Πατσαλοσαββή κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 3370/2016, 20/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3370/2016 Μεταξύ:
- Πατσαλοσαββή ΧΧΧ
- Πατσαλόσαββή ΧΧΧ Εναγόντων και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14 Ιανουαρίου 2019 και Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 23.1.2019 20 Φεβρουαρίου,
- Ενάγοντας 1-Αιτητής παρών προσωπικά Ενάγουσα 2-Αιτήτρια απούσα Για τους εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Νεοφύτου με κα Χ. Πιερή Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα Αίτηση τέθηκε χθες ενώπιόν μου λόγω απουσίας της φυσικού της Δικαστού. Επειδή είχε εκδοθεί προσωρινό διάταγμα αναφορικά με διαδικασία πλειστηριασμού, ο οποίος είναι ορισμένος να διεξαχθεί σήμερα, 20.2.2019, προχώρησα με την ακρόαση της Αίτησης και του προσωρινού διατάγματος. Τα όσα έλαβαν χώρα κατά την χθεσινή δικάσιμο καταγράφονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου. Με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο καταχωρήθηκε την 7.7.2016, οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση μεγάλου αριθμού αποφάσεων και/ή διακηρύξεων σχετικά με συγκεκριμένες συμφωνίες δανείου μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων. Αναλόγως πράττουν με την Έκθεση Απαίτησής τους, ημερομηνίας 7.12.
- Την 1.6.2018 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση των εναγομένων, αλλά και Ανταπαίτησή τους, με την οποία ζητούν απόφαση για τα κατά τους ίδιους οφειλόμενα ποσά, αλλά και διατάγματα εκποίησης τριών υποθηκών. Κατά γενικό τρόπο, οι ενάγοντες αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς των εναγομένων στην Ανταπαίτησή τους. Η υπόθεση είναι στο στάδιο οδηγιών, ορισθείσα στις 28.2.
- Με την παρούσα Αίτησή τους, οι ενάγοντες-Αιτητές ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η έναρξη και/ή συνέχιση της διαδικασίας Πλειστηριασμού των ακινήτων με Υποθήκη ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ, και ΥΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας μέχρι νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου και/ή μέχρις ότου εκδικασθεί η παρούσα αγωγή των πιο πάνω αιτητών. Β. Διάταγμα αναστολής έναρξης και/ή συνέχισης οποιασδήποτε διαδικασίας πλειστηριασμού και/ή πώλησης μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση του δικαστηρίου ότι οποιοιδήποτε «τύποι» εκδόθηκαν και/ή θα εκδοθούν δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας στα πλαίσια διαδικασίας πλειστηριασμού των ακινήτων με αριθμό δηλώσεων Υποθηκών ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ και ΥΧΧΧ αντίστοιχα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, είναι παράνομοι ως εμπεριέχοντες αυθαίρετους υπολογισμούς τόκων, χρεώσεων και δικηγορικών εξόδων και μη εκκαθαρισμένη απαίτηση. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους εναγομένους να διεκδικήσουν και/ή απαιτήσουν οποτεδήποτε οιονδήποτε ποσό από τους ενάγοντες αρ. 1 και αρ. 2 αναφορικά με τους λογαριασμούς τους και/ή λογαριασμούς των εναγόντων αρ. 1 και αρ. 2 με αρ. ΧΧΧΧ και/ή ΧΧΧ και/ή ΧΧΧ που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή πριν το Δικαστήριο αποφασίσει για το πραγματικώς οφειλόμενο ποσό τους δυνάμει της παρούσας αγωγής.» Κατά την 23.1.2019 εκδόθηκε μονομερώς ως η παρ. Α διάταγμα σχετικά με την Υποθήκη ΥΧΧΧ, ενώ τα υπόλοιπα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και ορίστηκαν για επίδοση. Η νομική βάση της Αίτησης εδράζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν. 9/1965, άρθρα 32Α, 44Α, 44Β, 44Γ
(1)
(2)
(3)
(4)(α) (β) (γ) (δ), 44Ζ, στους περί Πωλήσεως Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.Ν.11, σελ. 109, άρθρα 4(α) (β), 5, στον Περί Ακινήτων Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμο, Ν.82
(1)/02, άρθρα 3-7, στον περί Οφειλετών (Αναβολή και Περιορισμός Πωλήσεως Ακινήτου Περιουσίας) Νόμο, Ν.2/1960, άρθρα 2, 4
(2)
(5)
(6), 5 και 6, στον περί Οφειλετών (Αναβολή και Περιορισμός των Πωλήσεων Ακινήτου Περιουσίας) Διαδικαστικό Θεσμό του 1960, άρθρα 4, 5 και 9, Κεφ. 6, περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και στα Άρθρα 6-32 του Συντάγματος. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, ημερομηνίας 14.1.2019, στην οποία αναφέρει τα εξής: «
- ...................................
- Ως εμφαίνεται στον φάκελο της παρούσας αγωγής η αγωγή καταχωρήθηκε την 7/7/
- Κατά ή περί την 21/12/2018 επιδόθηκε επιστολή - ειδοποίηση της Τράπεζας με Τύπο «ΙΑ» (Αντίγραφο επισυνάπτεται, ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α) και (ως Τεκμήριο Β) τόσο σε μένα όσο και στην ενάγουσα αρ. 2 με ημερομηνία πώλησης την 20/2/2019 όπου καθίσταται φανερό ότι οι εναγόμενοι προχωρούν στην διαδικασία πλειστηριασμού και/ή πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων με αριθμό δηλώσεων Υποθηκών ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ και ΥΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας.
- Είναι ισχυρισμός μου ότι η ύπαρξη της παρούσας αγωγής και ανταπαίτησης εμποδίζει αφ΄ εαυτής την συνέχιση της διαδικασίας πλειστηριασμού και θα πρέπει να δοθεί αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης, καθότι υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα προς εκδίκαση τα οποία μεταξύ άλλων αφορούν το ζήτημα του ύψους της οφειλής και/ή του χρέους αλλά και του ζητήματος του κατά πόσο είναι δυνατή η εκτέλεση διαταγμάτων εκποίησης από οργανισμούς είτε ιδιωτικού είτε δημοσίου δικαίου που δεν έχουν τα εχέγγυα εκτέλεσης και/ή εκποίησης ακινήτου αφού παραβιάζεται τόσο Εθνική νομοθεσία (περιλαμβανομένου του Συντάγματος) όσο και Ευρωπαϊκή και/ή διεθνής Νομοθεσία. Σημειώνεται ότι το τεμάχιο που καλύπτεται από την Υποθήκη ΥΧΧΧ του οποίου ζητείτε η πώληση και/ή πλειστηριασμός είναι η πρώτη μας κατοικία.
- Είναι η θέση μου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επείγοντος αφού έχει αρχίσει η διαδικασία πλειστηριασμού και/ή πώλησης και μπορεί να δοθεί μονομερώς το διάταγμα. Επίσης, συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις όπως η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, ως ήδη ανέφερα ανωτέρω στην παράγραφο 5, υπάρχει και η δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούμαι σε θεραπεία και αυτό διαφαίνεται από την οπισθογράφηση απαιτήσεως και/ή την Έκθεση Απαίτησης αλλά και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση με τις εκεί ισχυριζόμενες παραβιάσεις της νομοθεσίας, και τέλος συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι ότι αν υπάρξει αποξένωση του ακινήτου θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα.» Στη βάση των 23 λόγων, ως συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασής τους, οι εναγόμενοι φέρουν ένσταση στην Αίτηση των εναγόντων. Βασίζονται δε, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασής τους, στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ΧΧΧ Κογκοττή, ημερομηνίας 13.2.
- Σ΄ αυτήν, ο ενόρκως δηλών παραθέτει τα γεγονότα και λόγους που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι υποστηρίζουν την απόρριψη της Αίτησης των εναγόντων. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Μετά την αποχώρηση του συνηγόρου των εναγόντων-Αιτητών από την αίθουσα του Δικαστηρίου, ο ενάγων 1 έθεσε τη θέση του προφορικά. Αναλόγως αγόρευσε και η κα Νεοφύτου. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο όλων των ενώπιόν μου στοιχείων και των αγορεύσεων. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. [Βλέπε, μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd & other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Μακρυγιώργου κ.ά.
(1978)1 C.L.R. 585, Μ. & Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.ά.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557]. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε. 9295, ημερ. 18.7.1996. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Πρέπει συνεπώς να προσδιορίσω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, ότι το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., Π.Ε. 10042, ημερ. 23.2.1999). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Το σημαντικό όμως υπόβαθρο το οποίο θα προσδώσει τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων μονομερώς είναι η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το θέμα όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola ν. Χρίστου, Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998, είναι ότι η έκδοση διατάγματος ex-parte συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί. Το θέμα του κατ' επείγοντος αναλύθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Vraets, Π.Ε. 10244, ημερ. 28.9.1999, όπου με σαφήνεια τονίστηκε ότι αν δεν καταδειχθούν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 ελλείπει δικαιοδοτικός όρος που να προσδίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα ex-parte. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 901: «Με αφορμή όμως το θέμα αυτό, θα ήθελα, κλείνοντας, να επαναλάβω ορισμένες παρατηρήσεις που είχα την ευκαιρία να εκφράσω αλλού (ίδε In Re Αραβή
(1999)1 ΑΛΛ. 1, In Re Βούρου
(2003)1 Α.Δ.Δ. 1176). Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας, ούτε καν το σύνηθες, αλλά ούτε και η εξαίρεση, παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση. Πολύ πιο απλό και ωφέλιμο για το Δικαστήριο να ορίσει την ex parte αίτηση για ακρόαση σε λίγες μέρες αφού αυτή επιδοθεί και σε κάθε επηρεαζόμενο και έτσι να αποφανθεί τελεσίδικα». Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 προνοεί ότι κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατ' επείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένστασης, η διαδικασία πλειστηριασμού ξεκίνησε από τις 9.5.2017, με την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο Ι. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι από τον Ιούλιο 2018 (13.7.2018) με την τροποποίηση του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 από το Νόμο 87
(1)/2018, κατέστη λόγος έφεσης η ύπαρξη απαγορευτικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/
- Επομένως, με δεδομένο ότι η παρούσα αγωγή ήταν σε εκκρεμότητα, ήταν καθόλα πρόσφορο στους ενάγοντες να αναζητήσουν εγκαίρως μια τέτοια θεραπεία. Αντ΄ αυτού, ανέμεναν μέχρι την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΑ να αναζητήσουν τέτοια θεραπεία. Είμαι της άποψης ότι, με βάση όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, το άρθρο 9 του Κεφ. 6 δεν ικανοποιείται και συνεπώς εξέλιπε δικαιοδοτικός όρος που να προσέδιδε τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς. Εξέλιπε τόσο το στοιχείο του κατ' επείγοντος αλλά επίσης δεν υφίστατο οτιδήποτε που να μπορούσε να αποτελέσει ιδιαίτερες περιστάσεις υπό το φως των όσων έχω αναλύσει ανωτέρω. Περαιτέρω, παρατηρεί κανείς, εξετάζοντας την παρούσα Αίτηση, την πλήρη απουσία γεγονότων ή ακόμη ισχυρισμών για γεγονότα που να δίνουν έρεισμα σε τέτοιο διάβημα. Πέραν του ότι η αναφορά σε δικόγραφα δεν αποτελεί αποδεκτό τρόπο εισαγωγής μαρτυρίας σε αίτηση, μια απλή ανάγνωση των δικογράφων φανερώνει πλήρη απουσία ισχυρισμών γεγονότων που να αφορούν τις αναφερόμενες στα αιτούμενα διατάγματα υποθήκες, παρά μόνο μια γενική θέση ότι είναι παράνομες στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Συνεπώς, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, μια τέτοια αίτηση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ενδιάμεση αίτηση στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω δε, η ύπαρξη μιας τέτοιου περιεχομένου αγωγής, ουδόλως δύναται να αποτελέσει λόγο αποτροπής διαδικασίας εκποίησης υποθήκης. Περαιτέρω, παρατηρείται ότι η επισυνημμένη ως Τεκμήριο Α Ειδοποίηση ΙΑ, αναφέρεται μόνο στην υποθήκη με αριθμό YΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και εις ουδεμία άλλη υποθήκη. Επομένως, δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή η συμπερίληψη των άλλων υποθηκών στα αιτούμενα διατάγματα. Περαιτέρω, σε σχέση με τις εν λόγω υποθήκες, καθίσταται εμφανές, στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί ούτε η τρίτη ως άνω προϋπόθεση, αφού η απόδοση αποζημιώσεων θα αποτελούσε επαρκή θεραπεία για τους ενάγοντες στο ενδεχόμενο επιτυχίας τους στην αγωγή. Τέλος, παρά το ότι τα ως άνω καθορίζουν την τύχη της παρούσας αίτησης, για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ ορθό να αναφέρω και τα εξής. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, η ειδοποίηση κατά τον Τύπο ΙΑ μπορεί να προσβληθεί με Έφεση στη βάση συγκεκριμένων λόγων. Παρά αυτή την πρόνοια, οι Ενάγοντες, με την παρούσα Αίτηση πράττουν ουσιαστικά το ίδιο πράγμα, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν προσωρινό διάταγμα. Το να ζητείται προσωρινό διάταγμα για κάτι που ο Νόμος προνοεί έγερση έφεσης δεν είναι επιτρεπτό. Επομένως, κακώς οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο μέσω Αίτησης στο πλαίσιο αγωγής, και όχι έφεσης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, τις οποίες μάλιστα επικαλούνται στη νομική τους βάση. Αυτό σαφώς επηρεάζει δυσμενώς τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Κατά συνέπεια, και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον όλων των εναγόντων, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 23.1.2019 ακυρώνεται. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο