. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της XXXXX ημερ. 12.11.2018 στην οποίαν επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα. Το ουσιαστικό περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της XXXXX συνοψίζεται ως εξής: Τα έξοδα σπουδών και συντήρησης της XXXXX και της XXXXX εκαλύπτοντο από σπουδαστικά δάνεια, τα οποία ελήφθηκαν από το Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών. Για την αποπληρωμή των δανείων αυτών ο XXXXX Χρ. Μεϊτανής κατέβαλλε μηνιαίως το συνολικό ποσόν των €46.- (τεκμήριο 2). Προς το σκοπό κάλυψης εξόδων της εταιρείας ο XXXXX Χρ.Μεϊτανής έλαβε δάνειο από οικείους του (τεκμήριο 3). Η διαχείριση του αποβιώσαντος XXXXX Χρ.Μεϊτανή έχει κλείσει, οι δε κληρονόμοι του XXXXX και XXXXX έχουν υπογράψει βεβαιώσεις για το ότι παρέλαβαν το κληρονομικό τους μερίδιο καθώς και για το ότι δεν απαιτούν ο,τιδήποτε περαιτέρω από την κληρονομία (τεκμήριο 4). Καθ΄όλην τη διάρκεια του έτους 2016, η XXXXX κατέθετε, σε λογαριασμούς της XXXXX και της XXXXX, διάφορα ποσά (τεκμήριο 5). Κατά το έτος 2017 η Ελένη εξόφλησε διάφορες οφειλές της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων οφειλών προς το τμήμα φορολογίας εισοδήματος. Δια της επιστολής του ημερ. 17.01.2017, και προς το σκοπό ανανέωσης της άδειας λειτουργίας του ξενώνα, ο κατά τόπον αρμόδιος Δήμος εζήτησε από την εταιρεία την εξασφάλιση διαφόρων πιστοποιητικών (τεκμήριο 8). Η εξασφάλιση των πιστοποιητικών αυτών προϋπέθετε την εκτέλεση ορισμένων εργασιών. Η XXXXX ενημέρωσε σχετικώς την XXXXX και την XXXXX οι οποίες της εδήλωσαν ότι δεν ενδιαφέρονται να συνεισφέρουν στα σχετικά έξοδα (τεκμήριο 9) (δείτε στην παρα.13 της ένορκης δήλωσης της XXXXX, ημερ. 11.12.2018). Στον ξενώνα δεν υπάρχει εγκατεστημένο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (δείτε στην παρα.14 της ένορκης δήλωσης της XXXXX ημερ. 12.11.2018). Στις 12.06.2017 εστάληκε πρόσκληση για σύγκληση γενικής συνέλευσης της εταιρείας (τεκμήριο 10). Η συνέλευση αυτή πραγματοποιήθηκε στις 06.07.2017, παρουσία της XXXXX και της XXXXX (τεκμήριο 11). Η XXXXX και η XXXXX ενημερώθηκαν για την κατάσταση της εταιρείας λεπτομερώς και, στις 10.07.2017, έλαβαν τις οικονομικές καταστάσεις. Κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου του έτους 2017 και Ιανουαρίου του έτους 2018 η XXXXX και η XXXXX εξέφρασαν την επιθυμία να πωλήσουν τις μετοχές τους στην εταιρεία. Η XXXXX εζήτησε χρόνο για να εξετάσει το ζήτημα (τεκμήριο 12) (δείτε στην παρα.16 της ένορκης δήλωσης της XXXXX, ημερ. 12.11.2018). Ουδέποτε εξεδιώχθηκε από τον ξενώνα η XXXXX. Αντιθέτως, η XXXXX της ανέφερε ότι μπορούσε να εργαστεί στην εταιρεία. Και ούτε εξεδιώχθηκε οιοσδήποτε συγγεής των διαδίκων από την εργασία του στον ξενώνα (τεκμήρια 13 και 14). Η νέα γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας θα συγκληθεί μόλις ετοιμαστούν οι οικονομικές καταστάσεις. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει παρέλθει η προθεσμία για τη σύγκληση τέτοιας συνέλευσης. Στις 05.09.2018 επεδόθηκε στην XXXXX επιστολή των δικηγόρων της XXXXX και της Στ XXXXX έφανης και ακολούθησε απαντητική επιστολή του δικηγόρου της πρώτης ημερ. 06.09.2018 (τεκμήριο 15). Η ακρόαση της αίτησης ημερ. 17.9.2018 εκκρεμεί. Στις 20.11.2018 παρεμβλήθηκε η καταχώριση της υπό συζήτησιν αίτησης («η αίτηση ημερ. 20.11.2018») διά της οποίας η XXXXX και η XXXXX επιδιώκουν την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της δεύτερης καθώς και την κατάθεση, ως πρόσθετων τεκμηρίων, γραπτής επικοινωνίας. Η αίτηση ημερ. 20.11.2018 καταγράφει, ως νομική της βάση, τη Δ.48 θθ.1 έχω και 5 και 7 έως και 9, τη Δ.39, τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση ημερ. 20.11.2018 υποστηρίζει ένορκη δήλωση της XXXXX, ίδιας ημερομηνίας. Η XXXXX ισχυρίζεται τα εξής: Τα όσα η XXXXX αναφέρει περί της άρνησης της XXXXX και της ιδίας να συνεισφέρουν στα έξοδα για την ανακαίνιση του ξενώνα είναι ψεύδη. Επιπλέον, το Τεκμήριο 9, το οποίο η XXXXX παρουσιάζει προς το σκοπό ενίσχυσης αυτών των ισχυρισμών της, είναι αποσπασματικό και ελλειπτικό, με αποτέλεσμα αυτό να είναι και παραπλανητικό. Αναληθής είναι και ο ισχυρισμός της XXXXX περί του ότι στον ξενώνα δεν υπάρχει κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Τέλος, τα όσα η XXXXX αναφέρει περί της πρόθεσης της XXXXX και της ιδίας να πωλήσουν τις μετοχές τους στην εταιρεία είναι ανακριβή. Το δε Τεκμήριο 12, το οποίο η XXXXX παρουσιάζει προς το σκοπό ενίσχυσης αυτών των ισχυρισμών της, είναι, επίσης αποσπασματικό και ελλειπτικό, με αποτέλεσμα αυτό να είναι και παραπλανητικό. Ως εκ των ανωτέρω, θα πρέπει να παρουσιασθούν γραπτές συνομιλίες μεταξύ των διαδίκων ημερ. 25.6.2016, 26.6.2016, 25.10.2016, 29.1.2017, 23.2.2017 και 21.4.2017. Ας σημειωθεί πώς στην αίτηση ημερ. 20.11.2018 επισυνάπτεται το κείμενο της επιδιωκομένης, να καταχωριστεί, συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της XXXXX. Πρόκειται για ένορκη δήλωση η οποία περιέχει τις προαναφερθείσες μομφές εναντίον της ένορκης δήλωσης της XXXXX ημερ. 12.11.2018 και διά της οποία παρουσιάζονται οι προαναφερθείσες γραπτές συνομιλίες. Και η αίτηση ημερ. 20.11.2018 αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση της εταιρείας και της XXXXX, η οποία καταχωρίστηκε στις 27.11.2018 και οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η αίτηση ημερ. 20.11.2018 είναι παράτυπη και αντικανονική.
(2)Η αίτηση ημερ. 20.11.2018 είναι καταχρηστική και παρελκυστική.
(3)Δεν συντρέχει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
(4)Σκοπός της επιδιωκομένης, να καταχωριστεί, συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η διόρθωση και/ή η συμπλήρωση της ένορκης δήλωσης της XXXXX, ημερ. 17.9.2018. Τα όσα η XXXXX και η XXXXX επιδιώκουν να προσθέσουν, ως μαρτυρία προς ενίσχυση της αίτησης ημερ. 17.9.2018, είτε ήσαν γνωστά σε αυτές προς πολλού είτε είναι άσχετα με ό,τι εδώ ενδιαφέρει. Την ένσταση στην αίτηση ημερ. 20.11.2018 υποστηρίζει ένορκη δήλωση της XXXXX, η οποία, κατ' ουσιάν, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Η ακρόασης της αίτησης ημερ. 20.11.2018 έγινε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εισηγήθηκαν δια των γραπτών αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)Ο προκριματικής φύσης ισχυρισμός της πλευράς της εταιρείας και της Ελένης περί παρατυπίας της αίτησης ημερ.20.11.2018 είναι αβάσιμος. Η αίτηση καταγράφει, ως νομικό της υπόβαθρο, μεταξύ άλλων, την Δ.39 και τη Δ.48 και ανταποκρίνεται στις διαδικαστικές απαιτήσεις της τελευταίας. Και αυτό είναι το ουσιώδες. Ομοίως, απορρίπτεται ως αβάσιμος και ο λόγος ένστασης περί καταχρηστικής και παρελκυστικής τακτικής εκ μέρους της XXXXX και της XXXXX. Από την εξέταση των ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότων δεν εντοπίζονται στοιχεία τέτοιας τακτικής. Ούτε κρίνεται πως η αίτηση ημερ.20.11.2018 εκτροχιάζει την ομαλή πορεία της υπόθεσης. Η XXXXX και η XXXXX προέβηκαν σε ένα διάβημα το οποίο η δικονομία τους επιτρέπει και η νομολογία, στις κατάλληλες περιπτώσεις, υποστηρίζει. Η δε όλη συμπεριφορά τους, ως αυτή προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, δεν είναι τέτοια ώστε αδιαμφισβήτητα να δηλώνει καταχρηστική και παρελκυστική τακτική εκ μέρους τους. Κατά συνέπειαν, η αίτηση θα εξετασθεί επί της ουσίας.
(2)Η καταχώριση και εκδίκαση μίας ενδιάμεσης αίτησης, ως η αίτηση ημερ. 17.09.2018, ρυθμίζεται από τη Δ.48. Ιδίως, όσον αφορά στην ακρόαση τέτοιας αίτησης, ο θ.4
(2)της Διαταγής ορίζει πως αυτή «διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Αναφερόμενος σε ένορκες δηλώσεις, ο θεσμός εννοεί αυτές που καταχωρούνται εξ αρχής μαζί με την ενδιάμεση αίτηση και την ένσταση καθώς και αυτές που καταχωρούνται στη συνέχεια ως συμπληρωματικές (επιπρόσθετες) των αρχικών, εφ΄ όσον δοθεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Ο ίδιος θεσμός ορίζει πως «το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων». Κατά κανόναν, η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καθώς και η δυνατότητα αντεξέτασης του αντιδίκου προσφέρεται, στις κατάλληλες περιπτώσεις, στον διάδικο ο οποίος βαρύνεται να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έγκριση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησής του (Κώστα v. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269). Από το γράμμα της Δ.48 θ.4
(2)προκύπτει πως η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής (επιπρόσθετης) ένορκης δήλωσης δεν είναι δεδομένη ούτε αυτόματη και ούτε ατέρμονη. «.. το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου» (Ματθαίου κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, 514). Για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία υπέρ του αιτήματος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει καλός λόγος για κάτι τέτοιο. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το είδος της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με τη φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» συνυφαίνεται με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Όπως αναφέρεται στην απόφαση επί της Έφεσης αρ. 29/2014 Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, ημερ. 03.11.2016, «ο καλός λόγος προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης αίτησης και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Προστίθενται δε, στην ίδιαν απόφαση, και τα εξής: Πρώτον, κατά την εξέταση αιτήσεων για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης «Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας». Δεύτερον, η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τίνος, «καλό λόγο» για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Ως θέμα λογικής δεν δύναται να αποτελεί «καλό λόγο» η επιθυμία του διαδίκου να τροποποιήσει ή να αλλοιώσει το περιεχόμενο της αρχικής ένορκης δήλωσής του ή να συμπληρώσει ένα ηθελημένο κενό αυτής. Ούτε δύναται να αποτελεί «καλό λόγο» η επιθυμία του διαδίκου να προσθέσει, στην αρχική ένορκη δήλωσή του, ισχυρισμούς για γεγονότα τα οποία του ήσαν γνωστά εξ αρχής και τα οποία δεν απεκάλυψε. Αποτελεί, όμως, «καλό λόγο», για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η ανάγκη να απαντηθούν συγκεκριμένοι και προσδιορισμένοι ισχυρισμοί του αντιδίκου οι οποίοι αφορούν σε ουσιώδη ζητήματα και οι οποίοι δεν ήσαν προβλέψιμοι κατά το χρόνο καταχώρισης της αρχικής ένορκης δήλωσης.
(3)Επειδή ο προαναφερθείς «καλός λόγος» συνδέεται άρρηκτα με το είδος της κύριας αίτησης παρατίθενται τα ακόλουθα, όσον αφορά στο νομοθετημένο και νομολογημένο πλαίσιο εκδίκασης αιτήσεων για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, ως η αίτηση ημερ. 17.09.2018: Το άρθρο 32 Ν.14/1960περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ.6, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Κατά τη διαδικασία έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσον ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 Ν.14/1960(Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 A.Α.Δ. 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Hadjikyriakos Co. Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689) και Demades Overseas Ltd v. Studio MA. ST. Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 799, 807). Η πρώτη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση και ικανοποιείται εφ' όσον, επί τη βάσει όσων καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις, αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής και ικανοποιείται εφ' όσον συντρέχει κάτι περισσότερο από μίαν απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς, όμως, να απαιτείται απόδειξη τούτου επί τη βάσει της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities), βαθμός απόδειξης που απαιτείται για την απόδειξη της αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση αφορά στη δυσχέρεια ή την αδυναμία πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτή συντρέχει εφ' όσον, λαμβανομένης υπ' όψιν της μαρτυρίας στο σύνολό της, προκύπτει, πράγματι, βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντος δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί παρά μόνον εάν εκδοθεί το επιδιωκόμενο παρεμπίπτον διάταγμα. Το πλαίσιο άσκησης της σχετικής διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δεν είναι οριοθετημένο κατά τρόπον αυστηρό. «Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανόμενου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί» [Καλογέρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (B) Α.Α.Δ 1237, 1244]. To Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα με φειδώ και αφού σταθμίσει τα δεδομένα της υπόθεσης και κρίνει πως η έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι δίκαιη και πρόσφορη [Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χατζήβασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152].
(4)Περαιτέρω, και όσον αφορά στο εγχείρημα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε διαδικασία για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, στην απόφαση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου (ανωτέρω), υποδεικνύονται και τα εξής: «Σε διαδικασίες ..για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε «καλό λόγο» για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά στην εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων».
(5)Εξέταση της αίτησης ημερ. 17.09.2018, της ένορκης δήλωσης της XXXXX που την υποστηρίζει, της ένστασης ημερ. 12.11.2018, της ένορκης δήλωσης της XXXXX που την υποστηρίζει καθώς και του κειμένου της επιδιωκομένης, να καταχωριστεί, συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της XXXXX, δεν καταδεικνύει «καλό λόγο» για να επιτραπεί το υπό συζήτησιν διάβημα. Η διαπίστωση αυτή βασίζεται στα εξής: (α) Η ύπαρξη ή όχι κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του ξενώνα δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης ημερ. 17.9.
- (β) Όσα η XXXXX αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της ημερ. 12.11.2018 περί της ανάγκης ανακαίνισης του ξενώνα και περί της πρόθεσης της XXXXX και της XXXXX να πωλήσουν τις μετοχές τους στην εταιρεία ήσαν προβλέψιμα, δεδομένης της φύσης της επίδικης διαφοράς. (γ) Η XXXXX και η XXXXX δεν ισχυρίζονται ότι τα γεγονότα τα οποία επιδιώκουν να προσθέσουν διά της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και τα οποία αφορούν στην ανακαίνιση του ξενώνα και την πώληση των μετοχών τους στην εταιρεία δεν ήσαν γνωστά σε αυτές κατά το χρόνο καταχώρισης της αρχικής ένορκης δήλωσης της XXXXX ημερ. 17.09.
- (δ) Η XXXXX και η XXXXX δεν ισχυρίζονται ότι δεν ήταν ευχερές σε αυτές να αναφέρουν εξ αρχής τα γεγονότα τα οποία επιδιώκουν να προσθέσουν διά της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής και τα οποία αφορούν στην ανακαίνισή του ξενώνα και στην πώληση των μετοχών τους. (ε) Το είδος της αίτησης ημερ. 17.09.2018 και το θεσμοθετημένο και νομολογημένο πλαίσιο εκδίκασής της (ως αυτό παρατίθεται πιο πάνω) δεν καθιστούν αναγκαία την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ως αυτή επιδιώκεται. Επί τη βάσει των ανωτέρω διαπιστώνεται πως, εν προκειμένω, δεν συντρέχει ο απαιτούμενος «καλός λόγος» για να επιτραπεί η καταχώριση της συγκεκριμένης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Συνεπώς, η αίτηση ημερ. 20.11.2018 οδηγείται σε αποτυχία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση ημερ. 20.11.2018 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 20.11.2018, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγουσών 1 και 2 - αιτητριών. Αυτά να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. (Υπ.) ........... Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο