← Κύπρος

Γεωργιάδου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2419/18, 22/2/2019

Γεωργιάδου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2419/18, 22/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A98 Αρ. Αγωγής: 2419/18 Μεταξύ:

  1. XXXXX XXXXX Γεωργιάδου
  2. XXXXX Γεωργιάδου Ενάγοντες και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένης Αίτηση ημερ. 3/09/2018 υπό εναγουσών 1 & 2 - αιτητριών για προσωρινό διάταγμα αναστολής διαδικασίας πλειστηριασμού Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου 2019 Για ενάγουσες - αιτήτριες: κος Α. Μαθηκολώνης με κο Α. Κασιανή Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κα Ν. Πελεκάνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους οι ενάγοντες αιτούνται απόφαση του Δικαστηρίου που να κηρύσσει τις υποθήκες και τις συμβάσεις υποθηκών με αρ. Υ2412/2004, Υ7590/2008, Υ12409/29004,Υ7776/2007, Υ7585/2008 Υ8045/2011 και Υ7579/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ως άκυρες και παράνομες. Αιτούνται επίσης διάταγμα που να κηρύσσει αντισυνταγματικές τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 όπως έχει τροποποιηθεί και όπως για αυτόν τον λόγο οι πλειστηριασμοί των πιο πάνω υποθηκών που στηρίζονται στις εν λόγω διατάξεις του Ν. 9/65 ακυρωθούν. Αιτούνται τέλος με την αγωγή τους, ακύρωση των επίδικων δανειακών συμβάσεων ως καταχρηστικών. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες ζήτησαν προσωρινό διάταγμα που να διατάσσει μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, την αναστολή του πλειστηριασμού που ήταν ορισμένος να διεξαχθεί στις 5.9.18 δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 και που αφορούσε τα δύο πιο κάτω ακίνητα:
  3. Αρ. εγγρ. 6/1XX3 Φ/Σχ: 30/0XX1, τμήμα:6, τεμάχιο:1XX5, είδος: οικόπεδο στον Δήμο Στροβόλου της Επαρχίας Λευκωσίας ιδιοκτησίας της ενάγουσας
  4. Αρ. εγγρ. 6/1XX2 Φ/Σχ: 21/6XX2, τμήμα: 6, τεμάχιο: 1XX4 είδος: οικόπεδο στον Δήμο Στροβόλου της Επαρχίας Λευκωσίας ιδιοκτησίας της ενάγουσας
  5. Κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα ενώπιον αδελφού Προέδρου στις 4.9.19, διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης στην εναγομένη, προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις της. Όπως ήταν φυσικό, ο πλειστηριασμός προχώρησε αφού ήταν ορισμένος την επομένη στις 5.9.19 χωρίς όμως να πωληθούν τα επίδικα ακίνητα. Η παρούσα αίτηση όμως δεν κατέστη άνευ αντικειμένου αφού σύμφωνα με τον συνήγορο των εναγόντων, η εναγομένη έχει δικαίωμα να προχωρήσει δυνάμει των διατάξεων τoυ Μέρους VIA του Νόμου 9/65 σε δεύτερο πλειστηριασμό και στην συνέχεια σε μεταβίβαση των ακινήτων στο όνομα της. Ως εκ τούτου η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση ενώπιον μου αφού μετά την επίδοση της, η εναγομένη καταχώρησε ένσταση στην έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Θα παραθέσω στην συνέχεια τις θέσεις των δύο πλευρών όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Η παρούσα αίτηση Η παρούσα αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2, η οποία δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα 1 μητέρα της να προβεί στην συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Σε αυτήν γίνεται αρχικά αναφορά στις επίδικες συμβάσεις υποθήκης, οι οποίες παραχωρήθηκαν προς εξασφάλιση δανειακών συμβάσεων του πατέρα της προς την τότε Λαϊκή Τράπεζα. Για εξασφάλιση των επίδικων δανειακών συμβάσεων, η ενάγουσα 1 παραχώρησε προσωπικές εγγυήσεις καθώς και τις επίδικες υποθήκες. Στις 18.7.2014, η εναγομένη τράπεζα καταχώρησε την αγωγή 4148/14 στο Ε.Δ Λευκωσίας εναντίον του XXXXX Γεωργιάδη και των εναγουσών. Στην εν λόγω αγωγή, οι ενάγουσες καταχώρησαν υπεράσπιση. Στην συνέχεια, η εναγομένη τράπεζα τροχοδρόμησε την διαδικασία πώλησης των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους VIA του Νόμου 9/
  6. Προς τον σκοπό αυτό, απέστειλε προς τις ενάγουσες τις προβλεπόμενες υπό του Νόμου ειδοποιήσεις, βάσει των οποίων, ο πλειστηριασμός καθορίστηκε για τις 5.9.
  7. Η ομνύουσα αναφέρει ότι ο λόγος που δεν καταχώρησαν έφεση εναντίον των πιο πάνω ειδοποιήσεων, οφείλεται σε λανθασμένους χειρισμούς του τότε δικηγόρου τους. Οφείλεται επίσης και στο γεγονός ότι κατά τον χρόνο που θα έπρεπε να υποβληθεί η αίτηση - έφεση εναντίον της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ», η ίδια και η μητέρα της, ήταν ασθενείς. Ακολούθησε συνάντηση με την τράπεζα την οποία πληροφόρησαν ότι εντός των 2 ενυπόθηκων ακινήτων, έχουν ανεγερθεί 2 πολυκατοικίες και όπου στην μία εκ των δύο, αυτήν η οποία βρίσκεται εντός του Τεμαχίου 1XX5, κατοικεί και στεγάζεται μόνιμα η οικογένεια τους. Συγκεκριμένα, ανέφεραν στους υπαλλήλους της τράπεζας ότι στο ισόγειο της πολυκατοικίας εντός του τεμαχίου 1XX5, διαμένει η μητέρα της ομνύουσας, ενάγουσα 1 με τον πατέρα της ενώ στον 1ο όροφο διαμένει η ίδια μαζί με τα 2 παιδιά της και στον 2ο όροφο διαμένει ο αδερφός της, XXXXX Γεωργιάδης. Η τράπεζα παρόλα αυτά, αρνήθηκε να αναστείλει την διαδικασία πλειστηριασμού. Στην συνέχεια και μετά από συμβουλή του νέου συνηγόρου τους κ. Μαθηκολώνη, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία τόσο η ίδια υπό την ιδιότητα της ως εγγυητής όσο και η ενάγουσα 1 υπό την ιδιότητα της ως ενυπόθηκος οφειλέτης σε σχέση με τις επίδικες υποθήκες, αμφισβητούν το δικαίωμα της εναγομένης τράπεζας να κινεί την διαδικασία πλειστηριασμού όπως προβλέπεται στο μέρος VIA του Νόμου 9/
  8. Πέραν τούτου, με την αγωγή τους ζητούν όπως εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να δηλώνεται ότι οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, είναι παράνομες και αντισυνταγματικές με αποτέλεσμα η διαδικασία που προωθείται και ο ορισμένος πλειστηριασμός στις 5/9/2018 να είναι άκυρος και ανυπόστατος. Αξιώνουν περαιτέρω, την ακύρωση και την εξάλειψη των επίδικων υποθηκών διότι όπως συμβουλεύονται από τον δικηγόρο τους, αυτές είναι παράνομες και άκυρες. Αυτό καθότι αφενός έχουν καταρτιστεί και εγγραφεί κατά παράβαση της περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νομοθεσίας και αφετέρου διότι αποστερούν στον ενυπόθηκο οφειλέτη το εξ' επιεικείας δικαίωμα του για εξόφληση και εξάλειψη των επίδικων υποθηκών (Equitable Right of Redemption). Τέλος, αμφισβητούν τα υπόλοιπα των χρεωστικών λογαριασμών διότι αυτά είναι αποτέλεσμα παράνομων και καταχρηστικών ρητρών. Ένεκα τούτου, ζητούν από το Δικαστήριο όπως αποφανθεί αναφορικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα των εν λόγω όρων στις συμφωνίες δανείου και υποθηκών. Ως συμβουλεύεται η ομνύουσα, οι ενάγουσες προβάλουν με την αγωγή τους σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, το οποίο στηρίζεται στο άρθρο 44Β

(3)του Νόμου 9/65 και το οποίο είναι αυτοτελές με την έννοια ότι παρέχει ξεχωριστό αγώγιμο δικαίωμα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη στο μέρος VIA του Νόμου ως έχει τροποποιηθεί και επικαλύπτει περιπτώσεις στις οποίες οι επόμενες διατάξεις του μέρους VIA δεν αναφέρονται. Στην συνέχεια, η ομνύουσα έκαμε αναφορά στην κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του Μέρους VIA, που διέπουν την διαδικασία πώλησης των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 44Α, παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι η διαδικασία που προωθείται από την εναγομένη τράπεζα δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 , είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό δυσμενέστερη από τις διαδικασίες που ίσχυαν και ετύγχαναν εφαρμογής κατά τον χρόνο σύναψης και εγγραφής των επίδικων υποθηκών. Ως αποτέλεσμα, έχει δυσμενώς διαφοροποιηθεί σημαντικά το περιεχόμενο της Σύμβασης και Δήλωσης των επίδικων Υποθηκών και συνακόλουθα η ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Πέραν των πιο πάνω, είναι η θέση των εναγουσών ότι οι επίδικες υποθήκες είναι παράνομες και δέον όπως ακυρωθούν από το Δικαστήριο. Η ως άνω αναφερόμενη θέση, όπως συμβουλεύει ο δικηγόρος των εναγουσών, έγκειται αφενός διότι οι υποθήκες έχουν καταρτιστεί και εγγραφεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας κατά παράβαση των ρητών διατάξεων της περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νομοθεσίας, (Ν.9/1965)και συγκεκριμένα των άρθρων 5 και 21
(1)(γ), και αφετέρου διότι οι όροι των επίδικων υποθηκών, αποστερούν και περιορίζουν το αναφαίρετο εξ' επιεικείας δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει και εξαλείψει την υποθήκη και να απαλλάξει την περιουσία του (Equitable Right of Redemption). Επιπρόσθετα, οι ενάγουσες με την αγωγή τους, αμφισβητούν τα υπόλοιπα των χρεωστικών λογαριασμών του πρωτοφειλέτη, τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα ισχυριζόμενα ενυπόθηκα υπόλοιπα καθότι αυτά είναι αποτέλεσμα καταχρηστικών, παράνομων και άκυρων ρητρών. Όπως συμβουλεύονται από τον δικηγόρο τους, στις συμφωνίες δανείου μεταξύ του πρωτοφειλέτη πατέρα της ομνύουσας και της Λαϊκής Τράπεζας, υπάρχουν ρήτρες καταχρηστικού χαρακτήρα, οι οποίες εάν κριθούν ως τέτοιες, είναι άκυρες και ανεφάρμοστες. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν κατά την ομνύουσα όχι μόνο καλή βάση αγωγής αλλά επιπλέον ότι έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Στην συνέχεια, η ομνύουσα ισχυρίστηκε ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα προσωρινά διατάγματα και δεν ανασταλεί ο πλειστηριασμός των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων. Είναι ξεκάθαρο κατά την ομνύουσα ότι σε τέτοια περίπτωση, η ίδια και η μητέρα της ενάγουσα 1 θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα θα πωληθούν με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν όπως εξεταστούν οι θέσεις και οι ισχυρισμοί τους όπως προβάλλονται στην παρούσα αγωγή, η οποία θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Στην συνέχεια, η ομνύουσα αναφέρθηκε στο γεγονός ότι εντός των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων έχουν ανεγερθεί πολυκατοικίες. Συγκεκριμένα, στο τεμάχιο 1XX4 έχει ανεγερθεί διώροφη πολυκατοικία που αποτελείται από 6 διαμερίσματα, τα οποία είναι ενοικιασμένα σε τρίτα πρόσωπα. Στο δε τεμάχιο 1XX5, έχει ανεγερθεί τριώροφη πολυκατοικία που αποτελείται από 3 διαμερίσματα και στα οποία διαμένει η οικογένεια της ομνύουσας. Σε περίπτωση εκποίησης των ακινήτων, θα εκδιωχθούν οι ένοικοι τους, δηλαδή οι ενοικιαστές στην πολυκατοικία που βρίσκεται στο τεμάχιο 1XX4 αλλά και η οικογένεια της ομνύουσας που διαμένει στην πολυκατοικία που βρίσκεται στο τεμάχιο 1XX
  1. Ως εκ τούτου, πραγματικά η ζημιά που θα υποστούν οι ενάγουσες εάν προχωρήσει ο πλειστηριασμός δεν θα μπορεί με κανένα τρόπο να αποκατασταθεί στην πορεία. Αντιθέτως, η εναγομένη τράπεζα δεν πρόκειται να υποστεί καμία ανεπανόρθωτη ζημιά από την προσωρινή αναστολή του πλειστηριασμού μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Η όποια ζημιά τυχόν υποστεί η ενάγουσα δεν θα είναι τέτοια που να μην μπορεί να αποκατασταθεί. Τούτο διότι σε περίπτωση που αποτύχει η αγωγή, η εναγόμενη τράπεζα μπορεί πολύ εύκολα να ορίσει νέο πλειστηριασμό σε σύντομο χρονικό διάστημα εάν ληφθεί υπόψη η ταχύτητα με την οποία διέπεται η όλη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/
  2. Η ειδοποίηση ένστασης Η εναγομένη καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  3. Συγκεκριμένα δεν έχει παρουσιαστεί καμία μαρτυρία για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Επιπλέον δεν υπάρχει μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή ότι οι ενάγοντες θα υποστούν τέτοια ζημία που δεν θα μπορούσε να αποτιμηθεί σε χρηματική αποζημίωση. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα να παραβιαστούν τα δικαιώματα της εναγομένης και ειδικότερα το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 26 του Συντάγματος, καθότι, μεταξύ άλλων, η τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα περιορίσει την εναγομένη να προχωρήσει με εκποίηση νόμιμων εμπράγματων εξασφαλίσεων που διατηρεί προς όφελος της για την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων. Επιπλέον, τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα κατέληγε σε καταστρατήγηση της προβλεπόμενης από τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/
  4. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί από τις ενάγουσες καταχρηστικά και για αλλότριους με τη δικαιοσύνη σκοπούς, προκειμένου να αποφύγουν να τηρήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς την εναγομένη. Η ειδοποίηση ένστασης, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που βρίσκεται στην υπηρεσία της εναγομένης και στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι ποιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται περαιτέρω ότι οι ισχυρισμοί που οι ενάγουσες προβάλουν στην παρούσα αγωγή θα μπορούσαν να προβληθούν στα πλαίσια της αγωγής 4148/14 που καταχώρησε η εναγομένη τράπεζα εναντίον τους. Στις υπερασπίσεις τους στις εν λόγω αγωγή, κανένας ισχυρισμός δεν υπάρχει για ακυρότητα των υποθηκών. Αντί αυτού, οι ενάγουσες 4 χρόνια μετά προωθούν την παρούσα αγωγή, ζητώντας μεταξύ άλλων ακύρωση των υποθηκών. Είναι καθαρό κατά τον ομνύοντα από τα πιο πάνω και με βάση την τροποποίηση που έγινε στις 13/7/2018 στον Νόμο 9/65, ότι ο μόνος λόγος που καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή και αίτηση, είναι για να σταματήσουν την εναγομένη τράπεζα από του να προχωρήσει με τη διαδικασία πλειστηριασμού. Συνεπώς, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε αλλά και προωθείται καταχρηστικά και για αλλότριους με τη δικαιοσύνη σκοπούς. Ο ομνύων απέρριψε τους ισχυρισμούς για αντισυνταγματικότητα των υπό κρίση διατάξεων του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/
  5. Όπως συμβουλεύεται, τα όσα ρυθμίζονται από τους τροποποιητικούς Νόμους 142(Ι)/2014 και 87(Ι)/2018, αποτελούν θέματα διαδικασίας και δεν διαφοροποιούνται ούτε επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των εναγουσών και ειδικότερα της ενάγουσας 1, ιδιοκτήτριας των ακινήτων. Ο ομνύων αναφέρει περαιτέρω ότι στα Έγγραφα Υποθήκης που συνοδεύουν τις Υποθήκες 12409/2004 και 7579/2008 και συγκεκριμένα στον όρο 5, παρέχεται η δυνατότητα στην τράπεζα να προβεί στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων «.είτε μέσω κτηματολογίου . και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ., χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση.». Η ενάγουσα 1, γνώριζε από την υπογραφή των υποθηκών και αποδεχόταν την δυνατότητα η τράπεζα να προβεί στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς να ειδοποιηθεί η ίδια. Ο ομνύοντας, απέρριψε επίσης τους ισχυρισμούς για ακυρότητα των επίδικων υποθηκών λόγω καταχρηστικών ρητρών. Ανέφερε επίσης ότι ακόμη και αν οι ενάγουσες αποδείξουν σε κάποιες συμφωνίες τυχόν καταχρηστικές ρήτρες, αυτές δεν επιφέρουν ακυρότητα των συμφωνιών. Οι υπόλοιπες συμβάσεις με εξαίρεση τους τυχόν καταχρηστικούς όρους, παραμένουν σε ισχύ και δεσμεύουν τις ενάγουσες. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και κατόπιν νομικής συμβουλής των δικηγόρων της τράπεζας, ήταν η θέση του ομνύοντα ότι η ενάγουσες απέτυχαν να αποδείξουν στο Δικαστήριο ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επιπλέον δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι ενάγουσες έχουν οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους. Ο ομνύοντας απέρριψε επίσης ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς περί ανεπανόρθωτης ζημιάς των εναγουσών. Όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της τράπεζας, η ισχυριζόμενη ζημιά των εναγουσών αποτιμάται σε χρηματική αποζημίωση. Περαιτέρω, η εναγομένη είναι τραπεζικός οργανισμός και φερέγγυο πρόσωπο που είναι σε θέση να αποζημιώσει τις ενάγουσες σε περίπτωση που η αγωγή τους επιτύχει. Ήταν τέλος η θέση του ομνύοντα ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει ξεκάθαρα υπέρ της εναγομένης τράπεζας. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι κατά τον ομνύοντα αντίθετη με της πρόνοιες του άρθρου 26 του Συντάγματος και ταυτόχρονα νομιμοποιεί αλλά και επιβραβεύει την αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά των εναγουσών. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Αγόρευσαν επίσης και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στην επιχειρηματολογία των δικηγόρων όπως παρατίθεται στις πιο πάνω αγορεύσεις. Παραπομπή σε αυτές μπορεί να γίνει όπου χρειαστεί, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η παρούσα στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  6. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου είναι: • Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. • Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. • Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της διαφοράς και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ.
  2. «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ
  1. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Όσον αφορά την επίδικη διαδικασία εκποίησης, αυτή ρυθμίζεται από το μέρος VIA του Νόμου 9/65 που φέρει τίτλο «Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου από τον Ενυπόθηκο Δανειστή». Το μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, εισήχθη στον εν λόγω Νόμο με τον τροποποιητικό Ν.142(Ι)/
  2. Η προβλεπόμενη διαδικασία πλειστηριασμού που περιλαμβάνεται στα άρθρα 44Α έως 44ΙΑΑ, είναι πιο απλοποιημένη και διαφέρει από τις διατάξεις εκποίησης του Κεφ. 6 αλλά και του μέρους VI του Νόμου 9/
  3. Πρόκειται στην ουσία για διαδικασία αναγκαστικής πώλησης ακινήτου που διεξάγεται από τον ίδιο τον ενυπόθηκο δανειστή. Σύμφωνα με το άρθρο 44Β, σε περίπτωση υπερημερίας για περίοδο που δεν είναι μικρότερη των 120 ημερών, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου εκτός εάν η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης ανασταλεί με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων Νόμων ή Κανονισμών. Συγκεκριμένα, επιδίδεται δυνάμει του άρθρου 44Β
(2), η ειδοποίηση «Θ» ως προς την παρατηρηθείσα υπερημερία και η ειδοποίηση υπό τον τύπο «I» δυνάμει του άρθρου 44Γ
(1), με τη οποία ενυπόθηκος οφειλέτης, καλείται εντός 30 ημερών να εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος. Στην εν λόγω ειδοποίηση, επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με το ενυπόθηκο χρέος. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται ως ανωτέρω, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να του επιδώσει δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ», στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Η εν λόγω ειδοποίηση θα πρέπει να επιδίδεται εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3), εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης «ΙΑ», δύναται να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, επικαλούμενος μια εκ των προϋποθέσεων που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο. Η πιο πάνω διάταξη έχει τροποποιηθεί από τον τροποποιητικό Νόμο 87(Ι)/
  1. Έχει μεταξύ άλλων αφαιρεθεί η προϋπόθεση της εκκρεμοδικίας αγωγής και αντικαταστάθηκε από την ύπαρξη συντηρητικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. Προστέθηκαν επίσης ως λόγοι ακύρωσης της εκποίησης, η έκδοση διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει του Νόμου περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων και η συμμετοχή του ενυπόθηκου οφειλέτη στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων ή σε οποιοδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση του άρθρου 44Γ
(3), δεν απαιτείται να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω λόγοι για την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης. Αρκεί να αποδειχθεί ένας από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3), ώστε η έφεση να πετύχει και να διαταχθεί από το Δικαστήριο η ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Ο τροποποιητικός Νόμος 87(Ι)/2018 επέφερε και άλλες αλλαγές στην διαδικασία εκποίησης. Σύμφωνα με το άρθρο 44Α
(4)όπως έχει τροποποιηθεί, δεν αποκλείεται το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει ταυτόχρονα με την έγερση πολιτικής αγωγής και σε διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 9/
  1. Συμπεράσματα Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των συνηγόρων όπως προκύπτουν από τις αγορεύσεις τους. Κρίνω από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι έχει αποδειχθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Προκύπτει ότι με την αγωγή, τίθενται θέματα εγκυρότητας των επίδικων συμβάσεων υποθήκης αλλά και συνταγματικότητας των σχετικών προνοιών του Νόμου 9/65 επί των οποίων στηρίζεται η υπό κρίση διαδικασία πλειστηριασμού. Αναφορικά όμως με την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, κρίνω ότι οι ενάγουσες απέτυχαν να αποδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι επιδιώκουν με την παρούσα αγωγή τους, μεταξύ άλλων την ακύρωση των επίδικων συμβάσεων υποθήκης λόγω καταχρηστικών ρητρών αλλά και την μη εφαρμογή στην παρούσα του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 λόγω παραβίασης των συνταγματικών τους δικαιωμάτων. Αιτούνται επίσης την αμφισβήτηση του οφειλόμενου προς την τράπεζα υπολοίπου. Είναι σαφές όμως και προκύπτει ξεκάθαρα από απλή ανάγνωση της ίδιας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση ότι η παρούσα αγωγή και αίτηση, καταχωρήθηκε προκειμένου να σταματήσει η επίδικη διαδικασία πλειστηριασμού και όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Στην ένορκη δήλωση της αίτησης, αναφέρεται με περισσή σαφήνεια ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά που απέτυχαν όλες οι άλλες διαδικασίες αναστολής του πλειστηριασμού και ως η μόνη διέξοδος προκειμένου να σταματήσει η διαδικασία εκποίησης των επίδικων ακινήτων που επιχειρείται από την τράπεζα δυνάμει του μέρους VIA του Ν. 9/
  2. Είναι δε ενδεικτικό όπως αναφέρει η ενάγουσα 2 στην ένορκη δήλωση της αίτησης, ότι μετά την αποτυχία ακύρωσης του πλειστηριασμού με αίτηση - έφεση και τις γνωματεύσεις δύο δικηγόρων ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να ανασταλεί ο πλειστηριασμός, οι ενάγουσες καταχώρησαν την παρούσα μέσω νέου δικηγόρου, με κύριο σκοπό όχι την ακύρωση των συμβάσεων υποθήκης και την αμφισβήτηση του χρέους προς την τράπεζα αλλά για να αναστείλουν την διαδικασία πλειστηριασμού μέσω της παρούσας αίτησης για συντηρητικό διάταγμα. Άλλωστε, όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγομένης τράπεζας, οι ισχυρισμοί των εναγουσών για ακυρότητα των υποθηκών και αντισυνταγματικότητας του Ν.9/65 όπως προβάλλονται στην παρούσα αγωγή θα μπορούσαν να προβληθούν με ευχέρεια υπό την μορφή ανταπαίτησης, στην αγωγή 4148/14 που καταχώρησε η τράπεζα εναντίον των εναγουσών. Κάτι τέτοιο δεν έγινε χωρίς να δοθεί από τις ενάγουσες καμία ικανοποιητική δικαιολογία για αυτή την παράλειψη. Αντιθέτως, στις υπερασπίσεις τους στην εν λόγω αγωγή (τεκμ. 6 & 7 της αίτησης), οι ενάγουσες περιορίζονται σε αόριστους ισχυρισμούς για υπερχρεώσεις χωρίς να προβάλουν οτιδήποτε για ακυρότητα των υποθηκών. Υπερχρεώσεις που όμως ακόμα και αν αποδειχθούν δεν μπορούν από μόνες τους να οδηγήσουν σε ακύρωση των δανειακών συμβάσεων και των υπό κρίση υποθηκών. Σχετική με το θέμα της κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, είναι η υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R 348. Αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση ότι κάθε Δικαστήριο, έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίζει την κατάχρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία αυτή, αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ορίζεται μεταξύ άλλων, η υιοθέτηση από ένα διάδικο παράλληλων ένδικων μέσων για την επιδίωξη όμοιων σκοπών, ή για την επίτευξη αλλότριου σκοπού (βλ. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217). Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας προκύπτει σαφώς από την ένορκη δήλωση της αίτησης, αφού σε αυτήν καταδεικνύεται ξεκάθαρα ότι η παρούσα αγωγή, καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς ήτοι με μοναδικό στόχο την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης των επίδικων ακινήτων που δεν κατέστη δυνατή με προηγούμενες διαδικασίες. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του Νόμου 9/65, δεν έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Οι ενάγουσες επικαλούνται επί του προκειμένου, παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι. Η βάση της επιχειρηματολογίας των εναγουσών στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι δυνάμει του νομικού πλαισίου που ίσχυε κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμβάσεων υποθήκης, δεν υπήρχε η δυνατότητα εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο πιστωτή. Μετά την τροποποίηση του Νόμου 9/65 με την εισαγωγή του Μέρους VIA, έγινε δυνατή η διενέργεια πλειστηριασμού από τον ενυπόθηκο Πιστωτή και σε υποθήκες που συνομολογήθηκαν πριν την τροποποίηση του Νόμου χωρίς τις ασφαλιστικές δικλίδες που περιείχε το παλαιότερο νομοθετικό πλαίσιο. Το γεγονός αυτό επηρεάζει κατά τις ενάγουσες, το δικαίωμα της ελευθερίας των συναλλαγών που κατοχυρώνει το άρθρο 26 του Συντάγματος. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Η ίδια η εναγομένη 2 συμβλήθηκε ελεύθερα με την τράπεζα και ενέγραψε την υποθήκες επί των επίδικων ακινήτων. Ότι άλλαξε με την προσθήκη του μέρους VIA στον Νόμο 9/65, είναι ο τρόπος και η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Πρόκειται δηλαδή για νομοθέτημα που ουσιαστικά αφορά διαδικαστικά ζητήματα χωρίς να πλήττονται ή να διαφοροποιούνται στην ουσία τους, αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα δικαιώματα των εναγουσών. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί ότι πολύ πριν την τροποποίηση του Νόμου 9/65 με την εισαγωγή του μέρους VIA, ο Νόμος έδινε το δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ακόμα και χωρίς την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Ως εκ τούτου, η τροποποιηθείσα νομοθεσία δεν επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τα συνταγματικά δικαιώματα ιδιοκτησίας των εναγουσών, τα οποία οι ίδιες περιόρισαν με την ελεύθερη βούληση της με την παραχώρηση υποθήκης προς εξασφάλιση του επιδίκου χρέους. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγουσες δεν έχουν αποδείξει την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους. Περαιτέρω δεν έχει αποδειχθεί από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα επίδικα διατάγματα. Είναι σαφές ότι η ζημιά που οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, είναι απομιμητή σε χρήμα. Εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί ότι η εναγομένη δεν θα είναι σε θέση να τις αποζημιώσει, στην περίπτωση που οι ενάγουσες πετύχουν στην αγωγή τους. Είναι περαιτέρω σαφές από την προαναφερθείσα νομολογία ότι για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ο ενάγων έχει καθήκον να πείσει το Δικαστήριο ότι τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του θα μείνει ανικανοποίητη. Η ενάγουσες στην παρούσα υπόθεση, απέτυχαν σε αυτή τους την υποχρέωση. Δεν υπάρχει τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η ενάγουσες δεν θα μπορούσαν να αποζημιωθούν με χρηματική αποζημίωση από την εναγομένη τράπεζα, σε περίπτωση που πετύχουν στις αιτούμενες θεραπείες της αγωγής. Για τους ιδίους λόγους κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί η εναγομένη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματος της να προχωρήσει σε εκποίηση συμβατικής ενυπόθηκης εξασφάλισης, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστούν οι ενάγουσες σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Αυτό, γιατί όπως προαναφέρθηκε, η τυχόν ζημιά των εναγουσών θα μπορούσε σαφώς να αποζημιωθεί σε χρήμα από την πλευρά της εναγομένης τράπεζας. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω κρίνω ότι οι ενάγουσες απέτυχαν να αποδείξουν τις προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και της σχετικής νομολογίας. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγουσών - αιτητριών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.