ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΗΧΟΥ Ή ΗΧΟΥ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑΣ εμπορευόμενη ως «GRAMMO» ν. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «Ο ΛΟΓΟΣ» (Σ8748), εμπορευόμενος υπό την εμπορική επωνυμία MEGAcy κ.α., Αρ. Αγωγής: 2813/2016, 26/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A103 Αρ. Αγωγής: 2813/2016 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΗΧΟΥ Ή ΗΧΟΥ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑΣ εμπορευόμενη ως «GRAMMO», από Ελλάδα Ενάγων και
- ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «Ο ΛΟΓΟΣ» (Σ8748), εμπορευόμενος υπό την εμπορική επωνυμία MEGAcy, από Λευκωσία.
- ΕΝΟΡΙΑ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΑΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ.
- ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑ.
- ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΥΠΡΟΥ
- ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΛΤΔ (ΗΕ 340652), από Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 13.10.17 υπό εναγομένης 2 - αιτήτριας για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου 2019 Για εναγόμενο 2 - αιτητή: κος Λουκά Για ενάγοντα - καθ' ης η αίτηση: κος Πανάγος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αποτελούν αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με έδρα την Ελλάδα, η οποία έχει συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ελληνικού δικαίου. Συνιστά στην ουσία, οργανισμό διαχείρισης πνευματικής ιδιοκτησίας δικαιωμάτων ήχου και εικόνας. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες από τις 25.5.2010 δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, προστατεύοντας τα πνευματικά δικαιώματα των μελών τους, Ελλήνων και αλλοδαπών. Προς τον σκοπό αυτό, είναι εξουσιοδοτημένοι όπως μεταξύ άλλων, χορηγούν άδειες για την χρήση πνευματικών δικαιωμάτων των μελών τους και εισπράττουν την σχετική αμοιβή για αυτά. Οι εναγόμενοι αποτελούν τηλεοπτικό οργανισμό με έδρα την Κύπρο, δυνάμει των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμων 1998 μέχρι
- Σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος 1 είναι Ετερόρρυθμος Συνεταιρισμός με την ονομασία «Πληροφοριακή και Πολιτιστική Εταιρεία 'Ο ΛΟΓΟΣ'». Στον εν λόγω Συνεταιρισμό, η εναγομένη 4 Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου είναι ο Διευθύνων Ομόρρυθμος Συνέταιρος, ενώ οι εναγόμενοι 2 & 3 είναι οι δύο Ομόρρυθμοι Συνέταιροι. Είναι η θέση των εναγόντων όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι οι εναγόμενοι υπό την πιο πάνω ιδιότητα τους, εκμεταλλεύονται πνευματικά δικαιώματα των μελών τους με την εκπομπή έργων σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές χωρίς να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες άδειες από τους ενάγοντες. Ενόψει τούτου, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων, ζητώντας διάφορα διατάγματα όπως άρση της παραβίασης των πνευματικών δικαιωμάτων των μελών τους, διατάγματα αποκάλυψης λογαριασμών καθώς και αποζημιώσεις για την κατ' ισχυρισμό παράβαση πνευματικών δικαιωμάτων. Στις 8.6.2016 το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην εναγομένη 2 Ενορία. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, το κλητήριο παρέλαβε ο ιερέας της ενορίας. Στην συνέχεια, οι ενάγοντες κατόπιν αίτησης, πέτυχαν στις 7.7.17, ερήμην απόφαση εναντίον των εναγομένων 2, 3 & 5 λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους τους. Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στις 22.9.2017 στον Πρόεδρο της εναγομένης 2 Ενορίας. Ακολούθησε στις 13.10.17, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία η εναγομένη 2, αιτείται τον παραμερισμό της ως άνω απόφασης που εκδόθηκε ερήμην της. Η παρούσα αίτηση Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Δ.17 Θ.10 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στου Προέδρου της Ενοριακής Επιτροπής της Ενορίας Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσας Στροβόλου. Αναφέρει αρχικά ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης από την θέση του ως Προέδρου της Ενοριακής Επιτροπής. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η εναγόμενη 2 αποτελεί νομικό πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 45
(1)του Καταστατικού Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας Κύπρου. Οι Ενορίες δυνάμει του πιο πάνω Καταστατικού, διοικούνται από Ενοριακές Επιτροπές που είναι μεταξύ άλλων επιφορτισμένες με το καθήκον της διοίκησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Ενορίας και της αντιπροσώπευσής της στις δικαστικές διαδικασίες. Στην συνέχεια, αναφέρεται ότι στις 22.9.2017, επιδόθηκε στην εναγομένη 2 η επίδικη απόφαση που εκδόθηκε ερήμην, λόγω μη εμφάνισης της στο Δικαστήριο. Μετά από έρευνα, διαπιστώθηκε ότι το κλητήριο επιδόθηκε στον ιερέα της Ενορίας. Ήταν η θέση του ομνύοντος ότι δεν πρόκειται για καλή επίδοση αφού ο ιερέας δεν εκπροσωπεί την εναγομένη 2 Ενορία. Σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας Κύπρου, η Ενοριακή Επιτροπή, τη εγκρίσει του οικείου Αρχιερέα, είναι αυτή που διοικεί τα όσα θέματα αφορούν τις οικονομικές δραστηριότητες των Ναών, αυτή ενάγει και ενάγεται για λογαριασμό της Ενορίας και όχι ο ιερός Ναός αυτός κάθε αυτός. Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί ότι η εναγόμενη 2 Ενορία, είναι υπεύθυνη για 4 ιερούς ναούς. Ως εκ τούτου συνάγεται ότι η επίδοση κλητηρίου εντάλματος στον ιερέα ενός από τους ναούς δεν σημαίνει και καλή επίδοση στην Ενορία, η οποία σε καμία περίπτωση εν προκειμένω δεν έλαβε γνώση της επίδοσης αυτής. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ο ιερέας ενός από τους Ιερούς Ναούς, τους οποίους η εναγόμενη 2 Ενορία έχει υπό τη δικαιοδοσία της, δεν είναι αρμόδιο πρόσωπο για να λάβει αντίγραφο κλητήριου εντάλματος και συνακόλουθα να ληφθεί γνώση αυτού από την Ενοριακή Επιτροπή. Κατά τον ομνύοντα, η εναγόμενη 2 θα μπορούσε να λάβει γνώση μόνον αν αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επιδιδόταν στον ίδιο ως Πρόεδρο της Ενοριακής Επιτροπής και στον γραμματέα ή ταμία της. Έτσι έγινε και με την προσβαλλόμενη με παραμερισμό απόφαση, η οποία επιδόθηκε στον ίδιο τον ομνύοντα προσωπικά ως Πρόεδρο της εναγόμενης 2, γι' αυτό έλαβε γνώση και καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Η κακή επίδοση του κλητηρίου είχε ως αποτέλεσμα κατά τον ομνύοντα να μην λάβει γνώση η εναγομένη 2 για την καταχώρηση της αγωγής και αυτός ήταν και λόγος της μη εμφάνισης της στην διαδικασία. Ο ομνύων ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι δεν θα ήταν λογικό ο εναγόμενος 1 που είναι ο Ετερόρρυθμος Συνεταιρισμός Πληροφοριακή και Πολιτιστική Εταιρεία «Ο ΛΟΓΟΣ», όσο και η εναγόμενη 4 Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, ως ο Διευθύνων Ομόρρυθμος Συνέταιρος, να εμφανιστούν κανονικά και οι άλλοι δύο Ομόρρυθμοι Συνέταιροι, να μην εμφανισθούν αν όντως είχαν λάβει γνώση οι αρμόδιοι εκπρόσωποί τους. Ανεξαρτήτως τούτου, ήταν η θέση του ομνύοντα ότι η εναγομένη 2, έχει καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Λαμβάνει νομική συμβουλή ότι δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας έχει ο δημιουργός του έργου. Εκχώρηση του ως άνω δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνο γραπτώς, σύμφωνα με το Νόμο 59/
- Η ενάγουσα προς απόδειξη της απαίτησης της εναντίον της εναγόμενης 2, παρουσίασε μόνο 2 γραπτές συμφωνίες με δισκογραφικές εταιρείες της Ελλάδας και άλλες 2 με δισκογραφικές εταιρείες του εξωτερικού (τεκμ. Γ & Δ στην ένορκη δήλωση της Ελένης Φωσκόλου). Παρ' όλα αυτά, στο τεκμήριο Στ της ίδιας ένορκης δήλωσης, με σκοπό η ενάγουσα να δώσει έκταση στην κατ' ισχυρισμό παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, προβαίνει σε καταγραφή ηχογραφήσεων και οπτικογραφημένων ηχογραφήσεων, οι οποίες ανήκουν σε δισκογραφικές εταιρείες με τις οποίες δεν παρουσίασε γραπτή συμφωνία. Με αυτό τον τρόπο, προσπάθησε η ενάγουσα να επωφεληθεί από πνευματικά δικαιώματα δισκογραφικών εταιρειών με τις οποίες δεν φαίνεται να έχει γραπτή συμφωνία, κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου 59/
- Επιπλέον στο τεκμήριο Β της ένορκης δήλωσης της Ελένης Φωσκόλου γίνεται αναφορά σε κατ' ισχυρισμό μέλη της ενάγουσας, τα οποία την έχουν εξουσιοδοτήσει για να ενεργεί εκ μέρους της. Ωστόσο, καμία γραπτή συμφωνία με αυτά τα μέλη δεν παρουσιάστηκε. Η ενάγουσα επιζητεί καταβολή ποσών για παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας αναδρομικά από το
- Όμως μέχρι το 2015, ως η ίδια η ενάγουσα παραδέχεται μέσω της ένορκης δήλωσης της XXXXX Φώσκολου, αντιπρόσωπος της στην Κύπρο, ήταν ο κ. Σκουφαρίδης. Ο ομνύοντας λαμβάνει ενημέρωση από τους εναγόμενους 1, ότι αυτοί είχαν σύμβαση την οποία τηρούσαν κανονικά με τον κ. Σκουφαρίδη και του κατέβαλλαν διάφορα ποσά. Σχετικά τιμολόγια για την πληρωμή του κ. Σκουφαρίδη, επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης ως τεκμήριο
- Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι ουδέν ποσό οφείλουν κατά τον ομνύοντα τουλάχιστον μέχρι και το έτος 2015, όταν και η ενάγουσα έπαψε την συνεργασία της με τον κ. Σκουφαρίδη. Σε ότι αφορά την κατ' ισχυρισμό συνεργασία της ενάγουσας με την εταιρεία Besin Ventures Ltd, αυτή ουδέποτε κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους επισήμως. Επιπλέον, δεν υποδείχθηκε καμία σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της εν λόγω εταιρείας που να δεικνύει ότι η τελευταία, μπορούσε να διεκδικήσει ποσά που οφείλονταν στην ενάγουσα ή και να διαπραγματευτεί για αυτά. Ήταν επιπλέον η θέση του ομνύοντα ότι η εναγόμενη 2 έχει επί της ουσίας μηδαμινή συμμετοχή στις υποθέσεις του εναγόμενου 1 Συνεταιρισμού. Η διοίκηση και διεύθυνση του Συνεταιρισμού ασκείται αποκλειστικά από την εναγομένη 4 Ιερά Αρχιεπισκοπή με νόμιμο εκπρόσωπο του Συνεταιρισμού στον Έφορο Εταιρειών τον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, Χρυσόστομο Β΄, ο οποίος για τη διαχείριση των καθημερινών υποθέσεων, έχει εξουσιοδοτήσει Συμβούλιο με εκτελεστικό Πρόεδρο. Η εναγόμενη 2 ουδέποτε προσπορίστηκε κατά τον ομνύοντα, οιοδήποτε ποσό από την συμμετοχή της στον ως άνω εναγόμενο 1 ετερόρρυθμο συνεταιρισμό. Δεν έχει καμία εμπλοκή στα διοικητικά ή εσωτερικά του και με κανένα τρόπο δεν επηρεάζει την εξέλιξη του. Ναι μεν ως ομόρρυθμος εταίρος του συνεταιρισμού φέρει ευθύνη για τις υποχρεώσεις αυτού, αλλά ως διαφαίνεται ως άνω, οι ευθύνες που δυνατό να προκύπτουν από την παρούσα υπόθεση, είναι κατά τον ομνύοντα εξαιρετικά αμφισβητούμενες. Για τους λόγους αυτούς, ήταν οι θέση του ενόρκως δηλούντα ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης εναντίον της εναγομένης
- Η ειδοποίηση ένστασης. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στο αίτημα παραμερισμού της απόφασης. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η εναγομένη 2 δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή. Περαιτέρω δεν προβάλει οιανδήποτε εύλογη δικαιολογία για την μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης που είχε ως συνέπεια την έκδοση της απόφασης. Ως εκ τούτου, η παράλειψη εμφάνισης της εναγομένης 2 στη διαδικασία δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Αναφέρεται επίσης ότι η επίδοση της αγωγής έλαβε χώρα σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή με την κείμενη νομοθεσία με αποτέλεσμα η εναγομένη 2 να λάβει γνώση της αγωγής. Οι ισχυρισμοί της περί κακής επίδοσης, είναι εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό να αποφύγει τις συνέπειες της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης, ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κύπρου δεν προβλέπει περί επίδοσης και/ή εν πάση περιπτώσει, δεν έχει ισχύ Νόμου και δεν υπερισχύει των Νόμων της Δημοκρατίας. Αναφέρεται τέλος ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι αυτή είναι καταχρηστική γιατί αποσκοπεί στην πρόκληση ταλαιπωρίας και καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης αφού σκοπός της είναι η παρακώλυση της εκτέλεσης της, ορθά και νομίμως εκδοθείσας απόφασης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου - συνεργάτη στο Δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Σε αυτήν, επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Αγόρευσαν επίσης και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στην επιχειρηματολογία των δικηγόρων όπως παρατίθεται στις πιο πάνω αγορεύσεις. Παραπομπή σε αυτές θα γίνει αν κριθεί αναγκαίο, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns
(1994)1 A.A.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. Από την άλλη όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της διαφορετικής εκδοχής του εναγομένου. Θα πρέπει να προσκομιστούν ταυτόχρονα και κάποια αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή του εναγομένου. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 όπου στην σελίδα 799, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Πέραν των πιο πάνω, η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αναφέρθηκε επιπλέον στις πιο πάνω αποφάσεις ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει την θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας και η τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στα πλαίσια αυτά, πέραν της υποχρέωσης αποκάλυψης καλής υπεράσπισης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την συμπεριφορά του αιτητή και δύναται, αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Αυτό συμβαίνει όπου διαπιστώνεται συμπεριφορά που είναι περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποδεικνύει επίσης ότι στις περιπτώσεις που ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου λάβει γνώση για την αγωγή ή την πορεία της υπόθεσης, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής εξουσίας. Στην υπόθεση Γιωργαλίδης ν. Χρίστου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 247, το Εφετείο ανέφερε ότι αντικανονική επίδοση, εκθεμελιώνει τη διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται αυτοδικαίως (ex debito justitiae). Σχετικές με το θέμα είναι και οι μεταγενέστερες υποθέσεις Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ 43, 48, και Νέμιτσας ν. Chaparian
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Λέχθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις ότι το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα του διαδίκου να γνωρίζει για τις δικαστικές διαδικασίες που κινούνται εναντίον του, συνδέεται αναπόφευκτα με το δικαίωμα δίκαιης δίκης αφού μόνο έτσι του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπιστεί. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας για κακή επίδοση της αγωγής. Το άρθρο 110.1 του Συντάγματος που αναγνωρίζει την ανεξαρτησία της Κυπριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας, έχει ως ακολούθως: "
- Η αυτοκέφαλος Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου θα συνεχίση έχουσα το αποκλειστικόν δικαίωμα ρυθμίσεως και διοικήσεως των εσωτερικών αυτής υποθέσεων και της περιουσίας αυτής συμφώνως τοις ιεροίς κανόσι και τω εν ισχύϊ καταστατικώ χάρτη αυτής. Η Ελληνική Κοινοτική συνεύλευσις δεν δύναται όπως ενεργεί αντιθέτως προς το ειρημένον δικαίωμα της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου." Ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κύπρου δεν έχει κυρωθεί από Νόμο του κράτους. Παρόλα αυτά δυνάμει της πιο πάνω Συνταγματικής διάταξης, η Κυπριακή Εκκλησία μπορεί να θεωρηθεί από νομική άποψη ως "αυτοτελής και αυτοδιοικούμενος με ιδίαν δικαιοδοσίαν αλλά εντός του κράτους οργανισμός που έλκει δικαιώματα απευθείας από το Σύνταγμα". (Βλ. Κρίτωνα Τορναρίτη «Η θέση της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας Της Κύπρου ανάτυπο από το αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο Βαβούσκο» τ. Γ σελ.425). Στον βαθμό λοιπόν που οι διατάξεις του Καταστατικού της Εκκλησίας της Κύπρου δεν βρίσκονται σε αντίθεση με οιονδήποτε Νόμο, έχουν πλήρη εφαρμογή δυνάμει του Συντάγματος της Δημοκρατίας. Περίπτωση ασυμφωνίας του Νόμου με το Καταστατικό της Εκκλησίας της Κύπρου, εντοπίζεται στην υπόθεση Ιερά Μονή Μαχαιρά ν. Κουβατζιά κα
(2007)1 Α.Α.Δ.
- Αφορούσε τις διατάξεις του Καταστατικού, αναφορικά με την κληρονομική διαδοχή των μοναχών. Κρίθηκε ότι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κύπρου δεν έχει ισχύ Νόμου και υπεροχή έναντι των Νόμων της Πολιτείας, κατά τρόπο που να εξουδετερώνεται η ισχύς του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ.
- Στην παρούσα περίπτωση όμως δεν εντοπίζεται καμία ασυμφωνία του Καταστατικού της Εκκλησίας της Κύπρου με οιανδήποτε νομοθεσία ή κανονισμό της Κυπριακής Πολιτείας αναφορικά με το νομικό καθεστώς των Ενοριών και την νομική τους εκπροσώπηση. Σύμφωνα με το άρθρο 45.1 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, η εναγόμενη 2 Ενορία, αποτελεί νομικό πρόσωπο. Οι Ενορίες δυνάμει του άρθρου 52 πιο πάνω Καταστατικού, διοικούνται από Ενοριακές Επιτροπές που μεταξύ άλλων είναι επιφορτισμένες με την δικαστική εκπροσώπηση της Ενορίας και την διαφύλαξη της περιουσίας της (βλ. επίσης άρθρο 62). Σύμφωνα δε με το άρθρο 46, οι ενοριακοί Ναοί, δεν είναι νομικά πρόσωπα. Αντιθέτως συνιστούν αναπαλλοτρίωτη εκκλησιαστική περιουσία που ανήκει κατά κυριότητα στην οικεία Ενορία (βλ. άρθρο 46.3). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι στην επίδοση δικογράφων για την εναγομένη 2 Ενορία, εφαρμόζονται οι διατάξεις της Δ.5 Θ.7 που καθορίζει γενικά την διαδικασία επίδοσης σε νομικά πρόσωπα. Ο εν λόγω διαδικαστικός κανονισμός έχει ως εξής:
- In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; and in the case of any company not formed in Cyprus, the copy may be left at its place of business in Cyprus, or if there is no such place, with any person in Cyprus who appears to be authorized to transact business for the company in Cyprus, and such leaving of the copy shall he deemed good service unless the Court or a Judge otherwise orders. And where by any law provision is made for the service of any writ of summons or other process on any corporate body or any society or fellowship or any body or number of persons, corporate, or unincorporate, the service of the office copy of a writ may be effected accordingly. Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι η επίδοση σε νομικό πρόσωπο μπορεί να επιτευχθεί πέραν από την επίδοση σε αξιωματούχο (on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body) και με την παράδοση στα γραφεία του νομικού προσώπου (or delivery of such copy at the office of such body). Σχετική μεταξύ άλλων είναι η υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43, στην οποία όμως κρίθηκε κακή η επίδοση, παρότι το κλητήριο αφέθηκε στα γραφεία της εναγομένης εταιρείας. Ο λόγος ήταν ότι δεν ήταν καθόλου γνωστό σε ποιο άτομο αφέθηκε το κλητήριο στα γραφεία της εναγομένης και αν αυτό την εκπροσωπούσε σε οιονδήποτε βαθμό. Στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι η επίδοση που έγινε στον ιερέα ενός από του 4 ναούς της Ενορίας δεν είναι καλή επίδοση για την εναγομένη 2 Ενορία. Ο ιερέας ούτε Πρόεδρος της εναγομένης 2 Ενορίας είναι ούτε αξιωματούχος της. Ούτε έχει υποδειχθεί ότι ο εν λόγω Ναός, ήταν η έδρα τη εναγομένης 2 Ενορίας όπου θα μπορούσε να παραδοθεί το κλητήριο σε εξουσιοδοτημένο για τον σκοπό αυτό πρόσωπο. Ως αποτέλεσμα, η εναγομένη 2 Ενορία δεν έλαβε γνώση για τις δικαστικές διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον της, στην παρούσα αγωγή. Για τον λόγο αυτό, η υπό κρίση απόφαση που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης 2 θα πρέπει να απορριφθεί αυτοδικαίως (ex debito justitiae) χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής εξουσίας. Ανεξαρτήτως τούτου, ακόμα και αν αποδεικνυόταν καλή επίδοση του κλητηρίου και πάλιν η απόφαση μου θα ήταν αποδοχή του αιτήματος παραμερισμού της απόφασης. Από του σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η εναγομένη 2, έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Έχουν τεθεί με την ένορκη δήλωση της αίτησης, ισχυρισμοί για πληρωμή από τους εναγομένους για μεγάλο χρονικό διάστημα, δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε αντιπρόσωπο της ενάγουσας. Πρόκειται για μεγάλο μέρος του ιδίου χρονικού διαστήματος για το οποίο η ενάγουσα ζητά με την παρούσα αγωγή της, αμοιβή για πνευματικά δικαιώματα. Έχουν επίσης αμφισβητηθεί, οι κατ' ισχυρισμό εξουσιοδοτήσεις της ενάγουσας να αντιπροσωπεύει συγκεκριμένους δημιουργούς και να ζητά εκ μέρους τους, την πληρωμή εκμετάλλευσης πνευματικών δικαιωμάτων. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί, στοιχειοθετούν συζητήσιμη υπεράσπιση, με την έννοια ότι αν αποδειχθούν μετά από πλήρη ακρόαση, η απαίτηση της ενάγουσας αναπόφευκτα θα απορριφθεί. Έχουν τεθεί κατά την άποψη μου με την ένορκη δήλωση της αίτησης, ζητήματα πραγματικά και νομικά που πρέπει να διευκρινιστούν μόνο μετά από πλήρη εκδίκαση της αγωγής. Να σημειώσω στο στάδιο αυτό ότι η πιο πάνω κατάληξη μου για απόδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης από την εναγομένη 2, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου επί της ουσίας της αγωγής. Το κατά πόσον ευσταθούν οι εν λόγω υπερασπίσεις θα αποφασιστεί στο τέλος της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει σχετική μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Όμως για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, συζητήσιμη υπεράσπιση της εναγομένης 2 Ενορίας επί της ουσίας της αγωγής. Περαιτέρω δεν έχει αποδειχθεί πλήρης αδιαφορία για την αγωγή από πλευράς εναγομένης 2 ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη του αιτήματος. Η επίδικη απόφαση, επιδόθηκε στον Πρόεδρο της εναγομένης 2 Ενορίας στις 22.9.2017. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 13.10.17. Υπό τας περιστάσεις, το χρονικό διάστημα των 21 ημερών που διέρρευσε για καταχώρηση της παρούσα αίτησης δεν δικαιολογεί την θέση της ενάγουσας για μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος. Πολύ δε περισσότερο δεν δικαιολογεί ισχυρισμό για καθυστέρηση που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου που θα δικαιολογούσε σύμφωνα με την νομολογία την απόρριψη της αίτησης, παρά την απόδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης. Ανακεφαλαιώνοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως η αίτηση γίνει αποδεκτή για τους πιο κάτω λόγους.
(1)Δεν έγινε καλή επίδοση του κλητηρίου στην εναγομένη 2 Ενορία με αποτέλεσμα να μην λάβει γνώση για την έγερση της αγωγής εναντίον της. Συνεπώς η επίδικη ερήμην εκδοθείσα απόφαση πρέπει να ακυρωθεί αυτοδικαίως (ex debito justitiae).
(2)Η εναγομένη 2 Ενορία, έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή και έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες και στοιχεία ούτως ώστε να της δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί επί της ουσίας της υπόθεσης.
(3)Δεν έχει αποδειχθεί από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι η εναγομένη 2 Ενορία, επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την αγωγή που να ισοδυναμεί με καταφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Εκδίδεται ενόψει τούτου, διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης 2 στις 7.7.17. Η εναγομένη 2 να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση, εντός 30 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης, σημειώνω ότι το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την επιδίκαση τους, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ.Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στις περιπτώσεις παραμερισμού απόφασης, είναι σύνηθες η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης να αποδίδεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων και όχι των εναγόντων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις παραμερισμού απόφασης αυτοδικαίως (ex debitio justitiae) λόγω παράβασης της δίκαιης δίκης όπου πχ λόγω κακής επίδοσης, ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις δικαστικές διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον του (βλ. μεταξύ άλλων Γιωργαλίδης ν. Χρίστου ανωτέρω). Έχω προβληματιστεί αρκετά ως προς το θέμα της επιβολής όρων για τα έξοδα ενόψει της διαπίστωσης μου για κακή επίδοση της αγωγής και της συνεπακόλουθης άγνοιας της εναγομένης 2 για την καταχώρηση των υπό κρίση δικαστικών διαδικασιών εναντίον της. Βρίσκω ότι η δημιουργία των εξόδων δεν οφείλεται αποκλειστικά στην εναγομένη 2, η οποία δεν παρέλειψε αδικαιολόγητα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, δεδομένου ότι αγνοούσε την ύπαρξη της αγωγής. Καθοδήγηση στην θέση μου αυτή αντλώ από την υπόθεση Γιωργαλίδης (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση White v. Weston (ανωτέρω), που ήταν υπόθεση μη επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, το Δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση εναντίον του και διέταξε τα έξοδα να είναι έξοδα δίκης. Το διάταγμα αυτό για τα έξοδα αποτέλεσε λόγο έφεσης και το Αγγλικό Εφετείο διέταξε τον παραμερισμό του, για τον λόγο ότι ενώ ο Εναγόμενος εδικαιούτο τον παραμερισμό της απόφασης, ex debito justitiae, το πρωτόδικο Δικαστήριο με το διάταγμα για τα έξοδα, έθεσε όρους και περιόρισε το απόλυτο δικαίωμα που είχε ο εναγόμενος για τον παραμερισμό της απόφασης. Συμφωνούμε με την προσέγγιση αυτή. Όπως στην υπόθεση εκείνη, έτσι και στην παρούσα, ο εφεσείων δεν εγνώριζε για την ύπαρξη δικαστικών μέτρων εναντίον του και παρά το γεγονός ότι η επίδοση ήταν κακή, ο εφεσίβλητος προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον του εφεσείοντα, κατά παράβαση του θεμελιώδους δικαιώματος του να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του. Σε τέτοια περίπτωση εκτός του ότι το διάταγμα για πληρωμή των εξόδων στρέφεται ενάντια στο θεμελιακό αυτό δικαίωμα του εφεσείοντα, είναι παράλληλα και άδικο, γιατί χωρίς ο εφεσείων να ευθύνεται για οποιοδήποτε σφάλμα, διατάχθηκε να πληρώσει έξοδα, γιατί πήρε μέτρα που ήταν επιτυχή, για να διορθώσει το σφάλμα και να προασπίσει τα δικαιώματα του.» Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων μου για κακή επίδοση του κλητηρίου αλλά και των νομικών θεμάτων που τέθηκαν, θεωρώ δίκαιο όπως η υπόθεση παραμεριστεί χωρίς να τεθεί οιοσδήποτε όρος για τα έξοδα. Η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της, τόσον αυτά της παρούσας αίτησης όσον και τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής που χάνονται από τον παραμερισμό. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο