Λεοντίδου ν. Βραχίμη και Πασχαλίδου ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Λεοντίου κ.α., Αγωγή αρ.: 3219/2018, 25/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3219/2018 Μεταξύ: XXXXX Λεοντίδου Ενάγουσα και
(1)XXXXX Βραχίμη και XXXXX Πασχαλίδου ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Λεοντίου
(2)XXXXX Λεοντίου Εναγόμενοι 25 Ιανουαρίου,
- Για την ενάγουσα-αιτήτρια, εμφανίζεται ο κ.Λ.Βραχίμης για τους κ.κ.Ελένη Βραχίμη & Σία Για τον εναγόμενο αρ.1-καθ'ου η αίτηση Ρ.Βραχίμη, καμία εμφάνιση Για την εναγομένη αρ.1-καθ'ης η αίτηση Α.Πασχαλίδου, εμφανίζεται η κ.Ε.Καρτελιά για τους κ.κ.Αντώνης Πασχαλίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο αρ.2-καθ'ου η αίτηση, εμφανίζεται η κ.Μ.Π.Αντωνίου για τους κ.κ.Μαρία Π.Αντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ για την αίτηση ημερ.27.11.2018 (αίτημα για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων) ---------------- Διά της αγωγής της, την οποίαν κατεχώρισε στις 22.11.2018, η ενάγουσα-αιτήτρια («η αιτήτρια») διεκδικεί την έκδοση (α) απόφασης δηλωτικής του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι αρ.1 και 2-καθ'ων η αίτηση («οι καθ'ων η αίτηση», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) κατέχουν το ½ μερίδιο συγκεκριμένου ακινήτου ως καταπιστευματοδόχοι και προς όφελός της επί τη βάσει των αρχών της επιείκειας ή άλλως πως, (β) διατάγματος διατάσσοντος τους καθ'ων η αίτηση να μεταβιβάσουν επ'ονόματί της το ½ μερίδιο του ακινήτου ή άλλο ανάλογο μερίδιο, (γ) απόφασης αναγνωρίζουσας το δικαίωμά της να εγγραφεί ως η ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου του ακινήτου ή αναγνωρίζουσας το δικαίωμά της να λάβει επικαρπία και κατοχή, εφ'όρου ζωής, της ισόγειας κατοικίας η οποία αποτελεί τμήμα του ακινήτου («η ισόγεια κατοικία») ή αναγνωρίζουσας το δικαίωμά της να λάβει άλλην θεραπεία επί τη βάσει του περιουσιακού κωλύματος και (δ) διατάγματος απαγορεύοντος στους καθ'ων η αίτηση να την παρεμποδίζουν, καθ'οιονδήποτε τρόπον, να απολαμβάνει την ελεύθερη κατοχή της ισόγειας κατοικίας. Αυθημερόν, δηλαδή στις 22.11.2018, κατεχωρίστηκε αίτηση διά της οποίας επεδιώκετο η έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων σχετικών με την εκ μέρους της αιτήτριας διατήρηση της κατοχής της ισόγειας κατοικίας καθώς και με την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος σε αυτήν. Κατά την δικάσιμο ημερ.26.11.2018 διετάχθηκε η επίδοση της αίτησης ημερ.22.11.2018 και ως ημερομηνία τέτοιας επίδοσης ορίστηκε η 30.11.
- Παρεμβλήθηκε, στις 27.11.2018, η άνευ βλάβης απόσυρση της αίτησης ημερ.22.11.2018 και η απόρριψή της. Στις 27.11.2018 κατεχωρίστηκε η υπό συζήτησιν αίτηση («η αίτηση») διά της οποίας επιδιώκεται η έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων ως εξής: «Α. . διάταγμα . με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγομένους να παρεμποδίσουν την ελεύθερη κατοχή από μέρους της . (αιτήτριας) της ισόγειας κατοικίας . μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής. . Β. . διάταγμα με το οποίο να απαγορεύ(εται) . στους εναγομένους από το να προβούν σε οποιαδήποτε μέτρα με τα οποία να εμποδίζεται η . (αιτήτρια) από του να προβαίνει σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για την επανασύνδεση της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος της . ισόγειας κατοικίας μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής. .» Η αίτηση καταγράφει, ως νομική της βάση, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια), το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) και τη Δ.48 θ.θ.1 έως και 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της αιτήτριας στην οποίαν επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα. Το περιεχόμενο της ένορκης αυτής δήλωσης συνοψίζεται ως εξής: Η αιτήτρια υπήρξε σύζυγος του αποβιώσαντος XXXXX Λεοντίου («ο αποβιώσας») με τον οποίον απέκτησε τρία
(3)τέκνα: τον εναγόμενο αρ.2-καθ'ου η αίτηση XXXXX Λεοντίου («ο ΛXXXXX»), την XXXXX Κυριακίδου («η ΆXXXXX») και τον XXXXX Λεοντίου («ο ΜXXXXX»). Πριν από τον γάμο της αιτήτριας, οι γονείς της της εδώρισαν οικόπεδο επί του οποίου ανηγέρθηκε η ισόγεια κατοικία με χρήματα που εξασφάλισε ο αποβιώσας κατόπιν δανεισμού. Για σκοπούς δανειοδότησης του αποβιώσαντος, η αιτήτρια μετεβίβασε το οικόπεδο επ'ονόματί του. Η μεταβίβαση αυτή δεν έγινε για λόγους χαριστικούς. Υπήρξε συνεννόηση μεταξύ της αιτήτριας και του αποβιώσαντος πως η πρώτη θα είχε δικαίωμα και συμφέρον επί της ισόγειας κατοικίας, η οποία ανηγέρθηκε και με την δική της ουσιαστική συνεισφορά. Ακολούθως, η αιτήτρια και ο αποβιώσας έδωσαν το δικαίωμα στο ΜXXXXX να ανεγείρει επί της ισόγειας κατοικίας άλλην («η κατοικία στον πρώτον όροφο»). Η κατοικία στον πρώτον όροφο, η οποία ξεκίνησε να ανεγείρεται με έξοδα του ΜXXXXX (τεκμήριο Α), παρέμεινε ημιτελής. Περατώθηκε δε από τον ΛXXXXX, ο οποίος έλαβε σχετικό δάνειο. Όμως, για να καταστεί δυνατή αυτή η δανειοδότηση του Λεόντιου ο αποβιώσας του μετεβίβασε το ½ μερίδιο της ισόγειας κατοικίας. Μεταξύ των μελών της οικογένειας συνεφωνήθηκαν τα εξής: Η αιτήτρια και ο αποβιώσας θα διατηρούσαν την ιδιοκτησία και την κατοχή της ισόγειας κατοικίας, η οποία, μετά το θάνατό τους, θα ενεγράφετο επ'ονόματι της ΆXXXXX. Ο ΛXXXXX θα διατηρούσε την κατοικία στον πρώτο όροφο, ο δε Μιχάλης θα είχε δικαίωμα να ανεγείρει κατοικία στον δεύτερον όροφο. Περαιτέρω, συνεφωνήθηκε όπως ο ΛXXXXX καταβάλει στον ΜXXXXX τα χρήματα που ο τελευταίος εδαπάνησε για την έναρξη των εργασιών ανέγερσης της κατοικίας στον πρώτον όροφο. Επειδή η μεταβίβαση του ½ μεριδίου της ισόγειας κατοικίας επ'ονόματι του ΛXXXXX έγινεν μόνον για σκοπούς εξασφάλισης δανείου, μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης της κατοικίας στον πρώτο όροφο, ο αποβιώσας ζήτησε από αυτόν την επιστροφή του μεταβιβασθέντος ½ μεριδίου της ισόγειας κατοικίας. Ο ΛXXXXX δεν ετήρησε τα συμφωνηθέντα. Μετά δε το θάνατο του πατέρα του διεκδίκησε μερίδιο και από την κληρονομιά. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να επέλθει «ρήξη» μεταξύ της αιτήτριας και του Λεόντιου (δείτε την παρά.17 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας ημερ.27.11.2018). Περί το έτος 2016 εγκατεστήθηκε στην ισόγεια κατοικία, μαζί με την αιτήτρια, η εγγονή της XXXXXΕυθυμιάδη («η ΈXXXXX»), θυγατέρα της ΆXXXXX, μαζί με το σύζυγο και τα τρία
(3)τέκνα της. Η ΆXXXXX είχε ήδη δηλώσει την επιθυμία της όπως, αντί στην ίδια, η ισόγεια κατοικία εγγραφεί επ'ονόματι της ΈXXXXX. Περί τον Ιούνιο του έτους 2018 η ΈXXXXX και ο σύζυγός της προέβηκαν σε εργασίες για την ανακαίνιση της ισόγειας κατοικίας. Εν σχέσει με την ανακαίνιση αυτή ο Δήμος Στροβόλου κατεχώρισε ποινική δίωξη εναντίον της αιτήτριας (την οποίαν εν τέλει απέσυρε) και του συζύγου της ΈXXXXX (τεκμήριο Η). Ο ΛXXXXX, ο οποίος πλέον διαμένει στο εξωτερικό, εξέφρασε την αντίθεσή του τόσον για το γεγονός της μετακόμισης της ΈXXXXX και της οικογένειάς της στην ισόγεια κατοικία όσον και για την ανακαίνισή της, αναφέροντας πως ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης αυτής κατά ½ μερίδιο. Κατόπιν ενεργειών του ΛXXXXX και της συνδιαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος εναγομένης αρ.1-καθ'ης η αίτηση Αλεξίας Πασχαλίδου («η συνδιαχειρίστρια»), περί τον Αύγουστο του έτους 2018, η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου («η Α.Η.Κ.») διέκοψε την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην ισόγεια κατοικία με αποτέλεσμα η καθημερινότητα όσων διαμένουν σε αυτήν να είναι πολύ δυσχερής. Η αιτήτρια προέβηκε σε διαβήματα για την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος (τεκμήρια Β έως και Ζ). Τα διαβήματα αυτά υπήρξαν ανεπιτυχή. Εκκρεμεί, ενώπιον Δικαστηρίου, η αγωγή αρ.73/2014 διά της οποίας η αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση οδηγιών εν σχέσει με τη διανομή της περιουσίας του αποβιώσαντος (δείτε στην παρά.30 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας). Η αίτηση επεδόθηκε στους καθ'ων η αίτηση. Κατά τη δικάσιμο ημερ.4.12.2018 ο συνδιαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος εναγόμενος αρ.1-καθ'ου η αίτηση Ροβέρτος Βραχίμης («ο συνδιαχειριστής») εδήλωσε πως δεν έχει ένσταση στην έκδοση των επιδιωκόμενων διαταγμάτων. Αντιθέτως, η συνδιαχειρίστρια και ο ΛXXXXX υπέβαλεν ξεχωριστές γραπτές ενστάσεις ημερ.10.12.2018. Πλείστοι των λόγων των γραπτών αυτών ενστάσεων είναι κοινοί. Ακολουθεί η αθροιστική και συνοπτική παρουσίασή τους:
(1)Η αίτηση στερείται νομικής βάσης και/ή πλήρους νομικής βάσης.
(2)Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή εσφαλμένη αφ'ενός γιατί το επώνυμο της αιτήτριας και το όνομα του συνδιαχειριστή είναι εσφαλμένα και αφ'ετέρου γιατί σε αυτήν παρουσιάζονται, ως εναγόμενοι αρ.1, ο συνδιαχειριστής και η συνδιαχειρίστρια των οποίων οι θέσεις είναι αντίθετες.
(3)Το υπό Β. επιδιωκόμενο διάταγμα είναι διατυπωμένο κατά τρόπον εσφαλμένο και/ή ασαφή. Τυχόν έκδοση του υπό Β. επιδιωκόμενου διατάγματος δυνατόν να επηρεάσει εκκρεμούσες νομικές διαδικασίες και/ή να νομιμοποιήσει παρανομίες και/ή να δημιουργήσει ποινική ευθύνη του ΛXXXXX.
(4)Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, καθώς και η αίτηση είναι επιπόλαιες, πρόωρες και καταπιεστικές. Είναι, επίσης, καταχρηστικές δεδομένης της εκκρεμότητας της αγωγής αρ.73/2014 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Ιφιγένεια Λεοντίου κ.ά. ν. Ροβέρτος Βραχιμης κ.ά. («η αγωγή αρ.73/2014»).
(5)Δεν πληρούνται οι νόμιμες και νομολογημένες προϋποθέσεις έκδοσης των επιδιωκόμενων διαταγμάτων.
(6)Η αιτήτρια προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου παρασιωπώντας ουσιώδη γεγονότα και/ή προβάλλοντας ψευδείς ισχυρισμούς.
(7)Δεν υφίσταται επείγουσα ανάγκη εφ'όσον τα γεγονότα τα οποία η αιτήτρια επικαλείται, ως το θεμέλιο της αίτησης, προέκυψαν κατά τον Ιούλιο του έτους 2018.
(8)Η αίτηση είναι εκδικητική και παρελκυστική.
(9)Τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας είναι παράνομα και/ή παράτυπα και/ή αντίθετα προς το δίκαιο της απόδειξης.
(10)Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αίτησης και/ή να εκδώσει τα επιδιωκόμενα διατάγματα.
(11)Διά της αίτησης επιδιώκονται θεραπείες όμοιες με τις θεραπείες οι οποίες επιδιώκονται διά της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Εάν εκδοθούν τα επιδιωκόμενα διατάγματα δεν θα συντρέχει λόγος προώθησης της αγωγής. Η ένσταση, η οποία κατεχωρίστηκε εκ μέρους του ΛXXXXX υποστηρίζεται από ένορκη δήλωσή του ημερ.10.12.2018. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα. Κατ'αρχάς, ο ΛXXXXX επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Όσον αφορά στα γεγονότα, αυτός απορρίπτει τα όσα ουσιώδη ισχυρίζεται η αιτήτρια και δηλώνει τα εξής: Ουδέποτε ο ΜXXXXX έλαβε άδεια από τους γονείς του για την ανέγερση της κατοικίας στον πρώτον όροφο και ούτε δαπάνησε σχετικώς οιονδήποτε ποσόν. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ο ΜXXXXX ανήγειρε κατοικία σε άλλο μέρος. Η κατοικία στον πρώτον όροφο ξεκίνησε να ανεγείρεται από τον αποβιώσαντα κατά τα έτη 1989-1990 με χρήματα από την σύνταξη που αυτός έλαβε κατά την αφυπηρέτησή του. Η κατοικία στον πρώτον όροφο παρέμεινε ημιτελής επί σειρά ετών. Εν τέλει ολοκληρώθηκε το έτος 2004 με δικά του έξοδα. Επίσης με δικά του έξοδα ανακαινίστηκε και η ισόγεια κατοικία. Για τον λόγο αυτό ο αποβιώσας του μετεβίβασε το ½ μερίδιο αυτής. Έως και το θάνατο του πατέρα του, ουδείς από τους συγγενείς του προέβαλε αντίρρηση για το γεγονός πως ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης, κατά ½ μερίδιο, του ακινήτου. Εκκρεμούσης της διαχείρισης αρ.795/2008 (Ε.Δ. Λευκωσίας), η οποία αφορά στην περιουσία του αποβιώσαντος, κατεχωρίστηκε η πρωτογενής αίτηση αρ.1410/2010 (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας) Ιφιγένεια Λεοντίου κ.ά. ν. Ροβέρτος Βραχίμης κ.ά. διά της οποίας επεδιώκετο η έκδοση οδηγιών για τον τρόπο διανομής της περιουσίας του αποβιώσαντος. Διά της απόφασής του ημερ.7.5.2012 το Δικαστήριο απέρριψε το ένδικο αυτό μέσον (τεκμήριο 4). Περί τον Μάιο του έτους 2018 η Έφη τον ενημέρωσε για την πρόθεσή της να ανακαινίσει την ισόγεια κατοικία και να μετακομίσει εκεί. Ο ίδιος εξέφρασε την αντίθεσή του και ενημέρωσε σχετικώς τον συνδιαχειριστή και τη συνδιαχειρίστρια. Αυτοί, διά της επιστολής τους ημερ.18.5.2018 (τεκμήριο 5), ανέφεραν στην ΈXXXXX πως δεν είχε τέτοιο δικαίωμα και πως εάν υλοποιούσε την πρόθεσή της θα ελάμβαναν δικαστικά μέτρα εναντίον της. Διά της επιστολής ημερ.7.7.2018, η Έφη ανέφερε στον συνδιαχειριστή και την συνδιαχειρίστρια πως «μίλησ(ε) με τον θείο (της) XXXXX Λεοντίου για την πρόθεση (της) να ανακαινίσει την ισόγεια κατοικία και αυτός της απάντησ(ε) ότι δεν αποδέχεται. Γι'αυτό το λόγο δεν προ(ετίθετο) να προβ(εί) σε καμία εργασία που αφορά την ισόγειο κατοικία» (τεκμήριο 7). Παρά ταύτα, η ΈXXXXX προέβηκε στην ανακαίνιση της ισόγειας κατοικίας και, μάλιστα, κατά παράβασιν των πολεοδομικών σχεδίων και κατά τρόπον επικίνδυνο για την στατικότητα της κατοικίας στον πρώτο όροφο (τεκμήριο 8). Η συνδιαχειρίστρια απέστειλε προειδοποιητικές και ενημερωτικές επιστολές στον σύζυγο της ΈXXXXX, ως υπεύθυνο της εργοληπτικής εταιρείας η οποία ανέλαβε να εκτελέσει τις εργασίες ανακαίνισης της ισόγειας κατοικίας, στην αρχιτέκτονα, καθώς και στον αρμόδιο Δήμο Στροβόλου (τεκμήρια 9 και 10). Ο Δήμος Στροβόλου κατεχώρισε σχετική ποινική δίωξη. Στο πλαίσιο διεξαγωγής των εργασιών ανακαίνισης της ισόγειας κατοικίας, ο εργολάβος παρενέβηκε, κατά τρόπον αυθαίρετο και επικίνδυνο, στην ηλεκτρολογική της εγκατάσταση (τεκμήριο 11) με αποτέλεσμα η Α.Η.Κ. να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Η αιτήτρια ανεμείχθηκε σε όλην αυτήν τη δυσχερή κατάσταση υπό την προτροπή και/ή την πίεση της ΈXXXXX, η οποία επιθυμεί να αποκτήσει την κυριότητα της ισόγειας κατοικίας. Ειδικότερα, και όσον αφορά στο ζήτημα της διακοπής παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην ισόγεια κατοικια καθώς και της, κατ'ισχυρισμόν, ζημίας της αιτήτριας από τις πράξεις των καθ'ων η αίτηση, ο ΛXXXXX δηλώνει τα εξής: «. επισκέφθηκα . την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (στο εξής «ΑΗΚ»), την οποία και ενημέρωσα για όλες τις παρανομίες που είχαν προκληθεί από τις αυθαίρετες παρεμβάσεις της Εργοληπτικής Εταιρείας Μ. EFTHIMOUDES CONSTRUCTIONS LTD στην ηλεκτρολογική εγκατάσταση της κατοικίας. . Κατόπιν σχετικής επιτόπιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε από αρμόδιο τεχνικό της ΑΗΚ, διαπιστώθηκε ότι οι ενέργειες του Εργολάβου να αλλάξει την ηλεκτρολογική εγκατάσταση ήταν άκρως επικίνδυνες, με αποτέλεσμα να διακόψουν την ηλεκτροδότηση του υποστατικού, ως ακατάλληλη, . η ΑΗΚ από τότε που διαπίστωσε την παρανομία που είχε προκληθεί από την αυθαίρετη παρέμβαση του Εργολάβου στις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, διέκοψε την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και έκτοτε δεν έχει προχωρήσει σε επανασύνδεσή του. . Συνεπώς, το μόνο σίγουρο είναι ότι, η όποια παροχή ρεύματος ενδεχομένως να υπάρχει τώρα στην κατοικία δεν είναι νόμιμη αφού δεν έχει δοθεί από την ΑΗΚ. Επιπρόσθετα, ακόμα και αν για σκοπούς συζήτησης και μόνο, παραβλέψω την έλλειψη συγκατάθεσης από εμένα και τους δύο διαχειριστές, για ποιο λόγο η Αιτήτρια και η XXXXX Ευθυμούδη μετακόμισαν στην κατοικία τη στιγμή που γνώριζαν εκ των προτέρων ότι δεν υπήρχε ηλεκτρολογική παροχή; Τη στιγμή που γνώριζαν εκ των προτέρων ότι οι μετατροπές στις οποίες προέβησαν ήταν παράνομες και ότι εκκρεμεί γι'αυτό ποινική υπόθεση; Πως νομιμοποιείται η Αιτήτρια, ενώ παραδέχεται ενόρκως ότι κατ'επιλογήν διαβιώνουν με παράνομη ηλεκτρολογική εγκατάσταση, να ζητά την προστασία του Δικαστηρίου, τη στιγμή που η ίδια έθεσε τον εαυτό της σε αυτή την κατάσταση; . Η Αιτήτρια, είναι λήπτης σύνταξης η οποία . ανέρχεται σε ποσό εκ €1350,00 μηνιαίως, είναι ανεξάρτητη οικονομικά και πριν την μετακόμιση της στην επίδικη ισόγεια κατοικία μαζί με την ΈΧΧΧΧΧ Ευθυμούδη, . ενοικίαζε διαμέρισμα στο οποίο διέμενε μόνη της. Ειλικρινά αδυνατώ να αντιληφθώ πως μία ηλικιωμένη γυναίκα, όπως η μητέρα μου αποφάσισε να μπει σε τέτοια διαδικασία και να θέσει τον εαυτό της σε τέτοια ταλαιπωρία χωρίς λογικό έρεισμα. Τα όσα συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες είναι κατά την άποψή μου αποτέλεσμα της χειραγώγησης και πίεσης που δέχεται από την εγγονή της ΈΧΧΧΧΧ Ευθυμούδη, η οποία επιθυμεί διακαώς την κυριότητα της ισόγειας κατοικίας και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει με τον χειρότερο τρόπο την υπερήλικη γιαγιά της. . η αναφορά της Αιτήτριας στην οικογένεια της (ΈΧΧΧΧΧ) και τις αντίξοες συνθήκες κάτω από τις οποίες ισχυρίζεται η ίδια ότι διαβιούν δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφ'ης στιγμής τα εν λόγω πρόσωπα δεν αποτελούν μέρη στην παρούσα διαδικασία . δεν έχουν κανένα κληρονομικό δικαίωμα στο επίδικο ακίνητο, ώστε να μένουν μέσα σε αυτό και να το εκμεταλλεύονται χωρίς την άδεια όλων των διαχειριστών και κληρονόμων . Η Αιτήτρια χρησιμοποιεί τη δυσμενή θέση στην οποίαν στοχευμένα και με επίγνωση έθεσε τον εαυτό της προκειμένου να δημιουργήσει τετελεσμένα και να βλάψει τα συμφέροντα της Διαχείρισης αλλά και τα δικά μου προσωπικά ως συνιδιοκτήτη της κατοικίας και ένας εκ των κληρονόμων αυτής .» (δείτε στις παρα.32 έως και 34, 42 και 48 στην ένορκη δήλωση στη Λεοντίου). Η ένσταση που κατεχωρίστηκε εκ μέρους της συνδιαχειρίστριας υποστηρίζεται από ένορκη δήλωσή της, στην οποίαν, ομοίως, επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα. Επί της ουσίας, η ένορκη δήλωση της συνδιαχειρίστριας είναι ευθυγραμμισμένη με την ένορκη δήλωση του ΛΧΧΧΧΧ. Επιπροσθέτως, η συνδιαχειρίστρια δηλώνει τα εξής: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, καθώς και η αίτηση αποτελούν κατάχρηση διαδικασίας δεδομένης της εκκρεμότητας της αγωγής αρ.73/2014 (τεκμήριο 1) η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση στις 23.9.2019, η οποία έχει τον ίδιον ακριβώς στόχο και στο πλαίσιο της οποίας η αιτήτρια διατείνεται πως η εκ μέρους του αποβιώσαντος μεταβίβαση του ½ μεριδίου της ισόγειας κατοικίας στον ΛΧΧΧΧΧ αποτελεί «παροχή εν ζωή» (advancement) και, άρα, αυτό πρέπει να περιληφθεί στην απογραφή της περιουσίας του αποβιώσαντος και να συνυπολογισθεί κατά τη διανομή της. Συνεπώς, το ζήτημα κατά πόσον το ½ μερίδιο της ισόγειας κατοικίας, το οποίο σήμερα είναι εγγεγραμμένο επ'ονόματι του ΛΧΧΧΧΧ, αποτελεί, στην πραγματικότητα, μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντος, καθώς και το ζήτημα της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των μελών της οικογένειας όσον αφορά στο ακίνητο, η οποία, παρεβιάστηκε, είναι ζητήματα τα οποία θα κριθούν στο πλαίσιο εκδίκασης της αγωγής αρ.73/2014 (τεκμήριο 1). Έως και την ολοκλήρωση της εκδίκασης της προαναφερθείσας αγωγής, καθώς και της διαχείρισης αρ.795/2008 (Ε.Δ. Λευκωσίας) η αιτήτρια δεν έχει νόμιμο δικαίωμα επί του ακινήτου και δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής. Από τις 13.2.2009, όποτε παρεδόθηκαν έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος στον συνδιαχειριστή και την ίδιαν, όλη η περιουσία του αποβιώσαντος περιήλθε σε αυτούς και αυτοί ευθύνονται για τη διαφύλαξή της έως και τη διανομή της στους νόμιμους κληρονόμους. Η εκ μέρους της Α.Η.Κ. διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην ισόγεια κατοικία έγινε γιατί διεπιστώθηκε ότι οι εκεί «εγκαταστάσεις . ήταν και/ή είναι επικίνδυνες» (δείτε στην παρά.19 της ένορκης δήλωσης της συνδιαχειρίστριας). Ουδείς «επεμβαίνει στην ειρηνική απόλαυση της κατοχής της (ισόγειας) κατοικίας . η σημερινή κατάσταση είναι απόρροια αφενός των μονομερών ενεργειών της . (αιτήτριας) και αφετέρου της εδραζόμενης σε λόγους ασφαλείας απόφασης της Α.Η.Κ.» (δείτε στην παρά.22 της ένορκης δήλωσης της συνδιαχειρίστριας). Εν πάση περιπτώσει, υπάρχει «εναλλακτική κατοικία» για να διαμένει η αιτήτρια έως και την αποπεράτωση των δικαστικών διαδικασιών. «. εάν (δε) ήθελε αποδειχθεί ότι η . (αιτήτρια) δικαιούται σε παροχή θεραπείας τούτη μπορεί να έχει την μορφή χρηματικής αποζημίωσης . οι αποζημιώσεις θα αποτελούν επαρκή θεραπεία, υπό τις περιστάσεις .» (δείτε στις παρα.25 και 24 της ένορκης δήλωσης της συνδιαχειρίστριας). Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε επί τη βάσει των ισχυρισμών περί τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις της αιτήτριας, του ΛΧΧΧΧΧ και της συνδιαχειρίστριας. Δεν υπήρξε αίτημα για υποβολή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και ούτε υπήρξε αίτημα για την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίσθηκαν σε τελικές, γραπτές αγορεύσεις. Μελετήθηκαν τα επίδικα ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέφεραν διά των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)Η εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο ασκεί αστική δικαιοδοσία, να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα, διέπεται από το άρθρο 32 του Ν.14/1960, η εμβέλεια του οποίου είναι πολύ ευρεία. Το Δικαστήριο έχει τέτοια εξουσία σε κάθε περίπτωση στην οποίαν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και πρόσφορο (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ.162). Kατ'αρχήν, τα παρεμπίπτοντα διατάγματα αποσκοπούν στη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) έως και την αποπεράτωση της ακρόασης της αγωγής. Τα παρεμπίπτοντα διατάγματά μπορεί να είναι απαγορευτικά (prohibitory or negative injunctions), όταν απαγορεύουν σε κάποιον διάδικο να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες, ή προστακτικά (mandatory injunctions), όταν προστάζουν κάποιο διάδικο να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες (Halsbury's Laws of England, Fourth Edition, reissue, Vol.37, Practice and Procedure, para.862 επ.). Το άρθρο 32 του Ν.14/1960 περιλαμβάνει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, η δε δικονομία ρυθμίζεται από το Κεφ.6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Επιλαμβανόμενο αίτησης για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσον ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 [Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ.248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ.263, Hadiikyriakos Co. Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1979)1 C.L.R.689 και Demades Overseas Ltd v. Studio MA. ST. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ.799, 807]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ικανοποιείται εφ'όσον, επί τη βάσει όσων καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις, αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. Μichalakis Avraamides & Co Limited
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1513, 1516 «..η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στην διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του ..». Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής και ικανοποιείται εφ'όσον συντρέχει κάτι περισσότερο από μίαν απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς, όμως, να απαιτείται απόδειξη τούτου επί τη βάσει της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities), βαθμός απόδειξης που απαιτείται για την απόδειξη της αγωγής. «...η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης» για την έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος (Α/φοι Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. Michalakis Avraamides & Co Limited (ανωτέρω), 1516). Η τρίτη προϋπόθεση αφορά στη δυσχέρεια ή την αδυναμία πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτή συντρέχει εφ'όσον, λαμβανομένης υπ'όψιν της μαρτυρίας στο σύνολό της, προκύπτει, πράγματι, βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντος δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί παρά μόνον εάν εκδοθεί το επιδιωκόμενο παρεμπίπτον διάταγμα. Στην προκείμενη περίπτωση εφαρμοστέο είναι και το άρθρο 5 του Κεφ.6 εφ'όσον με την αίτηση επιδιώκεται η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων εν σχέσει με ακίνητο. Όμως, οι ειδικές ρυθμίσεις, τις οποίες το άρθρο αυτό περιέχει, δεν επηρεάζουν, καθ'οιονδήποτε τρόπον, την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και το οποίο αναφέρει ρητώς ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει, χωρίς οποιανδήποτε εξαίρεση (Doleqo Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1(B) Α.Α.Δ.1217, 1222). Το πλαίσιο άσκησης της σχετικής διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δεν είναι οριοθετημένο κατά τρόπον αυστηρό. «Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανόμενου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί» [Καλογέρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) Α.Α.Δ.1237, 1244], To Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα με φειδώ και αφού σταθμίσει τα δεδομένα της υπόθεσης και κρίνει πως η έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι δίκαιη και πρόσφορη [Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.152]. Ειδικότερες παράμετροι, οι οποίες λαμβάνονται υπ'όψιν κατά την εξέταση αίτησης ως η υπό συζήτησιν, είναι και οι ακόλουθες: (α) Η θεμελιώδης αρχή κατά την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, απαγορευτικών και προστακτικών, ομοίως, εξακολουθεί να είναι αυτή σύμφωνα με την οποίαν το Δικαστήριο επιλέγει τη λύση η οποία παρουσιάζεται να είναι η λιγότερο άδικη στην περίπτωση κατά την οποίαν, κατά την εκδίκαση της αγωγής, φανεί πως η παρεμπίπτουσα ρύθμιση υπήρξε εσφαλμένη [Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 W.L.R.670 - David Bean, Injunctions, eighth edition, Sweet and Maxwell, 2004, para.3.33]. (β) Εφ'όσον ο ενάγων θεωρεί πως η κατάσταση πραγμάτων είναι πιεστική και επιβάλλεται μια παρεμπίπτουσα ρύθμισης, θα πρέπει να αποτίνεται στο Δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν αφότου αντελήφθηκε την ανάγκη (Halsbury's, ανωτέρω, para.853). (γ) Δεδομένου ότι η παράλειψη συμμόρφωσης με διάταγμα ενδεχομένως να στοιχειοθετεί το αδίκημα της παρακοής (contempt), η ανάγκη σαφούς διατύπωσης του περιεχομένου του είναι επιτακτική. Το πρόσωπο το οποίο διατάσσεται να απόσχει από συγκεκριμένη ενέργεια ή να προβεί σε ορισμένη ενέργεια έχει δικαίωμα να γνωρίζει επακριβώς το καθήκον του. Η ανάγκη ακρίβειας και σαφήνειας στη διατύπωση του επιδιωκόμενου παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι ιδιαίτερη στην περίπτωση του προστακτικού (δείτε, Injunctions, ανωτέρω, para.2.27). (δ) Η ανάγκη αυστηρής εξέτασης της συνδρομής των προϋποθέσεων που ο νόμος και η νομολογία ορίζουν επιβάλλεται από το γεγονός πως η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων είναι μεγάλης αξίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των δικαστικών αποφάσεων. Η εξουσία αυτή δεν πρέπει να υποβαθμίζεται. Και δεν πρέπει να προσφέρεται στον ενάγοντα ως μέσον εξασφάλισης προτεραιότητας ή ως μέσον πίεσης του εναγομένου να συμβιβασθεί (δείτε την Z Ltd v. A - Z
(1982)Q.B, 558 και Injunctions (ανωτέρω), para.7.13).
(2)Μελέτη της αίτησης, στο σώμα της οποίας καταγράφονται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 32 του Ν.14/1960, το άρθρο 5 του Κεφ.6 καθώς και η Δ.48, οδηγεί στη διαπίστωση πως ουδέν σφάλμα ή έλλειψη συντρέχει όσον αφορά στη νομική της βάση.
(3)Το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης και της μαρτυρίας την οποίαν προσεκόμισε η αιτήτρια, εξ αντικειμένου κρινόμενο, δεν θα απέκλειε την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Και, άνευ άλλου τινός, το περιεχόμενο αυτό δεν θα απέκλειε την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Όμως, η μαρτυρία την οποίαν προσεκόμισε η αιτήτρια κρίνεται ως ανεπαρκής για να τεκμηριώσει τη συνδρομή της τρίτης σωρευτικής προϋπόθεσης έγκρισης διαβήματος ως η αίτηση, δηλαδή της προϋπόθεσης να είναι δυσχερής ή αδύνατη η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εφ'όσον εκδοθεί απόφαση υπέρ της. Υπενθυμίζεται πως η συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης κρίνεται λαμβανομένου υπ'όψιν του συνόλου της μαρτυρίας. Η εικόνα την οποίαν επεχείρησε να προωθήσει η αιτήτρια εν σχέσει με τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης είναι η εξής: Περί τον Αύγουστο του έτους 2018, ο Λεόντιος και η συνδιαχειρίστρια προέβηκαν σε μονομερείς ενέργειες με αποτέλεσμα η Α.Η.Κ. να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην ισόγεια κατοικία και, ως εκ τούτου, η ίδια καθώς και η οικογένεια της Έφης, οι οποίοι διαμένουν δικαιωματικά εκεί, να αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσχέρειες στην καθημερινότητά τους. Η ζημιά την οποίαν υφίσταται η αιτήτρια, η ΈΧΧΧΧΧ και η οικογένεια της δεν μπορούν να αποζημιωθούν. Η εικόνα αυτή έχει ανατραπεί από μεταγενέστερες ένορκες δηλώσεις του ΛΧΧΧΧΧ και της συνδιαχειρίστριας. Ο ΛΧΧΧΧΧ και η συνδιαχειρίστρια ισχυρίζονται τα εξής ουσιώδη: (α) Η διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην ισόγεια κατοικία οφείλεται στις παράνομες ενέργειες της ΈΧΧΧΧΧ και του συζύγου της, οι οποίοι προέβηκαν χωρίς, άδεια και κατά παράβασιν των κανόνων ασφαλείας, σε ανακαίνισή της. Κατά την ανακαίνιση υπήρξε παρέμβαση στο νόμιμο σύστημα ηλεκτροδότησης της ισόγειας κατοικίας. Αυτές οι παρανομίες και οι κίνδυνοι διεπιστώθηκαν από την Α.Η.Κ. η οποία προέβηκε στην διακοπή της ηλεκτροδότησης. (β) Η ΈΧΧΧΧΧ και ο σύζυγός της προέβηκαν στην ανακαίνιση της ισόγειας κατοικίας ενώ εγνώριζαν την ρητή αντίθεση των συνδιαχειριστών και του ΛΧΧΧΧΧ. (γ) Η Έφη και η οικογένειά της διαμένουν στην ισόγεια κατοικία, το ½ μερίδιο της οποίας ανήκει στην κληρονομία του αποβιώσαντος, χωρίς τη συγκατάθεση όλων των κληρονόμων και των συνδιαχειριστών της κληρονομίας. (δ) Η αιτήτρια η οποία παλαιότερα διέμενε αλλού, εξακολουθεί να έχει την οικονομική δυνατότητα να πράξει το ίδιο έως και την αποπεράτωση της εκδίκασης της αγωγής. Όμως, αυτή επέλεξε να επανεγκατασταθεί στην ισόγεια κατοικία και να θέσει τον εαυτό της στην δυσχερή κατάσταση, την οποίαν τώρα επικαλείται, καθ'υπόδειξιν της ΈΧΧΧΧΧ και για αλλότριους σκοπούς. (ε) Σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, η αιτήτρια θα μπορεί να αποζημιωθεί και αυτό θα αποτελεί επαρκή θεραπεία. Εφ'όσον οι ενιστάμενοι ΛΧΧΧΧΧ και συνδιαχειρίστρια αμφισβητούν ρητώς τα όσα ουσιώδη η αιτήτρια ισχυρίζεται και προβάλλουν μίαν άλλην εκδοχή για τα γεγονότα, αυτή φέρει το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς της που οδήγησαν στο να καταχωριστεί η αίτηση, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που σχετίζονται με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960. Η αιτήτρια μπορούσε να αποδείξει τα αμφισβητούμενα γεγονότα είτε με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε με την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων Λεόντιου και συνδιαχειρίστριας (Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1(B) Α.Α.Δ.1377, 1380 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashons Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1858, 1863). Όμως, η αιτήτρια παρέλειψε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που την βαραίνει. Κατά την ακρόαση της αίτησης, η πλευρά της περιορίσθηκε σε αγόρευση. Το γεγονός αυτό αποβαίνει μοιραίο για την τύχη της αίτησης εφ'όσον οι ισχυρισμοί της αιτήτριας που αφορούν στην συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/1960 παραμένουν μετέωροι.
(4)Περαιτέρω, οι αναντίλεκτες δηλώσεις του ΛΧΧΧΧΧ και της συνδιαχειρίστριας εν σχέσει με ουσιώδη γεγονότα, οι οποίες αναφέρονται ανωτέρω (υπό την παρά.
(3)) προσδίδουν στην αίτηση καταχρηστικό χαρακτήρα εφ'όσον παρουσιάζουν την αιτήτρια να επιχειρεί να εξασφαλίσει πλεονεκτήματα και οικονομικά οφέλη εις βάρος αντιδίκων της με αθέμιτα μέσα. Οι δηλώσεις αυτές παρουσιάζουν την αιτήτρια να επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τα επιδιωκόμενα να εκδοθούν παρεμπίπτοντα διατάγματα ως μέσον εξασφάλισης προτεραιότητας ή ως μέσον πίεσης αντιδίκων της να συμβιβασθούν (Z Ltd v. A-Z (ανωτέρω) και Injunction (ανωτέρω), para.7.13). Η επιτυχία των συγκεκριμένων λόγων ένστασης οδηγεί την αίτηση σε απόρριψη. Παρέλκει η συζήτηση των υπόλοιπων ζητημάτων που εγείρονται διά των ενστάσεων. Η αίτηση ημερ.27.11.2018 απορρίπτεται. Τα έξοδά της αίτησης ημερ.27.11.2018, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης αρ.1-καθ'ης η αίτηση Αλεξίας Πασχαλίδου καθώς και υπέρ του εναγομένου αρ.2-καθ'ου η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο