Hellenic Bank Public Company Limited ν. Ν.Β.Α. DEVELOPMENT (HE 95250) μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της Μιχαηλίδη κ.α., Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 328/2018, 8/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 328/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/65), ως τροποποιήθηκε και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224, άρθρο
- Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Limited Αιτήτριας - Εφεσείουσας -και-
- Ν.Β.Α. DEVELOPMENT (HE 95250) μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της XXXXX Μιχαηλίδη
- XXXXX Σταύρου Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 31.08.2018 Ημερομηνία: 08.02.2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Αλ. Θέμης για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ης η αίτηση αρ.2: κ. Κ. Καποδίστριας για K. Σ. Καποδίστριας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί μια από τις πολλές υποθέσεις που κατακλύζουν τα δικαστήρια της Δημοκρατίας, έχοντας σαν έναυσμα πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/1965όπως τροποποιήθηκε και σήμερα ισχύει, ως επίσης τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς τους
- Η πλευρά του καθ' ου η αίτηση αρ.2, εντάσσοντας ουσιαστικά την περίπτωσή του στην ομάδα αγοραστών ακινήτων που ευρύτερα έχουν γίνει γνωστοί ως «εγκλωβισμένοι αγοραστές», δρομολόγησε και ενεργοποίησε σχετικές πρόνοιες της ως άνω νομοθεσίας και κανονισμών προς προάσπιση των συμφερόντων του και διασφάλιση των δικαιωμάτων του. Μια σύντομη αποτύπωση της πορείας της διαδικασίας στην υπό συζήτηση υπόθεση και βασικών γεγονότων που την περιβάλουν, ως αναδύονται από όσα τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητούνται από τις δυο πλευρές, θα εξυπηρετούσε την πληρέστερη κατανόηση του ευρύτερου πλέγματος γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώρηση τόσο της κυρίως Αίτησης - Έφεσης όσο και της υπό κρίση αίτησης. Στις 11.10.2015, μεταξύ των καθ' ων η αίτηση αρ.1 και 2 συνήφθη συμφωνία δικαιώματος αγοράς διαμερίσματος σε πολυκατοικία που θα ανεγειρόταν στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/2XX5, στο Γέρι, με προτιθέμενο αγοραστή τον καθ' ου η αίτηση αρ.2 και προτιθέμενο πωλητή την καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, με την τελευταία, στο πλαίσιο της ως άνω συμφωνίας, να διαβεβαιώνει ταυτόχρονα ότι πρόκειται να καταστεί ο απόλυτος ιδιοκτήτης του ως άνω ακινήτου. Στις 10.10.2005, η αιτήτρια τράπεζα παραχώρησε στον καθ' ου η αίτηση αρ.2 εγγυητική επιστολή, με την οποία εγγυήθηκε για την πιστή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας ως αυτές απορρέουν από την ως άνω συμφωνία δικαιώματος αγοράς διαμερίσματος. Στις 21.10.2005, η καθ' ης η αίτηση αρ.1 ενέγραψε προς όφελος της αιτήτριας την υποθήκη Υ11824/2005 επί του ως άνω ακινήτου που στο μεταξύ περιήλθε στην ιδιοκτησία της, προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων και υποχρεώσεων της προς την αιτήτρια τράπεζα, οι οποίες μέχρι και σήμερα εξακολουθούν να υφίστανται. Ομοίως και για τον ίδιο σκοπό, στις 12.01.2007, η καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, ενέγραψε προς όφελος της αιτήτριας τράπεζας την υποθήκη Υ388/2007 επί του ως άνω ακινήτου της. Στις 25.01.2007, καταρτίστηκε πωλητήριο έγγραφο μεταξύ της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας και του καθ' ου η αίτηση αρ.2, για την αγορά διαμερίσματος σε πολυκατοικία επί του ως άνω ακινήτου, το οποίο κατατέθηκε στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, στις 26.01.
- Ο καθ' ου η αίτηση αρ.2, μετά τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας του Ν.139(Ι)/2015, έχοντας καταβάλει το τίμημα αγοράς του ως άνω διαμερίσματος, προχώρησε στην καταχώρηση «Αίτησης Εγκλωβισμένου Αγοραστή». Αποτέλεσμα τούτου ήταν να αποσταλεί στην αιτήτρια τράπεζα σχετική ειδοποίηση εκ μέρους του αρμόδιου Κτηματολογικού Λειτουργού υπό τον «Τύπο ΙΕ» του άρθρου 44ΚΒ του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί. Ως οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, η αιτήτρια τράπεζα υπέβαλε ένσταση στην εκδηλωθείσα πρόθεση του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να μεταβιβάσει το ενυπόθηκο ακίνητο και διαζευκτικά αίτηση μεταφοράς των επιδίκων υποθηκών σε άλλα ακίνητα της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας. Στις 02.08.2018 ο διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας απέρριψε την ένσταση της ως άνω τράπεζας, ενημερώνοντάς την ότι αποφάσισε να προχωρήσει στην απαλλαγή του ενυπόθηκου ακινήτου από τις ως άνω υποθήκες και να προβεί στη μεταβίβαση του διαμερίσματος που αφορούσε το πωλητήριο έγγραφο που κατατέθηκε στο κτηματολόγιο, εκτός εάν η αιτήτρια προσκόμιζε σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου που να τον διατάσσει διαφορετικά. Παράλληλα, ενημέρωσε την τελευταία ότι αίτημα της για τη μεταφορά της υποθήκης σε άλλο ακίνητο της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας έγινε αποδεκτό. Στις 31.08.2018, η πλευρά της αιτήτριας τράπεζας προχώρησε στην καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης - Έφεσης, καταχωρώντας ταυτόχρονα, μονομερώς, την υπό συζήτηση αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το δικαστήριο, στις 04.09.2018 εξετάζοντας την υπό συζήτηση μονομερή αίτηση, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όπως προχωρήσει με την εφαρμογή και/ή εκτέλεση της απόφασής του ημερομηνίας 02.08.2018 για μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμούς εγγραφής 0/4XX8, Φ./Σχ.30/16 XX Τεμ.1XX1, Γέρι, Λευκωσία, επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση αρ.2 και ταυτόχρονη εξάλειψη των υποθηκών υπ' αρ. Υ.11824/2005 και Υ.388/2007 οι οποίες ανεγράφησαν προς όφελος της αιτήτριας επί του όλου ακινήτου, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας προς την αιτήτρια τράπεζα. Επιπρόσθετο αίτημα της τελευταίας στο πλαίσιο της ως άνω μονομερούς αίτησης, με το οποίο επιζητείτο γενικότερα η αναστολή και/ή ο τερματισμός της ισχύος της ειδοποίησης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 02.08.2018, δόθηκαν οδηγίες όπως εξεταστεί αφού επιδοθεί η σχετική αίτηση. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου εδράζεται η υπό συζήτηση αίτηση, τίθεται με την ένορκη δήλωση της XXXXX Στροβολίδου, εμπλεκόμενης κατά τον τρόπο που εξηγεί στην εξέλιξη των γεγονότων στα οποία αναφέρεται, αποτέλεσμα της εργοδότησης της στην αιτήτρια τράπεζα αρχικά και στη συνέχεια στην εταιρεία APS Debt Servicing Ltd, στην οποία έχουν μεταφερθεί οι προβληματικοί λογαριασμοί της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας και τους οποίους, πλέον, διαχειρίζεται η ως άνω εργοδότρια εταιρεία της. Η ως άνω ομνύουσα, αφού αναφέρεται στη συνεργασία της αιτήτριας τράπεζας με την καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, τις τραπεζικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκαν στην τελευταία και τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών που αυτή εξακολουθεί να διατηρεί στην αιτήτρια τράπεζα, σημειώνει το γεγονός ότι καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία προς εξασφάλιση των οφειλών της, μεταξύ άλλων, ενέγραψε και δύο υποθήκες. Την Υ11824/2005, ημερ.21.10.2005 και την Υ388/2007 ημερ. 12.01.2007, που αφορούν το ως άνω ακίνητο στο Γέρι. Περί το 2007, η καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της αιτήτριας τράπεζας και κατά παράβαση των ως άνω εγγράφων υποθήκης, προέβηκε σε συμφωνία πώλησης διαμερίσματος που προέκυψε από τον διαχωρισμό του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/2XX5 με τον καθ' ου η αίτηση αρ.2, ειδικότερα διαμέρισμα στον 1ο όροφο, καταθέτοντας το σχετικό πωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Το ως άνω πωλητήριο έγγραφο, σημειώνει, κατατέθηκε μεταγενέστερα από τις υποθήκες. Κατά η περί τις 04.06.2018, στάλθηκε στην αιτήτρια τράπεζα σχετική ειδοποίηση Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού, υπό τον «Τύπο ΙΕ» του άρθρου 44ΚΒ του νόμου 9/1965, με την οποία ενημερωνόταν ότι κατόπιν καταχώρησης σχετικής αίτησης από μέρους του καθ' ου η αίτηση αρ.2 - «εγκλωβισμένου αγοραστή» - ο Κτηματολογικός Λειτουργός προτίθετο να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου (διαμερίσματος) στο όνομα του καθ' ου η αίτηση αρ.2, ακυρώνοντας την υποθήκη Υ388/2007 η οποία προηγείτο της αίτησης του καθ' ου η αίτηση αρ.2, εκτός αν η καθ' ης η αίτηση τράπεζα υπέβαλλε ένσταση δυνάμει των προνοιών του σχετικού νόμου ή αίτηση για μεταφορά των υποθηκών σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία. Σχετική ένσταση που καταχωρήθηκε από την πλευρά της αιτήτριας τράπεζας απορρίφτηκε από το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Προς τούτο, ο τελευταίος απέστειλε στην αιτήτρια τράπεζα επιστολή ημερομηνίας 02.08.2018, μέσω της οποίας την ενημέρωνε ταυτόχρονα ότι γινόταν αποδεκτό τα αίτημα της για μεταφορά της υποθήκης. Η ως άνω απόφαση του Διευθυντή να απαλλάξει το ακίνητο (διαμέρισμα) από τις ως άνω υποθήκες και να προχωρήσει στη μεταβίβαση του στον καθ' ου η αίτηση αρ.2, ως ενημερωνόταν επίσης η αιτήτρια τράπεζα μέσω της ως άνω επιστολής, δεν θα εφαρμοζόταν στην περίπτωση μόνο που εντός τριάντα ημερών εξασφαλιζόταν διάταγμα που να διατάσσει διαφορετικά. Αποτελεί θέση της ομνύουσας ότι η ως άνω απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Περιβάλλοντος αντιβαίνει και καταστρατηγεί πρόνοιες των συμβάσεων υποθήκης καθώς παρεμποδίζει την εκτέλεσή τους, πλήττοντας ανεπανόρθωτα συμφέροντα και δικαιώματα της αιτήτριας που κατοχύρωσε μέσω των υποθηκών. Τυχόν εφαρμογή της εν λόγω απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Περιβάλλοντος, προσθέτει, θα έχει σαν αποτέλεσμα να παραμείνουν ανεξασφάλιστες οι υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας. Περαιτέρω και κατά τον τρόπο που ειδικότερα και με λεπτομέρεια εξηγεί, θα πληγούν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα απόλαυσης της περιουσίας της (άρθρο 23 του Συντάγματος) και της ελευθερίας του συμβάλλεσθε (άρθρο 26 του Συντάγματος) ενώ η εναλλακτική θεραπεία που προσφέρεται από τον νόμο 139(I)/2015 προς τους ενυπόθηκους δανειστές, (της μεταφοράς δηλαδή της υποθήκης σε άλλο ακίνητο του ενυπόθηκου οφειλέτη) πέραν από το ότι συνιστά καταφανή παραβίαση των Άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος, δεν αποτελεί καν θεραπεία ικανοποιητική ή ίση με την ζημιά που θα προκληθεί στην αιτήτρια τράπεζα ως ειδικότερα την αναλύει. Καταλήγει ότι οι σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας, η οποία προστατεύει μεν τα συμφέροντα των αγοραστών αλλά αφήνει εκτεθειμένους τους ενυπόθηκους δανειστές χωρίς να τους προσφέρει εναλλακτική θεραπεία, αφήνοντας «ελεύθερους» τους πωλητές από τις υποχρεώσεις τους προς τους ενυπόθηκους δανειστές, βρίσκονται σε πλήρη διάσταση κατά τον τρόπο που εξηγεί με συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα. Αναφερόμενη στο κατεπείγον της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, υποδεικνύει ότι στην περίπτωση που τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ο Διευθυντής του Κτηματολογίου να προχωρήσει στην απαλλαγή του επίδικου ακινήτου από τις ως άνω Υποθήκες και στη μεταβίβαση του επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση αρ.2, με αποτέλεσμα η κυρίως Αίτηση - Έφεση της αιτήτριας να καταστεί άνευ αντικειμένου. Οι περιστάσεις της υπόθεσης, καταλήγει, δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος, το οποίο ενδείκνυται για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Μετά την επίδοση του σχετικού διατάγματος στα ενδιαφερόμενα μέρη, η καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, εμφανιζόμενη στη διαδικασία, δήλωσε ότι δεν θα φέρει ένσταση στην ισχύ του διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης - Έφεσης. Αντίθετα, η πλευρά του καθ' ου η αίτηση αρ.2 προχώρησε στην καταχώρηση σχετικής ένστασης. Σε αυτή, ως οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, πέραν από τη νομική βάση επί της οποίας εδράζεται, προβάλλονται και οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
- Η αιτήτρια/εφεσείουσα δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που δυνατό να ασκήσουν επιρροή στη Δικαστική κρίση.
- Η αιτήτρια/εφεσειουσα δεν έφερε σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα έπρεπε να γνωρίζει και τα οποία είναι ευνοϊκά για τον απόντα καθ' ου η αίτηση/εφεσίβλητο 2 και τα οποία δυνατό να ασκήσουν επιρροή στη κρίση του Δικαστηρίου.
- Η αιτήτρια/εφεσείουσα παραπλάνησε το Δικαστήριο και/ή απέκρυψε και/ή παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του.
- Η αιτήτρια/εφεσείουσα δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που σχετίζονται με την υπόθεση και εσκεμμένα απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα». Ο XXXXX Σταύρου, καθ' ου η αίτηση αρ. 2, με την ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, υιοθετεί και επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Σχολιάζοντας την δήλωση της XXXXX Στροβολίδου, η οποία υποστηρίζει την μονομερή αίτηση της αιτήτριας, υποδεικνύει ότι η ως άνω ομνύουσα «δεν παρέθεσε τα ουσιώδη σε σχέση με την υπό εκδίκαση αίτηση/έφεση γεγονότα με αποτέλεσμα να παραπλανήσει την κρίση του δικαστηρίου και να εξασφαλίσει το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα.». Η συμφωνία ημερομηνίας 11.10.2005, η οποία αφορούσε το δικαίωμα αγοράς του επίδικου διαμερίσματος μεταξύ του ιδίου και της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας, σημειώνει, ήταν σε γνώση και έγινε σε συνεννόηση με την αιτήτρια τράπεζα, η οποία παρέδωσε στον ίδιο σχετική εγγυητική επιστολή για το ποσό των ΛΚ22.000,00, ποσό που ο ίδιος κατέβαλε ταυτόχρονα με την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας δικαιώματος αγοράς του επίδικου διαμερίσματος με την καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία. Μέσω της ως άνω εγγυητικής, η οποία παραδόθηκε στον ίδιο ήδη από τις 10.10.2005, η αιτήτρια τράπεζα παραιτήθηκε ρητά από κάθε ένσταση και επιφύλαξη σε σχέση με την υπογραφή συμφωνίας αγοράς του επίδικου διαμερίσματος και κατάθεσής της στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Άλλωστε, υποστηρίζει, χωρίς την εξασφάλιση της συγκεκριμένης εγγυητικής από την αιτήτρια τράπεζα, ο ίδιος δεν θα ήταν διατεθειμένος να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, ούτε θα ερχόταν σε συμφωνία για αγορά του διαμερίσματος. Η ομνύουσα XXXXX Στροβολίδου, υποδεικνύει, ψευδώς ισχυρίζεται ότι η υπογραφείσα συμφωνία αγοράς καταρτίστηκε χωρίς τη συγκατάθεση της αιτήτριας τράπεζας. Τόσο η συμφωνία που αφορούσε το δικαίωμα του για αγορά διαμερίσματος, ημερ. 11.10.2005, όσο και η εγγυητική επιστολή της αιτήτριας τράπεζας, ημερ. 10.10.2005, σημειώνει, προηγούνται χρονικά των αναφερόμενων από την Στροβολίδου υποθηκών. Είναι προφανές, υποστηρίζει, ότι η αιτήτρια τράπεζα ουσιαστικά τον παρακίνησε να χρηματοδοτήσει τον τότε πελάτη της, δηλαδή την καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, ώστε η τελευταία να αγοράσει με τα δικά του χρήματα το επίδικο οικόπεδο από την τότε ιδιοκτήτρια, κάτι που ο ίδιος έπραξε. Η απαίτηση από την πλευρά του και η εξασφάλιση της σχετικής τραπεζικής εγγύησης καταδεικνύει την όλη εμπλοκή της αιτήτριας τράπεζας, τη γνώση και αποδοχή της σε όλες τις πράξεις αγοράς, ως επίσης την αποποίηση οποιονδήποτε δικαιωμάτων της από οποιαδήποτε συμφωνία με την καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία σε σχέση με το επίδικο διαμέρισμα. Ρητά η αιτήτρια τράπεζα παραιτήθηκε από κάθε ένσταση και επιφύλαξη σε σχέση με την συμφωνία ημερ.11.10.2005, η οποία προνοούσε, μεταξύ άλλων, την υπογραφή συμφωνίας αγοράς του επίδικου διαμερίσματος. Η εξαίρεση του επίδικου διαμερίσματος από τις χρονικά μεταγενέστερες επίδικες υποθήκες, στη σύναψη των οποίων ο ίδιος δεν είχε καμία εμπλοκή ούτε γνώση, αποτελεί υποχρέωση τόσο της αιτήτριας τράπεζας όσο και της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας. Ο ισχυρισμός ότι οι επίδικες υποθήκες προηγούνται της συμφωνίας πώλησης, υποστηρίζει, είναι παραπλανητικός υπό τις περιστάσεις, όπως ψευδής είναι και ο ισχυρισμός ότι η αιτήτρια τράπεζα δεν έδωσε την συγκατάθεσή της για την συμφωνία πώλησης. Το πωλητήριο έγγραφο, ημερ. 25.01.2007, (τεκμήριο 5 στη δήλωσή του) υποστηρίζει, συνετάχθη και καταχωρήθηκε σε συμμόρφωση των όρων της συμφωνίας δικαιώματος αγοράς ημερ.11.10.2005 και της εγγυητικής της αιτήτριας τράπεζας, ημερ.10.10.2005 και ως εκ τούτου η αγορά του διαμερίσματος ήταν σε γνώση της αιτήτριας τράπεζας. Η αιτήτρια τράπεζα και η καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, υποστηρίζει, παράνομα εμποδίζουν τον ίδιο να απολαύσει την περιουσία του για περίοδο επτά και πλέον ετών, μετά την εξόφληση από την πλευρά του ολόκληρου του τιμήματος αγοράς ως η σχετική συμφωνία. Είναι γι' αυτό το λόγο, υποστηρίζει, που ο διευθυντής του Κτηματολογίου ενέκρινε τη μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματί του, πλην όμως, η αιτήτρια - εφεσείουσα τράπεζα με ανυπόστατους, ψευδής και παραπλανητικούς ισχυρισμούς, επιδιώκει την ακύρωση της εν λόγω έγκρισης. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί από την πλευρά της περί καταστρατήγησης συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων είναι ανυπόστατοι. Η τελευταία, προτάσσει, όχι μόνο γνώριζε ότι ο ίδιος συνεβλήθη με την καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία για την αγορά του διαμερίσματος, αλλά εγγυήθηκε ταυτόχρονα την πιστή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας, η οποία ήταν πελάτης της. Τα πιο πάνω, σημειώνει, έγιναν σε χρόνο προγενέστερο από την απόκτηση από την αιτήτρια τράπεζα οποιουδήποτε δικαιώματος επί του οικοπέδου στο οποίο ανεγέρθηκε τελικά η πολυκατοικία και επί της οποίας ευρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα που ο ίδιος αγόρασε και εξόφλησε. Αποτελεί κατάληξη του ομνύοντα ότι όλα τα πιο πάνω, η πλευρά της αιτήτριας τράπεζας είχε υποχρέωση να αποκαλύψει, αφού αποτελούν ζητήματα που εκ των πραγμάτων θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Η πρακτική που ακολουθήθηκε από την πλευρά της αιτήτριας - εφεσείουσας, δηλώνει, ισοδυναμεί με απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Στην έκταση που θεώρησαν τούτο χρήσιμο και επιθυμητό, τούτο έπραξαν και διά ζώσης, κατά το στάδιο της ακρόασης. Με πολλή προσοχή το δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Είναι σημαντικό να εντοπιστεί ότι οι προβαλλόμενοι εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση αρ.2 λόγοι ένστασης, εξαντλούνται ουσιαστικά στο ζήτημα της μη αποκάλυψης γεγονότων που δυνατόν να ασκούσαν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου όσον αφορά την έκδοση ή μη του μονομερώς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Ευθέως άλλωστε προβάλλεται από την πλευρά του ότι η αιτήτρια τράπεζα εσκεμμένα απέκρυψε από το δικαστήριο πράγματα, χωρίς παράλληλα να φέρει σε γνώση του δικαστηρίου ουσιώδη γεγονότα τα οποία σχετίζονται με την υπόθεση και τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του. Είναι καλά θεμελιωμένο ότι διάδικος που επιδιώκει μέσω μονομερούς αίτησης χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία δύνανται να επενεργήσουν στην άσκηση των εξουσιών του δικαστηρίου για την παροχή της αιτούμενης θεραπείας. Η υποχρέωση αυτή του αιτητή έλκει την καταβολή της στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η βάση του διατάγματος ανατρέπεται από τη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, καθιστώντας το διάταγμα ακυρωτέο. (M and Ch. Mitsigas Trading Ltd v. Timberland Co of USA
(1987)1AAΔ 1791 και Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Με άλλα λόγια, όποιος επιδιώκει θεραπεία από το δικαστήριο κατά τον πιο πάνω τρόπο, θα πρέπει να παρουσιάζει τα γεγονότα πλήρως και με δίκαιο τρόπο, ακόμα και σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ του αιτητή. Γεγονότα μάλιστα, που όχι μόνο ήταν γνωστά στον ίδιο αλλά και εκείνα τα οποία θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα. Εν πάση περιπτώσει είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος, αφού παραμένει ζήτημα ουδέτερο και άσχετο αν η παράλειψη αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτησης. (Βλ. Δήμος Πάφου ν Βοσκού
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 1168), Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1983)3 All E.R. 178 και Harvardskiy Prumyslovy Hold. A.S. v Daventree Resour. Ltd κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 801, ως επίσης τη γενικότερη ανάλυση επί του ζητήματος στα συγγράμματα «Mareva Injuctions and Anton Piller Relief» του Steven Gee, 3η έκδ. σελ. 98-10 και «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη σελ, 163 -166 και 336 -337). Η ένθεση αυτούσιου του λόγου της απόφασης στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27.02.2015, εξυπηρετεί την κατανόηση του ζητήματος και αναδεικνύει την απαιτούμενη προσέγγιση από τα δικαστήρια. Ως σημειώθηκε στην εν λόγω υπόθεση: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. την υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D) 199» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, εντοπίζεται ότι η αιτήτρια τράπεζα παρουσιάζοντας την αίτησή της στο δικαστήριο, επικέντρωσε την προσοχή της στις συμφωνίες υποθήκης Υ11824/2005 και Υ388/2007 οι οποίες ενεγράφησαν επί του ακινήτου της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας στο Γέρι, (αρ. εγγραφής 0/2465) προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που η αιτήτρια τράπεζα παρείχε στην ως άνω πελάτιδα της εταιρεία. Ανέδειξε ως μείζον ζήτημα, το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, περί το 2007, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της αιτήτριας τράπεζας και κατά παράβαση όρων των ως άνω εγγράφων υποθήκης, κατήρτισε με τον καθ' ου η αίτηση αρ.2 συμφωνία πώλησης διαμερίσματος στην πολυκατοικία που ανεγέρθη στο ως άνω ενυπόθηκο ακίνητο, προχωρώντας στην κατάθεση του συγκεκριμένου πωλητήριου εγγράφου στο κτηματολόγιο. Είναι γι' αυτό το λόγο που προκρίνει ότι η τελική απόφαση του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να προχωρήσει στη μεταβίβαση του διαμερίσματος που βρίσκεται επί του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας πλήττει τα συμφέροντα και δικαιώματα της αιτήτριας τράπεζας, κατά τον τρόπο που εξηγεί, ως η τελευταία τα είχε κατοχυρώσει με την καταχώρηση και την εγγραφή σε προγενέστερο στάδιο των επίδικων υποθηκών. Καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται από την πλευρά της αιτήτριας τράπεζας για την προγενέστερη συμφωνία δικαιώματος αγοράς διαμερίσματος σε πολυκατοικία που θα ανεγειρόταν επί του ως άνω ακινήτου, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας και του καθ' ου η αίτηση αρ.2, ήδη από τις 11.10.2005, συμφωνίας μάλιστα για την οποία η αιτήτρια τράπεζα, ως έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση αρ.2, χωρίς να αμφισβητηθεί, όχι μόνο ήταν ενήμερη αλλά προχώρησε να εγγυηθεί και την πιστή εφαρμογή της εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας και πελάτιδας της κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται άλλωστε και από την ίδια τη σχετική εγγυητική επιστολή που η αιτήτρια τράπεζα εξέδωσε, ημερομηνίας 10.10.2005, (τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11.09.2018 που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση του καθ' ου η αίτηση αρ.2) εγγυούμενη την πιστή εκπλήρωση της συμφωνίας δικαιώματος αγοράς διαμερίσματος εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας και παραιτούμενη, ταυτόχρονα, από κάθε ένσταση και επιφύλαξη για το πιο πάνω συμβόλαιο δικαιώματος αγοράς διαμερίσματος. Το γεγονός ότι η συμφωνία ημερομηνίας 11.10.2005, έκανε λόγο για πρόθεση αγοράς διαμερίσματος στο δεύτερο όροφο πολυκατοικίας που θα αναγειρόταν επί του συγκεκριμένου οικοπέδου, το οποίο τελικά σε μεταγενέστερο στάδιο υποθηκεύτηκε προς όφελος της αιτήτριας τράπεζας, ενώ η συμφωνία πώλησης που τελικά καταρτίστηκε στις 25.01.2007, μεταξύ της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας και του καθ' ου η αίτηση αρ.2 - στη βάση πάντα και ως απόρροια της ως άνω συμφωνίας δικαιώματος αγοράς ημερομηνίας 11.10.2005 - αφορούσε διαμέρισμα στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας επί του συγκεκριμένου οικοπέδου, ως επισήμανε ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας τράπεζας, δεν διαφοροποιεί ασφαλώς την κατάσταση πραγμάτων όσον αφορά τη γνώση της αιτήτριας τράπεζας τόσο για τη σύναψη της ως άνω συμφωνίας δικαιώματος αγοράς διαμερίσματος όσο και για τη συνδρομή - διευκόλυνση της όλης συναλλαγής από μέρους της, μέσω της εγγυητικής που εξέδωσε και των δηλώσεων στις οποίες προέβη μέσω της. Γεγονός παραμένει ότι η αιτήτρια τράπεζα, ήδη από το 2005, ήταν ενήμερη για την προσυμφωνία αγοράς διαμερίσματος εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση αρ.2 στην πολυκατοικία που θα αναγειρόταν στο συγκεκριμένο ακίνητο, συμφωνία για την οποία, ως καταγράφεται στην εγγυητική επιστολή της αιτήτριας τράπεζας, ημερομηνίας 10.10.2005, η τελευταία παραιτήθηκε από κάθε ένσταση και επιφύλαξη. Τα πιο πάνω, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα έπρεπε αναμφίβολα να είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου. Πρόκειται για υποχρέωση που κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί ότι απορρέει και συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται θεραπεία στην απουσία του διαδίκου. Η παράλειψη αποκάλυψης από την πλευρά της αιτήτριας των ως άνω γεγονότων, καθ' όλα σχετικών και εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας εντασσόμενα στο ευρύτερο πλέγμα γεγονότων που περιβάλλουν τις σχέσεις της αιτήτριας τράπεζας με τον καθ' ου η αίτηση αρ.2, αποτελεί εξέλιξη που θα μπορούσε, ενδεχομένως, να επηρεάσει την κρίση του δικαστηρίου ως προς τον τρόπο χειρισμού της αίτησης και την κατάληξή του στην έκδοση ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν αποτελούν ζητήματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ήσσονος σημασίας έως αδιάφορα για την κρίση του δικαστηρίου επί του συζητούμενου. Η επισήμανση στο δικαστήριο και των πιο πάνω γεγονότων, καθ' ον χρόνο το τελευταίο ασκούσε τη διακριτική του εξουσία στα πλαίσια της εξέτασης της μονομερούς αίτησης, θα επέτρεπε στο τελευταίο να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία που θα το βοηθούσαν να κρίνει αν είναι ορθό ή όχι να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Η πλευρά της αιτήτριας τράπεζας, παραθέτοντας με τον τρόπο που επέλεξε τα γεγονότα και τα στοιχεία που περιέβαλλαν την υπόθεση και την αίτησή της, έπραξε τούτο χωρίς να αποκαλύψει με την απαιτούμενη καθαρότητα και πληρότητα τα γεγονότα της υπόθεσης, παρουσιάζοντας μια εικόνα που εξυπηρετούσε προφανώς την προώθηση της αίτησης και μάλιστα μονομερώς, παραλείποντας όμως να αποκαλύψει στοιχεία που εκ των πραγμάτων θα μπορούσαν να έχουν τη δική τους ουσιαστική σημασία στην αντιμετώπιση της αίτησης από το δικαστήριο και στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Η παραβίαση από την πλευρά της της ως άνω υποχρέωσής της, ως έχει ήδη σημειωθεί, είναι από μόνη της ικανή να σφραγίσει την τύχη της αίτησης και του εκδοθέντος διατάγματος. Απολήγει, κατά τη νομολογία των δικαστηρίων μας, να έχει καταλυτική επίδραση και στην υπό συζήτηση περίπτωση, σφραγίζοντας την τύχη του εκδοθέντος διατάγματος αλλά και ευρύτερα την πορεία της αίτησης. Εν όψει των πιο πάνω, η ενασχόληση με άλλες πτυχές που αφορούν το δικαιολογημένο ή μη της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος όχι μόνο δεν επιβάλλεται αλλά αντίθετα, ως υποστηρίζει η νομολογία, αντενδείκνυται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583, Banka Turco Romana SA v. Cortuk and Another
(2018)EWHC 662 (Comm), Γρηγορίου και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Συνακόλουθα των πιο πάνω, το προσωρινό διάταγμα, ημερομηνίας 04.09.2018 ακυρώνεται. Η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του βασικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο αυτά συνήθως θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England 3η έκδοση σελ. 421 Παρ. 795-796) επιδικάζονται προς όφελος του καθ' ου η αίτηση αρ.2 και εναντίον της αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή στο τέλος της Αίτησης - Έφεσης. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο