← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3028/2011, 13/2/2019

ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3028/2011, 13/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3028/2011 Μεταξύ: XXXXX XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, από Λευκωσία Ενάγουσας και XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ, από το Ξυλιάτο Εναγόμενου Ημερομηνία: 13.2.2019 Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Αγγελίδης για κ.κ. Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Σ. Δράκος για κ.κ. Σωτήρης Δράκος Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος επεμβαίνει σε ακίνητη ιδιοκτησία της που βρίσκεται στο χωριό Ξυλιάτος της επαρχίας Λευκωσίας. Καταχώρησε την παρούσα αγωγή ζητώντας από το Δικαστήριο διάφορες θεραπείες. Ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση αρνούμενος την αξίωση της ενάγουσας και αξιώνοντας ανταπαιτητικά το ποσό των €2.500 ως αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, του προκάλεσε η ενάγουσα. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης ο εναγόμενος τροποποίησε την αρχική υπεράσπιση και ανταπαίτησή του. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 2/XX, Φ/Σχ. 29/5XX2, αρ. εγγραφής 2/XX το οποίο βρίσκεται στο χωριό Ξυλιάτος της επαρχίας Λευκωσίας και ότι ο εναγόμενος είναι ο ιδιοκτήτης του γειτονικού τεμαχίου με αριθμό εγγραφής 4XX4 τεμάχιο 1/2X5, Φ/Σχ. 29/1XXXXX1, το οποίο εφάπτεται και συνορεύει με το δικό της. Ισχυρίζεται επίσης ότι το κτήμα της είναι διαμορφωμένο σε δόμες και φυτεμένο με ελιές και κατά μήκος του κοινού συνόρου του δικού της κτήματος και του κτήματος του εναγομένου είχε τοποθετήσει περίφραξη την οποία ο εναγόμενος κατέστρεψε κατόπιν παράνομης επέμβασης. Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι ο εναγόμενος επέκτεινε την αυλή της κατοικίας η οποία υπήρχε εντός του κτήματός του προσθέτοντας και ισοπεδώνοντας όγκους χωμάτων εις τρόπο που παράνομα επενέβη εντός του κτήματός της καταστρέφοντας έτσι την υφιστάμενη περίφραξη και μετακυλώντας όγκους χωμάτων και πετρών εντός του κτήματος της ενάγουσας. Ισχυρίζεται ακόμα η ενάγουσα ότι πριν τον Φεβρουάριο του 2011, κατόπιν συμφωνίας με τον εναγόμενο, υπέβαλαν από κοινού αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για την οριοθέτηση του κοινού συνόρου τους. Πριν τον Απρίλιο του 2011, ο εναγόμενος υπαναχώρησε από τα συμφωνηθέντα και κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, έκτισε τοίχο μήκους 20 περίπου μέτρων κατά μήκους του κοινού συνόρου και παρενέβη με αυτό τον τρόπο σε βάθος 6 περίπου μέτρων εντός του κτήματός της. Ο εναγόμενος παρά τις διαμαρτυρίες της ενάγουσας συνεχίζει παράνομα να επεμβαίνει και/ή να χρησιμοποιεί και/ή να εκμεταλλεύεται μέρος του ακινήτου της ενάγουσας συνολικού εμβαδού 200 τ.μ, προκαλώντας ζημιές σε αυτή καθότι λόγω της παράνομης επέμβασής του, το ακίνητο της ενάγουσας υφίσταται μείωση της αξίας του. Ισχυρίζεται επίσης ότι εκ της ως άνω παράνομης επέμβασης του εναγομένου, η ίδια υφίσταται ζημιά ύψους €20.000, η οποία αντιστοιχεί στην αγοραία αξία της έκτασης των 200 τ.μ. και στη ζημιά που επήλθε στα ελαιόδεντρά της. Για όλους τους ως άνω λόγους η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει διατάγματα του Δικαστηρίου ότι η ίδια είναι ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 2/XX Φ/Σχ. 29/5XX2, με αριθμό εγγραφής 2/XX που βρίσκεται στο χωριό Ξυλιάτος της επαρχίας Λευκωσίας, καθώς επίσης διατάγματα με τα οποία να διατάσσεται ο εναγόμενος να άρει την επέμβαση του επί του ακινήτου της η οποία συνυπολογίζεται σε 200 τ.μ. και επαναφέρει το ακίνητό της στην προηγούμενή του κατάσταση, να κατεδαφίσει οποιοδήποτε κτίσμα το οποίο επεμβαίνει στο τεμάχιο της και να μετακινήσει τα χώματα, τις πέτρες και άλλα άχρηστα υλικά τα οποία τοποθέτησε στο ακίνητο της. Αξιώνει, τέλος, διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος από του να επεμβαίνει επί του εν λόγω τεμαχίου. Διαζευκτικά αξιώνει εναντίον του εναγομένου ειδικές αποζημιώσεις, το ποσό των €5.000 ως αποζημίωση για τη ζημιά που προκάλεσε σε ελαιόδεντρά της που βρίσκονταν στο επίδικο κτήμα, το ποσό των €15.000 ως αποζημίωση που αντιστοιχεί στην παράνομη επέμβαση επί του τεμαχίου της ενάγουσας, Γενικές αποζημιώσεις και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Ο εναγόμενος με την τροποποιηθείσα υπεράσπιση και ανταπαίτησή του παραδέχεται ότι η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 2/XX, Φ/Σχ. 29/5XX2, αρ. εγγραφής 2/XX και ότι ο ίδιος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου 1/2X5, Φ/Σχ. 29/1XXXXX1, με αριθμό εγγραφής 4XX4, τα οποία συνορεύουν μεταξύ τους και βρίσκονται στο χωριό Ξυλιάτος της επαρχίας Λευκωσίας. Ο ίδιος αρνείται ότι επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο στο ακίνητο της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα επεμβαίνει και/ή εκμεταλλεύεται το δικό του ακίνητο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα χρησιμοποιεί περί τα 100 τ.μ από το δικό του ακίνητο. Αρνείται επίσης τις κατ' ισχυρισμό επεμβάσεις που του καταλογίζει η ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι η τελευταία του κατέστρεψε λάστιχα παροχής νερού αξίας €1.000, δέντρα αξίας €500,00 και αλλοίωσε το ακίνητο του προκαλώντας του ζημιά €1.

  1. Ο εναγόμενος παραδέχεται επίσης ότι οι διάδικοι από κοινού υπέβαλαν αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, αλλά ισχυρίζεται ότι ο αρμόδιος λειτουργός του Κτηματολογίου μετά από επιτόπια εξέταση αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχει επέμβαση στο ακίνητο της ενάγουσας, στο μέτρο που η ίδια ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησης της. Είναι επίσης ισχυρισμός του ότι η οικία η οποία βρίσκεται εντός του δικού του τεμαχίου είναι ηλικίας 300 ετών και εντάχθηκε στο σχέδιο για τα διατηρητέα σπίτια της κοινότητας Ξυλιάτου. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι στις 8.11.2017 έλαβε γνώση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 27.11.2012 και καταχώρησε έφεση με αριθμό 631/17 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατά της εν λόγω απόφασης του Διευθυντή, η οποία εκκρεμεί, με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να είναι πρόωρη και/ή το Δικαστήριο να είναι εκ των πραγμάτων αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή με βάση το άρθρο 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.
  2. Με την ανταπαίτησή του, τέλος, αξιώνει από την ενάγουσα αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή χρήση και/ή διέλευση που γίνεται από την ενάγουσα μέσα από το ακίνητο του σε έκταση περί τα 60 τ.μ., νόμιμες αποζημιώσεις για την παράνομη επέμβαση και/ή εκμετάλλευση που υφίσταται μέρος του τεμαχίου του περί τα 100 τ.μ. από την ενάγουσα, €2.500 για τις ζημιές που προκάλεσε η ενάγουσα σε περιουσία του, έξοδα και Φ.Π.Α. Η ενάγουσα καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του εναγόμενου με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και ισχυρίζεται ότι περί το τέλος του έτους 2011 αρμόδιος λειτουργός του Κτηματολογίου προέβηκε σε επιτόπια έρευνα και χωρομέτρηση και διαπίστωσε ότι υφίσταται επέμβαση του εναγόμενου στο ακίνητο της. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της απόφασης του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 27.11.12 και αρνείται τον ισχυρισμό του ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσαν συνολικά 3 μάρτυρες. Προς υποστήριξη των θέσεων της ενάγουσας παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες ο σύζυγός της κ. XXXXX Κυπριανού (Μ.Ε.1) και ο υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας κ. XXXXX Τσίγκης (Μ.Ε.2) ενώ ο εναγόμενος προς υποστήριξη και προώθηση των ισχυρισμών του κατέθεσε ο ίδιος. Ο Μ.Ε.1 ετοίμασε γραπτή δήλωση, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Α και η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Με αυτή ισχυρίζεται ότι περί τον Απρίλιο του 2011 ο εναγόμενος ξεκίνησε να τοποθετηθεί καλούπια σε βάθος περίπου 3 μέτρων εντός του κτήματος της ενάγουσας και σε μήκος 15 μέτρων κατά μήκος του συνόρου του ακινήτου του και στη συνέχεια ανήγειρε τσιμεντένιο τοίχο ύψους 4 μέτρων. Στις πρόσφατες φωτογραφίες τις οποίες ο ίδιος τράβηξε και τύπωσε, οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια 2.1 ως 2.4 στη διαδικασία, φαίνεται, κατά τους ισχυρισμούς του η παράνομη επέμβαση του εναγόμενου στο ακίνητο της ενάγουσας. Ισχυρίζεται επίσης πως ο ίδιος, όταν είχε αντιληφθεί ότι ο εναγόμενος ξεκίνησε τις εν λόγω εργασίες, ειδοποίησε την Αστυνομία, όπου καθ' υπόδειξή της οι διάδικοι υπέβαλαν αίτηση επίλυσης συνοριακής διαφοράς στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Ισχυρίζεται ότι κατά την περίοδο που ο εναγόμενος κατασκεύαζε τον παράνομο τοίχο ξερίζωσε 10 ελαιόδεντρα συνολικής αξίας €5.
  3. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τα εν λόγω ελαιόδεντρα τα είχε φυτέψει ο ίδιος το έτος 1976 και παρήγαγαν κάθε χρόνο καρπό τουλάχιστον 100 κιλών το καθένα και ότι περαιτέρω η αξία 100 κιλών ελιών είναι €
  4. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 27.11.2012 το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας εξέδωσε την απόφαση του, με την οποία αποφάσισε ότι η έκταση στην οποία ο εναγόμενος έκτισε τοίχο ανήκει στην ενάγουσα και όχι στον εναγόμενο. Η εν λόγω απόφαση καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 3 στη διαδικασία. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος μεταβαίνει στο ακίνητο της συζύγου του χρησιμοποιώντας δρόμο ο οποίος εφάπτεται με το εν λόγω ακίνητο και ότι η πρόσβαση σ' αυτό γίνεται μέσω του εν λόγω δρόμου. Αρνήθηκε την υποβολή του κ. Δράκου ότι το κτήμα δεν εφάπτεται σε οποιονδήποτε δρόμο και ότι δεν έχει πρόσβαση σε δρόμο. Αρνήθηκε επίσης άλλη υποβολή του κ. Δράκου ότι η πρόσβαση στο επίδικο ακίνητο της ενάγουσας γίνεται μέσω του κτήματος του εναγόμενου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το έτος 2011 είχε δει τον εναγόμενο να ανοίγει αυλάκι και διαμαρτυρήθηκε για αυτό. Κάλεσε την Αστυνομία και στην παρουσία αστυνομικών ο εναγόμενος συμφώνησε όπως μαζί με την ενάγουσα καταχωρήσουν αίτηση επίλυσης συνοριακής διαφοράς στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και προς τούτο ο εναγόμενος έδωσε και το ποσό των €50,00 προς τον αδελφό της ενάγουσας, ο οποίος τότε εργαζόταν στο Κτηματολόγιο, για να προωθήσει τη σχετική αίτηση. Αντί όμως ο εναγόμενος να αναμένει την έκδοση της απόφασης του Κτηματολογίου, μια νύχτα εντός της εβδομάδας που ακολούθησε υπό το φως προβολέων έκτισε τον επίδικο τοίχο. Αμέσως έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της ενάγουσας να απευθυνθούν στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος αλλά λόγω του ότι ο εναγόμενος κρυβόταν δεν εντοπίστηκε για σκοπούς επίδοσης. Σε υποβολή του κ. Δράκου ότι ο τοίχος ήταν ήδη κτισμένος πριν την καταχώρηση της αγωγής απάντησε ότι δεν θυμάται τέτοιες λεπτομέρειες αλλά σε επόμενη υποβολή ότι ο τοίχος είχε κτιστεί πριν από 20 χρόνια διαφώνησε. Αρνήθηκε επίσης και άλλη υποβολή ότι ο λόγος που η ενάγουσα συμφώνησε με τον εναγόμενο να κτιστεί ο επίδικος τοίχος ήταν επειδή της επέτρεπε να χρησιμοποιεί το ακίνητο του για να εισέρχεται στο δικό της. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος τράβηξε τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως τεκμήριο 2 στη διαδικασία και ότι το ύψος του τοίχου που απεικονίζεται σε αυτές είναι περίπου 3 ½ με 4 μέτρα ύψος, αρνούμενος σχετική υποβολή του κ. Δράκου ότι το ψηλότερο σημείο του είναι 2 μέτρα. Αρνήθηκε επίσης άλλη υποβολή του κ. Δράκου που ακολούθησε ότι ο εν λόγω τοίχος είναι τοίχος αντιστήριξης τον οποίο έκτισε ο εναγόμενος για να στηρίζει την οικοδομή η οποία υπάρχει στο ακίνητό του λέγοντας ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αρνήθηκε επίσης τη θέση του κ. Δράκου ότι το σπίτι το οποίο βρίσκεται εντός του κτήματος του εναγομένου είναι διατηρητέο ισχυριζόμενος ότι είναι ετοιμόρροπο και ακατοίκητο. Όταν του ζητήθηκε να αντιπαραβάλει το τοπογραφικό σχέδιο τεκμήριο 5 με το τοπογραφικό σχέδιο το οποίο είναι επισυνημμένο στο τεκμήριο 3 και να τοποθετηθεί κατά πόσο το σπίτι του εναγομένου βρίσκεται εντός του δικού του ακινήτου και όχι στο ακίνητο της ενάγουσας ο μάρτυρας απάντησε ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει και παρέπεμψε σε όσα σχετικά διαπίστωσε το Κτηματολόγιο. Ο Μ.Ε.2 κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και κλήθηκε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει τον φάκελο της συνοριακής διαφοράς με αριθμό ΑΧ 1322/
  5. Αναφέρθηκε στη σχετική με το θέμα απόφαση του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως τεκμήριο 6 στη διαδικασία. Υπέδειξε στο εν λόγω τεκμήριο 6 και συγκεκριμένα στο σχεδιάγραμμα το οποίο βρίσκεται στην τελευταία σελίδα του εν λόγω τεκμηρίου το διαφιλονικούμενο μέρος το οποίο χρωματίστηκε με κίτρινο χρώμα και ανέφερε ότι αυτό αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 31, το οποίο ανήκει στην ενάγουσα. Σε άλλη ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε ότι εξ' όσων προκύπτει από τα έγγραφα του εν λόγω φακέλου δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε έφεση εναντίον της ως άνω απόφασης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Κατά την αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η απόφαση του Κτηματολογίου Λευκωσίας αποστάληκε με συστημένο ταχυδρομείο προς τον εναγόμενο. Δεν είχε υπογραφή του εναγομένου ότι την παρέλαβε αλλά αυτή είχε σταλεί και δεν επεστράφη στο Κτηματολόγιο. Σε σχετική ερώτηση η οποία του υποβλήθηκε από τον κ. Δράκο ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με όσα προκύπτουν από τον φάκελο η συνοριακή επέμβαση που φαίνεται στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 6 καθώς και η διεξαχθείσα χωρομετρική εργασία κρίθηκαν από τον αρμόδιο κλάδο χαρτογραφίας ως ορθά. Ο φάκελος πριν την τελική έκδοση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου είχε περάσει από έλεγχο από τον κλάδο χαρτογραφίας, το σχεδιαστήριο και τον κλάδο εγγραφής. Όταν του υποδείχθηκε στο τεκμήριο 5, το οποίο είναι τοπογραφικό σχέδιο, το τεμάχιο του εναγομένου με αρ. 245 συμφώνησε ότι εντός του εν λόγω τεμαχίου παρουσιάζεται να υπάρχει μια οικοδομή. Σε σχετική ερώτηση γιατί στην απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου φαίνεται το χωράφι του εναγόμενου να βρίσκεται εντός του χωραφιού της ενάγουσας απάντησε ότι αυτό οφείλεται στο ότι υπάρχει εκσυγχρονισμένο τοπογραφικό σχέδιο ημερομηνίας 1.8.2012 το οποίο είναι ειδικό κτηματικό σχέδιο ειδικά για τον φάκελο της επίδικης συνοριακής διαφοράς στο οποίο φαίνεται ότι εντός του διαφιλονικούμενου μέρους του ακινήτου υπάρχει μέρος οικοδομής. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στο εν λόγω ειδικό κτηματικό σχέδιο το μέρος της οικοδομής δεικνύεται να επεκτείνεται πέραν του κοινού συνόρου των 2 επίδικων τεμαχίων και συγκεκριμένα να βρίσκεται εντός του τεμαχίου
  6. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχυρίστηκε ότι διεξήχθη επιτόπια έρευνα για τη συνοριακή διαφορά με την οποία ο χωρομέτρης υπέδειξε ότι υπάρχει επέμβαση εντός του τεμαχίου
  7. Ισχυρίστηκε ότι μέσα από την έκθεση του χωρομέτρη αναφέρεται ότι το διαφιλονικούμενο μέρος είναι λωρίδα γης η οποία χρησιμοποιείται από τον εναγόμενο και εντός του διαφιλονικούμενου μέρους υπάρχει μέρος παλαιάς κατοικίας και τοίχος αντιστήριξης ο οποίος, όπως του αναφέρθηκε από τους εκεί παρευρισκόμενους κατά τον χρόνο της επιτόπιας εξέτασης, είχε κατασκευαστεί πρόσφατα από τον εναγόμενο. Όταν του υποβλήθηκε ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου λήφθηκε παράνομα και με παρεμβάσεις και ότι ο τελευταίος με το τεκμήριο 6 παρενέβη στο ορθό τοπογραφικό σχέδιο του Κτηματολογίου το οποίο σύμφωνα με την υποβολή ήταν το τεκμήριο 8 ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν εφεσιβλήθηκε μέσα στις νόμιμες προθεσμίες και λόγω τούτου κατέστη τελεσίδικη. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε επίσης, ως τεκμήριο 7, απόδειξη του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 28.4.2011 αναφορικά με τα τέλη τα οποία καταβλήθηκαν για την επίλυση της επίδικης συνοριακής διαφοράς. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε αναφορικά με τη διεργασία η οποία έγινε πριν εκδοθεί η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου τεκμήριο 6, επανέλαβε ότι όλη η χωρομετρική εργασία που διεξήχθη είχε ελεγχθεί και κρίθηκε ορθή από τον λειτουργό χαρτογραφίας και ενεγράφη στα αρχεία τους από τον κλάδο εγγραφής. Σε ερώτηση γιατί έγινε αλλαγή στα τοπογραφικά σχέδια ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε αλλαγή αλλά ότι στη βάση της χωρομετρικής εργασίας που διεξήχθη από συναδέλφους του προέκυψε το αποτέλεσμα της εξέτασης της αίτησης για την επίδικη συνοριακή διαφορά. Το αποτέλεσμα της σχετικής εργασίας είναι αυτό το οποίο φαίνεται στον σχετικό φάκελο. Σε υποβολή η οποία του τέθηκε από τον κ. Δράκο ότι ο εν λόγω τοίχος αντιστήριξης κτίστηκε 15 χρόνια πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής της επιτόπιας έρευνας ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι αυτό δεν το γνωρίζει. Ο εναγόμενος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β στη διαδικασία και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Με αυτή ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο της ενάγουσας γειτνιάζει με το δικό του και έχει μόνο μια πρόσβαση διά μέσου του δικού του κτήματος. Ισχυρίστηκε ότι εντός του ακινήτου του βρίσκεται μια κατοικία στην οποία διαμένει ο ίδιος και κάθε μήνα πληρώνει τους σχετικούς λογαριασμούς ρεύματος, νερού και τηλεφώνου. Αρνήθηκε ότι οποτεδήποτε επέκτεινε ή μετέτρεψε την αυλή της εν λόγω λίθινης κατοικίας και ουδέποτε πρόσθεσε ή ισοπέδωσε όγκους χωμάτων είτε στο δικό του ακίνητο, είτε στο όμορο ακίνητο, το οποίο ανήκει στην ενάγουσα. Ισχυρίστηκε ότι στην αυλή του τεμαχίου του και κατά μήκος του συνόρου του με το ακίνητο της ενάγουσας υπήρχαν διάφορα δέντρα, μερικά εκ των οποίων, περίπου 10 στον αριθμό, κατάστρεψε η ενάγουσα ισχυριζόμενη ότι είναι δικής της ιδιοκτησίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ενάγουσα επενέβη παράνομα και κατάστρεψε 5 δέντρα, τα οποία βρίσκονταν στο ακίνητο του και ήταν ιδιοκτησίας του. Ως λόγο που η ενάγουσα κατάστρεψε τα εν λόγω δέντρα, επικαλέστηκε την επιθυμία της να δημιουργήσει πέρασμα για να μπορεί να κατευθύνεται προς το κτήμα της διά μέσου του κτήματός του χωρίς να έχει λάβει είτε τη δική του συγκατάθεση είτε συγκατάθεση από την αρμόδια αρχή και χωρίς να έχει αποζημιώσει προς τούτο τον εναγόμενο. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι η ενάγουσα με τις πράξεις της του προκάλεσε ζημιές σε λάστιχα παροχής νερού, κατάστρεψε δέντρα και αλλοίωσε το ακίνητο του συνολικής αξίας €2.
  8. Ισχυρίζεται ακόμα ότι ο ίδιος υφίσταται ζημιά ύψους €40.000, η οποία αντιστοιχεί στην αγοραία αξία της λωρίδας των 60 τ.μ. Παραδέχεται ότι από κοινού με την ενάγουσα υπέβαλαν αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, λειτουργός του οποίου αφού έκανε επιτόπια εξέταση εκ πρώτης όψεως του είπε ότι δεν υπάρχει επέμβαση στο ακίνητο της ενάγουσας και τον διαβεβαίωσε ότι αυτή θα ήταν και η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Ο ίδιος αγνοεί γιατί η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου άλλαξε μεταγενέστερα και ουδέποτε του επιδόθηκε. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι έκτισε τοίχο, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω τοίχος κατασκευάστηκε προ πολλών ετών λόγω του κινδύνου κατάρρευσης της οικίας στην οποία διαμένει και όχι περί τον Απρίλιο του 2011 όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο εν λόγω τοίχος αντιστήριξης έχει μήκος 15 μέτρα και ύψος 1 έως 2,5 μ. και εν πάση περιπτώσει βρίσκεται εντός του δικού του ακινήτου, χωρίς να επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο στο ακίνητο της ενάγουσας. Αρνείται ότι καρπώθηκε 200 τ.μ. από το τεμάχιο της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι η οικία η οποία βρίσκεται εντός του δικού του ακινήτου είναι ηλικίας 300 ετών, εντάχθηκε στο σχέδιο για τα διατηρητέα σπίτια της κοινότητας Ξυλιάτου και η ζημιά που θα προκληθεί σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει επέμβαση στο ακίνητο της ενάγουσας θα είναι ανεπανόρθωτη και μεγάλη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έλαβε γνώση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 27.11.2012 στις 8.11.2017 και μετά καταχώρησε την έφεση με αρ. 631/17 κατά της εν λόγω απόφασης, η οποία εκκρεμεί και λόγω τούτου η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και το Δικαστήριο εκ των πραγμάτων είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα διαφορά με βάση το άρθρο 80 του Κεφαλαίου
  9. Ισχυρίστηκε τέλος ότι στο τοπογραφικό σχέδιο το οποίο βρίσκεται επισυνημμένο στο τεκμήριο 6 φαίνεται πως μέρος του σπιτιού του βρίσκεται στο τεμάχιο της ενάγουσας, πράγμα το οποίο είναι παράνομο, αδικαιολόγητο και καταστρατηγεί κάθε αρχή δικαίου της ακίνητης ιδιοκτησίας. Εκ των υστέρων έμαθε ότι ο αδελφός της ενάγουσας είχε σημαντικό ρόλο στη νέα δημιουργηθείσα κατάσταση, η οποία επηρεάζει τα ιδιοκτησιακά του δικαιώματα και το τεκμήριο 6 είναι αυθαίρετο και παράνομο γιατί ποτέ ο ίδιος δεν ενημερώθηκε ούτε συγκατατέθηκε σε οποιαδήποτε αλλαγή συνόρων και το μόνο ορθό τοπογραφικό σχέδιο είναι το τεκμήριο 8 το οποίο ο ίδιος κατέθεσε ως τεκμήριο. Κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα επεμβαίνει στο ακίνητό του αλλά λόγω του ότι είναι συγγένισσά του δεν την κατήγγειλε στην Αστυνομία. Ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 6 είναι πλαστό, αυθαίρετο και παράνομο γιατί ο ίδιος ποτέ δεν είχε συγκατατεθεί στην έκδοσή του. Ισχυρίστηκε ότι το σπίτι το οποίο βρίσκεται εντός του ακινήτου του είναι 500 ετών και σε αυτό διαμένει κάποιο νεαρό πρόσωπο από το χωριό Λεύκαρα χωρίς να πληρώνει ενοίκιο. Αρνήθηκε ότι επεμβαίνει στο ακίνητο της ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι αυτό φαίνεται στο τοπογραφικό σχέδιο τεκμήριο
  10. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ενάγουσα μπαίνοντας στο ακίνητό του προκαλεί εκ μόνου τούτου του γεγονότος ζημιές, τις οποίες, παρόλο που μπορούσε να διεκδικήσει περί τις €100.000, επέλεξε να διεκδικήσει μόνο €2.
  11. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ζημιά την οποία έπαθε λόγω του ότι η ενάγουσα καρπώθηκε μέρος του ακινήτου του δεν ήταν ύψους €40.000 μόνο αλλά εκατομμυρίων. Ισχυρίστηκε ότι η κίτρινη γραμμή η οποία παρουσιάζεται στο τεκμήριο 6 είναι παράνομη και καταχρηστική και πρέπει να διεξαχθεί έρευνα για να διαπιστωθεί με ποιο τρόπο έγινε άλλο τοπογραφικό πέραν του τεκμηρίου
  12. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο κ. Αγγελίδης με την αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι στο τεκμήριο 3 που είναι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 27.11.2012 φαίνεται ότι ο εναγόμενος επεμβαίνει παράνομα στο ακίνητο της ενάγουσας. Εισηγήθηκε επίσης ότι η εν λόγω απόφαση ημερομηνίας 27.11.2012 εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αίτησης επίλυσης συνοριακής διαφοράς δυνάμει του άρθρου 58

(1)του Κεφ. 224 και κατέστη τελεσίδικη λόγω του ότι η αίτηση/έφεση που καταχώρησε εναντίον της ο εναγόμενος 5 χρόνια αργότερα ήταν εκπρόθεσμη και δεν επιφέρει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα. Ο κ. Δράκος με τη δική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος καταχώρησε την αίτηση/έφεση αρ. 631/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κατά της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου η οποία εκκρεμεί, αποδεικνύει ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη. Αναφορικά με την ανταπαίτηση εισηγήθηκε ότι ο εναγόμενος απέδειξε τις ζημιές του και κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει σχετική υπέρ του απόφαση. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288 τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που ένας μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Κρίνω χρήσιμο να προχωρήσω πρώτα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  1. Ο Μ.Ε.2 είναι ανεξάρτητος μάρτυρας, υπάλληλος του Κτηματολογίου και πρόσωπο το οποίο δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της παρούσας αγωγής. Κρίνω ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο ήταν ειλικρινής, ήταν μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του σκοπό είχε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα απαραίτητα στοιχεία για να καταλήξει το ίδιο στα δικά του συμπεράσματα. Μετέφερε και επεξήγησε με λεπτομέρεια στο Δικαστήριο τα όσα περιέχονται στο τεκμήριο 6 και στη σχετική απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου στην οποία ο τελευταίος κατέληξε μετά από το κοινό αίτημα των διαδίκων για την επίλυση της μεταξύ τους συνοριακής διαφοράς. Το τεκμήριο 6 να σημειωθεί ότι είναι το ίδιο με το τεκμήριο 3 το οποίο κατέθεσε ο Μ.Ε.
  2. Η απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε μετά που ο τελευταίος έκρινε ως ορθή τη χωρομετρική εργασία που διεξήχθη από τον λειτουργό χαρτογραφίας και η οποία ενεγράφη στα αρχεία του Κτηματολογίου από τον κλάδο εγγραφής. Κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι αξιόπιστη και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτή. Τα ειδικά κτηματικά σχέδια και το σχεδιάγραμμα τα οποία επισυνάπτονται στη σχετική απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας τεκμήριο 6, το οποίο είναι το κατ' εξοχή κυβερνητικό τμήμα το οποίο απασχολείται μεταξύ άλλων και με θέματα όπως το επίδικο, αποδεικνύουν ότι πράγματι ο εναγόμενος επεμβαίνει στο επίδικο ακίνητο της ενάγουσας. Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  3. Κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του περί επέμβασης του εναγομένου στο ακίνητο της ενάγουσας επιβεβαιώνονται από την αποδεκτή από το Δικαστήριο, ως αξιόπιστη, μαρτυρία του Μ.Ε.
  4. Ο ισχυρισμός του ότι ο εναγόμενος επεμβαίνει στο ακίνητο της ενάγουσας επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του υπαλλήλου του Κτηματολογίου Λευκωσίας Μ.Ε.1 και από το τεκμήριο 6 το οποίο είναι η απόφαση του Διευθυντή του. Ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι ο εναγόμενος ανήγειρε τον τοίχο ο οποίος αποτυπώνεται στις φωτογραφίες τεκμήριο 2 τις οποίες ο ίδιος τράβηξε και τύπωσε όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο αλλά η ύπαρξη του εν λόγω τοίχου γίνεται αποδεκτή και από τον ίδιο τον εναγόμενο αφού η θέση του τελευταίου δεν ήταν ότι δεν υφίσταται ο εν λόγω τοίχος αλλά ότι αυτός κτίστηκε περίπου 20 χρόνια πριν και όχι το έτος 2011 ως είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας. Κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.2 είναι επίσης αξιόπιστη και αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή. Ο εναγόμενος δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του η οποία κρίνω ότι είναι αντίθετη με την ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη και αποδεχθείσα μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ως ανέφερα πιο πάνω. Πέραν τούτου ο μάρτυρας δεν έκανε καλή εντύπωση και για τον επιπλέον λόγο ότι σε αρκετές από τις ερωτήσεις που του τέθηκαν οι απαντήσεις τις οποίες έδιδε ήταν εκτός θέματος και ο ίδιος πολύ φλύαρος. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η απάντηση που έδωσε σε 5 τουλάχιστον διαφορετικές ερωτήσεις, όπως προκύπτει από το πρακτικό της διαδικασίας, κατέλαβε περίπου μία ολόκληρη σελίδα ανά περίπτωση με αναφορές σε θέματα άσχετα από αυτά τα οποία αφορούσε η ερώτηση που του είχε τεθεί. Επιπλέον οι ισχυρισμοί οι οποίοι προέβαλε πέραν του ότι ήταν εκτός λογικής παρέμειναν τελικά ανυποστήρικτοι. Αναφέρω για παράδειγμα τη θέση του ότι η απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου στηρίχθηκε σε τοπογραφικά σχέδια τα οποία ήταν πλαστά, αυθαίρετα και παράνομα. Προχωρώ στη συνέχεια να αναφέρω μερικά παραδείγματα αυτών των ισχυρισμών οι οποίοι δεν γίνονται αποδεκτοί και οι οποίοι κατά την κρίση μου πλήττουν το σύνολο της εικόνας του ως αξιόπιστου μάρτυρα. Ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος δεν επεμβαίνει στο ακίνητο της ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός καθότι έρχεται σε αντίθεση με την επί του θέματος μαρτυρία του Μ.Ε.2 την οποία για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Ο άλλος ισχυρισμός του ότι η ενάγουσα επεμβαίνει στο δικό του ακίνητο παρέμεινε ανυποστήρικτος και ούτε αυτός μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η μοναδική επί του θέματος μαρτυρία αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα του ποιος από τους διαδίκους επεμβαίνει στο ακίνητο του αντίδικού του προσκομίστηκε από την ενάγουσα (βλ. Μ.Ε.2 και τεκμήριο 6) η οποία όχι μόνο δεν βοηθά τον εναγόμενο αλλά αντιθέτως καταρρίπτει τον σχετικό ισχυρισμό του. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι υφίσταται ζημιά ύψους €40.000 η οποία αντιστοιχεί στην αγοραία αξία της λωρίδας των 60 τ.μ. στην οποία κατά τους ισχυρισμούς του επεμβαίνει η ενάγουσα. Ο εν λόγω ισχυρισμός παρέμεινε αόριστος και ανυποστήρικτος αφού δεν παρουσίασε οποιαδήποτε εξειδικευμένη προς τούτο μαρτυρία και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Λόγω των ως άνω κρίνω ότι η μαρτυρία του εναγομένου δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των μερών, των κατά καιρούς δηλώσεων των συνηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου, της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη καθώς και της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας τα ακόλουθα αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής: τον Απρίλιο του 2011 ο εναγόμενος επενέβη στο ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγομένης και κατασκεύασε εντός αυτού τοίχο αντιστήριξης μήκους 20 μέτρων. Εντός του ακινήτου της εναγομένης επεμβαίνει και μέρος παλαιάς κατοικίας ιδιοκτησίας του εναγομένου η οποία εν μέρει βρίσκεται στο ακίνητο του τελευταίου και εν μέρει στο ακίνητο της εναγόμενης. Στις 28.4.2011, όπως προκύπτει από τη σχετική απόδειξη πληρωμής τελών, τεκμήριο 7, κατατέθηκε αίτηση προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου, σύμφωνα με το άρθρο 58 του Κεφ.
  5. Μετά από σχετική επιτόπια έρευνα την οποία πραγματοποίησαν υπάλληλοι του Κτηματολογίου, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λευκωσίας, αφού έλαβε υπόψη του και θεώρησε ως ορθή τη σχετική εργασία που επιτελέστηκε, εξέδωσε την απόφασή του ημερομηνίας 27.11.2012 αναφορικά με την αίτηση των διαδίκων για την επίλυση της μεταξύ τους συνοριακής διαφοράς. Με την εν λόγω απόφασή του ο Διευθυντής αποφάσισε ότι η έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισυνάφθηκε στην σχετική ειδοποίησή του, αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 3X του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου 29/5XX2, Τμήμα 2 και είναι μέρος της εγγραφής 2/XX στο όνομα της ενάγουσας. Η εν λόγω απόφαση αποστάληκε στους διάδικους με συστημένο ταχυδρομείο. Ο εναγόμενος εναντίον της εν λόγω απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου καταχώρησε, σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ. 224, την αίτηση/έφεση 631/17 Ε.Δ. Λευκωσίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης ορίζεται στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και έχει ως ακολούθως: «43
(1)Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2)Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς». Από το λεκτικό του άρθρου 43
(1)συνάγεται ότι παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία μπορεί να επέλθει ή να διαπραχθεί με τρεις διαφορετικούς τρόπους, ήτοι: (α) με παράνομη είσοδο (β) με παράνομη πρόκληση ζημιάς και (γ) με παράνομη παρέμβαση. Αναφορικά με το θέμα της απόδειξης της κατ' ισχυρισμό παράνομης επέμβασης είναι αναγκαία η προσκόμιση μαρτυρίας από το αρμόδιο κτηματολογικό τμήμα ή από άλλο εμπειρογνώμονα (Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1285 και Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 244). Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο «per se», χωρίς δηλαδή να απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του η απόδειξη ζημίας, εν τούτοις η απουσία απόδειξης συγκεκριμένης ζημίας περιορίζει τον ενάγοντα σε ονομαστικές αποζημιώσεις μόνο (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δήμου Πάφου (αρ. 1)
(1998)1 Α.Α.Δ. 634, Ttantis v. HadjiMichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Παπακόκκινου & άλλες ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.ΑΔ. 379, Παπακόκκινου κ.ά. ν. Κυριακίδη
(2010)1 Α.Α.Δ. 789). Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει την ύπαρξη μόνιμης μορφής παράνομης επέμβασης, μπορεί, είτε να επιδικάσει αποζημιώσεις που να αντιπροσωπεύουν την αξία του επίδικου μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία επηρεάζεται είτε να εκδώσει διάταγμα άρσης της επέμβασης (Λοΐζου ν. Αντωνίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1035 και Σοφοκλέους κ.ά. ν. Παύλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2047). Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Παύλου λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα αναφορικά με τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα: «Η έκδοση ενός διατάγματος είναι στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση ορισμένα κριτήρια και όχι αυθαίρετα. Ειδικά για διατάγματα διατακτικής μορφής (mandatorty injunctions) στο αγγλικό σύγγραμμα CLERK & LINDSELL ON TORTS 16η έκδοση σελ. 328 παραγ. 7-06 διατυπώνονται, σε δική μας μετάφραση και περίληψη, οι πιο κάτω αρχές: (ι) Ένα διάταγμα διατακτικής μορφής πρέπει να εκδίδεται σε αραιές περιπτώσεις και τότε μόνο όταν ο ενάγων δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να του προκληθεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον αν δε δοθεί το διάταγμα. (ιι) Όταν η ζημιά που θα προκύψει λόγω άρνησης έκδοσης του διατάγματος δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων. (ιιι) Θα υπάρξει άρνηση έκδοσης του διατάγματος όπου η συμμόρφωση από το εναγόμενο θα είναι παράνομη. Επομένως σε αντίθεση με τα απαγορευτικά διατάγματα, στην περίπτωση διαταγμάτων διατακτικής μορφής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κόστος του εναγομένου για συμμόρφωση. Για παράδειγμα στην υπόθεση Redland Bricks Ltd. v. Μorris [1970] A.C. 652, διάταγμα επαναφοράς τοίχου που θα κόστιζε £30.000 περίπου, ακυρώθηκε από το αγγλικό Εφετείο για το λόγο ότι το ποσό αυτό ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερο από την αξία της γης που επηρεάστηκε από την παράνομη επέμβαση. Τέτοια κριτήρια όμως δεν έχουν θέση εκεί όπου φαίνεται ότι ο εναγόμενος ενήργησε σκόπιμα. Σε τέτοια περίπτωση μπορεί να εκδοθεί το διάταγμα έστω κι' αν η δαπάνη που θα υποστεί ο εναγόμενος είναι μεγάλη. Στη σελ. 333 του ιδίου συγγράμματος με αναφορά στην υπόθεση Shelfer v. City of London Electrical Lighting Co διατυπώνονται τα εξής κριτήρια ως ένας εύκολος κανόνας για εξέταση του θέματος:
(1)Εάν η ζημιά του ενάγοντα είναι μικρή
(2)είναι τέτοια που μπορεί να υπολογιστεί χρηματικά και να αποζημιωθεί επαρκώς ο ενάγων,
(3)η περίπτωση είναι τέτοια που θα ήταν καταπιεστικό για τον εναγόμενο αν εκδοθεί το διάταγμα, τότε το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις αντί του διατάγματος, λαμβανομένης πάντοτε υπόψη και της συμπεριφοράς των διαδίκων, ιδιαίτερα του εναγόμενου. Στην υπόθεση Wrotham Park Estate Company v. Parkside Homer Ltd & others [1974] 2 All E.R. 321, 336 λέχθηκε ότι ακόμη και εκεί όπου ο εναγόμενος επίσπευσε το έργο που αποτελεί επέμβαση παρά τη διαμαρτυρία του ενάγοντα, δεν υπάρχει γενικός κανόνας ότι πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και απλώς το γεγονός αυτό, σε κατάλληλη υπόθεση κι' αφού συνεκτιμηθεί με τα υπόλοιπα γεγονότα, μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του εναγόμενου ούτως ώστε να εκδοθεί το διάταγμα. Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη (ADRIANHOLDINGSLTD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836). Τέλος, αναφορικά με ποσά τα οποία διεκδικούνται ως ειδικές αποζημιώσεις η επί του θέματος νομολογία είναι σαφής πως η απόδειξή τους κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα ποσά που διεκδικεί και τα οποία έχει δικογραφήσει. Τα ποσά πρέπει να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1157, Παναγιώτου ν. Φραγκίσκου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687). Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει, όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα, αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2012)1 Α.Α.Δ. 753). Στην πιο πάνω υπόθεση Ηρακλέους ν. Πίτρου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Απόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφο του. Τι ακριβώς είναι η ζημιά αυτή και πως διαφοροποιείται από την γενική ζημιά μας διευκρινίζει η κλασσική απόφαση του Λόρδου Goddard στην British Transport Commission v. Gourley [1956] A.C. 185,206. H απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. O ίδιος δικαστής στην Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 T.L.R. 177, 178 είπε: "Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it." H παρατήρηση αυτή αναφέρθηκε επιδοκιμαστικά στην κατοπινή υπόθεση Domsalla v. Barr [1969] 3 All E.R. 487». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κρίνω ότι είναι αναγκαίο να εξετάσω πρώτα την εισήγηση του κ. Δράκου ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη. Ο κ. Δράκος εισηγήθηκε ότι η αγωγή είναι πρόωρη καθότι ο εναγόμενος καταχώρησε την αίτηση/έφεση αρ. 631/17 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 27.11.2017 ενόσω ακόμα η εκδίκαση της εν λόγω αίτησης/έφεσης εκκρεμεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ως άνω θέμα στην υπόθεση Αυγουστή κ.ά. ν. Σπυρίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 114/2012, ημερομηνίας 28.4.
  1. Στην εν λόγω απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο απέρριψε ως πρόωρη αγωγή η οποία είχε καταχωρηθεί πριν την έκδοση απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου αναφορικά με την επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ των εκεί διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 58 του Κεφ. 224 παρά το γεγονός ότι εναντίον της εν λόγω απόφασης του Διευθυντή δεν είχε ασκηθεί αίτηση/έφεση σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ.
  2. Είχαν λεχθεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Χωρίς οι εφεσείοντες να αναμένουν την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου επί της αίτησής τους, στις 11.9.2007 καταχώρισαν αγωγή για παράνομη επέμβαση ζητώντας σχετικά διατάγματα και αποζημιώσεις, από την οποία προέκυψε η παρούσα έφεση. Η απόφαση του Διευθυντή που εκδόθηκε στις 29.7.2008, επιβεβαίωσε παράνομη επέμβαση. Η εφεσίβλητη δεν προσέβαλε την απόφαση με το ένδικο μέσο της έφεσης που προβλέπεται από το άρθρο
  3. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη θέση της εφεσίβλητης ότι «η αγωγή ήταν πρόωρη» και την απέρριψε. Παρά ταύτα προχώρησε και εξέτασε την απαίτηση των εφεσειόντων την οποία απέρριψε και επί της ουσίας, παρά την απόφαση του διευθυντή, για τους λόγους που εξήγησε. Με την παρούσα έφεση προσβάλλονται αμφότερες οι παραπάνω πτυχές της πρωτόδικης απόφασης. Ως προς την πρώτη πτυχή, υποβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε λανθασμένα τις πρόνοιες του άρθρου 58
(1). Τούτο, κατά τους εφεσείοντες, δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπου οι ενέργειες της εφεσίβλητης ήταν άμεσες και πραγματικές και συνιστούσαν το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, θέμα που εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει και όχι στο Διευθυντή. Περαιτέρω υποβάλλεται ότι το άρθρο 58 είναι αντισυνταγματικό γιατί εκχωρεί αρμοδιότητες των Δικαστηρίων στο Διευθυντή και αποκλείει, στο μέτρο που αποκλείει την προσφυγή στο Δικαστήριο. Η δεύτερη πτυχή της πρωτόδικης απόφασης προσβάλλεται με αναφορά σε κατ' ισχυρισμό σφάλμα του Δικαστηρίου και παράλειψη επαρκούς αιτιολόγησης στην κρίση του επί της ουσίας. Το άρθρο 58
(1)έχει ως ακολούθως:- «58.-
(1)Όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει τη διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο, κατόπι ειδοποίησης που δίνεται στα μέρη τουλάχιστο δεκατέσσερις ημέρες προηγουμένως, η οποία πληροφορεί αυτά για το χρόνο κατά τον οποίο θα επιθεωρηθούν τα υπό αμφισβήτηση σύνορα και κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή άλλης διαδικασίας αναφορικά με τη διαφορά αυτή, εκτός αν αυτή επιλύθηκε σε πρώτο στάδιο όπως προνοείται στο άρθρο αυτό.» Η έννοια της «διαφοράς ως προς τα σύνορα» στα πλαίσια του άρθρου 58 έχει εξηγηθεί με τους ακόλουθους όρους στην υπόθεση Ibrahim v. Souleyman
(1953)19 CLR 237, 239: «We consider that the kind of dispute to which section 56 (now sec. 58) applies is one in which the boundary is described in the title-deed or delineated on a plan, and the dispute is as to where the physical boundary should actually run on the land so as to conform with the deed or the plan.» Παρομοίως ελέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Χʺ Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362: «Το άρθρο 58 του Κεφ. 224 έχει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις όπου το θέμα είναι η τοποθέτηση επί του εδάφους συνόρων, όπως αυτά περιγράφονται στον τίτλο ή φαίνονται στο σχετικό τοπογραφικό σχέδιο.» Εν προκειμένω, οι ίδιοι οι εφεσείοντες είναι που θεώρησαν εξ αρχής ότι υφίσταται συνοριακή διαφορά, εξ ου και ενεργοποίησαν τις πρόνοιες του άρθρου 58. Η επίκληση άμεσης παράνομης επέμβασης δεν αλλοιώνει τη φύση της διαφοράς ως συνοριακής. Δεν θα μπορούσε, κατά την καταχώριση της αγωγής, να γίνεται λόγος για παράνομη επέμβαση χωρίς την προηγούμενη επίλυση της συνοριακής διαφοράς από το Διευθυντή, όπως οι ίδιοι οι εφεσείοντες την ζήτησαν. Η προηγούμενη επίλυση αποτελούσε, ενόψει του απόλυτου απαγορευτικού κανόνα του άρθρου 58, αναγκαία προηγούμενη προϋπόθεση (sine qua non) για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Ζήτημα αντισυνταγματικότητας δεν υπάρχει. Τέτοιας φύσεως αρμοδιότητες του Διευθυντή, όπως η αποδιδόμενη δια του άρθρου 58, περιορίζονται σε τεχνικά θέματα, σε αντιδιαστολή με τη διεκδίκηση ουσιαστικών δικαιωμάτων (Fatsita v. Fatsita
(1998)1 CLR 210, 217, Μιχαήλ ν. Αντωνίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1376). Πρόκειται, περιοριστικά, για κτηματολογικά θέματα εντός της πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Κτηματολογίου, το οποίο έχει τα μέσα και τα στοιχεία ώστε να καθίσταται ο φυσιολογικός φορέας επίλυσης τους (Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 448). Η αναγκαιότητα ανάθεσης τέτοιων ζητημάτων στο Κτηματολόγιο προς επίλυση, ως πρόκριμα λήψης δικαστικών μέτρων, εξηγήθηκε στην υπόθεση Xanthos I. Clerides v. Afrodite N. Vassiliades and Another
(1978)1 C.L.R. 180, 188: «We have spoken of the sweeping reforms brought about by the 1945 legislation, the predominant feature of which was to entrust the Department of Lands and Surveys and in the person of its Director with powers that were until then exercised by Courts and with the object of relieving the Courts of the burden of determining disputes over boundaries and other interests in land that could, in the first place, be determined by the Lands Office using their experts in the matter». Το άρθρο 58 δεν αφαιρεί τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων να κρίνουν τα ουσιαστικά δικαιώματα, αλλά αναθέτει τεχνικής φύσεως αρμοδιότητα στο κατ' εξοχήν τεχνοκρατικό τμήμα το οποίο ενεργεί στα πλαίσια διοικητικής λειτουργίας (βλ. Φιλίππου, ανωτ.). Ούτε εμποδίζει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Ο παραπονούμενος μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο ασκώντας έφεση δυνάμει του άρθρου
  1. Πρόκειται για λογική νομοθετική ρύθμιση και όχι για αποκλεισμό (Μιχαήλ ν. Αντωνίου, ανωτ.). Ενόψει των παραπάνω η έφεση είναι καταδικασμένη ν' αποτύχει. Η εξέταση της πτυχής που αφορά την ουσία είναι αχρείαστη, αλλά και θα ήταν αντινομική μετά τη διαπίστωση ότι η αγωγή ήταν νόμω αβάσιμη». Αναφέρω επιγραμματικά ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 28.4.2011 και ότι η σχετική απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας εκδόθηκε στις 27.11.
  2. Από τα ως άνω προκύπτει ότι η ενάγουσα στην επίδικη περίπτωση δεν τήρησε την αναγκαία προηγούμενη προϋπόθεση που προβλέπεται από το άρθρο 58
(1)του Κεφ. 224 η οποία είναι η έκδοση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου επί της καταχωρηθείσας αίτησης για επίλυση της επίδικης συνοριακής διαφοράς μεταξύ της ιδίας και του εναγομένου. Η ενάγουσα καταχώρησε την επίδικη αγωγή προτού εκδοθεί η εν λόγω απόφαση. Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και πρέπει να απορριφθεί. Ερχόμενος τώρα στην ανταπαίτηση του εναγομένου κρίνω ότι αυτός δεν μπόρεσε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος το οποίο έφερε για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του αφού δεν προσκόμισε μαρτυρία ικανή να αποδείξει ότι η ενάγουσα επεμβαίνει στο δικό του ακίνητο ούτε τις κατ' ισχυρισμό ειδικές ζημιές τις οποίες διεκδικεί. Συνακόλουθα η ανταπαίτησή του δεν μπορεί πρέπει να απορριφθεί. Λόγω των ως άνω κρίνω ότι η αγωγή και η ανταπαίτηση πρέπει να απορριφθούν. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Απορρίπτεται επίσης η ανταπαίτηση του εναγομένου με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.