← Κύπρος

ΣΙΑΚΟΛΑΣ ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 11089/2007, 4/2/2019

ΣΙΑΚΟΛΑΣ ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 11089/2007, 4/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11089/2007

  1. XXXXX ΣΙΑΚΟΛΑΣ ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
  2. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  3. JONCH ESTATES LTD Εναγόντων Και
  4. ALPHA BANK CYPRUS LTD
  5. XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
  6. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 16.01.2019 Ημερομηνία: 04.02.2019 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους αρ.1 και 2 - αιτητές: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο αρ. 3: κ. Α. Χριστόφορου. Για ενάγοντες αρ.1, 2 και 3 - καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Δημητρίου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ακροαματική διαδικασία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο παλαιάς αγωγής, έγινε κατορθωτό να ξεκινήσει στις 14.01.
  7. Με την ολοκλήρωση της κυρίως εξέταση του ενάγοντα αρ.2, ο οποίος μετά τον θάνατο του πατέρα του συμμετέχει πλέον στη διαδικασία και ως ο διαχειριστής της περιουσίας του τελευταίου, (ενάγων αρ.1) η πλευρά των εναγομένων αρ.1 και 2 προχώρησε στην καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτηση. Μέσω της, επιζητούν: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή απορρίπτεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ως καταχρηστική και/ή ενοχλητική και/ή ανυπόστατη και/ή καταπιεστική και/η σκανδαλώδης και/ή κακόπιστη και/ή ως παράνομη . Β) Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή καλύτερη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορδή και δίκαια. Γ) Έξοδα και Φ.Π.Α.». Η ως άνω αίτηση, βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, ειδικότερα στη Δ.2 Θ.5 και 13, Δ.19, Δ.20, Δ.23, Δ.27 Θ1-4, Δ.39, Δ.48 Θ.1-4, Δ.39, Δ.48 Θ.1-9, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 άρθρα 179

(1)-
(3), στον περί Συμβάσεων Νόμο, άρθρα 142, 143, 161, στον περί Διαχείρισης Περιουσιών Νόμο άρθρα 2, 31, 52, στον περί Πτωχεύσεως Νόμο άρθρα 1,
(1)-
(7), 128, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον περί Ερμηνείας Νόμο, στις Αρχές της Νομολογίας, στις Αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου η αίτηση εδράζεται, παρατίθεται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Χρίστου, δικηγόρου ως η ίδια εξηγεί σε δικηγορικό οίκο που εξυπηρετεί τους δικηγόρους των ως άνω εναγομένων - αιτητών στη Λευκωσία. Δεόντως εξουσιοδοτημένη και ενήμερη ως προκρίνει για να προβεί στη σχετική δήλωση, παραπέμποντας σε ισχυρισμό του ενάγοντα αρ.2, καθ' ον χρόνο ο τελευταίος κατέθετε στις 14.01.2019 από το εδώλιο του μάρτυρα στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, υπέδειξε ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που με βάση την απόφαση ημερομηνίας 10.09.2018, που εκδόθηκε στην Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Alpha Bank Ltd) ν. Εν πτωχεύση ΧΧΧ Θεοδώρου, Πολ. Έφεση 264/2011, έχει πτωχεύσει. Παρά το γεγονός ότι με την ως άνω απόφαση εξεδόθη διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του ως άνω προσώπου, υποστηρίζει πως με δεδομένες τις μεταβατικές διατάξεις της νομοθεσίας περί πτωχεύσεως ως αυτή έχει τροποποιηθεί περί το 2015, οποιαδήποτε διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον χρεώστη η οποία άρχισε αλλά δεν έχει συμπληρωθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτωχεύσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, συνεχίζεται ως διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος πτώχευσης, χωρίς την ανάγκη οποιασδήποτε τροποποίησης των σχετικών δικογράφων. Ως εκ τούτου, αποτελεί θέση της ότι από την έκδοση της ως άνω απόφασης πτώχευσης του ενάγοντα αρ.2, ο τελευταίος δεν μπορεί να προωθεί οποιαδήποτε αγωγή εκτός με την άδεια του Επίσημου Παραλήπτη. Τέτοια άδεια, σημειώνει, μέχρι σήμερα δεν έχει εξασφαλιστεί ούτε και παρουσιαστεί. Επιπρόσθετα, προκρίνει ότι η πτώχευσή του ενάγοντα αρ.2, όχι μόνο εμποδίζει τον τελευταίο να αντιπροσωπεύει την περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα του αλλά και να κατέχει θέση συμβούλου ή και να αναμειγνύεται στη διοίκηση της ενάγουσας αρ.3 εταιρείας, της οποίας, σύμφωνα με έρευνα στα γραφεία του Εφόρου Εταιρειών παρουσιάζεται να είναι γραμματέας. Η ως άνω εξέλιξη, υποστηρίζει, έχει σαν αποτέλεσμα η ως άνω ενάγουσα αρ.3 εταιρεία, της οποίας μοναδικός διευθυντής ήταν ο αποβιώσας πατέρας του ενάγοντα αρ.2, στη θέση του οποίου περιήλθε σαν διαχειριστής της περιουσίας του, να μην μπορεί επίσης να προωθεί την παρούσα διαδικασία. Συμπληρώνει παράλληλα πως ενόψει της δεδηλωμένης θέσης του ενάγοντα αρ.2 ότι πλέον ονομάζεται XXXXX, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δεν θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς να τροποποιηθεί, καθότι ο ενάγοντας αρ.2 είναι λανθασμένο και/ή ανύπαρκτο πρόσωπο. Εάν αφεθεί να προωθηθεί η υπό συζήτηση αγωγή, προτάσσει, θα πρόκειται για διαδικασία παράνομη και παράτυπη που προωθείται από άτομο ανίκανο, χωρίς το δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να την εκδικάσει, επιτρέποντας σε πτωχεύσαντα, η διαχείριση της περιουσίας του οποίου βρίσκεται στα χέρια του επίσημου παραλήπτη, να συνεχίσει να διαχειρίζεται περιουσία του αλλά και περιουσία τρίτων προσώπων τα οποία δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει και να εκπροσωπεί, συνεχίζοντας ταυτόχρονα να δημιουργεί υποχρεώσεις με τη δημιουργία και συσσώρευση εξόδων. Αποτελεί καταληκτική θέση της ομνύουσας ότι η ως άνω αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ακυρότητας ή/και γιατί αποτελεί καταχρηστική, κακόπιστη, σκανδαλώδη και ενοχλητική αγωγή. Η πλευρά των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση αντέδρασε. Προχώρησε στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Στο σώμα της, ως οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, πέραν από τη νομική βάση επί της οποίας εδράζεται, προβάλλονται και οι λόγοι της ένστασης. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
  1. Η Αίτηση των Αιτητών είναι εξ απόψεως ουσίας αλλά και δικονομικά αβάσιμη και αστήρικτη.
  2. Ο Καθ' ου η Αίτηση Αρ.2 δεν έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε και έχει εκδοθεί εναντίον του Διάταγμα Πτώχευσης.
  3. Οι Αιτητές δεν δικαιούνται στην βάση της κειμένης Νομοθεσίας στα αιτούμενα από αυτούς διατάγματα παραμερισμού ή και ακύρωσης ή και απόρριψης της παρούσας αγωγής ως καταχρηστικής και ή ενοχλητικής και ή ανυπόστατης και ή καταπιεστικής και ή σκανδαλώδους και ή ως κακόπιστης και ή ως παράνομης.
  4. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 10/9/2018 δεν έχει ως αποτέλεσμα την κήρυξη του Καθ' ου η Αίτηση Αρ.2 σε Πτώχευση.
  5. Οι Αιτητές εν πόση περιπτώσει δεν έχουν προβεί σε οποιονδήποτε νομικό διάβημα για την τροποποίηση ή και την διόρθωση της Απόφασης ημερομηνίας 10/9/18 του Ανωτάτου Δικαστηρίου εάν αυτό είναι αναγκαίο ή επιτρεπτό.
  6. Ο τίτλος της Αίτησης είναι εσφαλμένος και η αίτηση δεν είναι δικονομικά βάσιμη» Η ένορκη δήλωση του XXXXX Σιακόλα, που ως εξηγεί προηγουμένως ονομαζόταν XXXXX XXXXX Σοφοκλέους, συνοδεύει και υποστηρίζει την ως άνω ένσταση. Ο ίδιος, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του Γεώργιου Σοφοκλέους, αποτελεί ως υποδεικνύει τον ενάγοντα αρ.1 στη διαδικασία όπως και τον ενάγοντα αρ.2 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, που κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής ονομαζόταν XXXXX Γεωργίου. Ο XXXXX Σιακόλας και ο XXXXX XXXXX Σοφοκλέους, εξηγεί, είναι το ίδιο πρόσωπο. Ως η συμβουλή που έλαβε από τον δικηγόρο του, υποστηρίζει πως η θέση των αιτητών ότι με την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξεδόθη στο πλαίσιο της ως άνω Πολ. Έφεσης 264/2011, ημερομηνίας 10.09.2018, ο ίδιος έχει κηρυχτεί σε πτώχευση, είναι λανθασμένος και αντινομικός. Το Ανώτατο Δικαστήριο, υποστηρίζει επίσης, εσφαλμένα και αντινομικά στις 10.09.2018 εξέδωσε διάταγμα παραλαβής εναντίον της περιουσίας του, αφού σύμφωνα με τη νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της ως άνω απόφασης, τούτο δεν ήτο δυνατόν ή/και επιτρεπτό ή/και νόμιμο. Σε κάθε περίπτωση, προκρίνει, μέχρι σήμερα εναντίον του δεν έχει εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης ούτε έχει κηρυχτεί σε πτώχευση από οποιοδήποτε δικαστήριο. Έθεσε προς τούτο υπόψη του δικαστηρίου επιστολή του δικηγόρου του, ημερομηνίας 17.09.2018, με την οποία ο τελευταίος αιτείτο άδεια από τον Επίσημο Παραλήπτη να εκπροσωπήσει τον ενάγοντα αρ.2 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αίτημα το οποίο απορρίφτηκε από το αρμόδιο Τμήμα, αφού ο Επίσημος Παραλήπτης, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα «δεν θεωρεί ούτε και αποδέχεται ότι με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 10/9/2018, έχω κηρυχθεί σε Πτώχευση». Η απάντηση του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη στην ως άνω επιστολή του δικηγόρου του, σύμφωνα με τον ομνύοντα, ήταν να γνωστοποιηθεί στον δικηγόρο του ότι το συγκεκριμένο Τμήμα «δεν έχει λάβει οποιανδήποτε ειδοποίηση ή διάταγμα για την πτώχευση μου και ότι με βάση τα αρχεία του Επίσημου Παραλήπτη δεν είμαι Πτωχεύσας». Αποτελεί περαιτέρω θέση του, στηριγμένη επίσης σε νομική συμβουλή την οποία έλαβε, ότι ο διορισμός του επίσημου παραλήπτη μέσω της απόφασης του εφετείου στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης 264/2011, δεν σημαίνει ούτε και συνεπάγεται την κήρυξη του σε πτώχευση. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνει, το ως άνω διάταγμα ημερομηνίας 10.09.2018, δεν έχει τροποποιηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ώστε να διατάσσεται ή να έχει ως αποτέλεσμα την κήρυξη του σε πτώχευση, ενώ η ως άνω επιστολή του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη δηλώνει ότι διάταγμα παραλαβής που εκδόθηκε εναντίον του στις 10.02.2010 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας , έχει ακυρωθεί. Επαναλαμβάνοντας ότι ο ενάγων αρ.2 και το πρόσωπο του παρουσιάζεται ως διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX Σοφοκλέους είναι το ίδιο πρόσωπο, διακηρύσσει τη βούλησή του να υποβάλει σχετική αίτηση για τροποποίηση και διόρθωση του τίτλου της αγωγής. Ομοίως, υποδεικνύει ότι επιφυλάσσει το δικαίωμά του να απευθυνθεί στα αρμόδια δικαστήρια, αφενός για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του, ημερομηνίας 10.09.2018 και αφετέρου την ακύρωση απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή Αρ. 3964/2001 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στη βάση απόφασης ημερ. 13.07.2011 του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Σοφοκλέους v Alpha Bank Ltd, 2011 1(Β) Α.Α.Δ.
  7. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Στην έκταση που θεώρησαν τούτο χρήσιμο και επιθυμήτο, τούτο έπραξαν και διά ζώσης, κατά το στάδιο της ακρόασης. Με πολλή προσοχή το δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Παρεμβάλλεται ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου αρ.3, δήλωσε προς το δικαστήριο ότι υιοθετεί την υπό συζήτηση αίτηση των εναγομένων αρ.1 και 2, όπως και την επιχειρηματολογία και θέσεις των αιτητών κατά την ακρόαση της αίτησης. Κύριο ζήτημα που απασχολεί στο πλαίσιο της παρούσας είναι η ύπαρξη ή μη σε βάρος του ενάγοντα αρ.2 διατάγματος πτώχευσης, εξέλιξη που ως η εισήγηση των αιτητών θα πρέπει καταλυτικά να επιδράσει στην ενεργητική νομιμοποίηση του τελευταίου να προωθεί την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή προσωπικά αλλά και ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του, ως επίσης, υπό τις περιστάσεις που εισηγείται τουλάχιστον η πλευρά των αιτητών, κατά τρόπο που να επιδρά στην ικανότητα και δυνατότητα της ενάγουσας αρ.3 εταιρείας να προωθεί την παρούσα αγωγή. Ως έχει ήδη σημειωθεί, αποτελεί θέση του ενάγοντα αρ.2 ότι στο πλαίσιο της απόφασης στην ECLI:CY:AD:2018:A392, Πολ. Έφεση Αρ. 264/2011, ημερ. 10.09.2018, δεν παρείχετο καν η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία ως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Ανεξαρτήτως τούτου, μέχρι σήμερα, προκρίνει η πλευρά του, δεν έχει εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης σε βάρος του ούτε έχει κηρυχθεί σε πτώχευση από οποιοδήποτε δικαστήριο. Προς επίρρωση τούτου παραπέμπει σε επιστολή που έλαβε ο δικηγόρος του από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ημερομηνίας 17.09.
  1. Είναι αισθάνομαι αναγκαίο, για όση σημασία στο τέλος της ημέρας μπορεί να έχει στη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης επί του συζητούμενου, ευθύς εξ' αρχής να σημειωθεί ότι αντίθετα με τη θέση που προκρίνει ο ενάγοντας αρ.2 στη δήλωσή του, στην εν λόγω επιστολή του Επίσημου Παραλήπτη, ημερομηνίας 17.09.2018, δεν επιβεβαιώνεται η θέση του ως άνω ενάγοντα (βλ. παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης του τελευταίου που συνοδεύει την ένσταση, ημερομηνίας 23.01.2019) ότι το διάταγμα παραλαβής που τον αφορούσε και ακυρώθηκε, είχε εκδοθεί εναντίον του στις 10.02.
  2. Ούτε στην εν λόγω επιστολή καταγράφεται ότι ο Επίσημος Παραλήπτης απέρριψε το αίτημα για παροχή εξουσιοδότησης-συγκατάθεσης θεωρώντας και αποδεχόμενος ότι με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 10.09.2018, ο ενάγοντας αρ.2 δεν έχει κηρυχθεί σε πτώχευση. Ως εντοπίζεται στην εν λόγω επιστολή, η αρμόδια αρχή, τοποθετούμενη στην επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα αρ.2, ημερομηνίας 17.09.2018, με την οποία ουσιαστικά επιζητείτο η άδεια του Επίσημου Παραλήπτη για εκπροσώπηση του φερόμενου ως πτωχεύσαντα ενάγοντα αρ.2 στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (11089/2007) - κατ' εφαρμογή προφανώς της επιφύλαξης του εδαφίου
(4)του άρθρου 9 του Κεφ.5 - υποδεικνύεται στο δικηγόρο του ενάγοντα αρ.2 ότι το συγκεκριμένο άτομο «. έχει ακυρώσει το διάταγμα παραλαβής του στις 10.02.2010 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας», για να καταλήξει πως «Ως εκ τούτου ο Επίσημος Παραλήπτης δεν έχει οποιαδήποτε δικαιοδοσία για παραχώρηση εξουσιοδότησης». Σημειώνεται ταυτόχρονα, ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε υπόψη του δικαστηρίου σχετικά με την υποχρέωση των αιτούντων την πτώχευση του ενάγοντα αρ.2 (πρόκειται για το ίδιο τραπεζικό ίδρυμα που αποτελεί τους εναγόμενους αρ.1 στην παρούσα διαδικασία) να παραδώσουν, σύμφωνα με το εδάφιο (ζ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 5 του Κεφ. 5, μεταξύ άλλων και στον Επίσημο Παραλήπτη, αντίγραφο του επικαλούμενου από τους ίδιους διατάγματος πτώχευσης του ενάγοντα αρ.
  1. Η ως άνω αποτύπωση και αποκατάσταση της εξέλιξης των πραγμάτων, ως αναδύεται πάντα από τα στοιχεία και έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από την πλευρά του ενάγοντα αρ.2, δεν διαφοροποιεί ασφαλώς το γεγονός ότι ο Κλάδος Πτωχεύσεων και Εκκαθαρίσεων Εταιρειών του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, με αναφορά στα αρχεία του, καταγράφει στην ως άνω επιστολή του, ότι, προγενέστερο προφανώς διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του ενάγοντα αρ.2 είχε ήδη ακυρωθεί από τις 10.02.2010 και ως εκ τούτου ο Επίσημος Παραλήπτης δεν είχε οποιαδήποτε δικαιοδοσία για παραχώρηση συγκατάθεσης προς το σκοπό συνέχισης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Πέραν από τα πιο πάνω, τα οποία δυνατόν να είχαν τη δική τους σημασία και δυναμική στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο έχει ζητηθεί και εξασφαλιστεί ή όχι σχετική συγκατάθεση για συνέχιση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, η οποία δρομολογήθηκε πριν από την προβαλλόμενη πτώχευση του ενάγοντα αρ.2 φερόμενου ως πτωχεύσαντα, εξακολουθεί να απασχολεί το μείζον ερώτημα στην παρούσα περίπτωση, κατά πόσο δηλαδή, πέραν και ανεξάρτητα από τις τοποθετήσεις του Επίσημου Παραλήπτη επί τούτου, ως προκύπτουν τουλάχιστον από την όψη της ως άνω επιστολής του τελευταίου, ημερομηνίας 17.09.2018, έχει πράγματι εκδοθεί και βρίσκεται σε ισχύ σε βάρος του ενάγοντα αρ.2 διάταγμα πτώχευσης. Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις (άρθρο 128) που έχουν ενσωματωθεί στο περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ.5 με τον τροποποιητικό αυτού νόμο 61(Ι)/2015: «Από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόµου του 2015, ισχύουν οι ακόλουθες µεταβατικές διατάξεις: (α) Οποιαδήποτε διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον χρεώστη, η οποία άρχισε αλλά δεν έχει συμπληρωθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, συνεχίζεται ως διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος πτώχευσης δυνάμει του παρόντος Νόμου, χωρίς οποιαδήποτε τροποποίηση των σχετικών δικογράφων· (β) οποιοδήποτε διάταγμα παραλαβής έχει εκδοθεί πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόµου του 2015, δύναται να τροποποιηθεί από το Δικαστήριο, µετά από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου, ώστε να αποτελεί πλέον διάταγμα πτώχευσης δυνάμει του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει Διαδικαστικούς Κανονισμούς για σκοπούς σύντμησης της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης που προνοείται στην παρούσα παράγραφο: Νοείται περαιτέρω ότι, η ημερομηνία έκδοσης του τροποποιηθέντος ως ανωτέρω αρχικού διατάγματος παραλαβής θα λαµβάνεται υπόψη για σκοπούς υπολογισμού των προθεσμιών για αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα δυνάμει του άρθρου 27Α, ως εάν να επρόκειτο για την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού διατάγµατος πτώχευσης, εκτός εάν υποβληθεί ένσταση από οποιοδήποτε πιστωτή· (γ) οποιαδήποτε διαδικασία πτώχευσης έχει αρχίσει µε διάταγµα πτώχευσης που έχει εκδοθεί πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόµου του 2015, συνεχίζεται και διεκπεραιώνεται δυνάµει των διατάξεων του παρόντος Νόµου». Είναι φανερό από τις πρόνοιες της ως άνω διάταξης πως μετά την έναρξη της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, ακόμα και στην περίπτωση που άρχισε ήδη, πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί μια διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας ενός χρεώστη, αυτή συνεχίζεται ως αίτηση έκδοσης διατάγματος πτώχευσης χωρίς μάλιστα να απαιτείται οποιαδήποτε τροποποίηση των σχετικών δικογράφων. Δεδομένη είναι άλλωστε η δυνατότητα τροποποίησης από το δικαστήριο οποιουδήποτε διατάγματος παραλαβής είχε εκδοθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω τροποποιητικού νόμου του 2015, μετά από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου, κατά τρόπο που να αποτελεί πλέον διάταγμα πτώχευσης. Είναι γεγονός πως στην ως άνω μεταβατική διάταξη, με δεδομένη τη δυνατότητα έκδοσης πλέον απευθείας διατάγματος πτώχευσης (άρθρα 4 και 5 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, ως έχουν τροποποιηθεί από τον Ν.61(Ι)/2015), δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια για περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση, έκδοσης δηλαδή διατάγματος παραλαβής της περιουσίας ενός χρεώστη μετά που τέθηκε σε ισχύ ο περί Πτώχευσης (Τροποποιητικός) Νόμος του
  2. Παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη αρ.1 ήταν αυτή που προώθησε την αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του ενάγοντα αρ.2, χρόνια πριν τεθεί σε ισχύ ο ως άνω τροποποιητικός νόμος του 2015, πέτυχε τελικά, ως καταγράφεται τούτο στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 10.09.2018, σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτό που τέθηκε σε ισχύ ο περί Πτώχευσης (Τροποποιητικός) νόμος 61(Ι)/2015, την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του ενάγοντα αρ.
  3. Δεδομένη, αδιαμφισβήτητη και δεσμευτική παραμένει ασφαλώς η ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Το ζήτημα που απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας, είναι η επίδραση που αυτή έχει, θεωρούμενη στο πλαίσιο της ισχύουσας πλέον για το ζήτημα νομοθεσίας. Με δεδομένη την ως άνω εξέλιξη στη σχετική νομοθεσία, η πλευρά των εναγομένων αρ.1 και 2 - αιτητών, όχι μόνο δεν έχει καταδείξει ότι γνωστοποίησε την έκδοση του ως άνω διατάγματος στον Επίσημο Παραλήπτη, ως η υποχρέωση της σύμφωνα με το (ζ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 5 του Κεφ.5 αλλά ταυτόχρονα, δεν φαίνεται να αναζήτησε οποιαδήποτε θεραπεία όσον αφορά το εκδοθέν διάταγμα, απευθυνόμενη προς τούτο στο αρμόδιο δικαστήριο που το εξέδωσε. Περιορίστηκε ουσιαστικά να εγείρει το ζήτημα της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης όλων των εναγόντων να προωθούν την παρούσα αγωγή, ως αποτέλεσμα της έκδοσης του ως άνω διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του ενάγοντα αρ.2, ημερομηνίας 10.09.2018, για τους λόγους που εξηγεί. Με δεδομένο ότι η υπό συζήτηση περίπτωση δεν φαίνεται να καλύπτεται από τις ως άνω μεταβατικές διατάξεις του νόμου, αισθάνομαι πραγματικά ότι τυχόν απόπειρα του παρόντος δικαστηρίου να παρέμβει ουσιαστικά την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της χώρας, με οποιοδήποτε τρόπο και υποκαθιστώντας το, δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στο νόμο ή στη δικαστηριακή πρακτική. Καθ' ην έκταση, ρητά καθορίζεται το είδος του διατάγματος που εκδόθηκε στις 10.09.2018, ημερομηνία κατά την οποία είχε ήδη τεθεί σε ισχύ ο σχετικός τροποποιητικός νόμος του 2015, χωρίς να καλύπτεται το ζήτημα από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 128 του Κεφ.5, η απόπειρα τροποποίησης ουσιαστικά μιας απόφασης ή αναθεώρησης ή διόρθωσης ενός διατάγματος από δικαστήριο άλλο από εκείνο που το εξέδωσε, διαφορετικής μάλιστα βαθμίδας και δικαιοδοσίας δεν θα μπορούσε να αποτελέσει σύννομη και επιτρεπτή πρακτική. Η επιλογή αναζήτησης της συνδρομής του δικαστηρίου που εξέδωσε τη σχετική απόφαση για αποσαφήνιση, αποκρυστάλλωση και επίλυση του όλου ζητήματος που φορτικά ίσως επαναλαμβάνω, δεν φαίνεται να καλύπτεται από τις ως άνω μεταβατικές διατάξεις του νόμου, είτε από πλευράς της εναγομένης αρ.1 - αιτήτριας στην ως άνω αίτηση πτώχευσης είτε από οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος, δεν φαίνεται να απασχόλησε τα μέρη. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, θεωρούμενα πάντα με τη δεδομένη και αδιαμφισβήτητη ως παρέμεινε θέση του Επίσημου Παραλήπτη, ο οποίος απαντώντας αρνητικά σε επιστολή του συνηγόρου του ενάγοντα αρ.2 για παραχώρηση στον τελευταίο άδειας εκπροσώπησης του ενάγοντα αρ.2, ανατρέχοντας στα αρχεία του επιβεβαίωσε το γεγονός ότι σχετικό διάταγμα πτώχευσης που αφορούσε τον τελευταίο ακυρώθηκε ήδη από τις 10.02.2010 και ως εκ τούτου ο Επίσημος Παραλήπτης δεν είχε οποιαδήποτε δικαιοδοσία για παραχώρηση της αιτούμενης εξουσιοδότησης, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι η υπό συζήτηση αίτηση όσον αφορά τη συγκεκριμένη πτυχή, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να επιτύχει. Έχοντας εξάλλου κατά νου την εκφρασθείσα ήδη πρόθεση της πλευράς του ενάγοντα αρ.2 να προβεί σε αίτημα τροποποίησης σε σχέση με την αλλαγή του ονόματός του, όπως εξήγησε ότι αυτή στο μεταξύ επήλθε, τυχόν απόρριψη της αγωγής σε αυτό το στάδιο για το συγκεκριμένο λόγο στο πλαίσιο αίτησης ως η υπό συζήτηση, θα αποτελούσε ένα ιδιαίτερα επαχθές και ετεροβαρή μέτρο. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, χωρίς να παραβλέπω την εκφρασθείσα βούληση της πλευράς του ενάγοντα αρ.2 να προβεί σε τροποποιήσεις ή ακόμα το ενδεχόμενο οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος να δρομολογήσει διαβήματα για την αποκρυστάλλωση του ζητήματος της ενεργητικής νομιμοποίησης και δικαιοπρακτικής ικανότητας του ενάγοντα αρ.2, το δικαστήριο θα επαναπρογραμματίσει την υπόθεση, παρέχοντας εκ των προτέρων την άδεια στην πλευρά του ενάγοντα αρ.2 όπως αίτησή του για τροποποίηση σύμφωνα με τις αναφορές του, οριστεί κατ' εκείνη την ημερομηνία. Η υπόθεση επαναπρογραμματίζεται στις 14.02.2019 για οδηγίες. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, έχοντας κατά νου την εξέλιξη των πραγμάτων σε συνδυασμό με το πρωτότυπο ομολογουμένως του ζητήματος και την κατάληξη του δικαστηρίου, αισθάνομαι ότι τα πιο πάνω, συνολικά θεωρούμενα, επιτρέπουν την απόκλιση από το βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Συνακόλουθα, η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί τα έξοδά της στη διαδικασία. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.