ΦΑΝΤΙΔΟΥ ν. Χρίστου κ.α., Αρ. Αγωγής: 40/16, 5/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 40/16 Μεταξύ: XXXXX ΦΑΝΤΙΔΟΥ εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και
- XXXXX Φ. Χρίστου εκ Γαλάτας
- XXXXX Φ. Χρίστου, εξ Έγκωμης Ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης μητέρας των XXXXX Φιλίππου και/ή XXXXX Μάμα Μιχαηλίδη τέως από Γαλάτα Εναγομένων Ημερομηνία: 5.2.2019 Αίτηση της ενάγουσας για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος Για την ενάγουσα: κα Αγνή Α. Ξυψιτή Για τους εναγόμενους: κ. Σάββας Κυριακίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Όπως προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο η ενάγουσα με κλητήριο ένταλμα το οποίο συνέταξε και καταχώρησε η ίδια στις 7.1.2016 χωρίς τις υπηρεσίες δικηγόρου αξιώνει εναντίον των εναγομένων το ποσό των ΛΚ20.000 ως κατ' ισχυρισμό χρέος δυνάμει γραμματίου ημερομηνίας 12.3.
- Προκύπτει επίσης ότι οι εναγόμενοι στις 24.5.2016 καταχώρησαν υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή αρνούμενοι την ως άνω αξίωση της ενάγουσας και ότι η ενάγουσα στη συνέχεια καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπισή τους την 1.6.
- Όπως περαιτέρω προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο η ενάγουσα στις 6.6.2016 έκδωσε κλήση για οδηγίες σύμφωνα με τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 5.10.
- Στις 24.10.2016 εκδόθηκαν εκ συμφώνου διατάγματα για καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων και επιθεώρησης των αποκαλυφθέντων εγγράφων και η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες αρχικά στις 19.12.2016 και αργότερα την 1.2.
- Την εν λόγω ημερομηνία, δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για καταχώρηση ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων μαζί με τη σύνοψη της μαρτυρίας τους και η υπόθεση επαναορίστηκε για οδηγίες στις 23.3.
- Μετά που οι διάδικοι συμμορφώθηκαν με τις ως άνω οδηγίες, κατόπιν αιτήματος τους, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 2.11.
- Στις 13.2.2018 όταν η ως άνω αγωγή είχε επαναοριστεί για ακρόαση, η δικηγόρος κα Ξυψιτή καταχώρησε σχετική ειδοποίηση στο Πρωτοκολλητείο μαζί με διοριστήριο δικηγόρου και ανέλαβε από το σημείο εκείνο την εκπροσώπηση της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή. Στις 24.5.2018 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση με την οποία η ενάγουσα επιδιώκει την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Η επίδικη αίτηση Με την εν λόγω αίτηση η ενάγουσα αιτείται τα πιο κάτω:
- Άδεια και ή διάταγμα του Δικαστηρίου για συμπλήρωση επί του κλητηρίου Εντάλματος στην θέση που αναφέρεται το πρωτοκολλητείο η λέξη Λευκωσίας.
- Άδεια και ή διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως ως κατωτέρω: Α. Όπως η Έκθεση Απαίτησης εγγραφεί με τον ορθό δικονομικό τρόπο και να αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο και όχι σε πρώτο πρόσωπο υπό την μορφή Ενόρκου Δηλώσεως ως είναι γραμμένη. Β. Να δοθεί αρίθμηση των παραγράφων. Γ. Να σημειωθεί η οπισθογράφηση των εξόδων. Δ. Να τροποποιηθή και ή συμπληρωθεί στην Έκθεση Απαίτησης στην αρχή που λέει Η αξίωση της Ενάγουσας είναι: Α. Ποσό εκ ΛΚ20.000 και ή το αντίστοιχο ποσό σε €34,200 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ημερ. 12/03/1997 και ή χρεωστικού γραμματίου και ή ανάληψη υποχρέωσης οφειλομένου ποσού και ή άλλως πως. Β. Νόμιμο τόκο από 12/3/1997 μέχρι εξοφλήσεως. Γ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Ε. Να τροποποιηθή η παρ. 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως η εξής:
- Η Ενάγουσα ενάγει τους εναγομένους 1 και 2 υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές και ή κληρονόμους της αποβιωσάσης μητέρας των Μαρούλλας Φιλίππου και/ή Μαρούλλας Μάμα Μιχαηλίδη τέως από Γαλάτα.
- Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Η επίδικη αίτηση βασίζεται στη Δ.25 ΘΘ. 1 ‑ 6, Δ.48 ΘΘ. 1 ‑ 4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται φαίνονται στη συνημμένη ένορκο δήλωση της ενάγουσας στην οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: η ίδια η ενάγουσα ετοίμασε και καταχώρησε προσωπικά την παρούσα αγωγή χωρίς νομική βοήθεια από οποιονδήποτε. Η ίδια δεν είναι δικηγόρος ούτε έχει νομικές γνώσεις και λόγω λάθους ή εκ παραδρομής την ετοίμασε υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως. Όταν η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση αντιλήφθηκε ότι της ήταν δύσκολο και/ή αδύνατο να προχωρήσει την ακρόαση της υπόθεσης μόνη της και αποφάσισε να διορίσει δικηγόρο, πράγμα το οποίο έπραξε στις 13.2.2018 όταν η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Όταν συνάντησε την δικηγόρο της και της παρέδωσε αντίγραφα του φακέλου της αγωγής, η δικηγόρος διαπίστωσε και της επέδειξε τις παρατυπίες οι οποίες υπάρχουν στην έκθεση απαίτησης τις οποίες η ίδια αντιλήφθηκε και πιστεύει ότι έγιναν από λάθος ή και αβλεψία της. Ισχυρίζεται επίσης ότι, οι απαιτούμενες τροποποιήσεις και/ή διορθώσεις είναι αναγκαίες για την δίκαιη αποπεράτωση του ζητήματος και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και ότι οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιανδήποτε απώλεια ή ζημιά σε περίπτωση που επιτραπεί τροποποίηση. Ισχυρίζεται τέλος ότι η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε καλόπιστα προς κάλυψη όλων των θεμάτων σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας και λόγω των ανωτέρω είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ένσταση των Εναγομένων Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην ως άνω αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους δυο λόγους: α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 Θ.1
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτε της νομολογίας σε σχέση με την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και των δικογράφων και β) δεν υφίσταται κανένα εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη των δικογράφων και ουδέν νέο δεδομένο μη υπαρκτό κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ούτως ώστε να δικαιολογείται η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η εν λόγω ένσταση φαίνονται στην ένορκο δήλωση του δικηγόρου κ. XXXXX Κυριακίδη και μεταξύ άλλων έχουν ως ακολούθως: οι λόγοι τους οποίους επικαλείται η ενάγουσα, δεν συνιστούν εκ παραδρομής καλόπιστα λάθη αφού αυτά δεν έγιναν εκ παραδρομής, ούτε εκ λάθους ή αβλεψίας, αλλά λόγω της άγνοιας της ενάγουσας σχετικά με τη νομοθεσία η οποία διέπει τις πολιτικές διαδικασίες. Ισχυρίζεται επίσης ότι, οι παρατυπίες οι οποίες περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης την οποία η ενάγουσα προσωπικά ετοίμασε και καταχώρησε, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος, αλλά προήλθαν από την ανύπαρκτη ή και ελλιπή νομική κατάρτιση της ενάγουσας. Είναι η θέση του ότι η αιτήτρια μέσω της αιτούμενης τροποποίησης επιδιώκει την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης της σε χρόνο όπου δικονομικά αυτό είναι ανεπίτρεπτο χωρίς αυτή να εμπίπτει στις ρητές εξαιρέσεις που θέτουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί. Ισχυρίζεται τέλος ότι το γεγονός της ύπαρξης των παρατυπιών αυτών στο κλητήριο ένταλμα υποδηλώνει ότι κανένα στοιχείο για το οποίο επιδιώκεται η τροποποίηση δεν προέκυψε μετά την καταχώρηση της αγωγής και λόγω τούτων αξιώνει την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας. Η ακρόαση της αίτησης Τη μέρα που η επίδικη αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με τις εκατέρωθεν θέσεις τους χωρίς να αντεξεταστεί οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ορκίστηκε την ένορκη δήλωση, είτε της αίτησης, είτε της ένστασης. Η κα Ξυψιτή εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα, μετά που είχαν συμπληρωθεί τα δικόγραφα, εκδόθηκε η κλήση για οδηγίες και καταχωρήθηκαν από τους διαδίκους οι κατάλογοι μαρτύρων με τη σύνοψη της μαρτυρίας τους αλλά προτού αρχίσει η ακρόαση της αγωγής, διόρισε δικηγόρο για να συνεχίσει την υπόθεσή της καθότι αντιλήφθηκε ότι αδυνατούσε να την προωθήσει η ίδια. Η δικηγόρος της διαπίστωσε τα λάθη στη σύνταξη του κλητηρίου εντάλματος και η ενάγουσα τότε αντιλήφθηκε ότι έκανε λάθος. Αυτό εξυπακούει την καλή της πρόθεση και ότι το λάθος ήταν καλόπιστο χωρίς να υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους της ενάγουσας. Με αναφορά σε σχετική επί του θέματος νομολογία, η κα Ξυψιτή εισηγήθηκε ότι πρόκειται για ένα καλόπιστο λάθος κατά την σύνταξη των δικογράφων και ότι για αυτό τον λόγο επιτρέπεται η τροποποίηση. Εισηγήθηκε επίσης ότι η τροποποίηση ενός δικογράφου κατά κανόνα επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι δεν υπάρχει κακοπιστία από την πλευρά του διαδίκου ο οποίος αιτείται την τροποποίηση και όταν αυτό είναι αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εισηγήθηκε ακόμα ότι, εάν το απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ακόμη και στην περίπτωση που από κάποιον διάδικο επιδείχθηκε αμέλεια ή και καθυστέρηση. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η τροποποίηση ενός δικογράφου πρέπει να εγκρίνεται στις περιπτώσεις που ο αντίδικος του αιτητή μπορεί να αποζημιωθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Εισηγήθηκε τέλος ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν αλλοιώνεται η βάση της αγωγής, ούτε εκτροχιάζεται η διαδικασία και δεν καταδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι θα υποστούν οποιανδήποτε ανεπανόρθωτη ή οποιανδήποτε άλλη ζημιά η οποία να μην μπορεί να θεραπευτεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και κάλεσε το Δικαστήριο να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση. Ο κ. XXXXX Κυριακίδης εκ μέρους των εναγομένων εισηγήθηκε ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής τύγχανε εφαρμογής η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως τροποποιήθηκε με τους διαδικαστικούς κανονισμούς ημερομηνίας 26.9.2014 και 13.5.2015. Με αναφορά στο περιεχόμενο της Δ.25 εισηγήθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της αφού η επίδικη περίπτωση δεν αφορά σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη των δικογράφων ούτε σε οποιοδήποτε νέο δεδομένο μη υπαρκτό κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ούτως ώστε να δικαιολογείται η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης. Εισηγήθηκε επίσης πως λόγω του γεγονότος ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε σε χρόνο που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, αυτή δεν μπορεί να εγκριθεί. Εισηγήθηκε τέλος ότι δεν προέκυψε οποιοδήποτε καινούριο στοιχείο μετά την καταχώρηση της αγωγής το οποίο να ήταν άγνωστο στην ενάγουσα κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Λόγω των ως άνω κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την επίδικη αίτηση ως νόμω και ουσία αβάσιμη. Νομική πτυχή Η επίδικη αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία, σε ό,τι αφορά την παρούσα περίπτωση, έχει ως ακολούθως:
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Συμπεράσματα ‑ κατάληξη Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι η ενάγουσα δεν είναι δικηγόρος και ότι συνέταξε η ίδια το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Προκύπτει επίσης από τον δικαστικό φάκελο ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες ως προνοείται στη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.3 η τροποποίηση ενός δικογράφου μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες κατά κανόνα δεν επιτρέπεται παρά μόνο στις περιπτώσεις που εκεί περιοριστικά αναφέρονται. Από το λεκτικό της Δ.25 Θ.3 προκύπτει ότι καθιερώθηκαν αυστηρότερα κριτήρια τα οποία πρέπει να ικανοποιούνται για να επιτραπεί η τροποποίηση ενός δικογράφου. Η τροποποίηση σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας επιτρέπεται μόνο σε 2 περιπτώσεις. Η πρώτη αφορά στην περίπτωση του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους το οποίο εμφιλοχώρησε κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και η δεύτερη στην περίπτωση που προέκυψαν νέα δεδομένα τα οποία δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Συνεπώς, υπό το φως των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο τα όσα επικαλείται η ενάγουσα αποτελούν είτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας είτε νέα δεδομένα τα οποία ήταν ανύπαρκτα κατά τον χρόνο λήψης των οδηγιών για έγερση της αγωγής και τα οποία προέκυψαν αργότερα. Έχοντας υπόψη μου τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας, η τελευταία ισχυρίζεται ότι η ανάγκη για την καταχώρηση της επίδικης αίτησης προέκυψε μετά που η ίδια διόρισε δικηγόρο η οποία διαπίστωσε την αναγκαιότητα αυτή. Η αναγκαιότητα αυτή, κατά τη θέση της ενάγουσας, οφείλεται στο γεγονός ότι η έκθεση απαίτησης ετοιμάστηκε από την ίδια την ενάγουσα, η οποία δεν είναι δικηγόρος ούτε έχει νομικές γνώσεις. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση, ζητείται να τροποποιηθεί η καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης διά της αρίθμησης των υφιστάμενων παραγράφων, της οπισθογράφησης των εξόδων και με ό,τι άλλο προκύπτει από το σώμα της αίτησης. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η άγνοια της αναφορικά με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων αποτελεί καλόπιστο λάθος κατά την σύνταξη της δικογραφίας και συνεπώς δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το τι συνιστά καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας δεν ορίζεται στη σχετική διαταγή με αποτέλεσμα να αφήνεται ευρύ πεδίο στο οποίο να μπορούν να υπαχθούν διάφορες περιπτώσεις. Στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ' Έκδοση, ως «λάθος» ερμηνεύεται οτιδήποτε αποκλίνει από τον κανόνα, κάτι που δεν λέγεται ή δεν γίνεται με τον σωστό τρόπο και μπορεί να εμφανιστεί ως τυπογραφικό, συντακτικό, φραστικό είτε άλλως πως. Στο ίδιο λεξικό ως «καλόπιστος» ερμηνεύεται αυτός ο οποίος γίνεται με καλή πίστη και ειλικρίνεια, χωρίς δόλο και υστεροβουλία. Κρίνω ότι η άγνοια της ενάγουσας, η οποία δεν είναι δικηγόρος και δεν έχει νομική κατάρτιση, αναφορικά με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων, αποτελεί πράγματι καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας ούτως ώστε υπό τις περιστάσεις να δικαιολογείται να της επιτραπεί να προχωρήσει στην αιτούμενη τροποποίηση. Η ίδια θεωρούσε καλόπιστά ότι η αγωγή της έπρεπε να συνταχθεί με τον τρόπο τον οποίο συντάχθηκε αφού λόγω της άγνοιάς της για την ορθή σύνταξη των δικογράφων δεν θα μπορούσε παρά να ενεργήσει έτσι. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου ότι η αιτούμενη τροποποίηση αφορά μόνο σε τυπικά θέματα όπως η αναγραφή στο κλητήριο ένταλμα της λέξης «Λευκωσία», η αρίθμηση των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης, η αναγραφή της οπισθογράφησης των εξόδων, κρίνω ότι οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν από την αιτούμενη τροποποίηση οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Λόγω των ως άνω, κρίνω ότι η ενάγουσα με τους λόγους τους οποίους επικαλέστηκε κατόρθωσε να αποδείξει ότι πράγματι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναφορικά με τα έξοδα το θέμα αυτό αποτελεί έργο ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο γνωστός βασικός κανόνας που είναι κανόνας λογικής είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πέτρος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, ο κανόνας αυτός ότι δηλαδή τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Είναι δεδομένη η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου που προσφέρεται σε κάποιο διάδικο. Η άσκηση αυτής της δυνατότητας όμως αναμφίβολα αποτελεί εκτροπή της διαδικασίας η οποία συνεπάγεται και δαπάνη. Αυτή τη δαπάνη θα την επωμισθεί, ως θέμα αρχής, ο επιζητών την τροποποίηση δηλαδή αυτός που προκαλεί την εκτροπή. Στην παρούσα περίπτωση, έστω και αν η αίτηση πέτυχε, δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας της εκτροπής και συνακόλουθα των εξόδων ήταν το δικονομικό διάβημα της ενάγουσας να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση τροποποίησης. Κρίνω ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις δικαιολογείται η παρέκκλιση από τον συνήθη κανόνα για την επιδίκαση των εξόδων εφόσον η γενεσιουργός αιτία της εκτροπής και της δημιουργίας εξόδων ήταν η καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Λόγω τούτου είναι δίκαιο τα έξοδα να τα επωμιστεί η ενάγουσα. Λόγω των ως άνω η αίτηση εγκρίνεται. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και να δοθεί στην πλευρά των εναγομένων οι οποίοι να καταχωρήσουν υπεράσπιση εντός των επομένων 20 ημερών. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο