← Κύπρος

Αναφορικά με την αποβιώσασα Rostovskaya, Αρ. Γεν. Αίτησης: 185/18, 11/2/2019

Αναφορικά με την αποβιώσασα Rostovskaya, Αρ. Γεν. Αίτησης: 185/18, 11/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A72 Αρ. Γεν. Αίτησης: 185/18 Αναφορικά με την αποβιώσασα ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Rostovskaya, τέως από την Ρωσία, Αναφορικά με την Διαθήκη ημ. 11/12/2001 της αποβιώσασας XXXXX XXXXX Rostovskaya Αναφορικά με το άρθρο 53 του Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου (Κεφ. 189) όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Αναφορικά με την Δ.55 Κ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Αίτηση από XXXXX XXXXX Rostovsky υπό την ιδιότητα του ως μοναδικός κληρονόμος και εκτελεστής της διαθήκης ημ. 11.12.2001 της αποβιώσασας XXXXX XXXXX Rostovskaya, τέως από την Ρωσία, Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου 2019 Για αιτητή: κος Σπύρος Ευαγγέλου Για καθ' ου η αίτηση, Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου: κος Γιώργος Κορφιώτης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι είναι ο μοναδικός κληρονόμος και εκτελεστής της διαθήκης ημ. 11/12/2001 της αποβιώσασας XXXXX XXXXX Rostovskaya, η οποία απεβίωσε στη Ρωσία στις 4/11/

  1. Καταχώρησε την παρούσα εναρκτήρια κλήση την οποία επέδωσε στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), ζητώντας τις πιο κάτω θεραπείες: (α) Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία το Δικαστήριο θα αναγνωρίζει και/ή θα επιβεβαιώνει ότι ο XXXXX XXXXX Rostovsky είναι ο μοναδικός κληρονόμος με βάση τη διαθήκη ημ. 11/12/2001 της αποβιώσασας XXXXX XXXXX Rostovskaya. (β) Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία το Δικαστήριο θα αναγνωρίζει και/ή θα επιβεβαιώνει ότι ο XXXXX XXXXX Rostovsky είναι ο εκτελεστής της διαθήκης ημ. 11/12/2001 της αποβιώσασας XXXXX XXXXX Rostovskaya. (γ) Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία το Δικαστήριο θα αναγνωρίζει και/ή θα επιβεβαιώνει ότι η περιουσία της αποβιώσασας XXXXX XXXXX Rostovskaya στην Κύπρο, περιλαμβανομένων των 21.500 ομολόγων για φυσικά πρόσωπα με κωδικό BNLH16 και ISIN CY0146602111, διανεμηθεί στον XXXXX XXXXX Rostovsky, ως το μοναδικό κληρονόμο με βάση τη διαθήκη ημ. 11/12/2001 της αποβιώσασας XXXXX XXXXX Rostovskaya και/ή όπως ο εν λόγω XXXXX XXXXX Rostovsky. (δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει ορθό και δίκαιο το δικαστήριο κάτω από τις περιστάσεις. (ε) Έξοδα. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο των συνηγόρων του αιτητή. Σε αυτήν γίνεται αρχικά αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης ως ακολούθως:
  2. Η κα. XXXXX XXXXX Rostovskaya, κάτοχος Ρωσικού διαβατηρίου XXXXX4966) απεβίωσε στη Ρωσία στις 4 Νοεμβρίου 2017 όπου ήταν η χώρα διαμονής της (η «αποβιώσασα»).
  3. Η αποβιώσασα άφησε διαθήκη (η «Διαθήκη») η οποία υπογράφτηκε ενώπιον της Αρμόδιας Αρχής στη Ρωσία και πιστοποιήθηκε από την Αρμόδια Αρχή για το σκοπό αυτό, δηλαδή από εγκεκριμένο/εξουσιοδοτημένο και αδειοδοτημένο συμβολαιογράφο (notary). Αντίγραφο της πιστοποιημένης Διαθήκης επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση και σημειώνεται ως Τεκμήριο
  4. Ο μοναδικός κληρονόμος της αποβιώσασας με βάση τη Διαθήκη της είναι ο υιός της κ. XXXXX XXXXX Rostovsky, κάτοχος Ρωσικού διαβατηρίου XXXXX5090). Αντίγραφο του πιστοποιητικού κληρονόμου το οποίο εξέδωσε η Αρμόδια Αρχή στη Ρωσία για το σκοπό αυτό, δηλαδή από εγκεκριμένο/εξουσιοδοτημένο και αδειοδοτημένο συμβολαιογράφο (notary) επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση και σημειώνεται ως Τεκμήριο
  5. Η αποβιώσασα έχει ακόμη ένα υιό, τον κ. XXXXX XXXXX Rostovsky, ο οποίος αποποιήθηκε τα δικαιώματα του στην περιουσία της Αποβιώσασας. Αντίγραφο των σχετικών δηλώσεων του κ. XXXXX XXXXX Rostovsky επισυνάπτονται στην παρούσα ένορκη δήλωση και σημειώνονται ως Τεκμήριο 3 και
  6. Ο ομνύων αναφέρει στην συνέχεια ότι με βάση την ισχύουσα πρακτική και εφαρμοστέο δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ο αιτητής ενεργεί ως εκτελεστής της Διαθήκης. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση, νομική γνωμάτευση από Ρώσους δικηγόρους, η οποία επιβεβαιώνει τα γεγονότα και την κατάσταση πραγμάτων με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο και πρακτική της Ρωσικής Ομοσπονδίας (τεκμ.5). Αναφέρεται στην συνέχεια ότι η αποβιώσασα είναι κάτοχος 21.500 ομολόγων στο ΧΑΚ για φυσικά πρόσωπα με κωδικό BNLH16 και ISIN CY0146602111 (τα «Ομόλογα»). Με επιστολή των συνηγόρων του αιτητή, ημ. 22/03/2018 (τεκμ. 6), ζητήθηκε από το ΧΑΚ να μεταβιβάσει τα Ομόλογα στον αιτητή, δυνάμει της πιο πάνω διαθήκης. Ο ομνύων ισχυρίστηκε ότι με βάση τη Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (η «Σύμβαση») η οποία κυρώθηκε με το σχετικό Νόμο 172/1986, οι αρμόδιες αρχές στην Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να αναγνωρίσουν τη Διαθήκη και τα πιστοποιητικά τα οποία εξέδωσε η Αρμόδια Αρχή στη Ρωσία. Σύμφωνα με τη Σύμβαση (τεκμ.7), έγγραφα που εκδίδονται σε ένα συμβαλλόμενο κράτος με το νενομισμένο τρόπο, αναγνωρίζονται στο άλλο συμβαλλόμενο κράτος (βλέπε άρθρο 15 της Σύμβασης). Επίσης, διαθήκη και κληρονομικά δικαιώματα πολίτη ενός συμβαλλόμενου κράτους θα αναγνωρίζονται από το άλλο συμβαλλόμενο κράτος (βλ. άρθρα 21 και 22 της Σύμβασης). Με επιστολή ημ. 11/04/2018 (τεκμ. 8), το ΧΑΚ ενημέρωσε ότι δεν είναι δυνατή η μεταβίβαση των Ομολόγων της αποβιώσασας στον αιτητή. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι η Σύμβαση δεν επιτρέπει στο Κεντρικό Αποθετήριο Μητρώο του ΧΑΚ να αποδεχθεί ότι ο αιτητής είναι ο μοναδικός κληρονόμος ή εκτελεστής της διαθήκης της αποβιωσάσης. Επίσης, για να μεταβιβαστούν τα Ομόλογα όπως έχει ζητήσει ο αιτητής, το ΧΑΚ ζήτησε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζει - επιβεβαιώνει ότι ο αιτητής, είναι ο εκτελεστής της Διαθήκης. Για αυτό τον λόγο, ο αιτητής καταχώρησε σύμφωνα με τον ομνύοντα την παρούσα εναρκτήρια κλήση, με την οποία ζητά την αναγνώριση του ως εκτελεστή και μοναδικού κληρονόμου της αποβιωσάσης. Ήταν τέλος η θέση του ομνύοντα ότι δυνάμει των προνοιών της Σύμβασης, είναι ξεκάθαρο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία και οι αρμόδιες αρχές στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένου του ΧΑΚ, είναι υποχρεωμένες να εφαρμόσουν την διαθήκη της αποβιωσάσης και να αναγνωρίσουν τον αιτητή ως μοναδικό κληρονόμο και εκτελεστή της. Ο αιτητής επέδωσε την αίτηση στο ΧΑΚ, το οποίο εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου, προβάλλοντας τις θέσεις του, όπως εμφαίνονται στις πιο πάνω επιστολές. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων ώστε να γίνουν κατανοητές οι θέσεις των δύο πλευρών. Η αγόρευση του συνηγόρου για τον αιτητή. Ο συνήγορος του αιτητή, αναφέρθηκε στις πρόνοιες της συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία κυρώθηκε με το Νόμο 172/
  7. Ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με την εν λόγω Σύμβαση, οι αρμόδιες αρχές στην Δημοκρατία θα πρέπει να αναγνωρίσουν την Διαθήκη και τα πιστοποιητικά τα οποία εξέδωσε η αρμόδια αρχή στη Ρωσία. Έγινε αναφορά στο άρθρο 15 της Σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο έγγραφα που εκδίδονται σε ένα συμβαλλόμενο κράτος με το νενομισμένο τρόπο, αναγνωρίζονται στο άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Επίσης στα άρθρα 21 και 22 της Σύμβασης, προβλέπεται ότι διαθήκη και κληρονομικά δικαιώματα πολίτη ενός συμβαλλόμενου κράτους θα αναγνωρίζονται από το άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Παρόλα αυτά, το ΧΑΚ όπως φαίνεται στην επιστολή του (τεκμ. 8), θεωρεί ότι η Σύμβαση δεν επιτρέπει στο Κεντρικό Αποθετήριο Μητρώο του ΧΑΚ να αποδεχθεί ότι ο δικαιούχος των αξιών της αποβιωσάσης, είναι το πρόσωπο που κατονομάζεται στην διαθήκη. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ιδιότητα του αιτητή ως εκτελεστή της διαθήκης, θα πρέπει να αναγνωριστεί από το Κυπριακό Δικαστήριο για να είναι δυνατή στη συνέχεια, η μεταβίβαση των αξιών της αποβιωσάσης όπως αυτός θα υποδείξει. Οι πιο πάνω αδικαιολόγητες κατά τον συνήγορο απαιτήσεις του ΧΑΚ, εξανάγκασαν τον αιτητή να προβεί στο παρόν διάβημα, προκειμένου να πετύχει την μεταβίβαση των ομολόγων στον νόμιμο κληρονόμο χωρίς να αναγκαστεί να ακολουθήσει διαδικασία διαχείρισης, η οποία θα ήταν προφανώς λανθασμένη και ενάντια στης πρόνοιες του Κυπριακού δικαίου. Κατά τον συνήγορο, ο αιτητής δεν μπορούσε να προχωρήσει με την διαδικασία επικύρωσης της Διαθήκης ή με διαδικασία διαχείρισης σύμφωνα με το Κυπριακό δίκαιο. Η διαχείριση της περιουσίας της αποβιωσάσης δεν διέπεται σε καμία περίπτωση από το Κυπριακό δίκαιο καθώς αυτή δεν είχε κανένα δεσμό με την Κύπρο, πέραν της ιδιοκτησίας των ομολόγων. Επιπλέον, η αποβιώσασα είχε την μόνιμη κατοικία της στη Ρωσία, κατά τον χρόνο θανάτου της βρισκόταν στη Ρωσία και η διαθήκη της διέπεται κάτω από το Ρωσικό Δίκαιο. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι με βάση το Κυπριακό δίκαιο, η διαδοχή προσώπου που απεβίωσε και έχει σχέση με την Κύπρο με οποιοδήποτε τρόπο, διέπεται από το δίκαιο της χώρας συνήθους διαμονής ή, αν επέλεξε, από το δίκαιο της χώρας όπου είναι υπήκοος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Διαθήκη διέπεται κατά τον συνήγορο από το Ρωσικό Δίκαιο. Υπογράφτηκε ενώπιον της αρμόδιας αρχής στη Ρωσία και πιστοποιήθηκε από την αρμόδια Ρωσική αρχή για το σκοπό αυτό, δηλαδή από εγκεκριμένο και αδειοδοτημένο συμβολαιογράφο (notary). Περαιτέρω, ο αιτητής έχει λάβει νομική γνωμάτευση από Ρώσους δικηγόρους, η οποία επιβεβαιώνει τα γεγονότα και την κατάσταση πραγμάτων με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο και την πρακτική της Ρωσικής Ομοσπονδίας (τεκμ.5). Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο περί Επικύρωσης Διαθηκών (Επανασφράγιση) Νόμος, Κεφ. 192 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση αφού αυτός διέπει την επανασφράγιση διαθηκών που καταρτίζονται βάσει του Αγγλικού δικαίου. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι το ΧΑΚ έπρεπε να αναγνωρίσει ότι η Διαθήκη έχει επικυρωθεί και ο εκτελεστής έχει επιβεβαιωθεί από τις αρμόδιες αρχές της Ρωσίας. Το ΧΑΚ είναι δυνάμει της Σύμβασης, το αρμόδιο όργανο να αποφασίσει το ζήτημα αυτό και όχι το Κυπριακό Δικαστήριο. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην Δ.50 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 53 του Κεφ.189 επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση. Ανέφερε ότι η παρούσα εναρκτήρια κλήση δεν συνιστά αίτημα για διαχείριση της κληρονομιάς. Ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι η εναρκτήρια κλήση δυνάμει του άρθρου 53 του Κεφ. 189, συνιστά το ορθό δικονομικό μέσο, για την επίλυση των υπό κρίση κληρονομικών θεμάτων. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι δυνάμει των προνοιών της Σύμβασης, είναι ξεκάθαρο ότι το ΧΑΚ είναι υποχρεωμένο να αναγνωρίσει και να εφαρμόσει τη Διαθήκη της αποβιωσάσης και να αναγνωρίσει τον αιτητή ως μοναδικό κληρονόμο και εκτελεστή της. Ο αιτητής εξαναγκάζεται κατά τον συνήγορο να προχωρήσει με την παρούσα διαδικασία, λόγω της άρνησης του ΧΑΚ να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της Σύμβασης και μετά που το ΧΑΚ, του ζήτησε να λάβει διαβήματα που είναι ασύμφωνα με τις πρόνοιες του Κυπριακού δικαίου. Κατά τον συνήγορο, το ΧΑΚ ουσιαστικά οφείλει να διεκπεραιώσει την μεταβίβαση των ομολόγων στον νόμιμο δικαιούχο. Για να θεωρεί ότι έπραξε σωστά στο κομμάτι της διεκπεραίωσης, χωρίς να είναι εκτεθειμένο σε οποιονδήποτε ισχυρισμό για δόλο, ο αιτητής έχει προσκομίσει ότι απαιτείται με βάση την επίδικη Σύμβαση. Ο συνήγορος διαφώνησε με την ερμηνεία που δίνει ο δικηγόρος του ΧΑΚ στην Σύμβαση, ισχυριζόμενος ότι χρειάζεται επικύρωση της Διαθήκης. Έκαμε επί του προκειμένου αναφορά στο άρθρο 15 της Σύμβασης το οποίον προβλέπει ότι έγγραφα που εκδίδονται στη μια χώρα, αναγνωρίζονται την άλλη χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω διαδικασία. Επίσης, έγγραφα που θεωρούνται ως δημόσια σε μια χώρα, θα έχουν αποδεικτική δύναμη δημοσίων εγγράφων και στην άλλη χώρα. Ο αιτητής προσκόμισε έγγραφα που θεωρούνται δημόσια στη Ρωσική Ομοσπονδία. Το ΧΑΚ όμως, απαιτεί αδικαιολόγητα επανασφράγιση από Κυπριακό Δικαστήριο, για να διεκπεραιώσει την μεταβίβαση των ομολόγων σε εκείνον που τα δικαιούται. Η αγόρευση του συνηγόρου για το ΧΑΚ. Ο συνήγορος για το ΧΑΚ στην αγόρευση του, δέχθηκε ότι η αποβιώσασα πράγματι είναι δικαιούχος 21500 ομολόγων στο Κυπριακό Χρηματιστήριο. Δέχθηκε επίσης ότι το ΧΑΚ παρέλαβε επιστολή από τους δικηγόρους του αιτητή με την οποία ζητείτο η μεταβίβαση των πιο πάνω ομολόγων στο όνομα του αιτητή δυνάμει της επίδικης διαθήκης. Ανέφερε στην συνέχεια ότι το ΧΑΚ κατόπιν νομικής συμβουλής, αρνήθηκε να μεταβιβάσει τα ομόλογα και υπέδειξε, τι ενέργειες έπρεπε να γίνουν από τον αιτητή σε αυτή την κατεύθυνση. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι το ΧΑΚ δεν έχει άποψη για το ποιος δικαιούται να κληρονομήσει την αποβιώσασα. Αυτό που απλώς επιδιώκει, είναι να επιβεβαιωθεί δικαστικώς, ποιος κατά τα ισχύοντα στην Κύπρο, θεωρείται αντιπρόσωπος της αποβιώσασας. Τέτοια λειτουργία ή ευθύνη, ασκείται κατά τον συνήγορο από τα Δικαστήρια και όχι από το ΧΑΚ. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ακόμη και μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπάρχει αυτόματη αναγνώριση αποφάσεων αλλά χρειάζεται για αυτό μια δικαστική διαδικασία στο κράτος εκτέλεσης. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η Σύμβαση Κύπρου - Ρωσίας, αναφέρεται σε αναγνώριση του τύπου των Δημοσίων Εγγράφων των δύο χωρών. Δεν αφορά όμως διαδικασίες και δικαιώματα που μόνο το Δικαστήριο μπορεί να επικυρώσει. Στην παρούσα περίπτωση δεν ζητείται από το ΧΑΚ απλά η αναγνώριση του τύπου που θα πρέπει να έχει μια διαθήκη δυνάμει της επίδικης διεθνούς Σύμβασης. Αντιθέτως, επιζητείται η επικύρωση της και η αναγνώριση για το ποιο πρόσωπο είναι ο εκτελεστής και πολύ περισσότερο, για το ποιος είναι ο δικαιούχος σε διαδοχή. Η εξουσία όμως αυτή κατά τον συνήγορο, μπορεί να ασκηθεί μόνο από το Δικαστήριο και όχι από το ΧΑΚ. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στον Περί Διαχειρίσεων Περιουσιών Νόμο (Κεφ. 189). Ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 53 του πιο πάνω Νόμου καθώς και η Δ.55 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προβλέπουν την επίλυση κάποιων ειδικών θεμάτων με εναρκτήρια κλήση. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν ή να επιτρέψουν την μη εφαρμογή του Κεφ. 189 σε άλλα ζητήματα. Πολύ δε περισσότερο δεν μπορούν να αποδώσουν τις αιτούμενες θεραπείες, πριν ένα Δικαστήριο ή αρμόδια αρχή επιβεβαιώσει πολλά και διάφορα θέματα όπως τον θάνατο, την εγκυρότητα της διαθήκης, τα πρόσωπα που δικαιούνται σε διαδοχή και αν υπάρχουν πιστωτές. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι παρότι ο αιτητής χαρακτήρισε την αίτηση του non inter partes, στην ουσία κατέστησε διάδικο - καθ' ου η αίτηση το ΧΑΚ χωρίς αυτό να έχει οιανδήποτε σχέση. Ήταν ακόμη η θέση του συνηγόρου ότι τα υπό κρίση ερωτήματα, δεν μπορούν επιλυθούν με εναρκτήρια κλήση δυνάμει του άρθρου 53 του Κεφ.
  8. Με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία δυνάμει του πιο πάνω άρθρου, αποσκοπεί στο να επιλύσει μετά από αίτηση εκτελεστή, διαχειριστή ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου, κάποια θέματα που αναφύονται σε διαχείριση αποβιώσαντα. Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται των εγερθέντων ζητημάτων και τα επιλύει δίνοντας σχετικές οδηγίες. Στην παρούσα όμως περίπτωση δεν υπάρχει διαχείριση αποβιώσαντα με βάση το Κεφ.
  9. Ήταν η τελική θέση του συνηγόρου για το ΧΑΚ ότι τίποτε από τα όσα διαλαμβάνει το άρθρο 53 του Κεφ. 189 δεν επιτρέπουν χωρίς την επικύρωση της επίδικης διαθήκης, την παραχώρηση των αιτούμενων θεραπειών. Στην ουσία, ο αιτητής ζητά με την παρούσα αίτηση χωρίς να γίνει επικύρωση διαθήκης, να διατάξει το Δικαστήριο το ΧΑΚ να αναγνωρίσει τον αιτητή ως δικαιούχο των επίδικων ομολόγων. Συμπεράσματα Η αίτηση στηρίζεται ως προς το δικονομικό - δικαιοδοτικό της πλαίσιο, στην Δ.50 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 53 του Κεφ.
  10. Όσον αφορά το ουσιαστικό μέρος του αιτήματος, ο αιτητής στηρίχθηκε στην Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου που κυρώθηκε με το Νόμο 172/
  11. Έγινε συγκεκριμένα αναφορά, στα άρθρα 15, 21 & 22 της πιο πάνω Σύμβασης, σύμφωνα με τα οποία κατά τον συνήγορο του αιτητή, οι αρμόδιες αρχές στην Δημοκρατία θα πρέπει να αναγνωρίσουν τη Διαθήκη και τα πιστοποιητικά τα οποία εξέδωσε, η αρμόδια αρχή στη Ρωσία. Ο συνήγορος του ΧΑΚ ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι το δικονομικό πλαίσιο προώθησης της παρούσας αίτησης είναι λανθασμένο αφού δεν έχουμε διαχείριση περιουσίας αποθανόντος, καταχωρημένη σε Κυπριακό Δικαστήριο ώστε να ενεργοποιούνται οι διατάξεις του άρθρου 53 του Κεφ.
  12. Περαιτέρω ήταν η θέση του συνηγόρου του ΧΑΚ ότι δεν υφίσταται διαθήκη δυνάμει του Κυπριακού δικαίου, ώστε να ισχύουν οι σχετικές διατάξεις της Δ.55 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Επί της ουσίας της αίτησης, ο συνήγορος του ΧΑΚ προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι πελάτες του δεν έχουν εξουσία να ερμηνεύσουν την υπό κρίση διαθήκη και να ικανοποιήσουν τον αιτητή χωρίς προηγούμενη απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου που να επικυρώνει την διαθήκη και τα κατ' ισχυρισμό κληρονομικά δικαιώματα του αιτητή. Θα εξετάσω στην συνέχεια τις πιο πάνω θέσεις ξεχωριστά όπως προβλήθηκαν από τους συνηγόρους. Το δικαιοδοτικό - δικονομικό πλαίσιο της αίτησης. Όσον αφορά το δικαιοδοτικό πλαίσιο της αίτησης, σχετικό είναι το άρθρο 53 του Κεφ. 189, το οποίο αναφέρεται σε ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να ζητηθεί θεραπεία στα πλαίσια διαχείρισης περιουσίας αποθανόντος προσώπου. Ειδικότερα το άρθρο 53.1(ζ), παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να επιλύει μετά από αίτηση, οιοδήποτε ζήτημα προκύπτει κατά την διαχείριση κληρονομιάς. Η πιο πάνω αίτηση, μπορεί να γίνει από προσωπικούς αντιπρόσωπους, πιστωτές, κληροδόχους ή τους πλησιέστερους συγγενείς, ή πρόσωπα που αξιώνουν μέσω των εν λόγω πιστωτών ή δικαιούχων με εκχώρηση ή με άλλο τρόπο. Σχετική είναι η υπόθεση Τερζής ν. Μαρίας Κέκκου Πετουφά

(2011)1 Α.Α.Δ. 336, στην οποία λέχθηκε ότι δεν τίθεται θέμα δυνάμει του άρθρου 53 όπως εκδοθεί ευθεία διαταγή με την οποία να διατάσσονται οι διαχειριστές ή εκτελεστές να προβούν σε συγκεκριμένη ενέργεια. Μπορεί όμως δυνάμει του ιδίου άρθρου να δοθεί από το Δικαστήριο οδηγία και καθοδήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι διαχειριστές θα έπρεπε να προσεγγίσουν τα θέματα που τους απασχολούσαν και είναι αυτονόητο ότι οφείλουν να ενεργήσουν ανάλογα, σε συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου. Το δικονομικό πλαίσιο με τον οποίο ζητούνται οι πιο πάνω θεραπείες, καθορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 53 του Κεφ. 189, το οποίο προβλέπει ότι αιτήσεις δυνάμει του ιδίου άρθρου, πρέπει να υποβάλλονται με εναρκτήρια κλήση (originated summons). Πλην του άρθρου 53 του Κεφ. 189, πρόνοια για χρήση εναρκτήριας κλήσης συναντούμε και στην Δ.55 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Καθορίζονται στην εν λόγω διαταγή, συγκεκριμένες περιπτώσεις για τις οποίες προσφέρεται η χρήση της εναρκτήριας κλήσης, ειδικά σε ζητήματα ερμηνείας εγγράφου, διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου. Στην υπόθεση Junport International Ltd κα Πολ. Αίτηση 115/2017 που αφορούσε έκδοση προνομιακού διατάγματος certiorari, αναλύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο, η εμβέλεια της χρήσης εναρκτήριας κλήσης. Λέχθηκε ότι πλην της Δ.55 και του Κεφ. 189, η εναρκτήρια κλήση δύναται να χρησιμοποιηθεί και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις δυνάμει της εισαγωγικής πρόνοιας της Δ.
  1. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση Junport (ανωτέρω): « Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ' ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση του Κεφ. 189, προβλέπεται η εναρκτήρια κλήση προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από τη διαχείριση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου. Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλόλητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω.» Λέχθηκε επίσης ότι η χρήση της εναρκτήριας κλήσης, ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανόν να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Είναι εμφανές από τα πιο πάνω, ότι δεν ισχύει η θέση του ΧΑΚ ότι το δικονομικό πλαίσιο της αίτησης είναι λανθασμένο. Ο αιτητής ως ο κατ' ισχυρισμόν εκτελεστής και μοναδικός κληρονόμος της επίδικης διαθήκης, προσέφυγε στο Δικαστήριο επικαλούμενος το άρθρο 53 του Κεφ. 189 και την Δ.55 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προκειμένου να αναγνωριστούν τα κατ' ισχυρισμό κληρονομικά του δικαιώματα. Αλλά ακόμη και να γινόταν αποδεκτή η θέση του ΧΑΚ ότι οι πιο πάνω διατάξεις αφορούν αποκλειστικά διαχειρίσεις και διαθήκες που καταχωρούνται στο Κυπριακό Δικαστήριο δυνάμει του Κεφ.189, και πάλιν η κατάληξη μου θα ήταν η ίδια ως προς την ορθότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης που καταχώρησε ο αιτητής. Σύμφωνα με την απόφαση Junport (ανωτέρω), η εναρκτήρια κλήση μπορεί να χρησιμοποιηθεί πλην των περιπτώσεων που καθορίζει το άρθρο 53 του Κεφ. 189 και η Δ.55 και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις δυνάμει της εισαγωγικής πρόνοιας της Δ.
  2. Στην παρούσα περίπτωση, ο συνήγορος του αιτητή ανέφερε στην αγόρευση του ότι αντί της καταχώρησης αγωγής εναντίον του ΧΑΚ, ο αιτητής επέλεξε να καταχωρήσει εναρκτήρια κλήση, ζητώντας την αναγνώριση των κληρονομικών του δικαιωμάτων. Ήταν κατά την κρίση μου η εναρκτήρια κλήση, το ποιο πρόσφορο μέτρο που θα μπορούσε ο αιτητής να χρησιμοποιήσει για να αναζητήσει τις αιτούμενες θεραπείες, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει στην παρούσα υπόθεση αμφισβήτηση γεγονότων (βλ. Junport ανωτέρω). Κρίνω υπό τας περιστάσεις ότι δεν ισχύουν οι θέσεις του ΧΑΚ ότι η εναρκτήρια κλήση στην παρούσα υπόθεση, συνιστά λανθασμένο δικονομικό μέσο. Η εμβέλεια της Συνθήκης Η αίτηση στηρίζεται επί της ουσίας στην Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου που κυρώθηκε με το Νόμο 172/
  3. Στην υπόθεση Romir Monitoring ν. Mb Romir Holdings Ltd, λέχθηκε ότι η πιο πάνω Συνθήκη συνεχίζει να ισχύει μέχρι σήμερα και δεσμεύει την Ρωσική Ομοσπονδία ως διάδοχο κράτος της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., η οποία μετά τη διάλυσή της Ε.Σ.Σ.Δ., θεωρείται ως το συμβαλλόμενο μέρος. Το άρθρο 15 της Συνθήκης το οποίο επικαλέστηκε ο συνήγορος του αιτητή, προνοεί τα ακόλουθα: Άρθρο 15 Αναγνώριση Εγγράφων.
  4. Έγγραφα που εκδίδονται ή πιστοποιούνται σύμφωνα µε το νενομισμένο τύπο και που φέρουν την επίσημη σφραγίδα της αρμόδιας κρατικής αρχής ή αξιωματούχου ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη δε θα χρειάζονται κανένα είδος επικύρωσης στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Το ίδιο ισχύει για τις υπογραφές πάνω στα έγγραφα και τις υπογραφές που βεβαιούνται σύμφωνα µε τους κανονισμούς ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη.
  5. Έγγραφα που θεωρούνται ως δημόσια στο έδαφος ενός Συμβαλλόμενου Μέρους θα έχουν επίσης την αποδεικτική δύναμη δημόσιων εγγράφων και στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Στο άρθρο 21 καθορίζεται ότι οι πολίτες του ενός συμβαλλομένου κράτους θα αποκτούν περιουσία και δικαιώματα συνεπεία κληρονομικής διαδοχής εκ του Νόμου ή εκ Διαθήκης, κάτω από τους ίδιους όρους όπως και οι πολίτες του άλλου συμβαλλόμενου κράτους που κατοικούν στο έδαφός του. Περαιτέρω, το άρθρο 22 το οποίο επίσης επικαλέστηκε ο συνήγορος του αιτητή, αναφέρει τα πιο κάτω: Άρθρο 22 Τύπος Διαθήκης
  6. Η διαθήκη πολίτη οποιουδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα αναγνωρίζεται ως έγκυρη, από την άποψη του τύπου αυτής, αν έγινε σύμφωνα:
(1)µε το δίκαιο του Κράτους στο έδαφος του οποίου έγινε η διαθήκη, ή
(2)µε το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους του οποίου ο διαθέτης υπήρξε πολίτης κατά το χρόνο που έγινε η διαθήκη ή του θανάτου του, ή µε το δίκαιο του Κράτους στο έδαφος του οποίου ο διαθέτης διέμενε καθ' οιοδήποτε από τα προαναφερθέντα χρονικά σημεία.
  1. Στην έκταση που η διαθήκη αφορά σε ακίνητη περιουσία, αυτή θα αναγνωρίζεται ως έγκυρη αν έχει τηρηθεί το δίκαιο του Κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία.
  2. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 θα ισχύουν επίσης και για την ανάκληση της διαθήκης. Στην παρούσα περίπτωση, ο αιτητής συνοδεύει την αίτηση του με μαρτυρικό υλικό πιστοποιημένο από τις αρμόδιες αρχές της Ρωσίας. Επισυνάπτει συγκεκριμένα:
  3. Την επίδικη Διαθήκη (τεκμ.1), η οποία υπογράφτηκε ενώπιων της Αρμόδιας Αρχής στη Ρωσία και πιστοποιήθηκε από την Αρμόδια Αρχή για το σκοπό αυτό, δηλαδή από εγκεκριμένο και αδειοδοτημένο συμβολαιογράφο (notary).
  4. Αντίγραφο του πιστοποιητικού κληρονόμου (τεκμ.2) που εξέδωσε η Αρμόδια Αρχή στη Ρωσία για το σκοπό αυτό, δηλαδή εξουσιοδοτημένος και αδειοδοτημένος συμβολαιογράφος (notary).
  5. Αντίγραφο των δηλώσεων του κ. XXXXX XXXXX Rostovsky με τις οποίες αποποιήθηκε τα κληρονομικά του δικαιώματα (τεκμ. 3 & 4).
  6. Νομική γνωμάτευση από Ρώσους δικηγόρους, η οποία επιβεβαιώνει τα γεγονότα της αίτησης και δικαιολογεί τις υπό κρίση θεραπείες, με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο και πρακτική της Ρωσικής Ομοσπονδίας (τεκμ.5). Σύμφωνα με την πιο πάνω γνωμάτευση (τεκμ.5), η επίδικη διαθήκη αλλά και το πιστοποιητικό κληρονόμου, έχουν δεόντως πιστοποιηθεί δυνάμει του ισχύοντος δικαίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κρίνω ως εκ τούτου ότι δεν χρειάζεται δυνάμει της Σύμβασης, οποιαδήποτε περαιτέρω επικύρωση των εν λόγω εγγράφων από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε θα μπορούσε να καταχωρηθεί αίτηση διαχείρισης για εκτέλεση της διαθήκης στην Κύπρο αφού αυτή δεν συνάχθηκε στην Δημοκρατία, ούτε διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο. Ο σκοπός εξ' άλλου των συμβαλλομένων κρατών όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της Σύμβασης, είναι η απλοποίηση των διαδικασιών και η αποφυγή επικύρωσης εγγράφων αν αυτά έχουν δεόντως πιστοποιηθεί στο κράτος κατάρτισης τους. Κατά την κρίση μου αν η πρόθεση των συμβαλλομένων κρατών ήταν να καταχωρείται ξεχωριστή διαδικασία διαχείρισης σε κάθε κράτος, τότε θα το ανέφεραν ρητά στην επίδικη Σύμβαση. Αντιθέτως, αυτό που προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις της Σύμβασης, είναι ότι τα συμβαλλόμενα κράτη συμφωνήσαν όπως αποφύγουν διπλές διαδικασίες διαχείρισης με την αμοιβαία αναγνώριση διαθηκών αν αυτές έγιναν σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας, στην οποία καταρτίστηκαν. Το ΧΑΚ ως ο ίδιος ο συνήγορος του αναφέρει στην αγόρευση του, είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου που έχει συσταθεί και λειτουργεί δυνάμει των σχετικών Περί Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμων, της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι ως εκ τούτου το αρμόδιο όργανο της Δημοκρατίας που θα μπορούσε υπό τας περιστάσεις να αποδεχθεί δυνάμει της Σύμβασης, τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής και να ικανοποιήσει το αίτημα του για μεταβίβαση σύμφωνα με την επίδικη διαθήκη, των υπό κρίση ομολόγων. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν μπορεί βέβαια να κρίνει την νομιμότητα της απόφασης του ΧΑΚ να απορρίψει το αίτημα του αιτητή. Αυτό ίσως να μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο άλλης δικαστικής διαδικασίας του αιτητή ενώπιον άλλου αρμοδίου Δικαστηρίου . Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι με την παρούσα εναρκτήρια κλήση του, ο αιτητής δεν ζητά ακύρωση της απόφασης του ΧΑΚ. Απλά ζητά από το Δικαστήριο χωρίς να αιτείται οτιδήποτε εναντίον του ΧΑΚ, αναγνώριση των κληρονομικών του δικαιωμάτων στα πλαίσια της επίδικης Σύμβασης αλλά και του άρθρου 53 του Κεφ. 189 καθώς και της Δ.55 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Είναι δε η θέση μου ότι στα πλαίσια των πιο πάνω νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει τα επίδικα αναγνωριστικά διατάγματα. Τελική κατάληξη Τελική κατάληξη μου είναι ότι από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο αιτητής έχει προσκομίσει όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά ώστε να εγκριθούν τα αιτήματα του δυνάμει της Σύμβασης. Εκδίδω ως εκ τούτου τα πιο κάτω διατάγματα: (α) Διάταγμα με την οποίο το αναγνωρίζεται ότι ο XXXXX XXXXX Rostovsky είναι ο μοναδικός κληρονόμος με βάση την διαθήκη ημ. 11/12/2001 της αποβιώσασας XXXXX XXXXX Rostovskaya. (β) Διάταγμα με την οποίο αναγνωρίζεται ότι ο XXXXX XXXXX Rostovsky, είναι ο εκτελεστής της διαθήκης ημ. 11/12/2001 της αποβιώσασας Aleksandra Leonidovna Rostovskaya. (γ) Διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται όπως η περιουσία της αποβιώσασας XXXXX XXXXX Rostovskaya στην Κύπρο, περιλαμβανομένων των 21.500 ομολόγων για φυσικά πρόσωπα με κωδικό BNLH16 και ISIN CY0146602111, διανεμηθεί στον XXXXX XXXXX Rostovsky, ως το μοναδικό κληρονόμο με βάση τη διαθήκη ημ. 11/12/2001 της αποβιώσασας XXXXX XXXXX Rostovskaya. Αναφορικά με τα έξοδα, κρίνω μετά από προβληματισμό ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί οιαδήποτε διαταγή, λόγω του πρωτοτύπου των νομικών θεμάτων που τέθηκαν στην παρούσα αίτηση αλλά και του ότι δεν υπήρξε αντιδικία με την στενή έννοια. Αυτό δεδομένου ότι το ΧΑΚ εξαρχής δήλωσε ότι είναι σε θέση να ικανοποιήσει το αίτημα του αιτητή υπό την προϋπόθεση ότι θα εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση αναγνώρισης των κληρονομικών του δικαιωμάτων, την οποία θεωρούσε επί του προκειμένου αναγκαία. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.