Αναφορικά με την S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED, Αίτηση Εταιρειών: 554/2017, 26/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρειών: 554/2017 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED (Αρ. Εγγρ. HE 318563), από τη Λευκωσία Αιτήσεις ημερομηνίας 09.02.2018 και 23.02.2018 Ημερομηνία: 26.02.2019 Εμφανίσεις: Στην αίτηση ημερ. 09.02.2018 Για αιτητές: κ. Γ. Μίτλετον για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.. Για καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Ερωτοκρίτου για A. G. Erotocritou LLC. Εμφανίσεις: Στην αίτηση ημερ. 23.02.2018 Για αιτητές: κ. Γ. Τριλλίδης για Πολάκης Σαρρής και Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Για καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Ερωτοκρίτου για A. G. Erotocritou LLC. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14.06.2017, οι Inversions Gestions I Estudis Internacional L, SLU και Electron Internacional, SLU από την Ανδόρρα, Indimmo Invest SA από την Ελβετία, Forli BV από την Ολλανδία, Min Woodgate S.C.A., SICAV-FIS από το Λουξεμβούργο και Remonet Investment S.A. από τη Δημοκρατία του Παναμά, (στο εξής «Αιτητές») δρομολόγησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Εναρκτήρια Αίτηση (Petition) σε βάρος επτά συνολικά προσώπων (φυσικών και νομικών). Μέσω της και υπό την προβαλλόμενη ιδιότητά τους ως μέτοχοι μειοψηφίας της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας S.A.R.E. Public Company Limited, για τους ειδικότερους λόγους που προσδιορίζονται και προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Abascal, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει και υποστηρίζει την ως άνω αίτηση, αξιώνουν: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει την εκκαθάριση της Εταιρείας S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED με βάση τα Άρθρα 202, 203, 211 (στ) και 214 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Β. Διαζευκτικά της θεραπείας που εκτίθεται στην παράγραφο Α ανωτέρω, διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει την εταιρεία DUET ASSET MANAGEMENT LTD και/ή την εταιρεία DUET PRIVATE EQUITY LIMITED και/ή τους κ.κ. XXXXX Gupta και/ή XXXXX Gabay και/ή την εταιρεία SOUTH ASIAN ASSET MANAGEMENT LIMITED και/ή την εταιρεία S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED να αγοράσουν τις μετοχές που οι Αιτητές κατέχουν στην Εταιρεία S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED σε τιμή που θα καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο, με βάση το Άρθρο 2Q2 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να καθορίζει τη τιμή στην οποία θα εξαγοραστούν οι μετοχές που οι Αιτητές κατέχουν στην εταιρεία S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED από την εταιρεία DUET ASSET MANAGEMENT LTD και/ή την εταιρεία DUET PRIVATE EQUITY LIMITED και/ή τους κ. κ. κ. κ. XXXXX Gupta και/ή XXXXX Gabay και/ή την εταιρεία SOUTH ASIAN ASSET MANAGEMENT LIMITED και/ή την εταιρεία S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διορίζει τον λογιστικό οίκο PRICEWATERHOUSE COOPERS CYPRUS και/ή DELOITTE CYPRUS και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε αποφασίσει να διορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο ως ειδικό και/ή πραγματογνώμονα για να υπολογίσει και/ή να καθορίσει την αξία της κάθε μετοχής της Εταιρείας S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED σε ημερομηνία προγενέστερη της συμφωνίας Total Return Swap, μεταξύ της S.A.R.E. PUBLIC COMPANY LIMITED και της SOUTH ASIAN ASSET MANAGEMENT LIMITED. Δ. Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο. Ε. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.». Οι ως άνω αιτητές, στις 29.08.2017, προώθησαν μονομερώς αίτηση για λήψη άδειας προς επίδοση της ως άνω Εναρκτήριας Αίτησης τους στους καθ' ων η αίτηση αρ.2 έως και 6 εκτός δικαιοδοσίας. Το δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση παραχώρησε σχετική άδεια, εκδίδοντας στις 04.09.2017 διάταγμα επίδοσης της Εναρκτήριας Αίτησης και των σχετικών εγγράφων στους ως άνω διαδίκους στο εξωτερικό. Στις 09.02.2018, οι εταιρείες Duet Asset Management Limited και Duet Private Equity Limited (καθ' ων η αίτηση αρ. 5 και 6 στην Εναρκτήρια Αίτηση) καταχώρησαν την μια εκ των δυο αιτήσεων που απασχολούν στην παρούσα, μέσω της οποίας αξιώνουν: «1. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση και/ή τη διαγραφή, στον βαθμό που αφορά τους Αιτητές DUET ASSET MANAGEMENT LIMITED και DUET PRIVATE EQUITY LIMITED, της Εναρκτήριας Αίτησης και/ή Petition και/ή κυρίως Αίτησης (Main Petition) ημερ. 14.6.2017 η οποία φέρει τον ανωτέρω τίτλο και αριθμό («Εναρκτήρια Αίτηση»), καθώς επίσης και της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, καθώς δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και/ή επειδή η Εναρκτήρια Αίτηση και η υποστηρικτική ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική. 2. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση και/ή τη διαγραφή, στον βαθμό που αφορά τους Αιτητές DUET ASSET MANAGEMENT LIMITE και DUET PRIVATE EQUITY LIMITED, της ενδιάμεσης Αίτησης ημερ. 29.8.2017 και/ή του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 4.9.2017 με το οποίο μεταξύ άλλων, δόθηκε άδεια για την έκδοση, σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Εναρκτήριας Αίτησης μαζί με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση στους Αιτητές DUET ASSET MANAGEMENT LIMITE και DUET PRIVATE EQUITY LIMITED καθώς δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής και/ή καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση και/ή επειδή η Ενδιάμεση Αίτηση ημερ. 29.8.2017 είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική. 3. Οιανδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. 4. Έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον Φ.Π.Α.». Ομοίως, στις 23.02.2018, οι XXXXX Gupta και XXXXX Gabay, (καθ' ου η αίτηση αρ. 2 και 3 στην Εναρκτήρια Αίτηση) προώθησαν πανομοιότυπη αίτηση, μέσω της οποίας αιτούνται: «(Α) Διάταγμα του σεβαστού δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται και/ή να αναστέλλεται και/ή να διαγράφεται και/ή να απορρίπτεται η Εναρκτήρια Αίτηση ημερομηνίας 14.6.2017 και/ή η επίδοσης αυτής στους Αιτητές. (Β) Διάταγμα του σεβαστού δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται και/ή να αναστέλλεται και/ή να απορρίπτεται και/ή να διαγράφεται (
- i)το διάταγμα ημερομηνίας 4.9.207 με το οποίο δόθηκε άδεια για έκδοση, σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Εναρκτήριας Αίτησης, (
- ii)η αίτηση ημερομηνίας 29.8.2017 δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 4.9.2017, (iii) η επίδοση αυτών στους Αιτητές. (Γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία η διαταγή το σεβαστό δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (Δ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ». Οι ως άνω αιτήσεις εδράζονται εν πολλοίς στην ίδια νομική βάση. Ειδικότερα, στα άρθρα 202, 209, 211 και 213 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στις Δ.2 θ.θ.1-3, Δ.5 θ.θ.1, 2, 7, 9 και 10, Δ.6 θ.θ.1, 2, 4, 5, 6, 7, 8 και 9, Δ.16 θ.θ.1, 2, 3 και 9, Δ.18 Θ.26, Δ.27 Θ.3, Δ.39 θ.θ.1-4 και 18, Δ.48 θ.θ.1 - 13, Δ.64 θ.θ.1 - 3 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, στους Περί Εταιρειών (Κανονισμοί Εκκαθάρισης) του 1933 - 1938, στον περί Εταιρειών Διαδικαστικό Κανονισμό 96/1944, στο Νόμο 40/1982, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007, στο κοινοδίκαιο, στο δίκαιο της επιείκειας και στις σύμφυτες εξουσίες του δικαστηρίου. Το υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων προς υποστήριξη της αίτησης ημερ. 09.02.2018, τίθεται με την ένορκη δήλωση του XXXXX Καλλένου, ίδιας ημερομηνίας, δικηγόρου στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση αρ.5 και 6 στην Εναρκτήρια Αίτηση, ενώ η αίτηση ημερ. 23.02.2018 στηρίζεται στα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Φακοντή που την συνοδεύει, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση αρ.2 και 3 στην Εναρκτήρια Αίτηση. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση των ουσιαστικών γεγονότων που απασχολούν στην παρούσα και στα οποία οι ως άνω δηλούντες αναφέρονται. Ως εκ τούτου, δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό η επανάληψη και μεταφορά στο πλαίσιο της παρούσας, κάθε αναφοράς και θέσης τους. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι πυρήνας και των δυο πιο πάνω αιτήσεων παραμερισμού, αποτελεί το παραδεκτό από όλες τις πλευρές γεγονός ότι οι ως άνω τέσσερις
(4)καθ' ων η αίτηση στην Εναρκτήρια Αίτηση που αιτούνται τον παραμερισμό της σε σχέση με τους ίδιους, δεν είναι και δεν ήταν σε οποιοδήποτε χρόνο, μέλη (μέτοχοι) της εταιρείας S.A.R.E. Public Company Limited. Με τούτο σαν δεδομένο, με παραπομπή στις πρόνοιες του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, προκρίνεται από την πλευρά τους ότι οι θεραπείες που επιζητούνται σε βάρος τους στο πλαίσιο της Εναρκτήριας Αίτησης είναι ευθύς εξ αρχής άνευ νομικού ερείσματος. Η Εναρκτήρια Αίτηση, υποστηρίζουν, δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και ως εκ τούτου υπόκειται σε απόρριψη. Περαιτέρω, εισηγούνται πως εφόσον δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση εναντίον τους, κατά τρόπο που θα επιτρεπόταν να διαταχθεί η σφράγιση της Εναρκτήριας Αίτησης και η επίδοση της εκτός δικαιοδοσίας, η ενδιάμεση αίτηση ημερ. 29.08.2017 και το εκδοθέν στα πλαίσιά της διάταγμα ημερ. 04.09.2017 σε σχέση με την επίδοση των σχετικών εγγράφων προς τους ίδιους, ομοίως υπόκεινται, εξ αρχής, σε παραμερισμό ή απόρριψη. Επιπρόσθετα, προκρίνουν ότι η Εναρκτήρια Αίτηση θα πρέπει ούτως ή άλλως να απορριφθεί, αφού με δεδομένες τις θεραπείες που επιζητούνται θα έπρεπε να επιδοθεί σε όλους τους μετόχους της εταιρείας S.A.R.E. Public Company Limited. Το σύνολο των μετόχων της ως άνω εταιρείας, υποστηρίζουν, θα έπρεπε ως ενδιαφερόμενα μέρη να ενημερωθούν για την αίτηση των αιτητών και ενδεχομένως να κληθούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία, αφού επιζητείται η διάλυση δικαστικώς της εταιρείας τους. Οι προωθούντες την Εναρκτήρια Αίτηση, καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια των υπό συζήτηση δυο αιτήσεων παραμερισμού, στις 27.04.2018, προχώρησαν στην καταχώρηση σχετικών ειδοποιήσεων ένστασης. Ως οι πρόνοιες των σχετικών Διαδικαστικών Κανονισμών, πέραν από τη νομική βάση επί της οποίας αυτές εδράζονται, στο σώμα τους προβάλλονται και οι λόγοι της ένστασης. Είναι ταυτόσημοι και στις δύο ένστασης. Ειδικότερα, προκρίνεται από την πλευρά τους ότι: Α. Οι αιτήσεις είναι ανυπόστατες και/ή νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες. Β. Οι καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 αποτελούν αναγκαίους διάδικους στην Εναρκτήρια Αίτηση η οποία ορθά εγέρθηκε εναντίον της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας S.A.R.E. Public Company Limited και επιδόθηκε σε αυτήν στην Κύπρο. Γ. Σύμφωνα με την δικογραφία και/ή την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, η Εναρκτήρια Αίτηση σωστά εγέρθηκε και προωθείται εναντίον των καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 και/ή το Κυπριακό δικαστήριο έχει εξουσία και/ή δικαιοδοσία και/ή μπορεί να διατάξει τους καθ' ων η αίτηση αρ. 2, 3, 5 και 6 να παράσχουν θεραπεία στους αιτητές και/ή να εξαγοράσουν τις μετοχές των αιτητών στην καθ' ης η αίτηση αρ.1 στην Εναρκτήρια Αίτηση και/ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγία σε σχέση με την ως άνω καθ' ης η αίτηση αρ.1. Δ. Αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για το δικαστήριο να αποφασίσει τα θέματα που εγείρονται με τις υπό συζήτηση αιτήσεις των καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 και/ή η ευθύνη και/ή οι υποχρεώσεις των καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 θα πρέπει να αποφασιστούν στα πλαίσια της εκδίκασης της Εναρκτήριας Αίτησης. Ε. Οι καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 δεν γνωρίζουν και/ή δεν έχουν δικαίωμα (locus standi) και/ή δεν τους αφορά το κατά πόσο η διαδικασία με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο έχει επιδοθεί και/ή κοινοποιηθεί σε οποιαδήποτε άλλο πρόσωπο και/ή σε κάθε περίπτωση αυτό δεν είναι θέμα που μπορεί να κρίνει την πορεία της Εναρκτήριας Αίτησης και/ή αυτό το θέμα θα ρυθμιστεί με την έκδοση κατάλληλων οδηγιών του δικαστηρίου σε μεταγενέστερο στάδιο. Τις ως άνω ενστάσεις συνοδεύουν και υποστηρίζουν πανομοιότυπες ένορκες δηλώσεις, ίδιας ημερομηνίας, της XXXXX Μακριτανή δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους αιτητές στην Εναρκτήρια Αίτηση. Μέσω τους, η ομνύουσα επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, προκρίνοντας τη θέση ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για κάποιο αδικοπραγούντα να αποτελεί μέτοχο μιας εταιρείας για να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον του ή για να διαταχθεί να εξαγοράσει τις μετοχές του μέτοχου που έχει καταπιεστεί από αυτές τις αδικοπραξίες. Σημειώνει παράλληλα ότι η εξαγορά των μετόχων μειοψηφίας, δεν αποτελεί τη μόνη πιθανή θεραπεία που μπορεί να αποδοθεί από το δικαστήριο, υποδεικνύοντας ότι το τελευταίο έχει τη δυνατότητα να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον οποιουδήποτε προσώπου σε σχέση με την αποκατάσταση της αδικίας που έχει προκληθεί σε μέλη που υπόκεινται σε καταπίεση. Αναφερόμενη ειδικότερα στην εμπλοκή των καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 σε αδικοπραξίες που προβάλλει ότι έχουν διαπραχθεί εναντίον της εταιρείας S.A.R.E. Public Company Limited, παραπέμπει σε διάφορα έγγραφα που ως υποστηρίζει καταδεικνύουν την εμπλοκή των πιο πάνω σε αυτές. Αδικοπραξίες που ως υποστηρίζει προκαλούν στους αιτητές, μέτοχους μειοψηφίας στην εταιρεία S.A.R.E. Public Company Limited, καταπίεση. Εν πάση περιπτώσει, καταλήγει, το ζήτημα του κατά πόσο θα ειδοποιηθούν ή όχι άλλοι μέτοχοι της ως άνω εταιρείας για την ύπαρξη και προώθηση της Εναρκτήριας Αίτησης, πέραν από το γεγονός ότι δεν αφορά τους καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6, αποτελεί στο τέλος της ημέρας ζήτημα που θα ρυθμιστεί από το δικαστήριο, με την έκδοση κατάλληλων οδηγιών σε μεταγενέστερο στάδιο. Με δεδομένο το ταυτόσημο ουσιαστικά αντικείμενο των δυο αιτήσεων αλλά και των υποβαλλόμενων λόγων ένστασης, όλοι οι παράγοντες της διαδικασίας ομονόησαν όπως οι ως άνω αιτήσεις παρουσιαστούν και ακουστούν ταυτόχρονα, επιζητώντας την ενιαία τοποθέτηση του δικαστηρίου επί τούτων. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των τριών πλευρών με τις ικανές αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που εδώ απασχολούν. Στην έκταση που θεώρησαν χρήσιμο και επιθυμητό, τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Με πολλή προσοχή το δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με τα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν. Ειδικότερη αναφορά στις θέσεις και εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Το λεκτικό του άρθρου 202 του περί Εταιρειών νόμου, υποστηρίζει η πλευρά των αιτούντων τον παραμερισμό της Εναρκτήριας Αίτησης στην έκταση που τους αφορά, είναι σαφέστατο και ξεκάθαρο. Παραπέμποντας σε σχετικά συγγράμματα αλλά και νομολογία, υποδεικνύουν ότι το ως άνω άρθρο ενεργοποιείται όταν εκδηλώνεται κάποιου είδους καταπίεση από το μέτοχο πλειοψηφίας προς το μέτοχο μειοψηφίας και όχι από τρίτους. Tο συγκεκριμένο άρθρο, υποστηρίζουν, ξεκάθαρα περιορίζει το δικαίωμα ενός μετόχου μειοψηφίας να ζητήσει την εξαγορά των μετοχών του από άλλο μέτοχο ή από την ίδια εταιρεία, αλλά πάντως όχι από τρίτα πρόσωπα που δεν είναι μέτοχοι της εταιρείας. Στη βάση του λεκτικού του συγκεκριμένου άρθρου του Κεφ. 113, δεν μπορεί να καταστεί διάδικος ή καθ' ου η αίτηση ένας τρίτος ο οποίος δεν είναι μέτοχος της εταιρείας. Σημειώνοντας ότι το άρθρο 202 του Κεφ. 113 ουσιαστικά αποτελεί αντιγραφή του άρθρου 210 του Αγγλικού Companies Act του 1948, αποτελεί θέση τους ότι τα Κυπριακά δικαστήρια μπορούν να αντλήσουν καθοδήγηση επί του ζητήματος από Αγγλικές αποφάσεις οι οποίες βασίζονται στο ως άνω άρθρο 210 του Αγγλικού Companies Act του 1948, όχι όμως από μεταγενέστερη Αγγλική νομολογία, η οποία διαμορφώθηκε και βασίζεται σε τροποποιήσεις του σχετικού Αγγλικού νομοθετικού πλαισίου. Χωρίς να παραγνωρίζουν το γεγονός ότι η Αγγλική νομολογία σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση έχει επιβεβαιώσει την δυνατότητα τα δικαστήρια να εκδίδουν οποιαδήποτε διαταγή θεωρούν αρμόζουσα, διατάσσοντας ακόμη και ένα μη μέλος μιας εταιρείας να εξαγοράσει μετοχές του παραπονούμενου μετόχου μειοψηφίας, υπογραμμίζουν ταυτόχρονα ότι η δυνατότητα αυτή είναι αποτέλεσμα των ως άνω τροποποιήσεων που έχουν μεσολαβήσει στην Αγγλική νομοθεσία, ειδικότερα τροποποιήσεων που έγιναν το 1980, το 1985 και το 2006, στις οποίες και παραπέμπουν. Η ως άνω νομολογία των Αγγλικών δικαστηρίων επί του θέματος, υποστηρίζουν, η οποία ακολούθησε την τροποποίηση του Αγγλικού Companies Act του 1948, δεν έχει καμία σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 202 του Κεφ.113 ως εξακολουθεί τούτο να ισχύει στη Δημοκρατία. Ως εκ τούτου, ως άσχετη με την νομική πραγματικότητα που ισχύει στην Κύπρο, είναι ανεφάρμοστη. Εξ' άλλου, ως επικουρικά σημειώνουν, η ερμηνεία του άρθρου 202 του Κεφ.113 κατά τρόπο που θα επέτρεπε την έκδοση διατάγματος αγοράς των μετοχών της μειοψηφίας από μη μέλος μιας εταιρείας, θα συνεπαγόταν καταναγκασμό τον τελευταίων σε προσχώρηση στο καταστατικό της εταιρείας, κατά παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος της ελευθερίας του συμβάλλεσθε, ως τούτο αναγνωρίζεται και διασφαλίζεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος. Με δεδομένο και αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 στην Εναρκτήρια Αίτηση δεν είναι μέλη-μέτοχοι της εταιρείας S.A.R.E. Public Company Limited, προσθέτουν, πέραν του γεγονότος ότι η απαίτηση των αιτητών στην Εναρκτήρια Αίτηση για διάλυση της εταιρείας S.A.R.E. Public Company Limited είναι εξ' αρχής αδιάφορη για αυτούς, η μη εξειδίκευση από την πλευρά των αιτητών οποιασδήποτε άλλης θεραπείας σε βάρος τους, εκτός από την απαίτηση για εξαγορά μετοχών της μειοψηφίας από την πλευρά τους στη βάση του άρθρου 202 του Κεφ. 113, καθιστά ούτως ή άλλως τη δρομολογηθείσα σε βάρος τους διαδικασία, στο σύνολο της, νομικά μεμπτή και ανυπόστατη. Η γενική και αόριστη αναφορά στην Εναρκτήρια Αίτηση για «Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο» υποδεικνύουν, δεν είναι αρκετή. Καταληκτικά, αποτελεί θέση τους ότι η μη επίδοση των δικαστικών εγγράφων σε όλους τους μετόχους της εταιρείας, συνιστά μη θεραπεύσιμη παρατυπία που πλήττει το αξίωμα της φυσικής δικαιοσύνης, η οποία θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της Εναρκτήριας Αίτησης και κάθε ενδιάμεσου δικονομικού διαβήματος που έλαβε χώρα στα πλαίσιά της. Διαφορετική είναι η θεώρηση των πραγμάτων εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών. Αφού εξηγεί ότι οι καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 στην Εναρκτήρια Αίτηση ελέγχουν την καθ' ης η αίτηση αρ.1 στην Εναρκτήρια Αίτηση εταιρεία S.A.R.E. Public Company Limited, κατέχοντας μετοχές σε εταιρείες και οχήματα ειδικού σκοπού (special purpose vehicles), υποστηρίζει ότι κρύβονται πίσω από αυτές τις εταιρείες και οχήματα ειδικού σκοπού και ενώ ως αποτέλεσμα των πράξεών και αδικοπραξιών τους έχουν οδηγήσει την ως άνω εταιρεία σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση, με αποτέλεσμα τον Αύγουστο του 2018 να διοριστεί παραλήπτης - διαχειριστής σε αυτή, να υπεκφεύγουν των ευθυνών τους σε σχέση με τις πράξεις που οδήγησαν στην καταπίεση των αιτητών μετόχων μειοψηφίας στην εταιρεία S.A.R.E. Public Company Limited και κατ' επέκταση την οικονομική κατάρρευση της τελευταίας. Πέραν των πιο πάνω, τα οποία ως υποδεικνύει θα πρέπει από μόνα τους να οδηγήσουν στην απόρριψη των αιτήσεων παραμερισμού, υποστηρίζει παράλληλα ότι στη βάση των σχετικών Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, η προώθηση της Εναρκτήριας Αίτησης και σε βάρος των καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι τελευταίοι αποτελούν απαραίτητους και αναγκαίους διάδικους, εμπλεκόμενους κατά τον τρόπο που τους αποδίδεται από τους αιτητές στην αδικοπραξία και καταπίεση την οποία οι τελευταίοι υφίστανται ως μειοψηφούντες μέτοχοι της εταιρείας S.A.R.E. Public Company Limited. Παραπέμποντας επίσης σε σχετικά συγγράμματα και νομολογία, αποτελεί θέση του ότι σύμφωνα με το άρθρο 202 του Κεφ. 113, το δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία, δυνάμενο «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό» και ότι τα αναφερόμενα ως δυνάμενα να εκδοθούν διατάγματα για αγορά μετοχών από τους άλλους μετόχους ή την εταιρεία που αναφέρονται στο άρθρο 202, αποτελούν παραδείγματα που σημειώνονται στο νόμο ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά. Η νομολογία και το κοινοδίκαιο, υποδεικνύει, έχουν ρητά αναγνωρίσει τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εξαγοράς μετοχών εναντίον μη μετόχου, υποστηρίζοντας ότι σχετικές με το ζήτημα Αγγλικές αποφάσεις, στις οποίες και παραπέμπει, στη βάση του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων νόμου (Ν.14/1960)με δεδομένο ότι κατοπτρίζουν αρχή κοινοδικαίου, τυγχάνουν εφαρμογής και στην Κύπρο. Άλλωστε, σημειώνει, παρά την μεσολαβήσασα τροποποίηση της Αγγλικής νομοθεσίας, το ουσιαστικό λεκτικό σε σχέση με τις εξουσίες του δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 202 του Κεφ. 113, είναι πανομοιότυπο με το λεκτικό του άρθρου 996 του Αγγλικού Companies Act 2006 που σήμερα ισχύει στην Αγγλία. Παραπέμποντας μάλιστα στις πρόνοιες του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου, υποστηρίζει ότι τα δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν πιο ευρείες εξουσίες, αφού πέραν από αυτές που ενδεικτικά στο ως άνω άρθρο αναφέρονται, στο τέλος του σχετικού εδαφίου
(2)του άρθρου, προβλέπεται ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει «ή διαφορετικά». Η μη επίδοση της Εναρκτήριας Αίτησης σε όλα τα μέλη της S.A.R.E. Public Company Limited, καταλήγει, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για παραμερισμό της. Πέραν από το γεγονός ότι τούτο αποτελεί ζήτημα που αφορά το δικαστήριο και όχι τους καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 στην Εναρκτήρια Αίτηση, οι οποίοι ως μη μέτοχοι της εταιρείας δεν έχουν καν δικαίωμα (locus standi) να εγείρουν το θέμα, το όλο ζήτημα της κοινοποίησης της διαδικασίας σε όλους τους μετόχους μπορεί να ρυθμιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας με την έκδοση κατάλληλων οδηγιών από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, υποστηρίζει, δεν θα ήταν εν πάση περιπτώσει σωστό ή προς όφελος της δικαιοσύνης να επιδοθεί η Εναρκτήρια Αίτηση σε όλους τους μετόχους της εταιρείας. Στην υπόθεση Σιακόλας - ν - Federal Bank,
(1998)1(Γ) 1338, όπου έτυχαν ερμηνείας τόσο η Δ.19 θ.26 όσο και η Δ.27 θ.3, των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, διευκρινίστηκε ότι η Δ.19 θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, κάτι που με την Δ.27 θ.3 είναι δυνατό να επιτευχθεί. Ο κύριος σκοπός της Δ.19 Θ.26 είναι η συμμόρφωση με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων και όχι η εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου ή της αγωγής γενικότερα, ζήτημα που καλύπτει η Δ.27 Θ.3 (Cyber Group Ltd v Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852). H Δ.27 Θ.3 παρέχει κατ' ουσία στο δικαστήριο το μηχανισμό και την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να διαγράψει ένα δικόγραφο και κατ' επέκταση να απορρίψει την αγωγή όταν δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή όταν αυτή είναι επιπόλαια ή ενοχλητική. Εξουσία που ασκείται με φειδώ, αφού αιτήματα του είδους ικανοποιούνται μόνο αν όντως το δικόγραφο αναμφίβολα δεν περιέχει αιτία αγωγής και κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο ή εφόσον η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί με νομότυπες τροποποιήσεις. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι μια υπόθεση είναι αδύνατη ή πιθανόν να μην πετύχει, αποκαλύπτει όμως κάποιο αγώγιμο δικαίωμα ή εγείρει κάποιο ζήτημα κατάλληλο για να αποφασιστεί από το δικαστήριο, δεν αποτελεί τούτο, από μόνο του, λόγο για διαγραφή αυτής της αγωγής. Όπως άλλωστε κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί, το ζητούμενο στις περιπτώσεις του είδους, δεν είναι να αποκαλύπτεται μια καλή βάση αγωγής αλλά κατά πόσο αποκαλύπτεται μια εύλογη αιτία αγωγής. (Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 C.L.R. 305, In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ - ν - Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 685, Λοΐζος Λουκά και Υιοί Λτδ v Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, Συμβ. Αποχ. Λ/σού-Αμαθ. κ.α. v Δημοκρατίας
(2007)1 Α.Α.Δ 21 και Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Natar Terzian και τώρα Παναγιώτου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A167, Πολ. Έφ. 151/2010, ημερ. 07.03.2014). Ως δε υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Bullen and Leake and Jacob's, Precedence on Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 144 σε σχέση με τις έννοιες «frivolous or vexatious»: «.a pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and it is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense.». Το εύρος των πλαισίων εφαρμογής της Δ.19 θ.26 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, έχει τεθεί σε πληθώρα νομολογίας. (Williams and Glyns Bank v Ship "Maria"
(1984)1 CLR, σελίδα 821 και Esquire holding Ltd v Tsentas Developers Ltd κ.α. Πολ. Έφ. Ε191/2015, ημερ. 23.03.2016) Στην υπόθεση Athina Leather. Ltd κ.α. v Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) ΑΑΔ 787, το δικαστήριο αναλύοντας τις πρόνοιες της Δ.19 θ.26, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι αυτές παρέχουν την εξουσία στο Δικαστήριο να διαγράψει δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδης ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει τη δίκαια δίκη, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι οι εκφράσεις «.. tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action» θα πρέπει να ερμηνευθούν κατά τρόπο φιλελεύθερο από το Δικαστήριο. Στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1958, (Annual Practice) στις σελίδες 477-479 κάτω από την επικεφαλίδα "Striking out pleadings", επεξηγούνται οι λόγοι για έγκριση ή απόρριψη παρόμοιας φύσης αιτήσεων καθώς και η έννοια των λέξεων "unnecessary" και "scandalous" και της φράσης «tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Είναι καλά καθιερωμένο από τη νομολογία ότι η εξασφάλιση άδειας προς επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, δεν συνιστά τυπική διαδικασία. Μέσω της διευρύνεται η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, αφού το τελευταίο καθιστά τον εαυτό του κατάλληλο να εκδικάσει υπόθεση στην οποία συνυπάρχουν αλλοδαποί εναγόμενοι που διαμένουν στο εξωτερικό. Ο ενάγοντας, πέραν του γεγονότος ότι θα πρέπει να έχει καλή υπόθεση σε βάρος των εναγομένων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας, θα πρέπει παράλληλα να πείσει ότι οι εναγόμενοι οι οποίοι βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας, είναι αναγκαίοι ή κατάλληλοι διάδικοι. Εν πάση περιπτώσει, ως προβλέπεται στην Δ.6 Θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών, η άδεια του δικαστηρίου προς τούτο είναι δυνατόν να δοθεί εάν συντρέχουν οι περιστάσεις που εναλλακτικά εκτίθενται στα σημεία a - h του Θ.1 της Δ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. (Βλ. Zachar. & Pant. Enter. Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1 (Α) A.A.Δ. 447). Σύμφωνα δε με τη Δ.6 Θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών, μέσω της ένορκης δήλωσης η οποία θα πρέπει να συνοδεύει σχετικό αίτημα, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, καταδεικνύοντας τον τόπο ή τη χώρα στην οποία ο εναγόμενος δυνατόν να εντοπιστεί, ως επίσης το υπόβαθρο των γεγονότων στο οποίο η αίτηση βασίζεται. Σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αίτηση για εξασφάλιση άδειας επίδοσης κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό, και τι ζητήματα αυτή θα πρέπει να καλύπτει, εκτενής αναφορά εντοπίζεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1956 (Annual Practice) σελ. 99 και 100 ως επίσης στις αποφάσεις Hani Mousa El-Sayegh v. Credit Swisse
(1996)1 (B) A.A.Δ. 836 και Mike Willstrop κ.α. ν. Mammous κ.α.
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1740). Στο Μέρος IV του περί Εταιρειών νόμου, Κεφ. 113, όπου ρυθμίζονται ζητήματα «Διοίκησης και Διαχείρισης» μιας εταιρείας, το άρθρο 202 του ως άνω νόμου, φέροντας τον πλαγιότιτλο «Εναλλακτική θεραπεία για εκκαθάριση σε περιπτώσεις καταπίεσης» προβλέπει ότι: «
(1)Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), ή, σε περίπτωση που εμπίπτει στο εδάφιο
(3)του άρθρου 163, το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
(2)Αν σε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο έχει τη γνώμη- (α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε και (β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων αναφορικά με εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά.
(3)Όταν διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό κάνει αλλαγή ή προσθήκη στο ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό οποιασδήποτε εταιρείας, τότε, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του Νόμου αυτού και με την επιφύλαξη των διατάξεων του διατάγματος, η ενδιαφερόμενη εταιρεία δεν έχει εξουσία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, να επιφέρει οποιαδήποτε περαιτέρω αλλαγή ή προσθήκη στο ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό που αντίκειται προς τις διατάξεις του διατάγματος αλλά, τηρουμένων των προηγούμενων διατάξεων του εδαφίου αυτού, οι αλλαγές ή προσθήκες που έγιναν με το διάταγμα, έχουν το ίδιο αποτέλεσμα ως να έγιναν κανονικά με ψήφισμα της εταιρείας και οι διατάξεις του Νόμου αυτού εφαρμόζονται στο ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό όπως αυτό αλλάχθηκε ή που έγινε προσθήκη με τον τρόπο αυτό ανάλογα.
(4)Αντίγραφο οποιουδήποτε διατάγματος με βάση το άρθρο αυτό που αλλάζει ή προσθέτει, ή δίνει άδεια να αλλαχθεί ή να γίνει προσθήκη σε, ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό εταιρείας, παραδίνεται από την εταιρεία μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από την έκδοση του στον έφορο εταιρειών για εγγραφή και αν εταιρεία παραλείπει να συμμορφωθεί με το εδάφιο αυτό, η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για παράλειψη υπόκεινται σε πρόστιμο παράλειψης.
(5)Σχετικά με αίτηση με βάση το άρθρο αυτό, το άρθρο 333 εφαρμόζεται όπως αυτό εφαρμόζεται σε αίτηση για εκκαθάριση». Η εκδήλωση συμπεριφοράς καταπίεσης από τους μετόχους πλειοψηφίας προς τους μετόχους μειοψηφίας μιας εταιρείας, ως έχει τεθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας, (βλ. Πιριλλής κ.α. ν. Κουή
(2004)1 ΑΑΔ 136 και Pelmako Development Ltd
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1369) παρέχει τη δυνατότητα ενεργοποίησης των διαδικασιών και δυνατοτήτων που προβλέπονται στο ως άνω άρθρο 202 του Κεφ.
- Ως ειδικότερα έχει τεθεί στην υπόθεση Pelmako Development Ltd (ανωτέρω): «Η εκδήλωση υπεροχής της πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας εμφανίζεται συνήθως με τρόπο ο οποίος επηρεάζει δυσμενώς κατ' ιδίαν δικαιώματα (individual rights) μετόχου ή μετόχων της εταιρείας ή τα ειδικώς διαφοροποιημένα δικαιώματα (qualified rights) της μειοψηφίας. Όταν η πλειοψηφία καταπιέζει τη μειοψηφία, η μειοψηφία έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τη διάλυση της εταιρείας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 211(στ) του νόμου. Επειδή η διάλυση της εταιρείας προκαλεί, στις πιο πολλές περιπτώσεις, τέτοιες επιζήμιες επιπτώσεις επί των συμφερόντων της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο νόμος παρέχει στην καταπιεζομένη μειοψηφία μια άλλη εναλλακτική θεραπεία, αυτή του άρθρου 202, ως διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης». Το ως άνω άρθρο, ως ομονοούν οι δύο πλευρές και κατ' επανάληψη επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία των δικαστηρίων μας: «εκτός από κάποιες τυπικές και επουσιώδεις λεκτικές διαφορές αποτελεί αντιγραφή του άρθρου 210 του αγγλικού Companies Act
- Αυτό σημαίνει πως μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση επί του θέματος από την αγγλική νομολογία» (βλ. Pelmako Development Ltd (ανωτέρω)). Για σκοπούς πληρότητας και στην έκταση του που εδώ ενδιαφέρει, το άρθρο 210 του Companies Act 1948 κάτω από τον τίτλο Alternative remedy of winding up in cases of oppression μεταφέρεται επίσης στα πλαίσια της παρούσας : «
(1)Any member of a company who complains that the affairs of the company are being conducted in a manner oppressive to some part of the members (including himself) or, in a case falling within subsection
(3)of section one hundred and sixty-nine of this Act the Board of Trade, may make an application to the court by
(2)If or any such petition the court is of opinion— (
- a)that the company's affairs are being conducted as aforesaid; and (
- b)that to wind up the company would unfairly prejudice that part of the members, but otherwise the facts would justify the making of a winding-up order on the ground that it was just and equitable that the company should be wound up; the court may, with a view to bringing to an end the matters complained of, make such order as it thinks fit, whether for regulating the conduct of the company's affairs in future, or for the purchase of the shares of any members of the company by other members of the company or by the company and, in the case of a purchase by the company, for the reduction accordingly of the company's capital, or otherwise
(3)Where an order under this section makes any alteration in or addition to any company's memorandum or articles, then, notwithstanding anything in any other provision of this Act but subject to the provisions of the order, the company concerned shall not have power without the leave of the court to make any further alteration in or addition to the memorandum or articles inconsistent with the provisions of the order; but, subject to the foregoing provisions of this subsection, the alterations or additions made by the order shall be of the same effect as if duly made by resolution of the company and the provisions of this Act shall apply to the memorandum or articles as so altered or added to accordingly.
(4)............................
(5)............................» Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στις υπό συζήτηση αιτήσεις παραμερισμού, δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά το γεγονός ότι δεν υπάρχει Κυπριακή νομολογία η οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 202 του Κεφ.113, να επιβεβαιώνει την ως άνω θέση του όσον αφορά τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εξαγοράς μετοχών μειοψηφίας από πρόσωπα που δεν είναι μέτοχοι μιας εταιρείας. Ωστόσο, στηριζόμενος στην ευρύτατη εξουσία που ως υποστηρίζει παρέχεται στο δικαστήριο από το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου, σε σχετικά με το ζήτημα συγγράμματα, αλλά και την καθοδήγηση που μπορεί να αντληθεί από Αγγλική νομολογία, στην οποία ειδικότερα αναφέρθηκε, υποστήριξε ότι το πιο πάνω αποτελεί μια από τις επιλογές που ούτως ή άλλως το δικαστήριο έχει, στα πλαίσια της ευρύτατης εξουσίας του να ρυθμίσει και να αντιμετωπίσει περιστάσεις που καλύπτονται από το άρθρο 202 του Κεφ.113. Εξουσία μάλιστα, ως υποστηρίζει, ευρύτερη από αυτή που παρέχει η ισχύουσα Αγγλική νομοθεσία επί του ζητήματος, (άρθρο 996 του Companies Act 2006) αφού εκτός από τις εξουσίες που ενδεικτικά καταγράφονται στο άρθρο 202 του Κεφ.113 ότι το δικαστήριο μπορεί να εξασκήσει, μπορεί γενικότερα να ενεργήσει, διατάσσοντας και «ή διαφορετικά». Με κάθε σεβασμό η ως άνω, τελευταία εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Έχοντας κατά νου το λεκτικό του άρθρου 202, είναι φανερό ότι η αναφορά στο τέλος του εδαφίου 2 «ή διαφορετικά», γίνεται σε συνάρτηση με την περίπτωση που το δικαστήριο, για σκοπούς επίλυσης των θεμάτων για τα οποία υποβλήθηκε παράπονο, αποφασίσει τελικά να εκδώσει διάταγμα αγοράς μετοχών από την εταιρεία, περίπτωση για την οποία ο νόμος παραθέτει διάφορους τρόπους με τους οποίους μπορεί η εταιρεία να αγοράσει τις μετοχές, δηλαδή, με «ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας ή διαφορετικά». Η ένθεση δηλαδή της αναφοράς «ή διαφορετικά» στο τέλος του ως άνω εδαφίου του άρθρου 202, δεν είναι ανεξάρτητη με τους τρόπους που σε τέτοια περίπτωση η εταιρεία μπορεί να αγοράσει τις μετοχές. Απασχολεί κατά προτεραιότητα η εισήγηση του ως άνω ευπαίδευτου συνηγόρου ότι οι Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε, στη βάση του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Αγγλική νομοθεσία, ήτοι το Companies Act 1948 έχει έκτοτε, κατ' επανάληψη τροποποιηθεί. Ειδικότερα, το πανομοιότυπο με το άρθρο 202 του Κεφ.113, άρθρο 210 του Companies Act 1948, έχει ουσιαστικά αντικατασταθεί από τα σχετικά μεταγενέστερα νομοθετήματα, ήτοι τα Companies Act 1980, Companies Act 1985 και Companies Act 2006. Mέσω των ως άνω νομοθετημάτων, (άρθρο 75 του Companies Act 1980, άρθρο 459 του Companies Act 1985 και άρθρα 994 και 996 του Companies Act 2006) ουσιαστικά αντικαταστάθηκε το τεστ της «καταπίεσης της μειοψηφίας» (oppression of the minority) που υπήρχε στο άρθρο 210 του Companies Act 1948 και το οποίο εξακολουθεί να ισχύει στη Δημοκρατία μέσω του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με το τεστ της «αθέμιτης προκατάληψης» (unfair prejudice). Ως αποτέλεσμα των ως άνω νομοθετικών παρεμβάσεων, - αποτέλεσμα ως διαφαίνεται οι τελευταίες και εισηγήσεων σχετικής επιτροπής που συστάθηκε το 1959 στην Αγγλία επί τούτου (Jenkins Committee) ως ενημερωτικά καταγράφεται στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδοση
(1979), σελ. 607, ειδικότερα την παράγραφο υπό τον τίτλο «Recommended reforms») - δόθηκε η δυνατότητα στο Αγγλικό δικαστήριο, στα πλαίσια απεριόριστης πλέον διακριτικής ευχέρειάς του, το τελευταίο να εκδίδει οποιοδήποτε διάταγμα θεωρεί πρέπον όταν τούτο δικαιολογείται κατά την κρίση του, ανεξάρτητα μάλιστα αν τούτο ζητήθηκε ή όχι από την πλευρά του εκάστοτε αιτητή, (προσέγγιση αντίθετη με την Κυπριακή νομολογία, η οποία υποδεικνύει πως σε αιτήσεις που εδράζονται στο άρθρο 202 του Κεφ. 113, ο αιτητής έχει υποχρέωση να εξειδικεύει επακριβώς τη θεραπεία που επιζητεί και ότι σε αντίθετη περίπτωση η διαδικασία είναι μεμπτή) περιλαμβανομένου και του διατάγματος εξαγοράς μετοχών μετόχου μειοψηφίας από μη μέτοχο μιας εταιρείας. Η διαφοροποίηση του όλου ζητήματος και της εν γένει προσέγγισης του νομοθέτη επί τούτου, μέσω των σχετικών τροποποιήσεων και αντικαταστάσεων του σχετικού Αγγλικού νόμου, αναδεικνύεται από τον χαρακτηριστικό λόγο του δικαστή Nourse στην υπόθεση Re R A Noble & Sons (Clothing) Ltd
(1983)BCLC 273 όπου μεταξύ πολλών άλλων υπέδειξε: «Although the authorities on s 210 of the 1948 Act are, and will continue to be, of importance in cases where relief is sought under s 75 of the 1980 Act, it is unnecessary for me to refer to any of them in this case. I merely desire respectfully to adopt the following observation of Slade J in Re Bovey Hotel Ventures Ltd (31July 1981 unreported). «For my own part, while I can think of many hypothetical cases that might fall within s75 but would not fall within s 210, I can think of no hypothetical cases which, though giving rise to the court's jurisdiction under s 210, would not give rise to such jurisdiction under s.75»» Σύμφωνα με το άρθρο 996 του Companies Act 2006, ως και σήμερα ισχύει: 996. Powers of the court under this Part
(1)If the court is satisfied that a petition under this Part is well founded, it may make such order as it thinks fit for giving relief in respect of the matters complained of.
(2)Without prejudice to the generality of subsection
(1), the court's order may — (
- a)regulate the conduct of the company's affairs in the future; (
- b)require the company — (
- i)to refrain from doing or continuing an act complained of, or (
- ii)to do an act that the petitioner has complained it has omitted to do; (
- c)authorise civil proceedings to be brought in the name and on behalf of the company by such person or persons and on such terms as the court may direct; (
- d)require the company not to make any, or any specified, alterations in its articles without the leave of the court; (
- e)provide for the purchase of the shares of any members of the company by other members or by the company itself and, in the case of a purchase by the company itself, the reduction of the company's capital accordingly». Ως καταγράφεται στο ως άνω άρθρο του Companies Act 2006, σε συνδυασμό θεωρούμενο τούτο με το άρθρο 994 του ίδιου Αγγλικού νομοθετήματος, εντασσόμενα και τα δύο άρθρα στο Μέρος («Part») 30 του ως άνω νόμου που τιτλοφορείται «Protection of members against unfair prejudice», παρέχεται η δυνατότητα στο Αγγλικό δικαστήριο, στην κατάλληλη πάντα περίπτωση, να εκδίδει γενικότερα οποιοδήποτε διάταγμα θεωρεί πρέπον, εφόσον διαπιστωθεί ζήτημα «αθέμιτης προκατάληψης» (unfair prejudice), σε βάρος του συνόλου ή μέρους των μελών μιας εταιρείας. Σημειώνεται ότι ο όρος «αθέμιτη προκατάληψη» (unfair prejudice), έχει εισαχθεί στην σχετική Αγγλική νομοθεσία αντικαθιστώντας έκτοτε τον όρο «καταπίεση της μειοψηφίας» (oppression of the minority) που υπήρχε στο άρθρο 210 του Companies Act 1948 ήδη μέσω του Companies Act 1980, ειδικότερα με το άρθρο 75 του εν λόγο νομοθετήματος. Η Αγγλική νομολογία την οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ου η αίτηση στις υπό συζήτηση αιτήσεις παραμερισμού με πολλή επιμέλεια εντόπισε και αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Apex Global Management Limited v. Fi Call Limited and others
(2013)EWCH 1652 (Ch), Lowe v. Fahey
(1996)1 BCLC 262 και F & C Alternative Investments (Holdings) Ltd v. Barthelemy and another (No 2)
(2012)Ch. 613 κ.α., αποτελεί νομολογία που εδράζεται σε μεταγενέστερη Αγγλική νομοθεσία. Με δεδομένο το διαφοροποιημένο νομικό καθεστώς που ισχύει στην Αγγλία από αυτό που εξακολουθεί να ισχύει στην Δημοκρατία, η εισήγηση ότι τα δικαστήρια της Δημοκρατίας μπορούν να αντλήσουν καθοδήγηση από την Αγγλική νομολογία που εδράζεται πλέον σε νομοθεσία διαφορετική από αυτή που ισχύει στη Δημοκρατία, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν μόνο στην περίπτωση που υπήρχε αν όχι πλήρης ταύτιση, ασφαλής συνάφεια μεταξύ της Κυπριακής νομοθεσίας και της Αγγλικής. Ως έχει ήδη πιο πάνω καταδειχθεί, η Αγγλική νομοθεσία ήδη από το 1980 έχει διαφοροποιηθεί επί του ζητήματος, εξέλιξη που προφανώς επέτρεψε στην Αγγλική νομολογία ανάλογα να διαμορφωθεί, επιτρέποντας πλέον την έκδοση διαταγμάτων εξαγοράς μετόχων μειοψηφίας από τρίτους και όχι μόνο από άλλα μέλη της εταιρείας ή την ίδια την εταιρεία. Η παρατήρηση του Ανωτάτου δικαστηρίου στην υπόθεση Αλκιβιάδου v Γενικού Εισαγγελέα κ.α.,
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2350, ότι κανένα νομοθέτημα άλλης χώρας δεν μπορεί να επηρεάζει την ισχύουσα νομική πραγματικότητα στη Δημοκρατία και ότι ενόψει της ύπαρξης ξεκάθαρων νομικών ρυθμίσεων για ένα ζήτημα στη Δημοκρατία δεν εξυπηρετεί η καταφυγή σε νομοθεσία άλλων κρατών, έχει και στην υπό συζήτηση περίπτωση τη δική της σημασία. Την ως άνω προσέγγιση, ενισχύει αισθάνομαι το γεγονός ότι στην υπόθεση Pelmako Development Ltd (ανωτέρω), υπόθεση που εξετάστηκε το 1999 και ενώ ήταν σε ισχύ στην Αγγλία η μεταγενέστερη νομοθεσία επί του συζητούμενου, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας άντλησε καθοδήγηση από τον καταργημένο ήδη στην Αγγλία Companies Act του 1948, πλην όμως πανομοιότυπο με τον νόμο που ίσχυε και εξακολουθεί να ισχύει για το συζητούμενο στην Δημοκρατία. Έχοντας ήδη σημειώσει τη διαφοροποίηση της Αγγλικής νομοθεσίας, η εφαρμογή της οποίας επέτρεψε στα Αγγλικά δικαστήρια να διατάζουν στην περίπτωση που κρίνουν τούτο πρέπον και μη μέλη μιας εταιρείας να εξαγοράσουν τις μετοχές του παραπονούμενου μετόχου μειοψηφίας ο οποίος υπήρξε θύμα αθέμιτης προκατάληψης (unfair prejudice), επιλογή που δεν φαίνεται να καταγράφεται ρητά στην ισχύουσα νομοθεσία στη Δημοκρατία, εξακολουθεί σοβαρά να απασχολεί η εισήγηση - προσέγγιση του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών στην εναρκτήρια αίτηση ότι η ευρύτητα των δυνατοτήτων και επιλογών που παρέχονται στο δικαστήριο με βάση το άρθρο 202 του Κεφ.113, παρέχει ούτως ή άλλως τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εξαγοράς μετόχων μειοψηφίας από τρίτους, ως διεκδικείται μεταξύ άλλων στην Εναρκτήρια Αίτηση. Είναι γεγονός ότι η δυνατότητες και επιλογές του δικαστηρίου όσον αφορά τις θεραπείες που μπορεί να αποδώσει για την επίλυση των θεμάτων για τα οποία υποβλήθηκε παράπονο στη βάση του άρθρου 202, είναι ευρύτατες και επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Ως υπεδείχθη στη σελίδες 453 - 454 του συγγράμματος Pennington's, The Principles of Company Law, έκδοση του 1959: «The remedies which the court may apply in giving relief under s.210 are left to its discretion, and may, apparently, include such things as awarding compensation to shareholders who have been oppressed against their oppressors (i), removing directors (j), appointing a receiver to manage the company's business temporarily, and altering the voting and other rights of classes of members (k). The petitioners must state in their petition what orders they wish the court to make, however, and a petition will not be heard if it merely asks the court to make an order regulating the company's affairs, or such order as the court thinks just (l). The court's power to order that any member's shares shall be purchased by other members may be used to resolve an impasse by requiring the majority shareholders to buy the oppressed minority's shares at a fair price (m), but it would also seem possible for the court to use this power to destroy the majority's control by requiring them to sell some of their shares to the minority. The court's power to order that the company shall purchase a member's shares would only seem useful when the court decides that the minority's shares shall be bought from them, but the majority lack the resources to pay the price which the court fixes» Στην έκταση άλλωστε που το σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδοση,
(1979)πραγματεύεται ζητήματα προστασίας της μειοψηφίας σε μια εταιρεία, ειδικότερα στη σελίδα 606, στην παράγραφο υπό τον τίτλο «The remedies available», αφού καταγράφεται ότι οι θεραπείες αυτές αφήνονται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, υποδεικνύεται ανάμεσα σε άλλα ότι: «The only limitation on the court's inventiveness in devising an appropriate remedy seems to be that it cannot alter rights held by the parties in capacities than those of members or directors of the company». Ομοίως, στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση
(1957), στη σελίδα 422 υποδεικνύεται ότι: «If, on the other hand, the oppressed minority consider that to wind up the company would not relieve them, they may petition the Court of an order under this section. If they can satisfy the Court that they are being oppressed and that they would be unfairly prejudiced by a winding-up, the Court may impose a solution on the disputants. The section gives a wide discretion to the Court as to the manner in which this power may be exercised, and even includes provision for the purchase of shares by other members or by the company». Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών στην Εναρκτήρια Αίτηση, έστρεψε ειδικότερα την προσοχή του δικαστηρίου στην αναφορά που γίνεται επί του ζητήματος στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21η έκδοση, σελ. 512, όπου με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 210 του Companies Act 1948, πανομοιότυπου με το άρθρο 202 του Κεφ.113, υποδεικνύεται ότι: «..The court has unfettered discretion to make any order which it considers to be appropriate, e.g., for the appointment of additional or other directors; for the removal or the restriction of the powers of a director10; for the distribution of dividend or the issue of new shares; or for the prohibition of any of these measures. It can also order or authorise the purchase of the shares of the minority by the majority, the company or others at a price to be fixed by the court.11 Moreover, since the court may order or authorise the purchase of the shares of any member, the majority might find itself bought out by the minority under the section, a risk which might considerably affect the attitude of a majority in its negotiations with the minority. .». Η ως άνω αναφορά στο συγκεκριμένο σύγγραμμα, αποτέλεσε βασική παράμετρο της επιχειρηματολογίας της πλευράς των καθ' ων η αίτηση στις υπό συζήτηση αιτήσεις παραμερισμού. Με κάθε σεβασμό, το λεκτικό του άρθρου 202 του Κεφ.113 όπως και του αντίστοιχου Αγγλικού άρθρου 210 του Companies Act 1948, δεν φαίνεται να επεκτείνει το δικαίωμα ενός μετόχου μειοψηφίας να ζητά την εξαγορά των μετοχών του από πρόσωπα τρίτα, που δεν είναι μέτοχοι της εταιρείας ως καταγράφεται στο ως άνω έγκριτο επιστημονικό σύγγραμμα. Ως έχει ήδη σημειωθεί, τούτο αποτέλεσε μεταγενέστερη εξέλιξη του Αγγλικού δικαίου, στη βάση του οποίου τα Αγγλικά δικαστήρια προχώρησαν πλέον στην έκδοση σχετικών αποφάσεων. Αντίθετα, το άρθρο 202 του Κεφ.113 προνοεί ότι σε περίπτωση που οι υποθέσεις μιας εταιρείας διεξάγονται κατά τρόπο «καταπιεστικό», το δικαστήριο, ως εναλλακτική θεραπεία της εκκαθάρισης, μπορεί να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, διάταγμα όμως με αναφορά, σε σχέση και σε συνάρτηση πάντα, «είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση ..». Το οποιοδήποτε δηλαδή διάταγμα που το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να εκδώσει ασκώντας τις εξουσίες του στη βάση του άρθρου 202, ως αυτές «οριοθετούνται» από το συγκεκριμένο άρθρο σε σχέση τουλάχιστον με την δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εξαγοράς των μετοχών της μειοψηφίας, δεν φαίνεται να περιλαμβάνει την δυνατότητα έκδοσης τέτοιου διατάγματος σε βάρος τρίτου προσώπου. Αντίθετα, ένα τέτοιο ενδεχόμενο διάταγμα, κατά τρόπο θετικό καθορίζεται ότι μπορεί να στέφεται σε βάρος άλλων μελών της εταιρείας ή της ίδιας της εταιρείας. Σημειώνεται ότι στο ίδιο πιο πάνω σύγγραμμα, στην παράγραφο με τίτλο «The alternative remedy (s.210)», στην αμέσως προηγούμενη σελίδα που εντοπίζεται το ως άνω απόσπασμα, ειδικότερα στο σημείο όπου εξηγείται η εναλλακτική θεραπεία που προβλέπεται στο συγκεκριμένο άρθρο αντί της αίτησης διάλυσης, δεν επαναλαμβάνεται η ως άνω θέση. Καταγράφεται ότι: «.the court may make such order as it thinks fit for ending the matters complained of. The order may regulate the conduct of the company's affairs in the future, or provide for the purchase of the shares of any member of the company by other members, or—an exceptional provision—by the company itself. If the company itself is to be the purchaser the court may, but need not, provide for the reduction of the company's capital (s. 210
(2)); in any event, in the case of an order authorising the company to acquire its own shares, the court will ensure that the interests of the creditors are safeguarded. .». Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του δικαστηρίου ότι στην υπόθεση Πιριλλής κ.α. v Κουή,
(2004)1(Α) ΑΑΔ 136, αφού αποσαφηνίστηκε ότι το άρθρο 202 του Κεφ.113 αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει καταπίεση της μειοψηφίας από την εταιρεία η οποία ενεργεί μέσω της πλειοψηφίας και ότι δεν μπορεί η συγκεκριμένη διαδικασία να δρομολογηθεί προς όφελος αυτής της εταιρείας, ξεκαθαρίστηκε επίσης ότι στο πλαίσιο αίτησης βάση του άρθρου 202, δεν θα μπορούσε να περιληφθεί ως καθ' ου η αίτηση, τρίτο πρόσωπο, ως όχημα απάτης (Fraud vehicle). Για όση σημασία μπορεί τούτο να έχει, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι την τροποποίηση/αντικατάσταση του Companies Act 1948 και την αντικατάσταση του σχετικού άρθρου 210, ούτε η έρευνα του δικαστηρίου, όπως δηλαδή και η έρευνα των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, οδήγησε στον εντοπισμό οποιασδήποτε απόφασης των Αγγλικών δικαστηρίων με την οποία, στο πλαίσιο πάντα του άρθρου 210 του Companies Act 1948 να διατάσσεται η εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας από τρίτο, μη μέλος της εταιρείας ως γενικά και αόριστα καταγράφεται στο ως άνω σύγγραμμα. Τούτο φαίνεται ότι αποτέλεσε εξέλιξη στην Αγγλική νομολογία η οποία ακολούθησε την διαφοροποίηση/αντικατάσταση του νομοθετικού πλαισίου ως τούτο ίσχυε με το άρθρο 210 του Companies Act
- Είναι γεγονός ότι η εξέλιξη του δικαίου είναι και πρέπει να είναι αέναη. Τελώντας πάντα σε εγρήγορση και αφουγκραζόμενο την σύγχρονη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα που καλείται να ρυθμίσει, χωρίς να αποσπάται και αδικαιολόγητα να διαφοροποιείται από βασικές αρχές και αξίες του που έχουν κατακτηθεί με το πέρασμα του χρόνου αλλά και μέσω της ίδιας της διαδικασίας μετεξέλιξής του, το δίκαιο θα πρέπει ανάλογα να διαπλάθεται και να διαμορφώνεται, κατά τρόπο που αποτελεσματικά να πραγματώνει στο τέλος της ημέρας την ύψιστη αποστολή του, που δεν είναι άλλη από την κατίσχυση και απονομή της δικαιοσύνης. Αποστολής βέβαια που θα πρέπει πάντα να πραγματώνεται εντός των πλαισίων που ο «δεσπότης νόμος», κατά τον Αριστοτέλη, προβλέπει, οριοθετεί και επιβάλλει. Το νομοθετικό πλαίσιο επί του ειδικότερου ζητήματος που απασχολεί στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως εξακολουθεί να ισχύει στη Δημοκρατία, παραμένει αναλλοίωτο επί δεκαετίες, παρά το γεγονός ότι στο μεταξύ έχουν μεσολαβήσει, παγκόσμια, εξελίξεις τόσο στο εταιρικό δίκαιο και πρακτική όσο και γενικότερα στο «επιχειρήν». Ωστόσο, η ως άνω πραγματικότητα, παρά το γεγονός ότι επιτρέπει ίσως στους φορείς της αρμόδιας κρατικής εξουσίας να εξετάσουν, αν το επιθυμούν και το κρίνουν σκόπιμο, το ενδεχόμενο ανάλογης διαμόρφωσης και «επικαιροποίησης» του νομοθετικού πλαισίου, δεν επιτρέπει ασφαλώς στο δικαστήριο την παράκαμψη του ισχύοντος για το ζήτημα νόμου ή την ερμηνευτική αποστασιοποίηση από σαφείς και ξεκάθαρες πρόνοιες του τελευταίου. Τα περιθώρια για το δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι ανύπαρκτα. Οι αιτητές στην Εναρκτήρια Αίτηση πέραν από τις συγκεκριμένες θεραπείες που επιζητούν κάτω από τα αιτητικά Α, Β και Γ της αίτησής τους, αξιώνουν επίσης, μέσω του αιτητικού Δ, «Οιανδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις». Δεν προσχωρούν ωστόσο να συγκεκριμενοποιήσουν και να εξειδικεύσουν ποιά είναι αυτή ή άλλη θεραπεία που επιδιώκουν μέσω της Εναρκτήριας Αίτησής τους, την οποία δρομολόγησαν στη βάση του άρθρου 202 του Περί Εταιρειών νόμου, Κεφ.
- Ομοίως, κατά το στάδιο που μονομερώς απευθύνθηκαν στο δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας επίδοσης της Εναρκτήριας Αίτησης εκτός δικαιοδοσίας, δεν εξειδίκευσαν ούτε αναφέρθηκαν σε άλλη θεραπεία που επιζητούν, πέραν ουσιαστικά από την διάλυση της εταιρείας και διαζευκτικά την έκδοση διατάγματος εξαγοράς των μετοχών τους από τους καθ' ων η αίτηση. Η παράλειψή τους αυτή και η κατά τρόπο γενικό αναζήτηση θεραπείας, στο πλαίσιο διαδικασίας που δρομολογήθηκε στη βάση του άρθρου 202 του περί Εταιρειών νόμου, Κεφ. 113, επιδρά ασφαλώς αρνητικά στην εξέταση και την προώθηση του αιτήματός τους ως αυτό προκρίνεται υπό το αιτητικό «Δ». Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, (ανωτέρω) στη σελ. 512, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, υποδεικνύεται πως αιτήσεις που προωθούνται στη βάση του άρθρου 210 του Companies Act 1948, ότι: «The petition should set out with some particularity the relief which is sought, if necessary in alternative form. It will always be necessary for the affidavit supporting the petition to be of some greater detail than the normal statutory affidavit supporting a winding-up petition». Ομοίως, στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Acts, (ανωτέρω) στη σελίδα 423, υποδεικνύεται ότι στις περιπτώσεις του είδους: «The petition ought to state in clear terms in the prayer the general nature of the relief sought.» Στην Pelmako Development Ltd (ανωτέρω), ειδικότερα στις σελίδες 1375-1377 τον τόμο που αυτή δημοσιεύεται, το Ανώτατο Δικαστήριο αναδεικνύοντας την σημασία του ζητήματος, υπέδειξε και τα εξής: « Το άρθρο 202 του νόμου εκτός από κάποιες τυπικές και επουσιώδεις λεκτικές διαφορές αποτελεί αντιγραφή του άρθρου 210 του αγγλικού Company's Act
- Αυτό σημαίνει πως μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση επί του θέματος από την αγγλική νομολογία. Έτσι, στην Re Antigen Laboratories Ltd [1951] 1 All E.R. 110 αποφασίστηκε ότι το παρακλητικό (prayer) της αίτησης πρέπει να περιέχει αρκετές λεπτομέρειες ώστε να μη δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για ό,τι ο αιτητής επιθυμεί να πράξει το Δικαστήριο. Αυτή η προσέγγιση συνάδει με τη λογική του πράγματος γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο, το Δικαστήριο, θα ήταν υποχρεωμένο να αναζητεί λύσεις προσφερόμενες ως θεραπεία διά της εκδόσεως ενός εκ των τριών προβλεπομένων υπό του άρθρου 202
(2)διαταγμάτων χωρίς να έχει ενώπιόν του οτιδήποτε το οποίο να αντανακλά την επιθυμία των αιτητών επί του πρακτέου. Είναι αυτονόητο πως μια τέτοια υποχρέωση θα καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο το έργο του Δικαστηρίου με κίνδυνο να μη απονεμηθεί σωστά η δικαιοσύνη. .............................. Στην προκείμενη περίπτωση το αίτημα των αιτητών διατυπώθηκε στην αίτηση ως εξής: "α) Θεραπεία ή διάταγμα με βάση το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου ως το Δικαστήριο θα κρίνει δίκαιο. (β) Διαζευκτικά όπως η εταιρεία διαλυθεί υπό του Δικαστηρίου με βάση τις πρόνοιες του Κεφ. 113." Προκύπτει από την πιο πάνω διατύπωση ότι οι αιτητές δεν εξειδικεύουν τη θεραπεία που ζητούν. Γενικά και αόριστα ζητούν θεραπεία με βάση το άρθρο 202 του νόμου χωρίς να εξειδικεύουν το ζητούμενο. Πρόκειται για σοβαρή δικονομική πλημμέλεια η οποία διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. Οι επιπτώσεις από την πλημμέλεια φάνηκαν στο τέλος διά της εκδόσεως του διατάγματος αγοράς των μετοχών των αιτητών από μετόχους της εταιρείας οι οποίοι εσφαλμένα θεωρήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αποτελούσαν την πλειοψηφία των μετόχων της εταιρείας και οι οποίοι ουδέποτε .................................. Στην Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd ν. Mayer [1959] A.C. 324 η οποία αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, το Δικαστήριο αποδέχθηκε το αίτημα των αιτητών για αγορά των μετόχων της καταπιεζόμενης μειοψηφίας από την πλειοψηφία. Το αίτημα ήταν συγκεκριμένο και εξειδίκευε ρητά το ζητούμενο. Στον Pennington's Company Law, 4th ed., στη σελ. 606 αναφέρονται τα εξής επί του θέματος: "The petitioners must state in their petition what orders they wish the court to make, however and a petition will not be held if it merely asks the Court to make an order regulating the company's affairs or such order as the Court thinks just." Η παράλειψη των αιτητών να εξειδικεύσουν την επιδιωκόμενη από αυτούς θεραπεία με βάση το άρθρο 202 του νόμου καθώς και την εξ υπαιτιότητας των αιτητών μη εμπλοκή των μετόχων της πλειοψηφίας στη διαδικασία σε συνάρτηση προς την εναντίον τους έκδοση του επίδικου διατάγματος καθιστούν την πρωτόδικη διαδικασία νομικά μεμπτή. Γι' αυτούς και μόνο τους λόγους η έφεση πρέπει να επιτύχει ..........». Είναι προφανές, ότι η ως άνω τοποθέτηση των Κυπριακών δικαστηρίων επί του θέματος, απέχει από την απεριόριστη διακριτική ευχέρεια που τα Αγγλικά δικαστήρια πλέον έχουν εξετάζοντας ζητήματα ως τα υπό συζήτηση - κατ' εφαρμογή των σχετικών προνοιών του Companies Act 2006 - να εκδίδουν θεραπείες αυτεπάγγελτα, έστω και εάν αυτές δεν ζητούνταν από τον αιτητή, (βλ. Re Neath Rugby Ltd (No 2) 2009 EWCA CIV 291 και Patel ν. Ferdinand
(2016)EWHC 1524. Οι ως άνω επισημάνσεις και η κατάληξη του Δικαστηρίου όσον αφορά το ζήτημα της μη κατάδειξης εκ πρώτης όψεως εύλογης και συζητήσιμης υπόθεσης σε βάρος των καθ' ων η αίτηση 2, 3, 5 και 6 στην Εναρκτήρια Αίτηση στη βάση του άρθρου 202 του περί Εταιρειών νόμου, Κεφ.113, επί του οποίου επικεντρώνονται και εδράζονται οι θεραπείες που προωθούνται σε βάρος των τελευταίων, είναι ικανές στην υπό εξέταση περίπτωση να καθορίσουν την τύχη και την πορεία των υπό συζήτηση αιτήσεων παραμερισμού. Τούτο, χωρίς επ' ουδενί να παραβλέπω την υπόδειξη της νομολογίας για φειδωλή χρήση της συγκεκριμένης εξουσίας του δικαστηρίου και μόνο όταν προκύπτει ξεκάθαρα ότι το εκάστοτε υπό συζήτηση νομικό διάβημα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Παρά το γεγονός ότι η ως άνω κατάληξη του δικαστηρίου, φαίνεται από μόνης της ικανή να οδηγήσει στην επιτυχή κατάληξη των υπό συζήτηση αιτήσεων παραμερισμού, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος λόγος επί του οποίου αυτές εδράζονται, το γεγονός δηλαδή ότι δεν έχει κοινοποιηθεί ή επιδοθεί η Εναρκτήρια Αίτηση σε όλους τους μετόχους της εταιρείας S.A.R.E. Public Company Limited, κατά τρόπο που ως οι αιτούντες τον παραμερισμό διατείνονται να παραβιάζονται βασικές αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις, σε αυτό τουλάχιστο το στάδιο, να αποτελέσει ανάχωμα και ανυπέρβλητο εμπόδιο στην πορεία της διαδικασίας. Δεν παραβλέπω ασφαλώς τις επισημάνσεις στην υπόθεση Pelmako Development Ltd (ανωτέρω) επί του ζητήματος και το γεγονός ότι η μη εμπλοκή μετόχων πλειοψηφίας στη διαδικασία, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, θεωρήθηκε μεμπτή εξέλιξη. Ούτε βεβαίως το λόγο της απόφασης στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v Πουλλή
(2001)3(Β) ΑΑΔ 1050, στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών, για τις καταλυτικές συνέπειες που μπορεί να επιφέρει η μη επίδοση μιας διαδικασίας σε ενδιαφερόμενα μέρη. Ωστόσο, το ζήτημα της ειδοποίησης, της κοινοποίησης ή της επίδοσης της Εναρκτήριας Αίτησης σε όλους τους μετόχους, αποτελεί ζήτημα που στην παρούσα περίπτωση μπορεί να ρυθμιστεί σε οποιοδήποτε στάδιο από το δικαστήριο. Στην υπό συζήτηση υπόθεση, η διαδικασία που δρομολογήθηκε με την Εναρκτήρια Αίτηση, βρίσκεται στα αρχικά στάδια. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση ALFA Concrete Ltd
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1640, η κοινοποίηση/επίδοση μιας διαδικασίας σε άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα που αφορά το ίδιο το δικαστήριο, σημειώνοντας παράλληλα ότι η δημοσίευση είναι ο καλύτερος τρόπος για να περιέλθει σε γνώση όλων των ενδιαφερομένων, η ύπαρξη αίτησης για διάταγμα εκκαθάρισης. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υπάρχει πάντα η δυνατότητα, είτε μετά από αίτηση από τα μέρη που συμμετέχουν ήδη στη διαδικασία είτε από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα, να δοθούν ανάλογες οδηγίες για την επίδοση ή κοινοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο κριθεί από το δικαστήριο ορθός, δίκαιος και επιβεβλημένος της Εναρκτήριας Αίτησης σε οποιοδήποτε φερόμενο ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο, μέτοχο ή άλλως πως. Είναι γι' αυτούς τους λόγους που στη συγκεκριμένη περίπτωση ο παραμερισμός της Εναρκτήριας Αίτησης, εξ αιτίας του ως άνω προβαλλόμενου λόγου, σε αυτό το πρώιμο στάδιο, δεν φαίνεται να δικαιολογείται. Ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι οι υπό συζήτηση αιτήσεις παραμερισμού, ημερομηνίας 09.02.2018 και 23.02.2018, θα πρέπει να έχουν επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα, η Εναρκτήρια Αίτηση, στο βαθμό που αφορά μόνο τους καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 (αιτητές στις υπό συζήτηση αιτήσεις παραμερισμού) παραμερίζεται και ακυρώνεται, καθ' ην έκταση δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Ομοίως, εν όψει των πιο πάνω και στο βαθμό μόνο που αφορά τους καθ' ων η αίτηση αρ.2, 3, 5 και 6 στην Εναρκτήρια Αίτηση, (αιτητές στις υπό συζήτηση αιτήσεις παραμερισμού) διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή ακύρωση του διατάγματος του δικαστηρίου ημερομηνίας 04.09.2017 με το οποίο, μεταξύ άλλων, δόθηκε άδεια για έκδοση, σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους πιο πάνω της Εναρκτήριας Αίτησης, της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 29.08.2017 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και του εκδοθέντος επί τούτου ως άνω διατάγματος. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του βασικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο αυτά συνήθως θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England 3η έκδοση σελ. 421 Παρ. 795-796) επιδικάζονται προς όφελος των αιτητών στις υπό συζήτηση αιτήσεις (καθ' ων η αίτηση αρ. 2, 3, 5 και 6 στην Εναρκτήρια Αίτηση) και σε βάρος των καθ' ων η αίτηση στις υπό συζήτηση αιτήσεις, (αιτητών στην Εναρκτήρια Αίτηση ημερομηνίας 14.06.2017) όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο