Γενική Αίτηση από τον Έλληνα, Αρ. Γεν. Αίτησης: 66/2018, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A109 Αρ. Γεν. Αίτησης: 66/2018 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) με Αριθμό 1215/2012 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και Αναφορικά με την με ημερομηνία 26/04/2017 και με αριθμό 3240/2017 Απόφαση της Προέδρου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Κας Ρεβέκας Λιμπεράτου Γενική Αίτηση από τον XXXXX Έλληνα - αιτητή ημερ. 1.11.2018 για ακύρωση επιβαρυντικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2019 Για αιτητή: κος Α. Γεωργίου Για καθ' ης η αίτηση: κος Ν. Θρασυβούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 09/10/2015 εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2770/2015 τελεσίδικη Απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε ότι ο Κύπριος Υπήκοος XXXXX Έλληνας (αιτητής στην παρούσα), υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα Ελληνική Ετερόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία «Κ. ΔΕΣΠΟΖΙΤΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε» και το διακριτικό τίτλο «DEMACO», το ποσό των €660.000,00 με νόμιμο τόκο από 22/03/2012 πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ και δικαστικά έξοδα €16.500,00. Σύμφωνα με τον εξ' αποφάσεως πιστωτή, η εν λόγω απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί εντός της προβλεπομένης προθεσμίας και ως εκ τούτου κατέστη δυνάμει του Ελληνικού Δικαίου αμετάκλητη με την έννοια ότι δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με οποιοδήποτε ένδικο μέσο. Στις 26/04/2017, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών μετά από αίτηση της πιο πάνω Ελληνικής Εταιρείας, εξέδωσε διαταγή πληρωμής, εναντίον του XXXXX Έλληνα και με την οποία διατάχθηκε όπως καταβάλει στην ενάγουσα, το συνολικό ποσό του €1.072.498,07 πλέον τόκων επί του κεφαλαίου από την επίδοση της διαταγής πληρωμής μέχρι την τελική εξόφληση. Η πιο πάνω απόφαση, η οποία επιδόθηκε στου XXXXX Έλληνα, επίσης δεν έχει εφεσιβληθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και ως εκ τούτου έχει καταστεί σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο αμετάκλητη, ήτοι δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με οποιοδήποτε ένδικο μέσο. Στην συνέχεια εκδόθηκε διάταγμα στις 9.3.18 με το οποίο αναγνωρίζεται η προσκόμιση στο Δικαστήριο των εγγράφων που απαιτούνται από το άρθρο 37
(1)του Κανονισμό (ΕΚ) με Αριθμό 1215/2012 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις. Στις 04/05/18 η εν λόγω εταιρεία, εξασφάλισε στα πλαίσια της παρούσας Γενικής Αίτησης, διάταγμα επιβάρυνσης των πιο κάτω μετοχών που ο XXXXX Έλληνας κατέχει σε διάφορες Κυπριακές Εταιρείας δυνάμει του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(Ι)/92: I. 50 μετοχές τάξεως Α, ονομαστικής αξίας €1.00 εκάστη της εταιρείας L.P ELLINAS GROUP OF COMPANIES LIMITED (ΗΕ 211457). II. 31.000.000 μετοχές τάξεως Β, ονομαστικής αξίας €1.00 εκάστη της εταιρείας L.P ELLINAS GROUP OF COMPANIES LIMITED (ΗΕ 211457). III. 50 μετοχές τάξεως Α ονομαστικής αξίας €1.00 εκάστη της εταιρείας L.P ELLINAS HELLAS PROPERTIES LIMITED (ΗΕ253050). IV. 3.261.200 μετοχές τάξεως Β ονομαστικής αξίας €1.00 εκάστη της εταιρείας L.P ELLINAS HELLAS PROPERTIES LIMITED (ΗΕ 253050). V. 94.069 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1.71 εκάστη της εταιρείας HOMEGROCERIES TRADING CO LIMITED (ΗΕ 87731). VI. 50 μετοχές τάξεως Α ονομαστικής αξίας €1.00 εκάστη της εταιρείας L.P ELLINAS REAL ESTATE CONSULTANTS AND VALUERS LIMITED (ΗΕ 253512). VII. 37.820 μετοχές τάξεως Β ονομαστικής αξίας €1.00 εκάστη της εταιρείας L.P ELLINAS REAL ESTATE CONSULTANTS AND VALUERS LIMITED (ΗΕ 253512). VIII. 1.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1.00 εκάστη της εταιρείας L.P. ELLINAS CORPORATION LIMITED (ΗΕ 207350). IX. 50 μετοχές τάξεως Α ονομαστικής αξίας €1.00 εκάστη της εταιρείας L.P. ELLINAS LONDON PROPERTIES LIMITED (ΗΕ 265476). X. 620 μετοχές τάξεως Β ονομαστικής αξίας €1.00 εκάστη της εταιρείας L.P. ELLINAS LONDON PROPERTIES LIMITED (ΗΕ 265476). XI. 500 μετοχές τάξεως Β αξίας €1.00 εκάστη της εταιρείας E&P CONSOLIDATED LIMITED (HE 337081). Στην συνέχεια, η εν λόγω Ελληνική Εταιρεία, καταχώρησε αίτηση δια κλήσεως ημ. 16/05/18 για πώληση των υπό κρίση επιβαρυμένων μετοχών. Η εν λόγω αίτηση, εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης ημ. 1.11.2018 από τον XXXXX Έλληνα, με την οποία ζητά την ακύρωση του πιο πάνω επιβαρυντικού διατάγματος ημ. 04/05/
- Η παρούσα αίτηση Η παρούσα αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων τοι αιτητή XXXXX Έλληνα. Σε αυτήν, η ομνύουσα αναφέρει ότι η όλη διαδικασία που έχει τροχοδρομηθεί από την καθ' ης η αίτηση εταιρεία, είναι καταπιεστική αλλά και ενέχει το στοιχείο της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Τούτο διότι οι εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν επιβαρυνθεί, έχουν υποθηκεύσει όλα τους τα περιουσιακά στοιχεία σε τράπεζες και περαιτέρω εκκρεμούν αγωγές εναντίον τους από άλλες τράπεζες. Υπάρχουν ως εκ τούτου, άλλοι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έχουν προτεραιότητα έναντι των απαιτήσεων της καθ' ης η αίτηση. Το γεγονός αυτό ήταν γνωστό στην καθ' ης η αίτηση και το απέκρυψε από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης ημερ. 04/05/18 κατά την οποία εκδόθηκαν τα επιβαρυντικά διατάγματα. Ενόψει των πιο πάνω, υπάρχουν πρόσωπα που είναι ενδιαφερόμενα στην παρούσα διαδικασία και έχουν απαιτήσεις κατά των εταιρειών των οποίων οι μετοχές έχουν επιβαρυνθεί. Τα ως άνω πρόσωπα δεν ενημερώθηκαν από την καθ' ης η αίτηση με αποτέλεσμα να μην λάβουν καμία γνώση της παρούσας διαδικασίας. Ήταν η θέση του ομνύοντος ότι η καθ' ης η αίτηση, όφειλε να θέσει σε γνώση των προσώπων αυτών, την παρούσα διαδικασία. Το ίδιο ισχύει κατά την ομνύουσα και για νομικά πρόσωπα, μετοχές των οποίων κατέχουν οι εταιρείες, τις οποίες αφορά το επίδικο διάταγμα επιβάρυνσης. Αναφέρεται περεταίρω ότι όλη η περιουσία των επιβαρυμμένων εταιρειών και συνεπώς οι επίδικες μετοχές, έχουν ενεχυριαστεί, υπό μορφή χρέους προς την Eurobank, την τράπεζα Πειραιώς και άλλες τράπεζες και συνεπώς, δεν μπορούν να πωληθούν. Δεν μπορεί κατά την ομνύουσα να πωληθεί μετοχή η οποία έχει ήδη ενεχυριαστεί προς όφελος τρίτων. Συνεπώς, η όλη διαδικασία από πλευράς καθ' ης η αίτηση είναι καταπιεστική αλλά και γίνεται εις μάτην εφόσον ακόμα και εάν προχωρήσει, δεν θα έχει αποτέλεσμα. Η ομνύουσα αναφέρει επίσης ότι υπάρχουν κι' άλλα πρόσωπα που έχουν απαιτήσεις, ανεξασφάλιστες, από τις επίδικες εταιρείες. Ως εκ τούτου, η παρούσα διαδικασία ουσιαστικά δίνει αθέμιτο πλεονέκτημα στην καθ' ης η αίτηση, η οποία επιχειρεί να εξασφαλίσει προτεραιότητα έναντι των υπόλοιπων ενδεχομένων πιστωτών. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι η καθ' ης η αίτηση, είχε υποχρέωση να ενημερώσει όλους τους ως άνω ενδιαφερόμενους, τους οποίους και γνώριζε όπως την πληροφορεί ο αιτητής. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο και είχε αυξημένο καθήκον αποκάλυψης γεγονότων, όφειλε μέσω του δημόσιου αρχείου του Εφόρου Εταιρειών, να εντοπίσει τα πιο πάνω και να φροντίσει να αποκαλύψει την ύπαρξη των ενδιαφερομένων προσώπων στο Δικαστήριο, πλην όμως δεν το έπραξε. Ήταν τέλος η θέση της ομνύουσας ότι η αξία των επιβαρυμμένων μετοχών ξεπερνά κατά πολύ το χρέος προς όφελος της καθ' ης η αίτηση και συνεπώς θα ήταν άδικο όπως διαταχθεί η πώληση τους. Η ειδοποίηση ένστασης Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα του αιτητή για ακύρωση των επιβαρυντικών διαταγμάτων. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, είναι κακόπιστη και συνιστά αφ' εαυτής κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό γιατί καταχωρήθηκε αποκλειστικά και μόνο για καθυστέρηση και εκτροχιασμό της εκδίκασης, της αίτησης πώλησης των επίδικων βεβαρυμμένων μετοχών που καταχώρησε η αιτήτρια στις 16.05.
- Αναφέρεται επίσης ότι ο αιτητής κωλύεται να αιτείται ως η παρούσα ενόψει του ότι επανειλημμένως αιτήθηκε χρόνο από το Δικαστήριο για την καταχώρηση ένστασης στα πλαίσια της αίτησης πώλησης χωρίς να επιφυλάξει το δικαίωμα του για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης για παραμερισμό του επιβαρυντικού διατάγματος ημ. 04.05.
- Αναφέρεται επίσης ότι η καθ' ης η αίτηση κατά το στάδιο εξασφάλισης του επιβαρυντικού διατάγματος δεν απέκρυψε οποιοδήποτε γεγονός, πόσον δε μάλλον, οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση συνηγόρου, η οποία εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση. Σε αυτήν, επαναλαμβάνει όλους τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Αναφέρει ειδικότερα ότι όπως προκύπτει από την αίτηση, ο αιτητής δεν αμφισβητεί ότι ο ίδιος αποτελεί εξ αποφάσεως οφειλέτη της καθ' ης η αίτηση. Δεν αμφισβητείται ούτε η έκδοση στις 09.10.2015 της υπ' αριθμόν 2770/2015 τελεσίδικης Απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε ότι ο αιτητής υποχρεούται να καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση το ποσό των €660.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. Επιπλέον δεν αμφισβητείται η διαταγή πληρωμής ημ. 26.04.2017 με την οποία διατάχθηκε ο αιτητής όπως καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση το συνολικό ποσό των €1.072.498,07 πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα. Δεν αμφισβητείται τέλος, η έκδοση διατάγματος ημ. 09.03.18 με το οποίο να αναγνωρίζεται η προσκόμιση στο Δικαστήριο των εγγράφων που απαιτούνται από το άρθρο 37
(1)του Κανονισμό (ΕΚ) με Αριθμό 1215/2012 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις. Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι μετά το διάταγμα επιβάρυνσης και την αίτηση για πώληση των μετοχών ημ. 16.05.2018, ο αιτητής εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και ζήτησε, χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση στο αίτημα πώλησης. Συγκεκριμένα σε δύο περιπτώσεις στις 22.06.2018 όσο και στις 21.09.2018, ζητήθηκε χρόνος για ένσταση χωρίς ο αιτητής να επιφυλάξει τα δικαιώματα του σε σχέση με τον επιβαρυντικό διάταγμα ημερομηνίας 04.05.2018 Ο αιτητής όμως, ο οποίος μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής του, αντί να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση πώλησης, προχώρησε την 01.11.2018, ήτοι πέντε σχεδόν μήνες μετά που πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του επιβαρυντικού διατάγματος ημερομηνίας σε αίτηση για ακύρωση του. Αυτό έγινε συνέπεια της αίτησης πώλησης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της ένστασης. Σημειώνεται ότι στις 13.06.2018, επιδόθηκαν στον αιτητή, όπως προκύπτει και από την σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου, όλα τα σχετικά έγγραφα της αίτησης. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έλαβε πλήρη γνώση της διαδικασίας, περιλαμβανομένης και της ύπαρξης του επιβαρυντικού διατάγματος ημερομηνίας 04.05.
- Είναι η θέση της ομνύουσας ότι εν πάση περιπτώσει, ο αιτητής δεν προβάλλει πρωτογενώς λόγους ουσίας και γεγονότα τέτοια που να δικαιολογούν την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος επιβάρυνσης. Έγινε αναφορά στα πρόσωπα, τα οποία ο αιτητής ισχυρίζεται ότι έχουν συμφέρον, στις υπό επιβάρυνση μετοχές. Η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι τα εν λόγω πρόσωπα - εταιρείες δεν φαίνεται να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον στα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αναφέρονται στο επιβαρυντικό διάταγμα, ήτοι στις μετοχές. Οι εν λόγω μετοχές είναι επ' ονόματι του αιτητή και όχι στο όνομα οιασδήποτε άλλης εταιρείας. Τα πρόσωπα αυτά είναι πιστωτές των εταιρειών, οι μετοχές των οποίων επιβαρύνθηκαν και όχι του ιδίου του αιτητή. Με άλλα λόγια δεν έχουν συμφέρον στα περιουσιακά στοιχεία του αιτητή που επιβαρύνθηκαν ώστε να έπρεπε να είχαν ειδοποιηθεί για την επιβάρυνση. Εν πάση περιπτώσει, η καθ' ης η αίτηση αρνείται κατηγορηματικά τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δηλαδή απέκρυψε οτιδήποτε από το Δικαστήριο όταν εξασφάλιζε μονομερώς το επιβαρυντικό διάταγμα ημ. 04.05.
- Η καθ' ης η αίτηση μέσω της ομνύουσας πριν από την καταχώρηση της αίτησης ημ. 05.04.2018 για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, προχώρησε σε έρευνα τόσο ηλεκτρονικά όσο και επιτόπια στα γραφεία του Εφόρου Εταιρειών στην Λευκωσία, σε σχέση με τις εταιρείες των οποίων οι μετοχές του αιτητή επιβαρύνθηκαν. Η ομνύουσα δεν εντόπισε οτιδήποτε δημοσιευμένο σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή για οφειλές κάποιων εταιρειών που αναφέρονται στο επιβαρυντικό διάταγμα ημ. 04.05.
- Η ομνύουσα αναφέρει επί του προκειμένου ότι την πιο πάνω έρευνα που διεξήγαγε στα Γραφεία του Εφόρου Εταιρειών, προκύπτει ότι παρά τα όσα σχετικά αναφέρονται στον Περί Εταιρειών Νόμο, οι εταιρείες στις οποίες έχει μετοχές ο αιτητής, δεν έχουν καταχωρήσει ετήσιες εκθέσεις από το 2012 ενώ κάποια από αυτές από το
- Ούτε οι ισχυρισμοί για επιβάρυνση των μετοχών με ενεχυρίαση υπό την μορφή χρέους δεν αποτελεί καλό λόγο για την ομνύουσα για να ακυρωθεί το διάταγμα επιβάρυνσης. Απορρίπτεται επίσης η θέση του αιτητή ότι η παρούσα διαδικασία δίνει αθέμιτο πλεονέκτημα στην καθ' ης η αίτηση . Η ομνύουσα χαρακτήρισε την εν λόγω θέση ως παντελώς ανυπόστατη. Υπέδειξε εν πάση περιπτώσει ότι η καθ' ης η αίτηση είναι εξ αποφάσεως πιστωτής του αιτητή και απλά εξασκεί με την παρούσα διαδικασία, όλα τα δικαιώματα που της παρέχονται από τον σχετικό Νόμο. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στην επιχειρηματολογία των δικηγόρων όπως παρατίθεται στις πιο πάνω αγορεύσεις. Παραπομπή σε αυτές θα γίνει αν κριθεί αναγκαίο, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στο άρθρο 3 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(I)/92 το οποίο προβλέπει τα εξής: 3.—
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με— (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη· και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα.
(5)Όταν επιβάλλεται επιβάρυνση με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα δύναται να προβλέψει όπως η επιβάρυνση επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το βαρυνόμενο στοιχείο.
(6)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 διάταγμα επιβάρυνσης εκδιδόμενο με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου θα έχει τις συνέπειες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου. Στο άρθρο 4 του Νόμου, καθορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία του εξ' αποφάσεως οφειλέτη που δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επιβάρυνσης. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα ομόλογα νομικών προσώπων. Επιπλέον στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, καθορίζεται ότι στην έννοια των «ομολόγων νομικού προσώπου» που μπορούν να αποτελέσουν με βάση το άρθρο 4 αντικείμενο επιβάρυνσης, συγκαταλέγονται και οι μετοχές (shares) εταιρείας (βλ. Ιωάννου (Σιαρματτά) ν. Εμπ. Τραπ. της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1463). Προκύπτει από το πιο πάνω περιεχόμενο του άρθρου 3 ότι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος επιβάρυνσης, είναι διαφορετική από αυτή που προβλέπεται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εκκρεμούσης της αγωγής, δυνάμει του άρθρου 9 του Κεφ. 6 (βλ. Ψάλτη ν. Χ' Λόη
(2001)1Β Α.Α.Δ 1454). Το επιβαρυντικό διάταγμα δυνάμει του πιο πάνω άρθρου 3, μπορεί να εκδοθεί μονομερώς, παραχωρώντας την δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Πέραν τούτου, το άρθρο 3.4 του Νόμου δεν προβλέπει την καταχώρηση ένστασης για αμφισβήτηση του διατάγματος, αλλά υποβολή αίτησης για ακύρωση ή διαφοροποίηση του. Το ιδιόμορφο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 3 του Νόμου 31(Ι)/92 έχει τονιστεί και στις πιο πρόσφατες υποθέσεις Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ,
(2013)(Γ) 2090 και North Financial Overseas Corp Πολ. ECLI:CY:AD:2016:D270, Αίτηση 57/2016, ημερ. 8.7.2016. Στο άρθρο 6.4 του Νόμου, καθορίζεται ότι το Δικαστήριο δύναται αν προβλέπεται στην αίτηση του πιστωτή, να διατάξει την πώληση της επιβαρυνθείσας περιουσίας. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 6.3 του Νόμου, προτού εκδώσει διάταγμα ρευστοποίησης ή πώλησης της επιβαρυνθείσας περιουσίας, οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερομένων μερών, περιλαμβανομένου του Εφόρου Εταιρειών και των Συμβούλων της εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και όλων όσων δυνατόν να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατόν να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους. Για το σκοπό αυτό, το Δικαστήριο δύναται να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες, οι οποίες υπό τις περιστάσεις κρίνονται σκόπιμες και αναγκαίες. Είναι σαφές από τα πιο πάνω, ότι το δικαιοδοτικό πλαίσιο ακύρωσης επιβαρυντικού διατάγματος είναι το άρθρο 3.4 του Νόμου. Στο εν λόγω άρθρο, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα, δύναται οποτεδήποτε κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα. Το ερώτημα που τίθεται, είναι η εμβέλεια της εξουσίας που έχει το Δικαστήριο να επανεξετάσει το ζήτημα και να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς. Αυτό δεδομένου ότι όπως υποδείχθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 115, ένας Επαρχιακός Δικαστής δεν μπορεί να αναθεωρεί και να αναιρεί την απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστή. Είναι σωστό να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια τέτοιας αίτησης, εξετάζει ζητήματα ουσίας και όχι διακριτικής ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υιοθετώ πλήρως επί του προκειμένου, το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση του Ε.Δ Λευκωσία ημ. 03.04.2017 Aklia Trading Ltd και Maxim Yurievich Nogotkov στην Γενική Αίτηση 279/2015: « Το Άρθρο 3
(4)του Νόμου που παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα που να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το εκδοθέν επιβαρυντικό διάταγμα, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου, εννοεί και αναφέρεται σε ζητήματα ουσίας και όχι τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξέδιδε μονομερώς το διάταγμα, που μόνο κατ' έφεση ελέγχεται.» Θα πρέπει συνεπώς να προβληθούν πρωτογενώς λόγοι ουσίας και γεγονότων, τέτοιων που να δικαιολογούν την ακύρωση ή την διαφοροποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Στην παρούσα περίπτωση, ο αιτητής προβάλει ως κύριο λόγο ακύρωσης, την απόκρυψη από την καθ' ης η αίτηση στο στάδιο έκδοσης των επιβαρυντικών διαταγμάτων, της ύπαρξης και άλλων πιστωτών που επηρεάζονται δυσμενώς από την εν λόγω επιβάρυνση. Κατά αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι όπως πολύ σωστά αναφέρεται στην απόφαση Aklia Trading (ανωτέρω), το άρθρο 3.3 του Νόμου που προνοεί για την επιβολή όρων, αφορά το στάδιο της έκδοσης του διατάγματος και όχι πριν την έκδοση του. Δεν προνοεί δηλαδή την ειδοποίηση όλων των πιστωτών ώστε να λάβουν γνώση και να ακουστούν πριν την έκδοση του διατάγματος. Αντίθετα κατά το άρθρο 3.2 του Νόμου, το Δικαστήριο προτού αποφασίσει μονομερώς, εξετάζει και το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή και αφού λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο αυτό, κρίνει αν θα εκδώσει ή όχι το διάταγμα. Είναι σε αυτό το στάδιο που ο πιστωτής οφείλει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλα τα γεγονότα που είναι σε γνώση του και τα οποία πιθανόν να είναι δυσμενή για άλλο πιστωτή ή να υπάρχει το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή. Παράλειψη να το πράξει, ενεργοποιεί τις νομολογιακές αρχές για ακύρωση μονομερούς διατάγματος λόγω απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων Στην υπόθεση Aklia Trading (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι ως ένα τέτοιο παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι η απόκρυψη από το Δικαστήριο της ύπαρξης άλλου επιβαρυντικού διατάγματος επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, αφού αυτό ενδεχομένως επιφέρει ζημιά στον άλλο πιστωτή που εξασφάλισε ήδη επιβαρυντικό διάταγμα. Ο Νόμος δεν προσδιορίζει την έννοια του όρου «ζημιά», που ενδεχομένως μπορεί να προκληθεί σε άλλο πιστωτή του οφειλέτη. Επαφίεται στο Δικαστήριο να αποφασίσει επι του προκειμένου. Ως υποδεικνύεται στην Aklia Trading (ανωτέρω) με παραπομπή στην Αγγλική απόφαση British Arab Bank Plc and others v. Algosaibi [2011] EWHC 2444 (Comm) : «Από την άλλη, ως υποδεικνύεται, η έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος προς όφελος ενός πιστωτή, του αιτητή, εξ ορισμού επιφέρει σχεδόν με βεβαιότητα και από μια άποψη ζημιά στους άλλους πιστωτές, γιατί εξασφαλίζεται με αυτό ο ένας πιστωτής σε βάρος άλλου. Δεν είναι όμως και η κάθε ζημιά δυσμενής (undue). Για να είναι δυσμενής, θα πρέπει να υπάρχει κάτι στην συμπεριφορά του εξ αποφάσεως πιστωτή, υπέρ του οποίου εξεδόθη το επιβαρυντικό διάταγμα, τέτοιας υφής που να επιφέρει αυτού του είδους την ζημιά στον άλλο πιστωτή, ή να υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις (unusual and exceptional) τέτοιες, που να επιφέρουν στους άλλους πιστωτές δυσμενή ζημιά, πέραν και πάνω από την ζημιά που ούτως ή άλλως αναπόφευκτα επιφέρει σε αυτούς η έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή.» Στο άρθρο 5 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(Ι)/92, καθορίζεται ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής υπέρ του οποίου εκδόθηκε το επιβαρυντικό διάταγμα, αποκτά προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών του οφειλέτη, τα οποία δεν έχουν ήδη επιβαρυνθεί με προγενέστερη επιβάρυνση. Επομένως και σύμφωνα με την πιο πάνω ερμηνεία της απόφασης British Arab Bank Plc, για να ακυρωθεί ένα επιβαρυντικό διάταγμα λόγω δυσμενούς επηρεασμού άλλων πιστωτών θα πρέπει να καταδειχθεί τέτοια συμπεριφορά από τον αιτητή που να επιφέρει στους άλλους πιστωτές δυσμενή ζημιά, πέραν και πάνω από την ζημιά που ούτως ή άλλως αναπόφευκτα επιφέρει σε αυτούς η έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος. Ως τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους του εξ αποφάσεως πιστωτή σε βάρος άλλων πιστωτών, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σύμφωνα με την απόφαση British Arab Bank Plc, εκείνη που εμπεριέχει το στοιχείο της ανέντιμης συμπεριφοράς (sharp conduct). Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «...putting other creditors off the scent by purporting to agree to forego immediate pursuit of a claim or undue haste in obtaining a preferred position or unfair use of special knowledge.» Μια τέτοια συμπεριφορά θα μπορούσε να είναι όπως προαναφέρθηκε, η απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων όπως πχ της ύπαρξης πιστωτών ή ακόμα η απόκρυψη από το Δικαστήριο της ύπαρξης διαδικασίας πτώχευσης ή εκκαθάρισης εναντίον του εξ αποφάσεως οφειλέτη (βλ. Aklia Trading (ανωτέρω). Δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος συμπεριφορών που επιφέρουν δυσμενή επηρεασμό των άλλων πιστωτών. Πρόκειται για ζήτημα γεγονότων που θα πρέπει να τεθούν και να εξεταστούν σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, στα πλαίσια των πιο πάνω αρχών. Το γεγονός όμως και μόνο ότι ο αιτητής τίθεται σε προτεραιότητα έναντι άλλων πιστωτών, από μόνο του δεν αποτελεί επαρκή και ικανοποιητικό λόγο ακύρωσης του διατάγματος, αφού σε τέτοια περίπτωση δεν θα είχαν νόημα και θα εξουδετερώνονταν, οι πρόνοιες του άρθρου 5 του Νόμου 31(Ι)/92. Συμπεράσματα. Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει είναι οι ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων επιβάρυνσης. Ο αιτητής ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι η καθ' ης αίτηση δεν απεκάλυψε την ύπαρξη άλλων πιστωτών, την οποία γνώριζε. Γνώριζε επίσης ότι τα δικαιώματα των εν λόγω πιστωτών, επηρεάζονται δυσμενώς από τα διατάγματα επιβάρυνσης. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των δύο μερών επί του πιο πάνω θέματος όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα αλλά και από τις εκτεταμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν συμφωνώ με την θέση του αιτητή για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων από την καθ' ης αίτηση, κατά την μονομερή έκδοση των επιβαρυντικών διαταγμάτων. Στην ένορκη δήλωση της ένστασης, αναφέρεται ότι η καθ' ης η αίτηση δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει για την ύπαρξη πιστωτών, στις εταιρείες για τις οποίες εκδόθηκαν διατάγματα επιβάρυνσης. Η ομνύουσα αναφέρει επί του προκειμένου ότι η ίδια προέβη σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών πριν την καταχώρηση της αίτησης επιβάρυνσης χωρίς να διαπιστώσει οτιδήποτε. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι δεν είχαν για πολλά έτη καταχωρηθεί στον Έφορο Εταιρειών, ετήσιες εκθέσεις για τις εν λόγω εταιρείες. Οι πιο πάνω θέσεις της ομνύουσας στην ένορκη δήλωση της ένστασης, παρέμειναν αναντίλεκτες ενώπιον του Δικαστηρίου αφού δεν επιδιώχθηκε η αμφισβήτηση τους με διάταγμα αντεξέτασης. Δεν συμφωνώ ως εκ τούτου με την θέση του αιτητή για απόκρυψη στοιχείων που κατ' ισχυρισμό η καθ΄ ης η αίτηση γνώριζε κατά την έκδοση των διαταγμάτων επιβάρυνσης. Αλλά και επί της ουσίας δεν ισχύει η θέση για δυσμενή επηρεασμό άλλων πιστωτών όπως εισηγείται ο αιτητής. Ο αιτητής δεν επικαλέστηκε ζημιά σε άλλους πιστωτές του ιδίου, αλλά ζημιά σε πιστωτές των εταιρειών, στις οποίες κατέχει τις επιβαρυμένες μετοχές. Κατ' αρχήν όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από πλευράς καθ' ης η αίτηση, για να επηρεάζονται τα συμφέροντα οιωνδήποτε πιστωτών αυτοί θα πρέπει να είναι πιστωτές του εξ' αποφάσεως οφειλέτη. Και αυτό είναι λογικό αφού τίθενται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τον πιστωτή που εξασφαλίζει διάταγμα επιβάρυνσης υπέρ του. Αυτό προκύπτει και από το άρθρο 3.2(β) του Νόμου όπου ρητά αναφέρεται ότι το Δικαστήριο στην έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης, λαμβάνει υπόψη και το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στον Νόμο σε πιστωτές του νομικού προσώπου, του οποίου τις μετοχές αφορά το διάταγμα επιβάρυνσης. Και δεν θα ήταν λογικό να υπάρχει αφού δεν μπορεί να επηρεαστεί η περιουσία του Νομικού προσώπου από την αλλαγή και μόνο της μετοχικής του σύνθεσης σε περίπτωση πώλησης των μετοχών. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι δεν έχουμε πιστωτές του εξ' αποφάσεως οφειλέτη αλλά πιστωτές των εταιρειών στις οποίες ο οφειλέτης κατέχει μετοχές και οι οποίες μετοχές ιδιοκτησίας του, έχουν επιβαρυνθεί με τα επίδικα διατάγματα. Δεν υπάρχει όμως περίπτωση όπως προανέφερα, οι πιστωτές των εταιρειών αυτών να επηρεαστούν δυσμενώς από το διάταγμα επιβάρυνσης και τυχόν πώληση των μετοχών σε τρίτους. Δεν επηρεάζεται καθόλου ούτε μειώνεται ή επιβαρύνεται η περιουσία των εταιρειών από την αλλαγή στην μετοχική τους σύνθεση. Δεν ισχύουν ως εκ τούτου οι θέσεις που εξέφρασε ο αιτητής ότι με την έκδοση των επιβαρυντικών διαταγμάτων θα επηρεαστούν δυσμενώς οι πιστωτές των υπό κρίση εταιρειών. Για τους ιδίους λόγους, απορρίπτονται οι ισχυρισμοί για καταπιεστική και καταχρηστική αίτηση που αποσκοπεί στο να δώσει προβάδισμα στον αιτητή έναντι άλλων πιστωτών. Ο αιτητής ανέφερε επίσης ότι οι επίδικες μετοχές, έχουν ενεχυριαστεί, υπό μορφή χρέους προς διάφορες τράπεζες και ως εκ τούτου δεν μπορούν να πωληθούν. Το γεγονός όμως αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει χωρίς άλλο στην ακύρωση του διατάγματος επιβάρυνσης. Επισημαίνω εδώ τις πρόνοιες του άρθρου 6.3 του Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι το Δικαστήριο προτού εκδώσει διάταγμα ρευστοποίησης ή πώλησης της επιβαρυνθείσας περιουσίας, οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερομένων μερών, περιλαμβανομένου του Εφόρου Εταιρειών και των Συμβούλων της εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και όλων όσων δυνατόν να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατόν να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους. Για το σκοπό αυτό, το Δικαστήριο δύναται να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες, οι οποίες υπό τις περιστάσεις κρίνονται σκόπιμες και αναγκαίες. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι στα πλαίσια της αίτησης πώλησης των μετοχών, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψιν τις θέσεις άλλων προσώπων που έχουν τυχόν επιβαρύνσεις στις υπό κρίση μετοχές. Παρέχεται περαιτέρω η δυνατότητα στο Δικαστήριο δυνάμει των διατάξεων του Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(Ι)/92, να διατάξει την πώληση των μετοχών υπό όρους και αφού εξασφαλιστούν πρώτα τα συμφέροντα άλλων πιστωτών που έχουν επιβαρύνσεις που προηγούνται του διατάγματος επιβάρυνσης. Τα ζητήματα όμως αυτά θα εξεταστούν αποκλειστικά κατά την εκδίκαση της αίτησης πώλησης των μετοχών. Εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη προγενέστερων επιβαρύνσεων επί των μετοχών δεν αποτελεί λόγο για ακύρωση του διατάγματος επιβάρυνσης. Αλλά ούτε και η θέση που προέβαλε ο αιτητής ότι η αξία των μετοχών υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος, συνιστά λόγο για ακύρωση των επίδικων διαταγμάτων επιβάρυνσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή XXXXX Έλληνα και υπέρ της καθ' ης η αίτηση Κ. ΔΕΣΠΟΖΙΤΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο