← Κύπρος

Ferro Fashions Ltd κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1296/2016, 18/2/2019

Ferro Fashions Ltd κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1296/2016, 18/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1296/2016 Μεταξύ:

  1. Ferro Fashions Ltd
  2. ΧΧΧ Ζωίδη
  3. ΧΧΧ Ζωίδου Εναγόντων και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18 Ιανουαρίου 2019 για Προσωρινό Διάταγμα 18 Φεβρουαρίου,
  4. Για τους ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χρ. Χριστοδούλου Για τους εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Στ. Χριστοδούλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο καταχωρήθηκε την 9.3.2016, οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση μεγάλου αριθμού αποφάσεων και/ή διακηρύξεων σχετικά με συγκεκριμένη συμφωνία δανείου μεταξύ των εναγόντων 1 και των εναγομένων. Αναλόγως πράττουν με την Έκθεση Απαίτησής τους, ημερομηνίας 14.3.
  5. Στις 30.11.2018 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση των εναγομένων, αλλά και Ανταπαίτησή τους, με την οποία ζητούν απόφαση για τα κατά τους ίδιους οφειλόμενα ποσά, αλλά και διατάγματα εκποίησης τριών υποθηκών. Κατά γενικό τρόπο, οι ενάγοντες αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς των εναγομένων στην Ανταπαίτησή τους. Η υπόθεση είναι στο στάδιο κλήσεως για οδηγίες, ορισθείσα στις 27.3.
  6. Με την παρούσα Αίτησή τους, οι ενάγοντες-Αιτητές ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η έναρξη και/ή συνέχιση της διαδικασίας Πλειστηριασμού του ακινήτου με Υποθήκη ΧΧΧ και ΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας μέχρι νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου και/ή μέχρις ότου εκδικασθεί η παρούσα αγωγή των πιο πάνω αιτητών. Β. Διάταγμα αναστολής έναρξης και/ή συνέχισης οποιασδήποτε διαδικασίας πλειστηριασμού μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση του δικαστηρίου ότι οποιοιδήποτε «τύποι» εκδόθηκαν και/ή θα εκδοθούν δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας στα πλαίσια διαδικασίας πλειστηριασμού του ακινήτου με Υποθήκη ΧΧΧ και ΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, είναι παράνομοι ως εμπεριέχοντες αυθαίρετους υπολογισμούς τόκων, χρεώσεων και δικηγορικών εξόδων και μη εκκαθαρισμένη απαίτηση. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους εναγομένους να διεκδικήσουν και/ή απαιτήσουν οποτεδήποτε οιονδήποτε ποσό από τους ενάγοντες αναφορικά με τον λογαριασμό τους και/ή λογαριασμούς τους που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή πριν το Δικαστήριο αποφασίσει για το πραγματικώς οφειλόμενο ποσό τους δυνάμει της παρούσας αγωγής.» Τα εν λόγω διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και, μετά από παράκληση του συνηγόρου των ενάγοντων, η Αίτηση επιδόθηκε στους εναγομένους. Η νομική βάση της Αίτησης εδράζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν. 9/1965, άρθρα 32Α, 44Α, 44Β, 44Γ

(1)
(2)
(3)
(4)(α) (β) (γ) (δ), 44Ζ, στους περί Πωλήσεως Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.Ν.11, σελ. 109, άρθρα 4(α) (β), 5, στον Περί Ακινήτων Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμο, Ν.82
(1)/02, άρθρα 3-7, στον περί Οφειλετών (Αναβολή και Περιορισμός Πωλήσεως Ακινήτου Περιουσίας) Νόμο, Ν.2/1960, άρθρα 2, 4
(2)
(5)
(6), 5 και 6, στον περί Οφειλετών (Αναβολή και Περιορισμός των Πωλήσεων Ακινήτου Περιουσίας) Διαδικαστικό Θεσμό του 1960, άρθρα 4, 5 και 9, Κεφ. 6, περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και στα Άρθρα 6-32 του Συντάγματος. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, ημερομηνίας 18.1.2019, στην οποία αναφέρει τα εξής: «
  1. ...................................
  2. Υιοθετώ για σκοπούς γεγονότων της παρούσας την οπισθογράφηση της αγωγής 2.1, καθώς και την Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε στην παρούσα αγωγή για λογαριασμό μας από τους δικηγόρους μας.
  3. Ως εμφαίνεται στον φάκελο της παρούσας αγωγής η αγωγή καταχωρήθηκε 09/03/2016, επιδόθηκε στους εναγομένους στις 09/03/2016, σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε από τους αντιδίκους την 18/03/2016 και Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε 14/03/
  4. Κατά ή περί την 18/2/2016 και 10/03/2016 επιδόθηκε τόσο σε μένα όσο και στην ενάγουσα 1 επιστολή - ειδοποίηση της Τράπεζας με Τύπο «Θ» (Αντίγραφο επισυνάπτεται, ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α) και την 19/1/2019 τύπος ΙΑ με ημερομηνία πώλησης 7/3/19 (αντίγραφο επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β) όπου καθίσταται φανερό ότι οι εναγόμενοι προχωρούν στην διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου της ΥΧΧΧ και της ΥΧΧΧ.
  5. Είναι ισχυρισμός μου ότι η ύπαρξη της παρούσας αγωγής εμποδίζει αφ΄ εαυτής την συνέχιση της διαδικασίας πλειστηριασμού και θα πρέπει να δοθεί αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης, καθότι υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα προς εκδίκαση τα οποία μεταξύ άλλων αφορούν το ζήτημα του ύψους της οφειλής και/ή του χρέους αλλά και του ζητήματος του κατά πόσο είναι δυνατή η εκτέλεση διαταγμάτων εκποίησης από οργανισμούς είτε ιδιωτικού είτε δημοσίου δικαίου που δεν έχουν τα εχέγγυα εκτέλεσης και/ή εκποίησης ακινήτου αφού παραβιάζεται τόσο Εθνική νομοθεσία (περιλαμβανομένου του Συντάγματος) όσο και Ευρωπαϊκή Νομοθεσία.
  6. Είναι η θέση μου κατόπιν νομικής συμβουλής, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επείγοντος αφού έχει αρχίσει η διαδικασία πλειστηριασμού και μπορεί να δοθεί μονομερώς το διάταγμα. Επίσης, συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις όπως η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, ως ήδη ανέφερα ανωτέρω στην παράγραφο 5, υπάρχει και η δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούμαι σε θεραπεία και αυτό διαφαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης με τις εκεί ισχυριζόμενες παραβιάσεις της νομοθεσίας, και τέλος συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι ότι αν υπάρξει αποξένωση του ακινήτου θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα.» Στη βάση των 21 λόγων, ως συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασής τους, οι εναγόμενοι φέρουν ένσταση στην Αίτηση των εναγόντων. Βασίζονται δε, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασής τους, στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ΧΧΧ Κογκοττή, ημερομηνίας 4.2.
  7. Σ΄ αυτήν, ο ενόρκως δηλών παραθέτει τα γεγονότα και λόγους που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι υποστηρίζουν την απόρριψη της Αίτησης των εναγόντων. Κατά την 14.2.2019, ημερομηνία ακρόασης της Αίτησης, ο συνήγορος των Αιτητών ζήτησε προφορικά να δοθεί ευχέρεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Μετά από απόρριψη του αιτήματος αυτού, η διαδικασία προχώρησε με την ακρόαση της Αίτησης, στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτώς την αγόρευσή τους. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο όλων των ενώπιόν μου στοιχείων και των αγορεύσεων. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. [Βλέπε, μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd & other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Μακρυγιώργου κ.ά.
(1978)1 C.L.R. 585, Μ. & Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.ά.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557]. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε. 9295, ημερ. 18.7.1996. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Πρέπει συνεπώς να προσδιορίσω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, ότι το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., Π.Ε. 10042, ημερ. 23.2.1999). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Το πρώτο σημείο που παρατηρεί κανείς εξετάζοντας την παρούσα Αίτηση, είναι την πλήρη απουσία γεγονότων ή ακόμη ισχυρισμών για γεγονότα που να δίνουν έρεισμα σε τέτοιο διάβημα. Πέραν του ότι η υιοθέτηση ισχυρισμών σε δικόγραφο δεν αποτελεί αποδεκτό τρόπο εισαγωγής μαρτυρίας σε αίτηση, μια απλή ανάγνωση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης, φανερώνουν πλήρη απουσία ισχυρισμών που να αφορούν τις αναφερόμενες στα αιτούμενα διατάγματα υποθήκες. Συνεπώς, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, μια τέτοια αίτηση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ενδιάμεση αίτηση στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω δε, η ύπαρξη μιας τέτοιου περιεχομένου αγωγής, ουδόλως δύναται να αποτελέσει λόγο αποτροπής διαδικασίας εκποίησης υποθήκης. Περαιτέρω, παρατηρείται ότι η επισυνημμένη ως Τεκμήριο Β Ειδοποίηση ΙΑ, αναφέρεται μόνο στην υποθήκη με αριθμό YΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και εις ουδεμία άλλη υποθήκη. Επομένως, δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή η συμπερίληψη της υποθήκης με αριθμό ΥΧΧΧ, για την οποία οι εναγόμενοι αναντίλεκτα προτάσσουν ότι δεν έχει ξεκινήσει διαδικασία πλειστηριασμού. Περαιτέρω, με δεδομένη τη μη αμφισβήτηση της αναφερόμενης υποθήκης και του ότι υφίσταται οφειλή από μέρους των εναγόντων, καθίσταται εμφανές ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί ούτε η τρίτη ως άνω προϋπόθεση, αφού η απόδοση αποζημιώσεων θα αποτελούσε επαρκή θεραπεία για τους ενάγοντες στο ενδεχόμενο επιτυχίας τους. Τέλος, παρά το ότι τα ως άνω καθορίζουν την τύχη της παρούσας αίτησης, για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ ορθό να αναφέρω και τα εξής. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, η ειδοποίηση κατά τον Τύπο ΙΑ μπορεί να προσβληθεί με Έφεση στη βάση συγκεκριμένων λόγων. Παρά αυτή την πρόνοια, οι Ενάγοντες, με την παρούσα Αίτηση πράττουν ουσιαστικά το ίδιο πράγμα, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν προσωρινό διάταγμα. Το να ζητείται προσωρινό διάταγμα για κάτι που ο Νόμος προνοεί έγερση έφεσης δεν είναι επιτρεπτό. Επομένως, κακώς οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο μέσω Αίτησης στο πλαίσιο αγωγής, και όχι έφεσης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, τις οποίες μάλιστα επικαλούνται στη νομική τους βάση. Αυτό σαφώς επηρεάζει δυσμενώς τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά συνέπεια, και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον όλων των εναγόντων, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.