Nova Homes Ltd ν. SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 3257/2018, 13/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3257/2018 Μεταξύ: Nova Homes Ltd Ενάγουσας -και- SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LTD Εναγόμενης ------------------ Αίτηση ημερ. 27.11.2018 13 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Aλ. Δημητριάδης για Κώστας Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Φ. Θεοχάρους για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ---------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια ζητά: «Α. Διάταγμα που να απαγορεύει την Εναγόμενη, είτε απευθείας είτε μέσω των αξιωματούχων, υπαλλήλων ή αντιπροσώπων της, από το να πωλήσει ή εκπλειστηριάσει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/4XX3, Φ/Σχ. 0/2XXXXX3, Τμήμα 4, Τεμάχιο 3X3 (προηγούμενα στοιχεία Φ/Σχ 4l/2XX1, Τεμάχιο 6X9), Ορμίδεια, Λάρνακα (στο εξής το «Ακίνητο») ή να προχωρήσει με την εκποίηση της Υποθήκης Υ4156/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας (στο εξής η «Υποθήκη») δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου του 1965 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης ή σκοπούσα στον πλειστηριασμό του Ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου του 1965 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σ΄ αυτήν ένορκη δήλωση του xxxx Μαρουλλή, διευθυντή της Ενάγουσας ο οποίος λέγει μεταξύ άλλων και τα εξής: Κατά την περίοδο μεταξύ 2005 και 2008 η Ενάγουσα και η Εναγόμενη υπέγραψαν στη Λευκωσία διάφορες συμφωνίες χρηματοδότησης σύμφωνα με τις οποίες η Εναγόμενη παραχώρησε στην Ενάγουσα αριθμό δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων (στο εξής, όλα μαζί, οι «Πιστωτικές Διευκολύνσεις»). Προς εξασφάλιση των Πιστωτικών Διευκολύνσεων, η Ενάγουσα υπόγραψε στη Λευκωσία συμφωνία υποθήκης προς υποθήκευση του ακίνητου με αριθμό εγγραφής 0/4XX3, Φ/Σχ. 0/2XXXXX3, Τμήμα 4, Τεμάχιο 3X3 (προηγούμενα στοιχεία Φ/Σχ. 41/2XX1, Τεμάχιο 6X9), Ορμίδεια, Λάρνακα (στο εξής το «Ακίνητο»), του οποίου η Ενάγουσα είναι η αποκλειστική εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Η υποθήκη εγγράφηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας υπό τον αριθμό Υ4156/2008 (στο εξής η «Υποθήκη»). Αυτή ήταν μια εκ των εξασφαλίσεων που δόθηκαν αναφορικά με τις Πιστωτικές Διευκολύνσεις. Η αξία του Ακινήτου σήμερα είναι περί τις €300.000. Στο Τεκμήριο 1, ως αξία του Ακινήτου σε τιμές 1/1/2013 παρουσιάζεται το ποσό των €19,400. Θέση όμως της Ενάγουσας είναι ότι το ποσό αυτό δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική αξία του Ακινήτου καθώς σήμερα το Ακίνητο βρίσκεται στην διαδικασία ανάπτυξης του ως πρατηρίου πετρελαιοειδών, κάτι που αυξάνει ουσιαστικά την αξία του. Στις 11/5/2011 η Εναγόμενη καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αναφορικά με τις Πιστωτικές Διευκολύνσεις και τις εξασφαλίσεις τους, συμπεριλαμβανομένης της Υποθήκης, την αγωγή με αρ. 3327/2011 εναντίον της Ενάγουσας, ως πρωτοφειλέτιδας και ενυπόθηκου οφειλέτη, και αυτού και της συζύγου του, ως εγγυητών και ενυπόθηκων τρίτων, αναφορικά με άλλο ενυπόθηκο ακίνητο (στο εξής η «Αγωγή»). Ως φαίνεται στο Τεκμήριο 2, η Εναγομένη με την Αγωγή επιδιώκει την ανάκτηση του κατά δικών της ισχυρισμών υπολοίπων των Πιστωτικών Διευκολύνσεων, καθώς επίσης και, μεταξύ άλλων, την εκποίηση της Υποθήκης με πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού του Ακινήτου και την χρησιμοποίηση του εκπλειστηριάσματος έναντι του αξιούμενου χρέους. Η Ενάγουσα, αμφισβητεί το αξιούμενο από την Εναγόμενη χρέος σχετικά με τις Πιστωτικές Διευκολύνσεις. Πιο συγκεκριμένα, αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, την νομιμότητα των όρων των σχετικών συμφωνιών, τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης περί της δήθεν οφειλής εκ μέρους των Εναγόντων, το ύψους του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού, ως επίσης και των τόκων και άλλων χρεώσεων που επέβαλε η Εναγόμενη, τον τερματισμό των σχετικών συμφωνιών και γενικά τις αξιώσεις της Εναγόμενης, τόσο αναφορικά με το ποσό όσο και με τις εξασφαλίσεις. Στις 15/11/2018 επιδόθηκε εκ μέρους της Εναγομένης στην Ενάγουσα, καθώς επίσης και σε αυτόν προσωπικά όσο και στην σύζυγο του xxxx Πιταρρά, ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» (στο εξής η «Ειδοποίηση») συμφώνα με το άρθρο 44Γ
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (στο εξής ο «Νόμος») με την οποία πληροφορούνται ότι η Εναγόμενη προτίθεται να προχωρήσει, στις 10/5/19, σε πώληση με διαδικασία πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου του 1965 του Ακινήτου σύμφωνα με τους όρους της Υποθήκης λόγω του ότι, κατ' ισχυρισμό της Εναγόμενης, τα υπόλοιπα των Πιστωτικών Διευκολύνσεων που εκεί αναγράφονται (ήτοι €1,099,487.46, πλέον τόκο €99,369.66 από 01.12.2017 και €33,806.74, πλέον τόκο €4,739.86 από 01.07.2017, και €7,206.69, πλέον τόκο €1,010.41 από 01.07.2017 και €7,209.94 πλέον τόκο €1,010.87 από 01.07.2017) κατέστησαν πληρωτέα και οφειλόμενα. Η προώθηση της εξωδικαστικής διαδικασίας εκποίησης της Υποθήκης και πώλησης του Ακινήτου βάσει του Μέρους VIA του Νόμου, ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της Αγωγής, στα πλαίσια της οποίας η Ενάγουσα, μαζί με τους υπόλοιπους εκεί εναγόμενους, αμφισβητεί το υπόλοιπο των Πιστωτικών Διευκολύνσεων και το δικαίωμα της Εναγόμενης να προβεί στην εκποίηση της Υποθήκης και την πώληση του Ακινήτου, αποτελεί κατάχρηση και καταστρατήγηση των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους της Εναγόμενης. Σε περίπτωση που αφεθεί η Εναγόμενη να προχωρήσει με την εκποίηση της Υποθήκης και πώληση του Ακινήτου δυνάμει της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου, ενώ εκκρεμεί η Αγωγή, θα προκληθεί μη αναστρέψιμη και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα, καθώς το ακίνητο θα πωληθεί και θα στερηθεί του δικαιώματος της να ακουστεί και να προβάλει την υπεράσπιση της στα πλαίσια της Αγωγής. Σε περίπτωση που το ακίνητο πωληθεί, η παρούσα διαδικασία, ως επίσης και αυτή της αγωγής, χάνουν το αντικείμενο τους. Η ζημιά που θα προκληθεί θα είναι ανεπανόρθωτη αφού σε περίπτωση που προχωρήσει η πώληση του ακινήτου, ως προτίθεται να πράξει η Εναγόμενη, η Ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να το επανακτήσει αν τελικά το Δικαστήριο αποφασίσει στα πλαίσια της Αγωγής ότι η Εναγόμενη δεν δικαιούτο σε εκποίηση του. Η Εναγομένη - Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση και κατέγραψε αριθμό λόγων στην ειδοποίηση ένστασης: «1.Η Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή στερείται της απαραίτητης πραγματικής και/ή νομικής βάσης και/ή υπόβαθρου για την έκδοση και/ ή συνέχιση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
- Η Αίτηση και/ή η προσκομισθείσα από την Αιτήτρια μαρτυρία δεν είναι ικανή και/ή αρκετή και/ή δεν πληρεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση και/ ή συνέχιση των αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή δεν πληρούνται οι βασικές προϋποθέσεις σύμφωνα με τον Νόμο και/ή την νομολογία για την έγκριση και/ή συνέχιση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
- Η Αιτήτρια δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή της και/ή δεν έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες στην αγωγή της.
- Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή η Αιτήτρια ουδεμία βάση αγωγής έχει και/ή αποκαλύπτει και/ή ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης και/ή ήγειρε την εν λόγω αγωγή καταχρηστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή οι ισχυρισμοί και/ή αξιώσεις της Αιτήτριας στην εν λόγω αγωγή είναι άσχετοι με την προσκομισθείσα εκ μέρους της Αιτήτριας μαρτυρία στα πλαίσια της καταχωρηθείσας εκ μέρους της αίτησης ημερομηνίας 27.11.
- Τα γεγονότα της υπόθεσης δεικνύουν πως σε κάθε περίπτωση ακόμα κι αν επιτύχει η αγωγή της Αιτήτριας, δεν τίθεται θέμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση και/ ή συνέχιση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
- Οι αξιώσεις και/ή οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αποτιμώνται σε χρήμα και/ή είναι χρηματικής φύσης και/ή δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο η ικανότητα της Εναγόμενης να καταβάλει τυχόν και/ή ενδεχόμενες επιδικασθείσες αποζημιώσεις σε περίπτωση επιτυχίας και/ή δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την φερεγγυότητα της Εναγόμενης και/ή την κατ ισχυρισμό αδυναμία της να τις καταβάλει.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ της Εναγόμενης και/ή σε περίπτωση που τα αιτούμενα Διατάγματα καταστούν απόλυτα η Εναγόμενη θα στερηθεί τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα δικαιώματα της προς ανάκτηση των οφειλόμενων σε αυτήν ποσών και/ή προς είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους.
- Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας είναι γενικοί και/ή αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή ασαφής και/ή έχουν τεθεί και/ή η Αίτηση έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και/ή με μοναδικό στόχο την καθυστέρηση και/ή παρακώλυση της διαδικασίας.
- Η απόφαση πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ' ης η Αίτηση, με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματα της.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη σ΄ αυτήν Ένορκη Δήλωση του XXXXX Χαραλάμπους, ο οποίος λέγει μεταξύ άλλων: Είναι υπάλληλος των Εναγόντων, λέγει συγκεκριμένα ότι εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών και στα πλαίσια των καθηκόντων του έχει στη κατοχή του τα έγγραφα, ή αντίγραφα των εγγράφων, που αφορούν τη συγκεκριμένη περίπτωση και γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τα έγγραφα τα οποία θεωρεί σχετικά με την παρούσα αίτηση. Αντίγραφα των πιο πάνω εγγράφων ως επίσης και όλων των εγγράφων τα οποία η Ενάγουσα είχε υπογράψει μετά της Εναγόμενης είχαν δοθεί στην Ενάγουσα. Αναφορικά με την αξία του επίδικου ακινήτου έχει διενεργηθεί εκτίμηση από την Εναγόμενη στην οποία φαίνεται ότι η αγοραία αξία του ακινήτου ανέρχεται σε €230.000 και η αξία σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης σε €165.
- Η Εναγόμενη παραδέχεται επίσης το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας πλην όμως αναφέρει ότι βασικός ισχυρισμός της Αιτήτριας στην Έκθεση Υπεράσπισης που είχε καταχωρίσει στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 3327/11 ήταν ότι ουδέποτε υπέγραψε την επίδικη υποθήκη και τις οποιεσδήποτε συμφωνίες για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εναγόμενη, ισχυρισμός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα σήμερα αναφέρει η Αιτήτρια στις παραγράφους 4 και 5 της Ένορκης Δήλωσης της κάτι το οποίο επιμαρτυρεί την κακοπιστία της Αιτήτριας σε ό,τι αφορά την προώθηση της παρούσας αίτησης. Η υπεράσπιση της Αιτήτριας έχει καταχωριστεί με σκοπό να καθυστερήσει την όλη διαδικασία. Δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Η Αιτήτρια δεν καταδεικνύει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας της αγωγής της, ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αναφέρεται σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας. Η επιχειρηματολογία της Αιτήτριας επικεντρώνεται στην κατ' ισχυρισμό κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους της Εναγόμενης ισχυρισμός ο οποίος δεν αποτελεί βάση αγωγής. Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα και η Αιτήτρια επιτύχει τελικά στην αγωγή της θα μπορεί να αποζημιωθεί σχετικά. Στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας δεν αναγράφεται οτιδήποτε που να καταδεικνύει αφερεγγυότητα της Εναγόμενης ή ότι αν εκδοθεί απόφαση υπέρ της Αιτήτριας θα υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα μη ικανοποίησης της ή έστω δυσκολίας της Αιτήτριας στην εκτέλεση της. Η Εναγόμενη είναι καθόλα φερέγγυα εφόσον με βάση τις Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις για το έτος 2016 είχε πραγματοποιήσει κέρδος μετά τη φορολογία (Net Profit) ύψους €2.447.000 ενώ με βάση τις Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις για το έτος 2017 είχε πραγματοποιήσει κέρδος μετά τη φορολογία ύψους €1.145.
- Η Αιτήτρια δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα εφόσον δεν διεξάγει οποιεσδήποτε εργασίες πλέον ή τουλάχιστον εισοδήματα με βάση τα οποία να είναι σε θέση να εξοφλήσει την οφειλή της προς την Εναγόμενη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ της Εναγόμενης. Αντίθετα, τυχόν συνέχιση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβίαζε τα νόμιμα δικαιώματα της Εναγόμενης να προχωρήσει στις ενδεδειγμένες νόμιμες διαδικασίες για είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους με αποτέλεσμα να διογκώνεται το χρέος της Αιτήτριας προς την Εναγόμενη χωρίς ουσιαστική προοπτική εξόφλησης του. Τα έγγραφα της υποθήκης κατοχυρώνουν το δικαίωμα της Εναγόμενης να προχωρήσει με εκποίηση του εν λόγω ακινήτου με οποιοδήποτε τρόπο θέλει ακόμα και με ιδιωτική πώληση. Δεν υπάρχει θέμα κατάχρησης της διαδικασίας εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει την ταυτόχρονη προώθηση αγωγής για εξασφάλιση απόφασης και/ ή διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου και την προώθηση της εκποίησης του ενυπόθηκου με τη διαδικασία που έχει ακολουθήσει η Εναγόμενη. Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν. Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.Δ.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στην απόφαση Τ.Α. Micrologic Com. Consult Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 αποφασίστηκε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255. Σκοπός των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα (βλ. Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτηση με την προϋπόθεση να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς επίσης και με το κατά πόσον είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ιδίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269 - 70. Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Αιτητή, βρίσκω ότι στην παράγραφο 1 του κλητηρίου η Ενάγουσα ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διαδικασία πώλησης του συγκεκριμένου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου του 1965 στα πλαίσια της οποίας επιδόθηκε στην Ενάγουσα στις 15.11.2018, ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» βάσει του άρθρου 44Γ
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου του 1965 είναι άκυρη λόγω κατάχρησης διαδικασίας παραβίασης του Συνταγματικού δικαιώματος της Ενάγουσας σε δίκαιη δίκη και/ή άλλως πως. Με την παράγραφο Β του κλητηρίου εντάλματος ζητείται διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται, παραμερίζεται και/ή αναστέλλεται η εκ μέρους της Εναγομένης διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου του 1965 αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η Ειδοποίηση. Στη δε παράγραφο Γ ζητείται διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η Ενάγουσα να προχωρήσει με την πώληση ή τον πλειστηριασμό του Ακινήτου εκτός εάν κάτι τέτοιο διαταχθεί στα πλαίσια της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 3327/2011. Το άρθρο 44(Γ)
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965προβλέπει τα εξής: «
(3). Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπουμένης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις. (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί. (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή. (δ) έχει εκδοθεί παραμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (ε) .......................». Συνεπώς τα όσα ζητά η Ενάγουσα με την πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγή, μόνον με ΄Εφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο μπορούσε να τα απαιτήσει κάτω από το άρθρο 44(Γ)
(3)και μόνο για τους περιορισμένους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό και όχι με αγωγή ως η παρούσα. Βρίσκω ότι η πρώτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η υπόθεση του Αιτητή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει ο Αιτητής με την αγωγή του. Σίγουρα οι Καθ΄ ων η Αίτηση αμφισβητούν την αξίωση της Αιτήτριας. Βρίσκω ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να δικαιούνται οι Αιτητές κάποιες θεραπείες από αυτές που καταγράφονται στο κλητήριο ένταλμα, για τον ίδιο λόγο που έχω αναφέρει πιο πάνω για την πρώτη προϋπόθεση. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και επίσης ότι δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. H τρίτη προϋπόθεση αφορά την πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν συνάδει μόνο με την υλική ζημιά αλλά είναι ευρύτερη και περιλαμβάνει και τη προστασία των δικαιωμάτων του Αιτητή (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Στην απόφαση Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε η λειτουργία του Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα του Κράτους Δικαίου για την αποτροπή παράνομων και παράτυπων ενεργειών. ΄Ενας από τους κυριότερους σκοπούς των ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα. Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτηση με την προϋπόθεση να υποστούν οι Αιτητές ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθώς επίσης και με το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η Αιτήτρια στήριξε τη θέση της στο ότι σε περίπτωση που αφεθεί η Εναγόμενη να προχωρήσει με την εκποίηση της Υποθήκης και πώληση του Ακινήτου δυνάμει της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου, ενώ εκκρεμεί η Αγωγή, θα προκληθεί μη αναστρέψιμη και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα, καθώς το ακίνητο θα πωληθεί και θα στερηθεί του δικαιώματος της να ακουστεί και να προβάλει την υπεράσπιση της στα πλαίσια της Αγωγής. Σε περίπτωση που το ακίνητο πωληθεί, ισχυρίζεται, η παρούσα διαδικασία ως επίσης και αυτή της αγωγής, χάνουν το αντικείμενο τους. Η ζημιά που θα προκληθεί θα είναι ανεπανόρθωτη αφού σε περίπτωση που προχωρήσει η πώληση του ακινήτου, λέγει, ως προτίθεται να πράξει η Εναγομένη, η Ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να το επανακτήσει αν τελικά το Δικαστήριο αποφασίσει στα πλαίσια της Αγωγής ότι η Εναγομένη δεν δικαιούτο σε εκποίησή του. Η πώληση του συγκεκριμένου υποθηκευμένου ακινήτου μπορεί να αποστερεί την Αιτήτρια από την ακίνητη περιουσία της αλλά δεν υπάρχει θέμα δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Συνεπώς, καταλήγω ότι η Τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 δεν συντρέχει. Τυχόν επιτυχία της Αιτήτριας θα μπορεί να αποζημιωθεί από την Καθ΄ ης η Αίτηση για την οποία δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε το οποίο να την καθιστά αφερέγγυο. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402). Με βάση τα όσα αναφέρω ανωτέρω, καταλήγω ότι είναι εύλογο και δίκαιο ως επιτάσσεται και από το ισοζύγιο της ευχέρειας όπως απορριφθεί η παρούσα Αίτηση. Η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1000 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, τα οποία να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο