← Κύπρος

Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Αχιλλέως ως εκκαθαριστής της εταιρείας LAPERTAS FISHERIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1569/17, 5/2/2019

Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Αχιλλέως ως εκκαθαριστής της εταιρείας LAPERTAS FISHERIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1569/17, 5/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A64 Αρ. Αγωγής: 1569/17 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγοντος και

  1. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της εταιρείας LAPERTAS FISHERIES LTD
  2. XXXXX XXXXX Χαραλάμπους άλλως Καμαρίτη
  3. XXXXX XXXXX Λαπέρτας άλλως Νικόλα
  4. XXXXX Γ. Παναγιώτου άλλως Λαπέρτας
  5. XXXXX Γεωργιάδου Εναγομένων Και διά τροποποιήσεως δυνάμει της Διαταγής 25, ως αυτή έχει τροποποιηθεί Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγοντος και
  6. XXXXX Αχιλλέως ως εκκαθαριστής της εταιρείας LAPERTAS FISHERIES LTD
  7. XXXXX XXXXX Χαραλάμπους άλλως Καμαρίτη
  8. XXXXX XXXXX Λαπέρτας άλλως Νικόλα
  9. XXXXX Γ. Παναγιώτου άλλως Λαπέρτας
  10. XXXXX Γεωργιάδου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 29.3.17 υπό ενάγοντος - αιτητή για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον εναγομένων 2 - 5 Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου 2019 Για ενάγοντα - αιτητή: κα Μαριάννα Τσαγκάρη Για εναγόμενους 2- 5 - καθ' ων η αίτηση: κος Ανδρέας Ταμάσιος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία ενάγει μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, αφορά εγγύηση που έδωσε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα για τις υποχρεώσεις της εταιρείας Lapertas Fisheries Ltd στην εν λόγω τράπεζα ομού με των εναγομένων 2 έως
  11. Η εταιρεία Lapertas Fisheries Ltd τελεί σήμερα υπό εκκαθάριση και η Δημοκρατία αναγκάστηκε να εξοφλήσει, το σύνολο σχεδόν του ποσού που όφειλε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα πλην €100,
  12. Με την παρούσα αγωγή του, ο Γενικός Εισαγγελέας αιτείται από τον εναγόμενο 1 ως εκκαθαριστή της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας Lapertas Fisheries Ltd, το σύνολο του ποσού που πλήρωσε η Δημοκρατία για το εν λόγω δάνειο. Αιτείται επίσης διαζευκτικά, την σχετική αναλογία του ποσού που πλήρωσε από τους συνεγγυητές της Δημοκρατίας εναγομένους 2 έως
  13. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο ενάγων αιτείται συγκεκριμένα με την αγωγή του, τα πιο κάτω: Α. Εναντίον του εναγομένου 1: €1.657.449,42 το οποίο καταβλήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 19.4.1996, προς εξόφληση υποχρεώσεων του εναγομένου 1 προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ όπως πηγάζουν από τη σύμβαση δανείου με αρ XXXXX030-6 και ημερομηνίας 16.5.1996 και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Β. Εναντίον των εναγομένων 4 και 5 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως με τον εναγόμενο 1: € 1.657.449,42 και/ή το μερίδιο που αναλογεί στον καθένα ξεχωριστά, δυνάμει συμφωνίας εγγύησης που υπέγραψαν ημερομηνίας 25.4.1996 προς διασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγομένου
  14. Γ. Εναντίον των εναγομένων 2 και 3 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως με τον εναγόμενο 1: Λ.Κ.25,000 ή το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ (€ 42,766.80) δυνάμει των υποχρεώσεων τους όπως αυτές προκύπτουν από το έγγραφο υποθήκης Υ 940/1996 πλέον 8 14 % τόκο από 25.4.1996 μέχρι εξοφλήσεως. Δ. Εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως με τον εναγόμενο 1: Λ.Κ. 44,000 ή το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ (€ 75,269.56) δυνάμει των υποχρεώσεων τους όπως αυτές προκύπτουν από το έγγραφο υποθήκης Υ938/96 πλέον τόκο προς 8 ΛΑ % από 25.4.1996 μέχρι εξοφλήσεως. Ε. Εναντίον του εναγομένου 3 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως με τον εναγόμενο 1: Λ.Κ. 79.000 ή το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ (€ 135.143,08) δυνάμει των υποχρεώσεων του όπως αυτές προκύπτουν από το έγγραφο υποθήκης Υ939/96 πλέον τόκο προς 8 1/4 % από 25.4.1996 μέχρι εξοφλήσεως. ΣΤ. Νόμιμο τόκο επί του ποσού των€ 1.657.449,42 από 26.11.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Ζ. Έξοδα. Ταυτόχρονα, με την αίτηση του ημ. 29.3.2017, ο ενάγων εξασφάλισε προσωρινά διατάγματα εναντίον όλων των εναγομένων, με τα οποία απαγορευόταν η αποξένωση της ακίνητης τους περιουσίας προς εξασφάλιση εκτέλεσης απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί στην παρούσα αγωγή. Ειδικότερα εκδόθηκαν διατάγματα για τα πιο κάτω ακίνητα:
  15. (Αριθμός εγγραφής 0/1XXX5, Τεμάχιο 2X9, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου αξίας €75.300,00 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
  16. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX9, Τεμάχιο 2X1, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου, αξίας €32.100,00 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
  17. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX0, Τεμάχιο 2X6, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου αξίας €21.400,00 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
  18. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX9, Τεμάχιο 3X0, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου αξίας €156.500,00 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
  19. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX8, Τεμάχιο 3X4, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου, αξίας €297.000,00 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
  20. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX4, Τεμάχιο 3X5, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου, αξίας €67.200,00 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
  21. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX6, Τεμάχιο 1X0, Περιοχή Κοίλη, Επαρχίας Πάφου, μερίδιο 5/120, αξίας (μεριδίου) €52.508,33 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2, 3 και
  22. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX2, Τεμάχιο 7X7, Περιοχή Κοίλη, Επαρχίας Πάφου, αξίας €6.700,00 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
  23. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX3, Τεμάχιο 7X4, Περιοχή Κοίλη, Επαρχίας Πάφου, αξίας €8.400,00 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
  24. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX0, Τεμάχιο 9X, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου, αξίας €32.100,00 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
  25. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX5, Τεμάχιο 7X6, Περιοχή Κοίλη, Επαρχίας Πάφου, αξίας €5.000,00 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
  26. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX7, Τεμάχιο 3X6, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου, αξίας €20.100,00 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
  27. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX7, Τεμάχιο 5X1, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου, αξίας €117.400,00 ιδιοκτησίας του εναγομένου
  28. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX3, Τεμάχιο 8X, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου , χωρίς αξία ιδιοκτησίας του εναγομένου
  29. Αριθμός εγγραφής 0/1XXX8, Τεμάχιο 8X, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου, αξίας €265.900,00 ιδιοκτησίας του εναγομένου
  30. Αριθμός εγγραφής 0/8XX8, Τεμάχιο 5X9, Περιοχή Μαραθούντας, ιδιοκτησίας του εναγομένου 1, εκτιμημένης αξίας €158.100,
  31. Οι εναγόμενοι 2 έως 5 καταχώρησαν ένσταση, στην οποία ισχυρίζονταν μεταξύ άλλων ότι ο εναγόμενος 1 είναι ανύπαρκτο πρόσωπο αφού διορίστηκε άλλος εκκαθαριστής της εταιρείας Lapertas Fisheries Ltd, στην θέση του Επίσημου Παραλήπτη. Μετά την καταχώρηση της πιο πάνω ένστασης των εναγομένων 2 έως 5, στις 30.5.2017 ο ενάγοντας καταχώρησε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, με το οποίο τροποποιήθηκε ο τίτλος της αγωγής εφόσον διαπιστώθηκε ότι ήταν λανθασμένος. Συγκεκριμένα, διορθώθηκε το όνομα του εναγόμενου 1 από «Επίσημος Παραλήπτης, ως εκκαθαριστής της Lapertas Fisheries Ltd» σε «XXXXX Αχιλλέως, ως εκκαθαριστής της Lapertas Fisheries Ltd». Την ίδια μέρα, καταχωρήθηκε νέα αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, μόνον εναντίον του εναγόμενου 1 αυτή την φορά. Εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα από το Δικαστήριο με το οποίο απαγορεύτηκε στον εναγόμενο 1 να αποξενώσει ένα ακίνητο ιδιοκτησίας της εταιρείας Lapertas Fisheries Ltd ως εμφαίνεται στην παρ. 16 ανωτέρω. Με την επίδοση του διατάγματος, ο εναγόμενος 1 καταχώρησε ένσταση στην οριστικοποίηση του. Έτσι στην παρούσα αίτηση ημ. 23.3.17, παρέμεινε προς εκδίκαση η οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων μόνο για τους εναγομένους 2 έως
  32. Η νέα αίτηση ημ. 30.5.17 για τον εναγόμενο 1 εκδικάστηκε ξεχωριστά. Η παρούσα αίτηση Την παρούσα αίτηση, συνοδεύει ένορκη δήλωση της Α.Κ, ανώτερης λογίστριας στο Γραφείο Διαχείρισης Κυβερνητικών Εγγυήσεων του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας. Αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της αγωγής, λόγω της προσωπικής της ανάμειξης στα πλαίσια των καθηκόντων της καθώς και μετά από μελέτη όλων των στοιχείων που περιέχονται στους σχετικούς φακέλους. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως παρατίθενται στην εν λόγω ένορκη δήλωση που είναι στην πλειοψηφία τους παραδεκτά από τους εναγομένους, έχουν ως ακολούθως:
  33. Στις 16.5.1996 υπεγράφη μεταξύ της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ και της εταιρείας Lapertas Fisheries Ltd, εναγόμενης 1 στην παρούσα αγωγή, συμφωνία δανείου με αρ. XXXXX030-6, για το ποσό των £200.000,00 (τεκμ. 1). Το εν λόγω δάνειο θα χρεωνόταν με τόκο προς 8,50% το χρόνο.
  34. Σύμφωνα με τον όρο 2 της πιο πάνω συμφωνίας, το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πέντε χρόνια με ίσες μηνιαίες δόσεις εκ £4,114.70 εκάστη. Η πρώτη δόση θα πληρωνόταν στις 31.12.1996 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα ωσότου το δάνειο εξοφληθεί εντελώς. Παράλειψη ή άρνηση του χρεώστη να καταβάλει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις με οποιουσδήποτε τόκους, ή προμήθειες, ή δικαιώματα που οφείλονται ολικά ή μερικά, στις καθορισμένες ημερομηνίες, ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, σύμφωνα με τη σύμβαση, καθιστούσε το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του, αμέσως απαιτητό και πληρωτέο, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος.
  35. Στις 19 Απριλίου 1996, δυνάμει σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, (τεκμ. 2), ο τότε Υπουργός Οικονομικών Χριστόδουλος Χριστοδούλου, υπέγραψε για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας, συμφωνία εγγύησης του πιο πάνω δανείου, για το ποσό των £200.000,00 πλέον δεδουλευμένους τόκους, προμήθεια, δικαιώματα, δικαστικά, δικηγορικά και άλλα συναφή έξοδα. Με την εν λόγω συμφωνία εγγύησης, η Κυπριακή Δημοκρατία εγγυήθηκε την αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού, που θα οφείλεται στην Τράπεζα μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους προς 8,50% το χρόνο, που θα καταστεί ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο. Η συμφωνία εγγύησης επισυνάπτεται ως τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της αίτησης..
  36. Επιπλέον εγγυήσεις για το ίδιο δάνειο παρασχέθηκαν ως ακολούθως: (α). Ο XXXXX XXXXX Σωτήρη, στις 18.10.1996 υποθήκευσε προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, το ακίνητο με στοιχεία αριθμός εγγραφής 0/8XX8, Τεμάχιο 5X9, Περιοχή Μαραθούντας, Επαρχίας Πάφου, για το ποσό των £52.000,00 πλέον 8,5% τόκο από 18.10.1996 (τεκμ. 4 στην Ε.Δ της αίτησης). Το πιο πάνω ακίνητο μεταβιβάστηκε στην εναγομένη 1 (τεκμ. 5). (β). Οι XXXXX XXXXX Χαραλάμπους και ο XXXXX XXXXX Λαπέρτας, εναγόμενοι 2 και 3 αντίστοιχα, στις 25.4.1996 υποθήκευσαν προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, τα ακόλουθα ακίνητα με στοιχεία: (i). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX5, Τεμάχιο 2X9, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου (ii). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX9, Τεμάχιο 2X1, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου (iii). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX0, Τεμάχιο 2X6, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου (iv). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX9, Τεμάχιο 3X0, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου (v). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX8, Τεμάχιο 3X4, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου (vi). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX4, Τεμάχιο 3X5, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου για το ποσό των Λ.Κ. 25.000 πλέον 8,50% τόκο από 25.4.1996 (τεκμ.6). (γ). Οι XXXXX XXXXX Χαραλάμπους ή Καμαρίτη, XXXXX XXXXX Λαπέρτας και ο XXXXX Γ. Παναγιώτου, εναγόμενοι 2, 3 & 4 αντίστοιχα, στις 25.4.1996 υποθήκευσαν προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, τα ακόλουθα ακίνητα με στοιχεία: (i). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX6, Τεμάχιο 1X0, Περιοχή Κοίλη, Επαρχίας Πάφου, Μερίδιον 5/120 (ii). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX2, Τεμάχιο 7X7, Περιοχή Κοίλη, Επαρχίας Πάφου (iii). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX3, Τεμάχιο 7X4, Περιοχή Κοίλη, Επαρχίας Πάφου (iv). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX0, Τεμάχιο 9X, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου (v). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX5, Τεμάχιο 7X6, Περιοχή Κοίλη, Επαρχίας Πάφου (vi). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX7, Τεμάχιο 3X6, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου για το ποσό των £44.000,00 πλέον 8,50% τόκο από 25.4.1996 (τεκμ.7). (δ). Ο XXXXX XXXXX XXXXX Λαπέρτας, εξ όσων προκύπτει από τον ΑΔΤ του, εναγόμενος 3, στις 25.4.1996 υποθήκευσε προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, τα ακόλουθα ακίνητα με στοιχεία: (i). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX7, Τεμάχιο 5X1, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου (ii). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX3, Τεμάχιο 8X, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου (iii). Αριθμός εγγραφής 0/1XXX8, Τεμάχιο 8X, Περιοχή Τσάδα, Επαρχίας Πάφου για το ποσό των £79.000 πλέον 8,50% τόκο από 25.4.1996 (τεκμ. 8). (ε). Προσωπική εγγύηση των XXXXX XXXXX Λαπέρτα και XXXXX Γεωργιάδου, εναγομένων 4 και 5 αντίστοιχα, ημερομηνίας 25.4.1996, για το ποσό των Λ.Κ. 200.000 πλέον 8,50% τόκο (ως τεκμ.9). (στ). Ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης εκδοθέν από την εναγομένη 1 προς τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ στις 15.5.
  37. Αναφέρεται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι η εταιρεία Lapertas Fisheries Ltd, καθυστερούσε και/ή αμελούσε την καταβολή των δόσεων της. Ως εκ τούτου, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα στις 10/2/2009 της απέστειλε επιστολή, δίδοντας ειδοποίηση τερματισμού εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής (τεκμ. 10). Ταυτόχρονα η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, απαίτησε την εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου υπολοίπου, πλέον τους αναλογούντες τόκους. Περαιτέρω, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 12 Φεβρουαρίου 2015, κάλεσε την Κυπριακή Δημοκρατία να εξοφλήσει όλα τα υπόλοιπα δανείων που εγγυήθηκε συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου, πλην υπολοίπου €100.000,00 για κάθε λογαριασμό δανείου. Στην συνέχεια, η Κυπριακή Δημοκρατία προέβη στην πληρωμή συνολικού ποσού ύψους €49.483,391.24 προς πλήρη εξόφληση όλων των δανείων που εγγυήθηκε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Από το πιο πάνω ποσόν, τα €1.657,449.42 αντιστοιχούν στην εξόφληση του επίδικου δανείου που η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα είχε παραχωρήσει στην εταιρεία Lapertas Fisheries Ltd δυνάμει της επίδικης συμφωνίας (τεκμ. 1). Ο ενάγοντας, με επιστολή του ημερομηνίας 27 Μαΐου 2016 (τεκμ. 13), κάλεσε την εταιρεία Lapertas Fisheries Ltd να εξοφλήσει το ποσό των €1.657,449,42 πλέον τόκους, που η Δημοκρατία κατέβαλε, ως εγγυητής της εναγομένης 1 προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, δυνάμει της σύμβασης εγγύησης που είχε υπογράψει. Πλην όμως, η Lapertas Fisheries Ltd αμέλησε και αρνήθηκε και εξακολουθεί να αμελεί και/ή να αρνείται να το εξοφλήσει. Κατά την ομνύουσα, η Κυπριακή Δημοκρατία, δικαιούται να ζητήσει το ποσό που κατέβαλε από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία Lapertas Fisheries Ltd, αλλά και μερίδιο αυτού από τους συνεγγυητές της, στην παρούσα περίπτωση από τους εναγομένους 2 έως
  38. Ήταν η θέση της ομνύουσας ότι από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι έχει αποδειχθεί καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της Δημοκρατίας. Στην συνέχεια, η ομνύουσα αναφέρει ότι τα επίδικα ακίνητα, αποτελούν τις ενυπόθηκες εγγυήσεις που δόθηκαν από τους εναγομένους και ως εκ τούτου συνιστούν τον μόνο τρόπο ανάκτησης, του ποσού που καταβλήθηκε ή μέρος αυτού, από την Κυπριακή Δημοκρατία. Λόγω του ύψους του ποσού που έχει καταβληθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία και το οποίο αξιώνεται με την παρούσα αγωγή, προκύπτει κατά την ομνύουσα η ανάγκη δέσμευσης όλων των υποθηκευμένων ακινήτων σε μια προσπάθεια είσπραξης των αξιουμένων ποσών. Σε περίπτωση που δεν δεσμευτούν τα ακίνητα και με δεδομένη την άρνηση της εταιρείας Lapertas Fisheries Ltd να πληρώσει τις υποχρεώσεις της όπως αυτές πηγάζουν από την συμφωνία δανείου (τεκμ.1) αλλά και από το γεγονός ότι η εν λόγω εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση, η είσπραξη τυχόν επιδικασθέντος στην παρούσα αγωγή ποσού, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη. Η ομνύουσα επανέλαβε την θέση ότι εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθότι η εταιρεία Lapertas Fisheries Ltd προφανώς δεν έδειξε προθυμία να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Περαιτέρω, εκτός των επίδικων ακινήτων, ο ενάγοντας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τυχόν άλλα περιουσιακά στοιχεία, τέτοιας αξίας που να μπορούν ενδεχομένως να καλύψουν την αξίωση της αγωγής. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με το ότι η εν λόγω εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση από το 1998, καθιστούν αβέβαιη αν όχι απίθανη την δυνατότητα είσπραξης του ποσού που διεκδικείται με την παρούσα αγωγή. Η ένσταση των εναγομένων 2 έως 5 Οι εναγόμενοι 2 έως 5, καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στην οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση την οποία υπογράφει ο εναγόμενος 4, διευθυντής της εταιρείας Lapertas Fisheries Ltd, αναφέρεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας για την για οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, τα υπό κρίση διατάγματα είναι ασαφή και δεν προκύπτει εκ πρώτης όψεως αγώγιμο δικαίωμα αφού δεν υπήρξε δυνάμει του Περί Συμβάσεων Νόμου, πλήρης εξόφληση του επίδικου δανείου που εγγυήθηκε η Δημοκρατία. Αναφέρεται περαιτέρω, ότι η συνέχιση της ισχύος των διαταγμάτων, παραβιάζει τα Συνταγματικά δικαιώματα των εναγομένων. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι ο ενάγοντας δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι το κατ' ισχυρισμό εξοφληθέν δάνειο, έγινε το 1996 για το ποσό των £200.000,
  39. Συνεπώς, δυνάμει του Περί Τόκου Νόμου 2/77 ως ίσχυε τότε, το δάνειο δεν μπορεί να επιβαρυνθεί με τόκους που να υπερβαίνουν το ποσό του αρχικού χρέους. Τα γεγονότα αυτά ήταν εις γνώση του ενάγοντα και θα έπρεπε να ήταν ή θα μπορούσε να τα εντόπιζε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, απλά με την άσκηση ευλόγου επιμέλειας. Παρά ταύτα, ο ενάγοντας επέλεξε να αποκρύψει τόσο τα γεγονότα αυτά όσο και τη νομική και πραγματική σημασία τους από το Δικαστήριο. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις πιο πάνω θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ διεξοδικά στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Ιδιαίτερη αναφορά μπορεί να γίνει όπου κριθεί σκόπιμο κατά τα τελικά συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Νομικές αρχές. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 αλλά και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  40. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και έτσι έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Το ίδιο συμβαίνει και με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, του οποίου οι πρόνοιες έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος σε σχέση με το άρθρο 5 του Κεφ.
  41. Ο πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης σε μελέτη του που δημοσιεύτηκε στο COPRUS DE JURE CUPR. II Τεύχος 1, σελ.179, αναφέρει τα ακόλουθα στην σελ. 202 σε σχέση με την αλληλοεπίδραση των δύο άρθρων: «Το άρθρο 5 είναι ειδική πρόνοια που ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης, με παρεμπίπτον διάταγμα, της πώλησης ή αποξένωσης της περιουσίας του Εναγομένου, εφ' όσον η απαίτηση του Ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Το άρθρο 5, αφού με την πρώτη παράγραφο του προσδιορίζει την έκταση της εξουσίας και τον σκοπό που είναι ταγμένη να εξυπηρετήσει, θέτει τις δικές του προϋποθέσεις αναφορικά με την άσκηση αυτής της εξουσίας. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα έτσι που να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν καλύπτει και τις περιπτώσεις που καλύπτει το άρθρο
  42. Επομένως δεν αποκλείεται η επιζήτηση διατάγματος που καλύπτεται από το Άρθρο 5 με βάση το Άρθρο 32 ή με βάση και τα δύο άρθρα ταυτόχρονα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, για να εκδοθεί το διάταγμα, είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν οι ειδικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5, σε όποιο βαθμό δεν συμπίπτουν με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει εξ' άλλου καθορίσει ότι στην εξέταση αιτήματος για έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το οποίο στηρίζεται ταυτόχρονα και στο άρθρο 5 του Κεφ.6, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα ειδικά κριτήρια που καθορίζει το άρθρο 5 (Βλ. μεταξύ άλλων Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδη

(1992)1 Α.Α.Δ 54). Οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 5 του Κεφ. 6 είναι οι εξής: · Καλή βάση αγωγής. · Με την αποξένωση της περιουσίας, πιθανόν ο ενάγοντας να παρεμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του. · Η δέσμευση θα αφορά τόσο μέρος της περιουσίας του εναγομένου όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση και τα έξοδα. Αναφορικά με την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 αναφέρονται οι πιο κάτω τρεις βασικές προϋποθέσεις: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της καλής βάσης αγωγής του άρθρου 5 του Κεφ. 6, ταυτίζεται με αυτή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (Βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί πραγματική πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης της περιουσίας του εναγομένου (Larticon co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ 1121). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 785, εκείνο που λαμβάνεται υπόψη είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της Δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Τσιολάκκης κ.α ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ 782, 785, λέχθηκε ότι εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί κίνδυνος μη ικανοποίησης της απόφασης αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία του εναγομένου και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πραγματική προσπάθεια αποξένωσης (βλ. επίσης Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α
(2006)1 Α.Α.Δ 281). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στην ίδια μελέτη του Γ.Κ Κωνσταντινίδη στο CORPUS DE JURE CYPRII (ανωτέρω) και σε σχέση με την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 214: "Σε σχέση με το θέμα αυτό, θα υπενθύμιζα μόνο την υπόθεση American Cyanamid Co.,
(1975)1 All E.R. 504, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στην στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του status quo ante, της διατήρησης, δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο Εναγόμενος άρχισε την δραστηριότητα της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση." Επίσης στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 246, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Σε σχέση με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ουσιαστικά γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσον στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 λέχθηκε ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι η θέση των εναγομένων 2 - 5 για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων. Υποστηρίχθηκε συγκεκριμένα ότι δεν αποκαλύφθηκε ότι το ύψος του τόκου της επίδικης σύμβασης διέπεται από τον Περί Τόκου Νόμο 2/77 προτού τροποποιηθεί όπου δεν θα μπορούσε ο τόκος να υπερβεί το αρχικό κεφάλαιο. Ως αποτέλεσμα, υπήρξε παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς το τελικό οφειλόμενο ποσόν. Από την άλλη, η συνήγορος του ενάγοντα στην αγόρευση της, ανέφερε ότι το θέμα αφορά νομικό ισχυρισμό και όχι γεγονός που θα έπρεπε να αποκαλυφθεί. Γεγονός αποτελεί κατά την συνήγορο ότι η Δημοκρατία κατέβαλε το ποσό των €1.657,449,42 προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα για το δάνειο που εγγυήθηκε, κάτι το οποίο δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους. Έχω μελετήσει με προσοχή τις πιο πάνω θέσεις και καταλήγω ότι δεν υπήρξε καμία απόκρυψη ουσιαστικού γεγονότος. Κατ' αρχήν, ο συνήγορος των εναγομένων δεν παρέπεμψε σε σχετική νομοθεσία ούτε και σε καμία νομολογιακή αρχή που να υποστηρίζει ότι για το επίδικο δάνειο εξακολουθεί να εφαρμόζεται ο Περί Τόκου Νόμος 2/77 και όχι το νομικό καθεστώς του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου 160(Ι)/99 που έχει καταργήσει τον Νόμο 2/
  1. Είναι σαφές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς το πιο πάνω θέμα. Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να προσαφθεί στον ενάγοντα απόκρυψη γεγονότος για το οποίο διαφωνεί. Περαιτέρω, όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο του ενάγοντα, το κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση εξακολουθεί να εφαρμόζεται ο Περί Τόκου Νόμος Ν. 2/77δεν αποτελεί γεγονός, αλλά νομικό ισχυρισμό, ο οποίος άπτεται της ουσίας της υπόθεσης. Δεν έχει αποδειχθεί ως εκ τούτου η θέση ότι υπήρξε στην παρούσα περίπτωση, απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων από τον ενάγοντα, κατά την μονομερή έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Ενόψει τούτου, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Ο συνήγορος των εναγομένων στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι η απαίτηση του ενάγοντα στηρίζεται στο άρθρο 98 του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149), το οποίο έχει ως εξής: «
  2. Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη.» Προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ως παραδεκτό γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν ξόφλησε όλη την οφειλή της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας Lapertas Fisheries Ltd. Σε συμφωνία με την Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα, παρέμεινε ένα υπόλοιπο €100,00 για αυτό και δεν υποκαταστάθηκε ο ενάγων στην επίδικη υποθήκη. Ο συνήγορος των εναγομένων, ισχυρίστηκε ότι επειδή παρέμεινε το υπόλοιπο των €100,00 δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του άρθρου 98 του Κεφ.149, οι οποίες αναφέρονται σε πλήρη εξόφληση από τον εγγυητή του οφειλόμενου ποσού. Από την στιγμή που παραμένει υπόλοιπο, η αγωγή είναι κατά τον συνήγορο πρόωρη αφού για να καταχωρηθεί θα έπρεπε να αποδειχθεί εξόφληση όλου του ποσού της εγγύησης. Συνακόλουθα δεν έχει αποδειχθεί καλή βάση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Η συνήγορος του ενάγοντα αντιτείνει ότι οι πρόνοιες του άρθρου 98 δεν αναφέρονται σε πλήρη εξόφληση του οφειλόμενου με την εγγύηση ποσού. Περαιτέρω παρέπεμψε στο άρθρο στο άρθρο 103 του Κεφ. 149 το οποίο έχει ως εξής: «
  3. Σε κάθε σύμβαση εγγύησης περιέχεται σιωπηρή υπόσχεση του πρωτοφειλέτη για κάλυψη του εγγυητή, και ο εγγυητής δικαιούται να αναζητήσει από τον πρωτοφειλέτη κάθε ποσό καλώς καταβληθέν από αυτόν δυνάμει της εγγύησης, αλλά δεν δύναται να αναζητήσει ποσό κακώς καταβληθέν». Η συνήγορος του ενάγοντα, ισχυρίστηκε ότι η μη καταβολή του ποσού των €100,00 που παραμένει υπόλοιπο στον λογαριασμό του εν λόγω δανείου, δεν καθιστά ανενεργή την εφαρμογή του Περί Συμβάσεως Νόμου. Το άρθρο 98 αναφέρεται σε καταβολή των οφειλόμενων από τον εγγυητή δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης και όχι των όσων οφείλονται από τον πρωτοφειλέτη προς την τράπεζα. Ο εγγυητής, ευθύνεται μόνο μέχρι το ποσό που καθορίζεται στη συμφωνία εγγύησης, ανεξαρτήτως του ποσού που οφείλεται από τον πρωτοφειλέτη δυνάμει της συμφωνίας δανείου. Κατά την συνήγορο, αυτό που απαίτησε η τράπεζα από την Κυπριακή Δημοκρατία - και συμφωνήθηκε μεταξύ τους- ήταν η καταβολή του ποσού των €1.657,449,42 για το επίδικο δάνειο. Εξ άλλου με την παρούσα αγωγή δεν ζητείται από την Κυπριακή Δημοκρατία να υποκαταστήσει ως εγγυήτρια σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη δυνάμει του άρθρου 98 του Κεφ.
  4. Αυτό θα ίσχυε σε περίπτωση που η Κυπριακή Δημοκρατία ζητούσε να μεταφερθούν οι υποθήκες προς όφελος της. Έχω μελετήσει με προσοχή τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Κρίνω ότι δεν ευσταθεί η θέση του συνηγόρου των εναγομένων ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 98 του Κεφ.
  5. Κατ' αρχήν, πρέπει να λεχθεί ότι η βάση αγωγής δεν είναι το άρθρο 98 αλλά το άρθρο 103 του Κεφ.
  6. Το άρθρο 98 δεν αναφέρεται σε υποχρέωση επιστροφής στον εγγυητή των ποσών που κατέβαλε. Καθορίζει όμως ότι σε περίπτωση καταβολής ή την εκπλήρωσης όλων των ποσών για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη. Στην παρούσα περίπτωση όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε, δεν έχουμε αγωγή με την οποία να ζητείται η υποκατάσταση του εγγυητή σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη όπως π.χ. θα συνέβαινε αν ο ενάγων ζητούσε να μεταφερθεί η υποθήκη προς όφελος της Δημοκρατίας. Αντιθέτως, η απαίτηση του ενάγοντα αφορά στην πληρωμή του ποσού που κατέβαλε εκ μέρους του πρωτοφειλέτη δυνάμει της εγγύησης, σύμφωνα με το άρθρο 103 του Κεφ.
  7. Η βάση της αγωγής ως εκ τούτου δεν είναι το άρθρο 98 αλλά το άρθρο 103 του Κεφ. 149, το οποίο αναφέρεται ρητά σε δικαίωμα απαίτησης από τον εγγυητή «κάθε ποσού» που καλώς κατέβαλε και όχι «όλου του ποσού» ως ισχυρίζεται ο συνήγορος των εναγομένων. Αν ο νομοθέτης ήθελε το δικαίωμα του εγγυητή εναντίον του πρωτοφειλέτη να δημιουργείτο με την εξόφληση όλων των υποχρεώσεων της εγγύησης, τότε θα το ανέφερε ρητά στο Κεφ.
  8. Αντιθέτως δεν υπάρχει καμία πρόνοια ούτε στο άρθρο 103 αλλά ούτε και στο άρθρο 98 που επικαλέστηκε ο συνήγορος των εναγομένων, η οποία να επιβάλει στον εγγυητή να πληρώσει το σύνολο της εγγύησης, προτού προχωρήσει σε αγωγή εναντίον του πρωτοφειλέτη. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αλλά και το γεγονός ότι δεν αμφισβητείται η πληρωμή εκ μέρους της Δημοκρατίας, του ποσού των €1.657,449,42 δυνάμει της επίδικης εγγύησης, βρίσκω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έγκριση του αιτήματος. Υπάρχει κατά την κρίση μου, καλή βάση αγωγής δυνάμει του Κεφ. 149 αλλά και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 για καλή βάση αγωγής. Απομένει η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 ότι με την αποξένωση της περιουσίας, πιθανόν ο ενάγοντας να παρεμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του. Η συνήγορος του ενάγοντα στην αγόρευση της, αναφέρθηκε και στο ύψος του ποσού που σήμερα ανέρχεται σε πέραν του €1.500.000,00, γεγονός που θα πρέπει να προσμετρήσει υπέρ της εκπλήρωσης και της τρίτης προϋπόθεσης λόγω και της αφερεγγυότητας των εναγομένων. Η συνήγορος ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι με την ένσταση τους, οι καθ' ων η αίτηση 2 έως 5 δεν ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι ή η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, είναι φερέγγυοι. Ιδιαίτερα η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία είναι υπό εκκαθάριση, γεγονός το οποίο την καθιστά εκ προοιμίου αφερέγγυα. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, οι εναγόμενοι 2 έως 5 δεν προβάλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό αναφορικά με την τυχόν ζημία ή αδικία που μπορεί να προκληθεί από την οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων. Με βάση τα πιο πάνω, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να κλίνει υπέρ του αιτητή. Ο συνήγορων των εναγομένων 2 έως 5 ισχυρίστηκε ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν έχει ικανοποιηθεί. Όχι για το λόγο ότι δεν θα ήταν δυνατή η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης, αλλά, διότι ο ενάγων δεν μπορεί να υποστεί την οποιαδήποτε ζημιά από τη μη συνέχιση του διατάγματος, δεδομένου ότι τα ακίνητα είναι ήδη υποθηκευμένα στην τράπεζα. Για τον ίδιο λόγο, η συνέχιση των επίδικων διαταγμάτων θα ήταν άνευ λόγου αφού η μόνη περιουσία που αναφέρεται είναι ήδη υποθηκευμένη. Το πιο πάνω γεγονός εξαφανίζει κατά τον συνήγορο των εναγομένων, κάθε ενδεχόμενο αποξένωσης ή μεταβίβασης χωρίς να πληρωθούν οι υποθήκες που ήδη υφίστανται και το όφελος των οποίων ανήκει στον ενάγοντα ως αυτός ισχυρίζεται. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση του συνηγόρου των εναγομένων 2 έως
  9. Ο ενάγων δεν έχει υποστηρίξει ότι έχει υποκατασταθεί στις επίδικες υποθήκες στην θέση της τράπεζας. Ήταν επί του προκειμένου σαφής η θέση της συνηγόρου του ενάγοντα ότι δεν επιδιώχθηκε κάτι τέτοιο, το οποίο εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την εξόφληση ολοκλήρου του ποσού της εγγύησης δυνάμει του άρθρου 98 του Κεφ.
  10. Από την στιγμή που δεν έχει εξοφληθεί πλήρως το ποσόν της υποθήκης προς την τράπεζα, ο κίνδυνος αποξένωσης είναι ορατός σε περίπτωση εξάλειψης των υποθηκών με την πληρωμή του μικρού ποσού των €100,
  11. Σχετική είναι η υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (B) Α.Α.Δ 1237,1245) στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος της ενάγουσας και στην οποία λέχθηκε ότι το γεγονός ότι ένα ακίνητο είναι υποθηκευμένο δεν αποκλείει τον κίνδυνο αποξένωσης. Υπενθυμίζεται εδώ ότι με βάση την προαναφερθείσα νομολογία, δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί πρόθεση αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της Δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί εναντίον του εναγομένου. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το μεγάλο ποσοστό της απαίτησης και την μη αμφισβητηθείσα αδυναμία των εναγομένων να αποζημιώσουν τον ενάγοντα σε μεταγενέστερο στάδιο, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Για τους ίδιους λόγους έχει αποδεχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 ότι με την αποξένωση της περιουσίας, πιθανόν ο ενάγοντας να παρεμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του. Επιπλέον, έχει ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, το ύψος της αξίας της δέσμευσης, αφορά περιουσία των εναγομένων που κατά την γνώμη μου, είναι επαρκής για να ικανοποιήσει την απαίτηση και τα έξοδα, δεδομένου του μεγάλου ποσού που ο ενάγων ζητά με την παρούσα αγωγή του. Επιπλέον, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του ενάγοντα, ο οποίος θα υποστεί μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την ακύρωση των διαταγμάτων με δεδομένο και τον κίνδυνο αποξένωσης των ακινήτων. Τελική κατάληξη μου είναι ότι για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται δίκαιο και εύλογο να οριστικοποιηθούν τα υπό κρίση διατάγματα εναντίον των εναγομένων 2 έως 5, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Ως εκ τούτου, τα συντηρητικά διατάγματα που εκδόθηκαν στις 29.3.17 εναντίον των εναγομένων 2 έως 5, καθίστανται οριστικά μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα - αιτητή και εναντίον των εναγομένων 2 έως 5 - καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.