Vassos Markides Estates Ltd ν. Ταμείο του Σχεδίου Συντάξεων και Χορηγημάτων των Υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 2851/2016, 29/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2851/2016 Μεταξύ: Vassos Markides Estates Ltd Ενάγων και Ταμείο του Σχεδίου Συντάξεων και Χορηγημάτων των Υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου. Εναγομένων Αίτηση ημερ. 12.7.2016 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2019 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Δ. Παπαδόπουλος Για εναγομένους - καθ' ων η αίτηση: κος Α. Κυριάκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα αιτείται από τους εναγομένους, το ποσόν των €905.932,80 πλέον τόκο προς 7% ετησίως, δυνάμει συμφωνίας εργολαβίας και/ή ως υπόλοιπο αμοιβής για την ανέγερση ενός κτιριακού συγκροτήματος σε ακίνητο στην περιοχή Καυκάλλα της Αγίας Παρασκευής, στον Στρόβολο. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, με την οποία η ενάγουσα αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων με το αιτιολογικό ότι στερούνται υπεράσπισης. Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.18 Θ.1 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδρυτή και γενικού διευθυντή της ενάγουσας ΒΜ. Αρχικά, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην συνέχεια, αναφέρει ότι η ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν αδειούχα εργοληπτική εταιρεία και εταιρεία ανάπτυξης γης. Οι εναγόμενοι αποτελούν εγγεγραμμένο Ταμείο στον Έφορο Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών, με αριθμό εγγραφής ΤΣ 3257. Οι διάδικοι με γραπτή συμφωνία ημ. 24/11/2010, συμφώνησαν όπως η ενάγουσα αναλάβει προς όφελος της εναγομένης, την ανέγερση κτιριακού συγκροτήματος σε ακίνητο στην περιοχή Καυκάλλα της Αγίας Παρασκευής στο Στρόβολο, για το συνολικό ποσό των €18.200.000 (τεκμ.1). Δυνάμει του άρθρου 4(β) της πιο πάνω συμφωνίας, ο επιβλέποντας αρχιτέκτονας είχε υποχρέωση να εκδίδει πιστοποιητικό ανάλογα με το στάδιο εκτέλεσης των εργασιών, στο οποίο θα πιστοποιείτο το ποσό που οφειλόταν προς τον εργολάβο από τον εργοδότη. Ο εργοδότης είχε υποχρέωση κατόπιν παρουσίασης του πιστοποιητικού, να το πληρώσει εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την μέρα έκδοσης του. Προβλεπόταν επίσης όπως κατακρατείται ποσό ύψους 5% από οιονδήποτε πιστοποιημένο ποσό, το οποίο θα αποτελούσε κράτηση που σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας θα έπρεπε να πληρωθεί με την προσωρινή παραλαβή του έργου. Το έργο τελικά ολοκληρώθηκε με καθυστέρηση εξ υπαιτιότητας των εναγομένων, θέμα που αποτελεί μέρος άλλης εκκρεμούσας διαδικασίας. Ο ενόρκως δηλών επεσύναψε ως τεκμήριο 2, το πιστοποιητικό προσωρινής παραλαβής ημ. 01/03/2016 και ως τεκμήριο 3, επιστολή από την εναγόμενη ημ. 10/03/2016 προς απόδειξη της παραλαβής. Σημειώνεται, πως το έργο παραδόθηκε χωρίς καμία καθυστέρηση και σύμφωνα με την νέα ημερομηνία που καθορίστηκε από τον αρχιτέκτονα. Κατά την ημερομηνία προσωρινής παραλαβής του έργου, το ποσό κράτησης του 5% όπως αναφέρεται πιο πάνω σε σχέση με τα πιστοποιημένα ποσά για πληρωμή από τον αρχιτέκτονα, ανερχόταν στα €905.932,
- Ο ομνύων επεσύναψε ως τεκμήριο 4, δέσμη από αντίγραφα του συνόλου των εκδοθέντων πιστοποιητικών πληρωμής (αρ. 1 - 46), Στα εν λόγω πιστοποιητικά, αναγράφεται ο υπολογισμός του συνολικού ποσού κρατήσεων μέχρι και την έκδοση του πιστοποιητικού προσωρινής παραλαβής. Ο ομνύοντας ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι οι εναγόμενοι παρόλο που κλήθηκαν από την ενάγουσα και από τους δικηγόρους της να καταβάλουν το εν λόγω ποσό, μέχρι και σήμερα παραλείπουν να το πράξουν. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως τεκμήριο 5, αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων της ενάγουσας προς τους εναγομένους ημ. 04/05/2016, η οποία κατά τον ομνύοντα ουδέποτε απαντήθηκε. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι εξ όσων συμβουλεύεται, οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Εξάλλου, παραδέχονται την οφειλή μέσω του Γ. Π, επιμετρητή ποσοτήτων τους. Ο ομνύων επισυνάπτει ως τεκμήριο 6, αντίγραφο έκθεσης του εν λόγω επιμετρητή ημ. 14/04/2016, όπου ρητώς αναφέρονται οι κρατήσεις και η οφειλή για το ποσόν των €905.932,
- Κατά τον ομνύοντα, είναι προφανές ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση την 08/06/2016 με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της έκβασης της αγωγής, λόγω του ότι τέτοια καθυστέρηση, είναι προς όφελος τους. Ουδεμία υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής δεν έχουν οι εναγόμενοι και καταχρώνται την δικαστική διαδικασία για να καθυστερήσουν την πληρωμή ενός εκκαθαρισμένου ποσού και ως μοχλό οικονομικής πίεσης επί της ενάγουσας για συνολική προφανώς διευθέτηση των απαιτήσεών της. Οι αρχιτέκτονες του έργου με επιστολή τους προς τους εναγομένους, τους κάλεσαν να πληρώσουν την κράτηση αλλά αυτοί παραλείπουν και αρνούνται να το πράξουν χωρίς καμία δικαιολογία. Επισυνάπτονται ως τεκμήριο 7, αντίγραφα της σχετικής αλληλογραφίας του αρχιτέκτονα. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Στους λόγους ένστασης και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, αναφέρεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Αρχικά γίνεται λόγος για λανθασμένη αναγραφή του ονόματος των εναγομένων. Επιπλέον, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Γίνεται αναφορά στην καταδίκη του Σ.Κ, Προέδρου της ΑΤΗΚ, που ήταν και Πρόεδρος των εναγομένων. Συγκεκριμένα, το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας καταδίκασε στις 22.12.2014 τον πιο άνω Πρόεδρο των εναγομένων, για αδικήματα που αφορούσαν μεταξύ άλλων δεκασμό δημόσιου λειτουργού, δωροληψία και διαφθορά. Μετά την εν λόγω καταδίκη, δόθηκαν οδηγίες στην διεύθυνση εσωτερικού ελέγχου της Α.Τ.Η.Κ και σε δύο νομικούς οίκους, προκειμένου να μελετήσουν όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν επενδύσεις των εναγομένων σε ακίνητη ιδιοκτησία κατά την διάρκεια της προεδρίας του εν λόγω καταδικασθέντα. Τα σχετικά πορίσματα που εκδόθηκαν, παρουσιάζουν σοβαρές ενδείξεις δόλου, εξαπάτησης και καταδολίευσης των εναγομένων και για την επένδυση της παρούσας αγωγής που αφορά την ανέγερση ενός κτηρίου στην οδό Εσπερίδων στην Λευκωσία. Δόθηκαν επίσης οδηγίες στην εταιρεία Danos Valuations LLC να διεξαγάγει σχετική μελέτη και να εκτιμήσει την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας, αλλά και του έργου που ανέλαβε να ανεγείρει η ενάγουσα για λογαριασμό των εναγόμενων με τη συμφωνία ημερομηνίας 24/11/
- Από το σχετικό πόρισμα της Danos Valuations LLC, προκύπτει ότι τόσο η αξία της γης όσο και η αξία του έργου παρουσιάστηκαν στους εναγομένους πολύ υπερεκτιμημένα. Πιο συγκεκριμένα, προέκυψε ότι η αξία της γης κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν €5.020.000 και η αξία του έργου ως αποπερατωμένου μαζί με την αξία της γης ήταν €17,082.
- Αντίθετα οι εναγόμενοι ανέλαβαν να πληρώσουν ποσό περί τα €29.000.000 (€10.000.000 για την αξία των οικοπέδων πλέον €18.200.000 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α για την ανέγερση του κτιρίου). Προκύπτει επομένως ότι οι εναγόμενοι, έχουν καταβάλει υπέρογκα ποσά προς την ενάγουσα, τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματική αξία της επένδυσης που έγινε. Προκύπτει επίσης ότι μέλη της τότε Διαχειριστικής Επιτροπής τα οποία συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις αλλά και στην λήψη αποφάσεων για τη συγκεκριμένη επένδυση, βρίσκονταν σε καταφανή σύγκρουση συμφερόντων. Αναφέρεται στους λόγους ένστασης ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, η ενάγουσα μαζί με τους εκτιμητές του έργου και με τα τότε διορισμένα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής, να συνωμότησαν και να ενήργησαν με δόλο και απάτη, παρουσιάζοντας το έργο στους εναγομένους υπερεκτιμημένο, με σκοπό την εξαπάτηση του Ταμείου και τον προσπορισμό ιδίου οικονομικού οφέλους. Ως αποτέλεσμα, οι εναγόμενοι έχουν υποστεί τεράστια απώλεια και ζημιά. Με βάση τα πιο πάνω, οι εναγόμενοι όχι μόνο εύλογα και καλόπιστα αμφισβητούν ότι οφείλουν το ποσό που αξιώνει η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή, αλλά επιπλέον η παρούσα Διαχειριστική Επιτροπή έχει αποφασίσει να λάβει νομικά μέτρα προκειμένου να διεκδικήσει αποζημιώσεις, τόσο εναντίον της ενάγουσας, όσον και μελών της τότε Διαχειριστικής Επιτροπής αλλά και άλλων φυσικών και νομικών προσώπων που είχαν εμπλοκή στη συγκεκριμένη επένδυση. Μετά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, οι εναγόμενοι έχουν προβεί σε σχετικές καταγγελίες προς το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων, το οποίο και διερευνά το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, οι εναγόμενοι αμφισβητούν το αιτούμενο ποσόν. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ενάγουσα βρίσκεται σε παράβαση του συμβολαίου για το έργο αφού (ι) δεν έδωσε ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση σύμφωνα με τους όρους 4(β) και 4(γ) του συμβολαίου και (ιι) δεν προέβηκε σε άνοιγμα του ειδικού λογαριασμού που αναφέρεται στον όρο 4(δ) του συμβολαίου, τον οποίο έπρεπε να ανοίξει στο όνομα της και προς όφελος των εναγομένων, καταβάλλοντας σε αυτόν το ποσό των €590.400,
- Το εν λόγω ποσό θα χρησιμοποιείτο για να καλύψει τυχόν διαφορά στην ενοικιασθείσα αξία του έργου και/ή μονάδων αυτού, μετά την προσωρινή του παραλαβή. Παρά το γεγονός ότι το έργο έχει τταραληφθεί από τις 26.2.2016, εντούτοις μέχρι σήμερα η ενοικίαση του δεν κατέστη δυνατή. Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι έχουν υποστεί ζημία και απώλεια χιλιάδων ευρώ, τα οποία δεν μπορούν να εισπράξουν από την ενάγουσα αφού η ίδια ουδέποτε προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για άνοιγμα του εν λόγω ειδικού λογαριασμού προς όφελος των εναγόμενων. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι θα πρέπει να επιτραπεί στους εναγόμενους να προβάλουν την υπεράσπιση τους και να προσκομιστεί απαιτούμενη μαρτυρία επειδή αν η θέση τους γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο τότε η επίδικη αξίωση της ενάγουσας καθίσταται παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η μαρτυρία που έχει προσκομισθεί με την αίτηση της ενάγουσας δεν είναι αρκετή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης καθώς πρόκειται για ενδιάμεσα πιστοποιητικά ενώ μόνο το Τελικό Πιστοποιητικό Πληρωμής το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιοδήποτε από τα δύο μέρη, δύναται να αποτελέσει αντικείμενο συνοπτικής απόφασης. Συγκεκριμένα, τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά πληρωμής δύναται είτε να αυξηθούν είτε να μειωθούν από το τελικό πιστοποιητικό πληρωμής και ως εκ τούτου δεν αποτελούν εκκαθαρισμένη απαίτηση και/ή εκκαθαρισμένο χρέος. Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι δεν έχουν αποδεχθεί αυτό το χρέος όπως παραπλανητικά αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Τέλος, αναφέρεται στους λόγους ένστασης ότι ο ενόρκως δηλών δεν έχει την απαραίτητη γνώση για να ττροβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καθώς αναφέρεται σε πιστοποιητικά τα οποία δεν έχει εκδώσει ο ίδιος. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης, η υπό εξέταση αίτηση γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά και με μόνο σκοπό να αποστερήσει από τους εναγόμενους το αναφαίρετο Συνταγματικό τους δικαίωμα να υπερασπίσουν την υπόθεσή τους σε κανονική δίκη προσκομίζοντας μαρτυρία, η οποία θα τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Π.Μ, Γραμματέα και μέλους της υφιστάμενης διαχειριστικής επιτροπής των εναγομένων. Σε αυτήν, επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Η ενάγουσα καταχώρησε μετά από άδεια του Δικαστηρίου, συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει και πάλιν ο γενικός διευθυντής της Β.Μ. Σε αυτήν αναφέρει ότι η πρόταση για πώληση του επίδικου κτηρίου έγινε τον Ιανουάριο του 2009 επί προεδρίας άλλου προσώπου και όχι του Σ.Κ, ο οποίος καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο. Η πρόταση αξιολογήθηκε επί της προεδρίας αυτού του προσώπου με εξαιρετικά σχολαστικό τρόπο και διήρκησε συνολικά 6 μήνες. Η πρόταση συνοδευόταν από εκτίμηση εγκεκριμένου εκτιμητή του Α.Τ. Οι εναγόμενοι ζήτησαν τότε και μελέτη αναφορικά με την καταλληλόλητα του έργου για επένδυση από τον γνωστό εκτιμητή Α.Λ που έχει μεγάλη πείρα στα ακίνητα. Η ενάγουσα δέχθηκε επίσης να δώσει έκπτωση 10% επί του συνολικού κόστους, λόγω της οικονομικής κρίσης. Για την ολοκλήρωση της συμφωνίας, υπολειπόταν μόνο η τυπική έγκριση του συμβουλίου των εναγομένων. Επομένως, η πρόταση της ενάγουσας για το έργο δεν είχε καμία σχέση με την προεδρία Σ.Κ, ο οποίος καταδικάστηκε από το κακουργιοδικείο για άλλη επένδυση των εναγομένων. Εξ' αιτίας της λήξης της θητείας του συμβουλίου των εναγομένων τον Ιούλιο του 2009, η τελική και ουσιαστικά τυπική έγκριση για την αγορά του κτηρίου, έγινε από το Συμβούλιο επί προεδρίας Σ.Κ. Αναφορικά με την εκτίμηση που έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο και την οποία επικαλούνται οι εναγόμενοι, ο ενόρκως δηλών ανέφερε ότι έγινε κατόπιν υποδείξεως και την χαρακτήρισε παραπλανητική και υπερβολικά υποτιμημένη. Ο ομνύοντας ανέφερε ότι τα παραδείγματα που επέλεξε με επιδέξιο τρόπο αυτή η εκτίμηση δεν μπορούν να συγκριθούν με το επίδικο κτήριο για μια σειρά από λόγους τους οποίους απαριθμεί. Ο ομνύων αναφέρει στην συνέχεια ότι η κατάσταση λογαριασμού ετοιμαζόταν από επιμετρητή ποσοτήτων που οι ίδιοι οι εναγόμενοι διόρισαν και ήταν ως εκ τούτου, αντιπρόσωπος τους. Επομένως δεν μπορούν να αμφισβητούν την κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε ο δικός τους επιμετρητής. Ο ομνύων αμφισβήτησε επίσης την θέση για την πρόκληση ζημιάς στους εναγομένους. Έγινε αναφορά σε συνέδριο των εναγομένων στις 27.9.16, έξη μήνες μετά την προσωρινή παραλαβή, στο οποίο δηλώθηκε ρητά ότι η επίδικη επένδυση ήταν κερδοφόρα. Παρόλα αυτά και παρά την παραλαβή του ακινήτου, οι εναγόμενοι αρνούνται κατά παράβαση της σύμβασης να επιστρέψουν το ποσόν των κατακρατήσεων. Κατά τον ομνύοντα, οι αναφορές στο σκάνδαλο της Δρομολαξιάς δεν αφορούν ποσώς την ενάγουσα και γίνονται για σκοπούς εντυπωσιασμού. Οι εναγόμενοι μέχρι και την παράδοση του επίδικου έργου, ουδέποτε εξέφρασαν είτε γραπτά είτε προφορικά οποιονδήποτε παράπονο ή αμφισβήτηση, εξ' ου και στο τελευταίο στάδιο των εργασιών, ανέθεσαν στην ενάγουσα το κλείσιμο των βεραντών για την δημιουργία 760 τ.μ. επιπρόσθετου γραφειακού χώρου. Ήταν τέλος η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία υπεράσπιση στην αγωγή και επιχειρούν με παραπλανητικό τρόπο να δημιουργήσουν ψεύτικα τις εντυπώσεις ότι υπάρχουν θέματα προς εκδίκαση με σκοπό να καθυστερήσουν την καταβολή του οφειλόμενου προς την ενάγουσα ποσού. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση, καταχώρησαν και οι εναγόμενοι κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Υπογράφεται από τον Γραμματέα της υφιστάμενης διαχειριστικής επιτροπής Α.Χ. Σε αυτήν, επαναλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι υπήρξε υπερεκτίμηση του έργου από την τότε ομάδα εργασίας πουν ανέλαβε να μελετήσει την πρόταση της ενάγουσας. Στην συνέχεια, ο ομνύων αναφέρει ότι τις τελικές αποφάσεις για το έργο τις πήρε το συμβούλιο υπό την προεδρία του Σ.Κ, ο οποίος στην συνέχεια καταδικάστηκε από το κακουργιοδικείο για άλλες επενδύσεις των εναγομένων. Στο εν λόγω συμβούλιο, προτάθηκε αναθεωρημένη εισήγηση της ενάγουσας για το έργο, η οποία έγινε αποδεκτή. Όμως κατά τον ομνύοντα, καθορίστηκε με αυθαίρετο τρόπο η ενοικιαστική αξία του κτηρίου. Επιπλέον, ενώ η αξία της γης είχε σε προηγούμενο στάδιο υπολογιστεί σε €8,4 εκ., αιφνιδίως και χωρίς καμία αιτιολόγηση, εκτοξεύθηκε στα €10 εκ. Περαιτέρω, η αναφορά σε έγκριση από τους διαχειριστές επιπρόσθετων δαπανών πέραν της τιμής αγοράς του ακινήτου χωρίς να καθορίζεται ο μηχανισμός και το διαδικαστικό πλαίσιο, αναδεικνύει ακριβώς το προβληματικό της όλης προσέγγισης. Κατά τον ομνύοντα, όλοι οι υπολογισμοί σε σχέση με την απόδοση του έργου, έγιναν επί ελλειμματικής και συνεπώς λανθασμένης βάσης. Η επένδυση εγκρίθηκε από την επιτροπή που με την ίδια περίπου σύνθεση, ενέκρινε και το έργο στην Δρομολαξιά για το οποίο καταδικάστηκε ο Πρόεδρος της Α.ΤΗ.Κ καθώς και άλλα μέλη της επιτροπής. Ο ομνύων απέρριψε την θέση ότι οι εκτιμήσεις που έχουν σήμερα οι εναγόμενοι, είναι υποτιμημένες. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι στο στάδιο αυτό δεν αξιολογείται η μαρτυρία της υπεράσπισης. Ως εκ τούτου θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στην πλευρά των εναγομένων να προβάλουν την υπεράσπιση τους ώστε να αντεξεταστούν σε κανονική δίκη οι εκτιμητές των εναγομένων και να αξιολογηθούν οι θέσεις τους ως προς την πραγματική αξία που οι εναγόμενοι έπρεπε να πληρώσουν για το επίδικο έργο. Ο ομνύων αμφισβητεί και τα πιστοποιητικά πληρωμής τα οποία συνδέονται με εκτελεσθείσα εργασία που υπολογίστηκε στην βάση συγκεκριμένων τιμών μονάδας χωρίς να προκύπτει από που συμφωνήθηκαν αυτές οι τιμές μονάδας. Είναι άξιον απορίας κατά τον ομνύοντα επί ποιας βάσης εκδίδονταν τα σχετικά διατακτικά πληρωμής από την στιγμή που η επίδικη συμφωνία ημ. 24.11.2010, δεν αναφέρεται σε τιμές μονάδας. Η επιλογή του συγκεκριμένου επιμετρητή από τους προηγούμενους διαχειριστές του ταμείου, σκοπό είχε κατά τον ομνύοντα στην συγκάλυψη του παράτυπου και αντικανονικού χειρισμού των χρημάτων των εναγομένων. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, ο αρχικός επιμετρητής αντικαταστάθηκε στα τελικά στάδια του έργου από άλλο επιμετρητή. Σε ότι αφορά το κατασκευαστικό μέρος, οι εναγόμενοι θα πληρώσουν €18.719.003,84 για έναν έργο η αξία του οποίου τελικώς εκτιμήθηκε από τον δεύτερο επιμετρητή στα €10.200.000,00 πλέον €1.530.000 ΦΠΑ. Από την εκτίμηση κόστους αναπλήρωσης, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι υπερχρεώθηκαν κατά €8.519.003,84 ήτοι της τάξης του 83,5% από την πραγματική αξία της δεδουλευμένης εργασίας και υλικών. Το ποσόν αυτό, οι εναγόμενοι προτίθενται να το ανταπαιτήσουν τόσον από την ενάγουσα όσον και από τα υπόλοιπα πρόσωπα που συνωμοτώντας, έβλαψαν τα συμφέροντα του ταμείου. Ο ομνύοντας ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι η ενάγουσα παραπλανητικά ισχυρίζεται ότι η παραλαβή από τους εναγομένους του κτηρίου, έγινε χωρίς καμία αμφισβήτηση της συμφωνίας. Παραπέμπει επί του προκειμένου στο τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης της αίτησης που είναι επιστολή του ταμείου προς την ενάγουσα και τους επιβλέποντες αρχιτέκτονες, στην οποία αναγράφεται ότι οι εναγόμενοι προβαίνουν σε προσωρινή παραλαβή του έργου με πλήρη επιφύλαξη όλων των δικαιωμάτων τους ως αυτά απορρέουν από το συμβόλαιο για το έργο και την σχετική νομοθεσία. Στην συνέχεια, ο ομνύοντας αρνήθηκε την θέση ότι η επίδικη επένδυση ήταν κερδοφόρα για τους εναγομένους. Επανέλαβε την θέση ότι οι εναγόμενοι πλήρωσαν αρκετά εκατομμύρια επιπλέον από την πραγματική αξία του έργου. Τα δε ενοίκια που εισπράττονται είναι αντί €20 ανά τ.μ. ως ισχυρίστηκε η ενάγουσα, κατά μέσο όρο στα €12,40 το τ.μ. Μάλιστα, το ζήτημα των ενοικίων, το ταμείο προτίθεται να το εντάξει στην ανταπαίτηση του στην παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των εναγομένων, η ενδεχόμενη ανταπαίτηση για τα ενοίκια που θα έπρεπε να εισπράττονταν σε σχέση με αυτά που τελικά εισπράττονται, κυμαίνεται από €648.308,93 σε €1.066.150,
- Ο ομνύων, απέρριψε την θέση ότι οι εναγόμενοι ασκούν ένα είδος οικονομικού εξαναγκασμού ώστε να πιεστεί η ενάγουσα να διευθετήσει την αγωγή 3085/16 στην οποία αξιώνεται το ποσόν των €6.330.013,00 για επιπρόσθετες εργασίες. Χαρακτήρισε την πιο πάνω απαίτηση ως αβάσιμη και διογκωμένη. Σύμφωνα με την επιμέτρηση, το μέγιστο ποσόν που θα έπρεπε να καταβληθεί είναι πέριξ των €350.000,00 και όχι €6.330.013,00 που ζητά η ενάγουσα στην πιο πάνω αγωγή. Ήταν τέλος η θέση του ομνύοντα ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη και στερημένη οιασδήποτε ισχύος και για αυτό τον λόγο οι εναγόμενοι δεν οφείλουν κανένα ποσό στην ενάγουσα. Αντιθέτως, δικαιούνται όπως τους επιστραφούν τα ποσά που παράνομα καταβλήθηκαν στην ενάγουσα. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτό κείμενο αγόρευσης στο Δικαστήριο. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας τις θέσεις τους όπως πηγάζουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων, προκειμένου να γίνουν κατανοητές οι θέσεις των δύο πλευρών επί των επιδίκων θεμάτων της παρούσας αίτησης Η αγόρευση του συνηγόρου για την ενάγουσα. Ο συνήγορος της ενάγουσας αναφέρθηκε αρχικά σε νομολογία που ερμηνεύει την εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18 Θ.
- Στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι έχουν αποδειχθεί στην παρούσα, όλες οι προδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.
- Θ.1 Συγκεκριμένα: • Η ενάγουσα καταχώρισε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα . • Η εναγομένη καταχώρισε εμφάνιση. • Η αίτηση υποστηρίζεται από τις ΕΔ ομνύοντα που είναι ο Γενικός Διευθυντής και ιδρυτής της ενάγουσας. • Ο ομνύων είναι το πλέον αρμόδιο άτομο για να ορκιστεί στην Ε.Δ της αίτησης αφού γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Ακολούθως ο συνήγορος αναφέρθηκε στα πιο κάτω γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία κατά τον ίδιο είναι παραδεκτά και αναντίλεκτα:
- Βάση αγωγής είναι η συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων ημερομηνίας 24/11/2011, η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην πρώτη ΕΔ της αίτησης.
- Σύμφωνα με το άρθρο 4(β) της Συμφωνίας: i. Ο επιβλέποντας αρχιτέκτονας είχε υποχρέωση να εκδίδει πιστοποιητικό ανάλογα με το στάδιο εκτέλεσης των εργασιών. ii. οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να το πληρώσουν κατόπιν παρουσίασης, εντός 15 ημερών από την ημέρα έκδοσής του. iii. Ποσό ύψους 5% θα κατακρατείτο από οποιονδήποτε πιστοποιημένο ποσό το οποίο θα αποτελούσε κράτηση και θα έπρεπε να πληρωθεί με την προσωρινή παραλαβή του έργου.
- Το πιστοποιητικό προσωρινής παραλαβής εκδόθηκε (τεκμήριο 3 της πρώτης ΕΔ της αίτησης).
- Οι εναγόμενοι επιβεβαίωσαν γραπτώς ότι προέβησαν στην προσωρινή παραλαβή του έργου και έλαβαν το σχετικό πιστοποιητικό προσωρινής παραλαβής (τεκμήριο 4 της πρώτης ΕΔ της αίτησης).
- Κατά την ημερομηνία παραλαβής, το ποσό κράτησης του 5% ανερχόταν €905 983,80, ήτοι το ποσό που η ενάγουσα αιτείται με την παρούσα αγωγή. Τα αντίγραφα του συνόλου των εκδοθέντων πιστοποιητικών πληρωμής, στα οποία αναγράφεται ο υπολογισμός του συνολικού ποσού κρατήσεων μέχρι και την έκδοση του πιστοποιητικού προσωρινής παραλαβής, αποτελούν το εκμήριο 4 της πρώτης ΕΔ της αίτησης.
- Ως εκ τούτου το ποσό κράτησης κατέστη πληρωτέο.
- Οι εναγόμενοι παραδέχτηκαν το ποσό της οφειλής μέσω του επιμέτρησή ποσοτήτων. Σχετική είναι η τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 6, στην οποία ο επιμετρητής αναγράφει το ποσό κράτησης.
- Τα ποσά που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού του επιμετρητή ποσοτήτων δεν χωρούν αμφισβήτησης αφού η κατάσταση λογαριασμού ετοιμαζόταν από το άτομο το οποίο επέλεξαν και εργοδότησαν οι εναγόμενοι και θεωρείται ο αντιπρόσωπος τους.
- Κατά τη διάρκεια του συνέδριου των εναγομένων ημερομηνίας 27/9/2016, δηλώθηκε ρητά ότι η επένδυση στο επίδικο κτήριο είναι κερδοφόρα.
- Οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα παραλείπουν να πληρώσουν το ποσό κράτησης. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι από τα πιο πάνω γεγονότα, προκύπτει ξεκάθαρη παράβαση του άρθρου 4(β) της επίδικης συμφωνίας. Η απαίτηση της ενάγουσας εδράζεται σε πιστοποιητικό πληρωμής που εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα και ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Σε σχέση με το πιστοποιητικό πληρωμής ο συνήγορος με παραπομπή στο σύγγραμμα Hudson's Building and Engineering Contracts, εισηγήθηκε ότι με την έκδοσή του, αυτό αποτελεί οφειλόμενο εκκαθαρισμένο χρέος και ο εργολάβος δικαιούται σε άμεση πληρωμή. Επιπλέον, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο εργολάβος δικαιούται σε πληρωμή ως η συμφωνία των μερών, και εάν υπάρχει οποιαδήποτε υπεράσπιση - ανταπαίτηση ή διαδικασίες διαιτησίας, αυτές θα πρέπει να εγείρονται μετά την πληρωμή (βλ. Mottram Consultants Ltd v Bernard Sunley & Sons Ltd [1975] 2 Lloyd's Rep. 197). Αναφορά έγινε από τον συνήγορο και σε κυπριακές πρωτόδικες αποφάσεις, στις οποίες αναφέρεται ότι η έκδοση του πιστοποιητικού πληρωμής, μπορεί να αποτελέσει ξεχωριστή αιτία αγωγής. Ιδιαίτερα αναφορά έγινε και στην υπόθεση CY.E.M.S.CO. ν. CENTRAL CO-OPERATIVE INDUSTRIES
(1982)1 CLR 897, όπου παρόλο που η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης στην βάση πιστοποιητικών του αρχιτέκτονα απορρίφθηκε πρωτόδικα, κατ' έφεση η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε και εκδόθηκε συνοπτική απόφαση υπέρ των εναγόντων Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το πιστοποιητικό πληρωμής στην βάση του οποίου βασίζεται η ενάγουσα, ουδέποτε αμφισβητήθηκε και λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, εισηγήθηκε ότι η έκδοση και παράδοση του εν λόγω πιστοποιητικού πληρωμής στους εναγομένους, επιβάλλει την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ της ενάγουσας. Η αγόρευση του συνηγόρου για τους εναγόμενους Ο συνήγορος των εναγομένων στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι από απλή ανάγνωση των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων, προκύπτει ότι υπάρχει σοβαρή διάσταση απόψεων ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Η ενάγουσα θεωρεί την απαίτηση της εκκαθαρισμένη, στηριζόμενη στο επίδικο συμβόλαιο και στα διατακτικά πληρωμής που εκδόθηκαν στην βάση του πιο πάνω συμβολαίου. Αντιθέτως, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι προκύπτουν σοβαρότατες ενδείξεις δόλου και εξαπάτησης τους, κατά την υπογραφή του υπό κρίση συμβολαίου. Συγκεκριμένα, η συνολική αξία του έργου υπολογίστηκε στα 17 εκατομμύρια ευρώ ενώ οι εναγόμενοι πλήρωσαν πέραν των 29 εκατομμυρίων ευρώ. Αυτό έγινε κατορθωτό μετά από υπερτιμημένες εκτιμήσεις του έργου σε συνεργασία με την τότε διαχειριστική επιτροπή των εναγομένων. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι η ενάγουσα έχει παραβεί ουσιώδεις όρους του επίδικου συμβολαίου. Μεταξύ άλλων, παρέλειψε να δώσει ανέκκλητη τραπεζική επιταγή και να ανοίξει ειδικό τραπεζικό λογαριασμό για το ποσόν των €590.400,
- Όπως προβλεπόταν στην σύμβαση, το εν λόγω ποσόν θα χρησιμοποιείτο για να καλύψει τυχόν διαφορά στην ενοικιαστική αξία του ακινήτου μετά την προσωρινή παραλαβή του έργου. Η εν τέλη ενοικίαση του έργου δεν αντικατοπτρίζει τις τιμές, τις οποίες η ενάγουσα παρουσίασε και εγγυήθηκε πριν και κατά την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου. Πρόθεση των εναγομένων, είναι να ανταπαιτήσει την διαφορά που ξεπερνά κατά πολύ το ποσόν των €590.400,00, το οποίο θα κατατίθετο σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό, προκειμένου να καλύψει αυτή την ζημιά. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι προδικαστικές προϋποθέσεις για εξέταση του αιτήματος. Ο ενόρκως δηλών δεν έχει κατά τον συνήγορο προσωπική γνώση των γεγονότων αφού δεν είναι το πρόσωπο που εξέδωσε τα προσωρινά πιστοποιητικά πληρωμής επί των οποίων στηρίζεται η απαίτηση. Με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής της ενάγουσας δεν είχε συμμετοχή στην έκδοση των πιστοποιητικών και ως εκ τούτου δεν μπορεί να καταθέσει επί του θέματος δυνάμει της Δ.
- Μόνο ο συντάκτης των πιστοποιητικών θα μπορούσε κατά τον συνήγορο να δώσει σχετική μαρτυρία. Ακολούθως, ο συνήγορος αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του, καταδεικνύουν τον δόλο και την απάτη που διαπράχθηκαν εναντίον των εναγομένων κατά την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε ως προς την αξία του έργου, το οποίο υπερεκτιμήθηκε σκόπιμα κατά τον συνήγορο. Από τις πιο πάνω σκόπιμες υπερεκτιμήσεις, οι εναγόμενοι υπέστησαν ζημιά αρκετών εκατομμυρίων ευρώ. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις κατά τον συνήγορο, ότι η ενάγουσα σε συνεργασία με τους εκτιμητές και τα τότε διορισμένα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής του συμβολαίου, συνωμότησαν και ενήργησαν με δόλο, παρουσιάζοντας το έργο στους εναγομένους υπερεκτιμημένο, με σκοπό τον προσπορισμό ιδίου οικονομικού οφέλους. Όλα τα πιο πάνω, συνιστούν επαρκή στοιχεία κατά τον συνήγορο που αποδεικνύουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Ειδικότερα, η έγερση ισχυρισμού για δόλο και απάτη, άπτεται της εγκυρότητας του συμβολαίου ώστε η σύμβαση να μην είναι αποδεκτή και κατά συνέπεια και τα ποσά που απαιτούνται δυνάμει αυτής. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι οι εναγόμενοι έχουν παραθέσει ικανοποιητικό μαρτυρικό υλικό και λεπτομέρειες όσον αφορά την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Θα πρέπει ως εκ τούτου κατά τον συνήγορο να δοθεί η δυνατότητα στους εναγομένους να παρουσιάσουν όλα τα πιο πάνω στο πλαίσιο κανονικής Δίκης, προκειμένου να αποδείξουν την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.18 Θ1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που έχει ως ακολούθως: "1 - (a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend." Από την διατύπωση της Δ.18 Θ1 (α) προκύπτει ότι:
- Ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. Πρέπει επίσης να συνοδεύει την αίτηση του από ένορκη δήλωση από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης.
- Στην ένορκη δήλωση του, ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ' όσων γνωρίζει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Σταυρινίδης ν. Chekoslovenska Obchondi Banka A.S. [1972] 1 AAΔ.130). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο, την δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. (Βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ [1997] 1 Α.Α.Δ. 782).
- Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. H συνοπτική απόφαση (summary judgement) θα πρέπει να εκδίδεται με πολύ φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα ότι το Δικαστήριο ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπιστεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (βλ. Annual Practice
(1958)σελ. 243). Το γεγονός ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ιδωθεί και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Η ιδιαίτερη φύση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: " Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 AAΔ.879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο." Για τους πιο πάνω λόγους, η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Σχετική είναι η απόφαση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, στην οποία παρατέθηκε στην σελ.789, το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Simon and Co v. Palmers Store
(1912)1 ΚΒ 259, 266: "Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial such as procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the order" Σχετική είναι επίσης η απόφαση Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή, το οποίο υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1Β Α.Α.Δ 977: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης συνοπτικής απόφασης πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138 όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Σε ενδιάμεσες αιτήσεις δυνάμει της Δ.39 Θ.2, αρκούν δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά ή ότι αυτά ευσταθούν από πληροφορίες που έχει. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση. Ο ενόρκως δηλών σε αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά (βλ. Stavrinides - ανωτέρω- σελ. 166 - 167). Επίσης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Ακόμα, γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς την συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική. Βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18. (Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ 1168). Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Cooperatives Industrial
(1982)1 CLR 897). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύει το βάσιμο τις υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Στην απόφαση Ch Aresti Estates Ltd κ.α. Ν. Loucas Kyprianou Co Enterprises Ltd, Πολ. Έφεση 68/11, ημερ. 21/10/2016, λέχθηκαν τα εξής επί του θέματος: «Σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, ένας εναγόμενος θα πρέπει να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες για να λάβει άδεια προς υπεράσπιση, έχοντας βεβαίως πάντοτε υπόψη ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να χρησιμοποιεί την ταχεία διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.18, πρέπει να ασκείται με φειδώ όπου τα όσα προτείνονται από την ένσταση δεν αφήνουν περιθώρια νόμιμης υπεράσπισης» Στην ίδια απόφαση Ch Aresti Estates (ανωτέρω), λέχθηκε ταυτόχρονα ότι οποιαδήποτε ανταπαίτηση του εναγομένου που δεν επηρεάζει την αιτούμενη με την αγωγή θεραπεία δεν συνιστά υπεράσπιση στην αγωγή. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία διέταξε συνοπτική απόφαση για έξωση των εναγομένων λόγω μη πληρωμής οφειλόμενων ενοικίων. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « Η όποια ενδεχόμενη απαίτηση των ιδίων των εφεσειόντων θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο ανταπαίτησης, ή χωριστής αγωγής, αλλά δεν επηρέαζαν το δικαίωμα των εναγόντων σε συνοπτική απόφαση.» Πρέπει όμως ταυτόχρονα να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ 817). Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι επίσης η απόφαση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε
(2001)1 Α.Α.Δ 418, 423, όπου στην σελίδα 6 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν την διεξαγωγή κανονικής Δίκης. Εφ' όσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο Εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο Δίκης στην Αγωγή." Η αγγλική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσόν, πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Annual Practice
(1958)σελ. 264, παρ. "Question of fact"). Συμπεράσματα Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται η καταχώρηση ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου από την ενάγουσα ούτε και η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τους εναγομένους. Διαφωνία προέκυψε ως προς την ικανότητα του του Διευθυντή της ενάγουσας Β.Μ να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της αγωγής. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο ενόρκως δηλών ΒΜ και στις δύο ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, είναι πρόσωπο που λόγω της θέσης του ως Γενικός Διευθυντής της, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι το πλέον αρμόδιο άτομο για να ορκιστεί. Από την άλλη πλευρά, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αφού δεν είναι το πρόσωπο που εξέδωσε τα προσωρινά πιστοποιητικά πληρωμής επί των οποίων στηρίζεται η απαίτηση. Σχετική με τα γεγονότα της παρούσας είναι η υπόθεση New Orchidea Fashion Ltd. ν. Εργοληπτικής Εταιρείας Βαρνάβας Xατζηκυπριανού Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ
- Στην εν λόγω απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε συνοπτική απόφαση σε απαίτηση που αφορούσε πιστοποιητικά πληρωμής για οικοδομικό συμβόλαιο. Η συνοπτική απόφαση ήταν για το ποσό των £21.976,00 που κάλυπτε δύο από τα πιστοποιητικά καθώς επίσης και το ποσό των κρατήσεων. Οι εναγόμενοι τόσο στην ένσταση τους, όσον και στην έφεση, αμφισβήτησαν την ορθότητα των πιστοποιητικών. Επίσης, ισχυρίστηκαν δόλο και συμπαιγνία μεταξύ των εναγόντων και του αρχιτέκτονα τους, με σκοπό την απόσπαση μεγαλύτερων ποσών από αυτά που δικαιούντο. Αποφασίστηκε από το Εφετείο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να δώσει άδεια για υπεράσπιση και επί των ποσών των πιστοποιητικών για τα οποία εκδόθηκε συνοπτική απόφαση και επί του ποσού των κρατήσεων. Αυτό για να εξακριβωθεί η ορθότητα των αναφερομένων στα σχετικά πιστοποιητικά ποσών, σε αντιπαράθεση με τα συμφωνηθέντα και με τη μαρτυρία που δόθηκε. Πέραν αυτού, υπήρχε και ο ισχυρισμός για δόλο και συμπαιγνία μεταξύ των εναγόντων και του αρχιτέκτονα των εναγομένων που υποστηρίχθηκε με την εκτίμηση άλλου αρχιτέκτονα. Επίσης, η αξίωση των εναγόντων που βασίστηκε στα προσωρινά πιστοποιητικά που επισυνάφθηκαν στην ένορκη τους δήλωση, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν στην προσωπική γνώση του ομνύοντα, αφού ο αρχιτέκτονας που τα εξέδωσε δεν ήταν ο ομνύων και δεν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία, κατά παράβαση της προϋπόθεσης που θέτει η Δ.
- Σε σχέση με την επάρκεια της ένορκης δήλωσης, λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής στην πιο πάνω απόφαση: « Ακόμα μπορεί να ειπωθεί πως η αξίωση των εφεσιβλήτων που βασίστηκε στα προσωρινά πιστοποιητικά που επισυνάφθηκαν στην ένορκη τους δήλωση, δεν απεδείχθη ότι ήσαν στην προσωπική γνώση του ομνύοντα, αφού ο αρχιτέκτονας που τα εξέδωσε δεν ήταν ο ομνύων και δεν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία. Επομένως, η προϋπόθεση αυτή που θέτει η Δ.18 δεν ικανοποιήθηκε (βλ. Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782.» Οι ίδιες αρχές ισχύουν κατά την κρίση μου και στην παρούσα περίπτωση. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση μπορεί να είναι ο Γενικός Διευθυντής της ενάγουσας δεν είναι όμως το άτομο που συνέταξε τα επίδικα πιστοποιητικά πληρωμής. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία που ερμηνεύει την Δ.18, η ένορκη δήλωση πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται σε αυτήν. Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς την συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική, βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.
- Υπενθυμίζεται εδώ ότι η απαίτηση της ενάγουσας, στηρίζεται αποκλειστικά, στα υπό κρίση πιστοποιητικά πληρωμής. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία από το πρόσωπο που τα εξέδωσε. Κάτι τέτοιο δεν έγινε αφού ο ομνύων στην ένορκη δήλωση της αίτησης δεν είναι ο αρχιτέκτονας που εξέδωσε τα εν λόγω πιστοποιητικά. Επομένως, η προδικαστική προϋπόθεση που θέτει η Δ.18 δεν έχει ικανοποιηθεί. Ανεξαρτήτως τούτου, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι οι εναγόμενοι έχουν αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση και τέτοια γεγονότα που είναι επαρκή για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται την ύπαρξη δόλου και απάτης από την ενάγουσα, η οποία τους δημιούργησε μεγάλη οικονομική ζημία. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με την απόφαση Ch Aresti Estates (ανωτέρω), οποιαδήποτε ανταπαίτηση του εναγομένου που δεν επηρεάζει την αιτούμενη με την αγωγή θεραπεία δεν συνιστά υπεράσπιση στην αγωγή. Όμως οι εναγόμενοι στην παρούσα, προβάλουν ανταπαίτηση που είναι καθόλα σχετική και επηρεάζει άμεσα τα επίδικα θέματα της απαίτησης. Επιπλέον, πέραν της ανταπαίτησης, οι εναγόμενοι προβάλουν και συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, αμφισβητώντας στην ουσία την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας, ισχυριζόμενοι ότι αυτή είναι προϊόν δόλου και απάτης. Έδωσαν επί του προκειμένου επαρκείς λεπτομέρειες για το που στηρίζουν αυτόν τους τον ισχυρισμό. Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων σε εκτιμήσεις που καταδεικνύουν ότι υπήρξε σκόπιμη υπερεκτίμηση του έργου, προκειμένου να ζημιωθούν οι εναγόμενοι. Στον βαθμό δε που η απαίτηση στηρίζεται αποκλειστικά στην εν λόγω σύμβαση, στην περίπτωση που γίνει αποδεκτή η πιο πάνω θέση των εναγομένων μετά από πλήρη ακρόαση, τότε η απαίτηση αναπόφευκτα θα απορριφθεί. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι επικαλούνται παράβαση της σύμβασης από πλευράς ενάγουσας, αναφορικά με την συμβατική της υποχρέωση να προβεί σε άνοιγμα ειδικού λογαριασμού που αναφέρεται στον όρο 4(δ) του συμβολαίου, τον οποίο έπρεπε να ανοίξει στο όνομα της και προς όφελος των εναγομένων, καταβάλλοντας σε αυτόν το ποσό των €590.400,
- Το εν λόγω ποσό θα χρησιμοποιείτο για να καλύψει τυχόν διαφορά στην ενοικιασθείσα αξία του έργου και/ή μονάδων αυτού, μετά την προσωρινή του παραλαβή. Τέλος, οι εναγόμενοι αρνούνται τα ποσά που αναφέρονται στα προσωρινά πιστοποιητικά πληρωμής επί των οποίων στηρίζεται η απαίτηση. Ισχυρίζονται ότι θα έπρεπε να εκδοθεί ένα τελικό πιστοποιητικό, το οποίο θα διαφοροποιούσε τα ποσά των προσωρινών πιστοποιητικών. Οι πιο πάνω θέσεις των εναγομένων, δεν θα μπορούσαν να αποφασιστούν στο παρόν στάδιο. Γεγονός όμως παραμένει ότι σε περίπτωση που οι ισχυρισμοί αυτοί αποδειχθούν σε πλήρη ακρόαση τότε αναπόφευκτα η επίδικη σύμβαση θα καταστεί άκυρη και η απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Θα επαναλάβω εδώ την πάγια νομολογιακή αρχή ότι η συνοπτική απόφαση, αποτελεί εξαιρετική περίπτωση και δεν εκδίδεται παρά μόνον όπου είναι απόλυτα ξεκάθαρο ότι ο εναγόμενος δεν έχει καθόλου υπεράσπιση. Η παρούσα υπόθεση για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω δεν εμπίπτει σε εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου θα μπορούσε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Η ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις προδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1 και περαιτέρω, οι εναγόμενοι έχουν αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή ούτως ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να ακουστούν. Υπάρχουν στην παρούσα, τόσον νομικά όσον και πραγματικά ζητήματα που μπορούν να αποφασιστούν μόνο μετά από πλήρη ακρόαση και αφού το Δικαστήριο ακούσει και τις δύο πλευρές. Ως επακόλουθο η αίτηση απορρίπτεται. Οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν την υπεράσπιση του εντός 14 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Η ενάγουσα να επιβαρυνθεί με τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο