← Κύπρος

Σωκράτους κ.α. ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αγωγή αρ.2918/2010, 26/2/2019

Σωκράτους κ.α. ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αγωγή αρ.2918/2010, 26/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.2918/2010 Μεταξύ: 1.XXXXX Σωκράτους 2.XXXXX Σωκράτους Ενάγοντες και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγόμενος 26 Φεβρουαρίου, 2019 Για τους ενάγοντες αρ.1 και 2, εμφανίζεται ο κ.Α.Γεωργίου για τους κ.κ.Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο, εμφανίζεται η κ.Θ.Μαυρομουστάκη, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας ------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Διά της αγωγής τους, την οποίαν κατεχώρισαν στις 31.3.2010, οι ενάγοντες αρ.1 και 2 («οι ενάγοντες», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) εγκαλούν τον εναγόμενο και του αποδίδουν συνεχιζόμενη αμέλεια και/ή συνεχιζόμενες παραλείψεις εν σχέσει με τη διερεύνηση της απαγωγής και της εξαφάνισης του αδελφού τους XXXXX Σωκράτους («ο XXXXX») ως, επίσης, και εν σχέσει με την απουσία δίωξης υπόπτων. Ο XXXXX παρουσιάζεται να απήχθηκε κατά ή περί τις 4.2.1964, από Τούρκους Κυπρίους, ενώ επέστρεφε στη Λευκωσία, οδηγώντας τη μοτοσυκλέτα του και διερχόμενος από περιοχή μεταξύ της τοποθεσίας Κόσιη και του χωριού Λουρουτζίνα. Έκτοτε αγνοείται. Τον XXXXX εσυνόδευε ο φίλος του XXXXX Πέτρου, ο οποίος, επίσης, απήχθηκε και έκτοτε αγνοείται. Οι ενάγοντες προβάλλουν, ως αιτίες αγωγής, αφ'ενός το αστικό αδίκημα της αμέλειας και αφ'ετέρου την παραβίαση των Άρθρων 7, 8, 9, 11, 13, 15, 28, 30 και 35 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα») ως, επίσης, και των Άρθρων 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8, 13, 14 και 18, του Άρθρου 2 του Τετάρτου Πρωτοκόλλου και του Άρθρου 1 του Δωδέκατου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («η Ε.Σ.Δ.Α.»). Ας σημειωθεί πως η Ε.Σ.Δ.Α. έχει κυρωθεί διά του περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικού) Νόμου του 1962 (Ν.39/1962), ο οποίος εδημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και ετέθηκε σε ισχύ στις 24.5.1962. Ας σημειωθεί, επίσης, πως, δυνάμει του Άρθρου 169 παρά.3 του Συντάγματος, η Ε.Σ.Δ.Α, ως διεθνής σύμβαση η οποία έχει συνομολογηθεί επί τη βάσει απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου και έχει επικυρωθεί με νόμο της Βουλής των Αντιπροσώπων, έχει, από την ημέρα της επίσημης δημοσίευσής της, αυξημένη ισχύ έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου, είτε αυτός προϋπήρχε της κύρωσής της είτε αυτός θεσπίζεται στη συνέχεια. Όμως, η Ε.Σ.Δ.Α. δεν έχει ισχύ υπέρτερη του Συντάγματος για τους εξής λόγους: Πρώτον, δυνάμει του Άρθρου 179 παρά.1 του Συντάγματος το ίδιο αποτελεί τον «υπέρτατο () νόμο της Δημοκρατίας». Δεύτερον, ο όρος «νόμος» ως αυτός χρησιμοποιείται στο Άρθρο 169 παρά.3 του Συντάγματος «.σημαίνει νόμο της Δημοκρατίας οσάκις ο όρος χρησιμοποιείται εν σχέσει προς περίοδο χρόνου επομένην της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος» (Άρθρο 186 παρά. 1(α) του Συντάγματος). Οι δικογραφημένες, στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, θέσεις των εναγόντων συνοψίζονται ως εξής: Όργανα και υπάλληλοι της Κυπριακής Δημοκρατίας («η Δημοκρατία»), για τις πράξεις και παραλείψεις των οποίων υπεύθυνος είναι ο εναγόμενος, υπήρξαν αμελείς εφ'όσον: (α) δεν διερεύνησαν και/ή δεν διερεύνησαν επαρκώς τις συνθήκες υπό τις οποίες απήχθηκε και εξαφανίσθηκε ο Χρίστος, (β) παρά το ότι είχαν την δυνατότητα, δεν συνέλαβαν και/ή δεν έπραξαν τα δέοντα για να συλλάβουν τους ύποπτους απαγωγείς και αδικοπραγήσαντες Τούρκους Κυπρίους, (γ) παρέλειψαν να διερευνήσουν και/ή διερεύνησαν με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή κατά τρόπον πλημμελή και ελλιπή το σχετικό μαρτυρικό υλικό, (δ) αγνόησαν τις συνεχείς εκκλήσεις των εναγόντων για διερεύνηση της υπόθεσης, (ε) παρά το ότι είχαν τη δυνατότητα και την υποχρέωση, παρέλειψαν να συνεργαστούν με τις αρχές άλλων κρατών για να διαπιστώσουν κατά πόσον ο XXXXX ευρίσκετο εν ζωή μετά από την απαγωγή του και/ή κατά πόσον αυτός εκρατείτο παρανόμως, (στ) επέλεξαν και/ή για πολιτικούς λόγους επέλεξαν να μην αποζημιώσουν τους ενάγοντες, εν αντιθέσει με την Ελληνική Δημοκρατία, η οποία απεζημίωσε πολίτες-θύματα της Τουρκικής Εισβολής του 1974, (ζ) παρέλειψαν να παραδώσουν στους ενάγοντες τους φακέλους που αφορούν στον XXXXX και/ή παρέδωσαν τέτοιους φακέλους ελλιπείς και/ή με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και (η) εν αντιθέσει με ό,τι έπραξαν για άλλες περιοχές, κατειλημμένες από τις κατοχικές δυνάμεις, δεν επεδίωξαν να τους παρασχεθεί άδεια έρευνας στην περιοχή (επίσης, κατειλημμένη από τις κατοχικές δυνάμεις) όπου ενδέχεται να υπάρχουν μαρτυρίες για την απαγωγή και εξαφάνιση του XXXXX. Όργανα και υπάλληλοι της Δημοκρατίας παρεβίασαν την αρχή της ισότητας (Άρθρο 28 του Συντάγματος) και μετεχειρίστηκαν τους ενάγοντες κατά τρόπον ο οποίος συνιστά δυσμενή διάκριση εφ'όσον:

(1)εν αντιθέσει με όσα παρέλειψαν να πράξουν σχετικώς με το XXXXX, εξέδωσαν εντάλματα σύλληψης και/ή συνέλαβαν και/ή προσήψαν ενώπιον της Δικαιοσύνης Τούρκους Κυπρίους οι οποίοι διέπραξαν διάφορα αδικήματα και/ή διάφορα αδικήματα εις βάρος Ελλήνων Κυπρίων και οι οποίοι κατοικούν σε περιοχές της Δημοκρατίας, κατειλημμένες από τις κατοχικές δυνάμεις και
(2)επέλεξαν και/ή για πολιτικούς λόγους επέλεξαν να διερευνήσουν, κατά πρώτον, καταγγελίες εναντίον Ελλήνων Κυπρίων για κατ'ισχυρισμόν αδικήματα διαπραχθέντα κατά τα έτη 1964 και 1974 και/ή επέλεξαν και/ή για πολιτικούς λόγους επέλεξαν να διαχωρίσουν τα αδικήματα που διεπράχθηκαν κατά το έτος 1964 από τα αδικήματά που διεπράχθηκαν κατά το έτος 1974 καθώς και άλλα αδικήματα. Όργανα και/ή υπάλληλοι της Δημοκρατίας εσκεμμένως και ηθελημένως παρεμπόδισαν τους ενάγοντες να διερευνήσουν τα αδικήματα που διεπράχθηκαν εις βάρος του XXXXX εφ'όσον, επί δεκαετίες, αρνούντο να αποκαλύψουν σε αυτούς και/ή να τους παραδώσουν τους φακέλους του XXXXX και/ή άλλο μαρτυρικό υλικό επειδή, στην διάπραξή των εις βάρος του (του XXXXX) αδικημάτων, εμπλέκονται Τούρκοι Κύπριοι. Περαιτέρω, όργανα και/ή υπάλληλοι της Δημοκρατίας προστατεύουν, κατά τρόπον άδικο και αθέμιτο, ύποπτους Τούρκους Κυπρίους, εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα εις βάρος της δίκαιης και ορθής μεταχείρισης των εναγόντων και παραπληροφορούσαν τους ενάγοντες, αναφέροντάς τους πως ο XXXXX είναι νεκρός. Οι ενάγοντες διεκδικούν (Ι) την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, ένεκα παραβίασης των ως άνω αναφερθεισών νομοθετικών διατάξεων καθώς και ένεκα αμέλειας, (ΙΙ) την έκδοση δηλωτικής απόφασης περί του ότι ατομικά δικαιώματά τους έχουν παραβιαστεί, περί του ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να λάβει κάθε απαραίτητο μέτρο προς το σκοπό άρσης της συνεχιζόμενης παραβίασης και περί του ότι ο εναγόμενος οφείλει να συμπληρώσει την απαραίτητη έρευνα και να προσάξει τους υπόπτους ενώπιον της Δικαιοσύνης και (ΙΙΙ) την έκδοση σχετικού προστακτικού διατάγματος. Διά της υπεράσπισής του, ο εναγόμενος απορρίπτει τις μομφές, τις αιτιάσεις και τις αξιώσεις των εναγόντων. Ισχυρίζεται δε τα εξής: Πράγματι, οι ενάγοντες έδωσαν καταθέσεις στις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, απέστειλαν ενυπόγραφες καταγγελίες και εζήτησαν την σύλληψη και την προσαγωγή, ενώπιον της Δικαιοσύνης, κατονομαζόμενων υπόπτων. Εν προκειμένω, οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας ουδόλως αμέλησαν και ούτε παρέλειψαν να διερευνήσουν το ζήτημα και να προβούν στις ενδεδειγμένες ενέργειες. «Αντίθετα, στο βαθμό που οι επικρατούσες στην Κυπριακή Δημοκρατία συνθήκες επέτρεπαν, από την καταγγελία και εντεύθεν, άρχισαν τη συλλογή πληροφοριών σε σχέση με το αγνοούμενο πρόσωπο και την, όσον οι συνθήκες επέτρεπαν, διερεύνηση της υπόθεσης» (δείτε στην παρά.4 της υπεράσπισης). Ειδικότερα: (α) Οι αρχές της Δημοκρατίας έχουν προβεί και συνεχίζουν να προβαίνουν σε ενδελεχή έρευνα και έλεγχο των στοιχείων που περιέρχονται εις γνώσιν τους εν σχέσει με το XXXXX, χωρίς, μέχρι στιγμής να έχει τεκμηριωθεί ο θάνατός του ή το κατά πόσον αυτός ευρίσκεται εν ζωή. (β) Ο χώρος όπου ο XXXXX εθεάθηκε για τελευταία φορά ζωντανός ευρίσκεται εκτός του ελέγχου των αρχών της Δημοκρατίας, γεγονός το οποίο περιορίζει τις έρευνες. (γ) Δεν υπήρχε δυνατότητα σύλληψης οιουδήποτε αδικοπραγήσαντος σε σχέσει με το XXXXX. (δ) Ουδεμία σαφής πληροφορία, εν σχέσει με κατονομαζόμενο αδικοπραγήσαντα, υπήρξε. (ε) Οι καταγγελίες των εναγόντων έτυχαν της καλύτερης, υπό τις περιστάσεις, διερεύνησης. Δεδομένων των συνθηκών ως, επίσης, και του γεγονός ότι «οι . πληροφορίες εξαρτώνται από την καλή θέληση των Τουρκοκυπρίων η οποία συχνά δεν έχει παρατηρηθεί», ουδεμία καθυστέρηση υπήρξε δε ό,τι αφορά στις έρευνες (δείτε στην παρά.5(ε) στην υπεράσπιση). (στ) «. οι αστυνομικές εξετάσεις και ενέργειες δεν ήταν δυνατόν να επεκταθούν σε βάθος και σε λεπτομέρεια στο χωριό Λουρουτζίνα, λόγω του ότι, ευθύς αμέσως μετά την έναρξη της Τουρκοκυπριακής ανταρσίας του 1964 και προ των επίδικων γεγονότων, το χωριό το οποίο ήταν αμιγές τουρκοκυπριακό, κατέστη θύλακας των Τουρκοκυπρίων με συνέπεια να μην είναι δυνατό να ασκείται αποτελεσματικός έλεγχος σε αυτό από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας γεγονός το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα.» (δείτε στην παρά.5(στ) στην υπεράσπιση). (ζ) Εν προκειμένω, δεν υπήρξε, εκ μέρους της Δημοκρατίας, παραβίαση Άρθρων του Συντάγματος, ούτε υπήρξε παραβίαση Άρθρων και Πρωτοκόλλων της Ε.Σ.Δ.Α. εφ'όσον, προϋπόθεση εφαρμογής αυτών, είναι και «η δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικού ελέγχου εκ μέρους της νόμιμης κυβέρνησης επί του σημείου όπου διαπράχθηκαν οι ισχυριζόμενες παραβιάσεις. . Οι επικρατούσες στην Κυπριακή Δημοκρατία συνθήκες μετά τις εχθροπραξίες του 1964, δεν επέτρεπαν και/ή δεν άφηναν περιθώρια για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου («effective control») σε όλη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας .» (δείτε στην παρά.5(ζ) και (η) στην υπεράσπιση). (η) Ο εναγόμενος ουδεμία υποχρέωση έχει για αποζημίωση των εναγόντων επί τη βάσει ισχυρισμών περί προτίμησης και/ή πολιτικών σκοπιμοτήτων και/ή παράβασης της αρχής της ισότητας. (θ) Οι ενάγοντες έτυχαν και εξακολουθούν να τυγχάνουν λεπτομερούς ενημέρωσης εν σχέσει με τον XXXXX. (ι) Διενεργήθηκαν εξετάσεις D.Ν.Α. σε οστά που ανευρέθηκαν στην περιοχή χωρίς, όμως, μέχρι στιγμής, να υπάρχει ταύτιση με γενετικό υλικό παραχωρηθέν από τους ενάγοντες. (ια) Παρά τις ενδελεχείς έρευνες, οι οποίες διενεργήθηκαν, ουδέποτε ελήφθη θετική μαρτυρία εν σχέσει με την απαγωγή, την εξαφάνιση και τον ενδεχόμενο θάνατο του XXXXX. Και ουδέποτε ελήφθη μαρτυρία η οποία να δικαιολογεί την έναρξη ποινικής διερεύνησης της υπόθεσης και/ή την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης και/ή την προσαγωγή οιουδήποτε ενώπιον της Δικαιοσύνης. (ιβ) Εν πάση περιπτώσει, η εξουσία του εναγομένου να εκδίδει εντάλματα σύλληψης, να προβαίνει σε ποινικές διερευνήσεις υποθέσεων και να προσάγει υποθέσεις ενώπιον της Δικαιοσύνης δεν ελέγχεται δικαστικώς. Διά της απάντησής τους, οι ενάγοντες απορρίπτουν την υπεράσπιση του εναγομένου και παραπέμπουν στο αρχικό δικόγραφό τους. Προσθέτουν δε τα εξής:
(1)Κατά το έτος 1990 Τούρκος Κύπριος έδωσε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο XXXXX εξετελέσθηκε από άλλον, κατονομασθέντα Τούρκο Κύπριο, ο οποίος υπήρξε πράκτορας της τρομοκρατικής οργάνωσης ΤΜΤ. Ο εκτελεστής συνελήφθηκε στην Αγία Νάπα, πλην όμως, αφέθηκε ελεύθερος εφ'όσον, ως ο εναγόμενος τους ανέφερε, «υπήρχε συμφωνία να αφήνονται ελεύθεροι οι Τ/Κ πληροφοριοδότες» (δείτε στην παρά.2(Δ) της απάντησης).
(2)Αμέσως μετά την απαγωγή του XXXXX, οι ενάγοντες επεσκέφθηκαν τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας και του εζήτησαν να προβεί σε ανταλλαγή Τούρκων Κυπρίων και Ελλήνων Κυπρίων αιχμαλώτων για να καταστεί, έτσι, δυνατή η διάσωση του XXXXX. Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας τους εδήλωσε, αναληθώς, ότι ο XXXXX ήταν νεκρός.
(3)Οι ενάγοντες συνέχισαν να καταγγέλλουν την υπόθεση τόσον ενώπιον των αρχών της Δημοκρατίας όσον και ενώπιον του Ερυθρού Σταυρού και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών («ο Ο.Η.Ε.»). Κατά την περίοδο εκείνη, τρίτο πρόσωπο επληροφόρησε τους ενάγοντες ότι ο XXXXX εθεάθηκε ζωντανός. Επί τη βάσει αυτής της πληροφορίας, ο ενάγων αρ.1 και η μητέρα του, συνοδεία τρίτων προσώπων, μετέβησαν «με κίνδυνο της ζωής τους στη Λουρουτζίνα διά να εντοπίσουν τον XXXXX . χωρίς αποτέλεσμα» (δείτε στην παρά.2(Στ) στην απάντηση).
(4)Οι συνθήκες που επεκρατούσαν από το έτος 1964 και μετέπειτα και εξακολουθούν να επικρατούν ουδόλως εμπόδισαν και ούτε εμποδίζουν τη δέουσα διερεύνηση της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, κατά το έτος 1967 οι αρχές της Δημοκρατίας επενέβησαν στους θύλακες της Κοφίνου και του Αγίου Θεοδώρου.
(5)Ο εκτελεστής του XXXXX, ως Κύπριος πολίτης, διεκινείτο ελεύθερος και εργαζόταν σε περιοχές υπό τον έλεγχο της Δημοκρατίας.
(6)Περί τα έτη 2008 έως και 2009, ο εναγόμενος ετοίμασε τοπογραφικό χάρτη της Λουρουτζίνας όπου σημειώνονται το σημείο σύλληψης του XXXXX καθώς και το σημείο εκτέλεσης και ταφής του. Τον χάρτη αυτό τον παρέδωσε. Συνεπώς, ο εναγόμενος και άλλοι αξιωματούχοι και υπηρεσιακοί της Δημοκρατίας γνωρίζουν την τύχη του XXXXX, όμως, αρνούνται να προβούν σε επίσημες δηλώσεις και αρνούνται να δώσουν επίσημα στοιχεία στους ενάγοντες.
(7)Οι αρχές της Δημοκρατίας παρέλειψαν να διενεργήσουν έρευνες στην περιοχή της Λουρουτζίνας. Μάλιστα, για να δικαιολογήσουν την παράλειψή τους αυτή, προφασίζονται την ύπαρξη οβίδας στον λάκκο ή το πηγάδι όπου φαίνεται να ευρίσκεται η σορός του XXXXX.
(8)Η απραξία των αρχών της Δημοκρατίας ανάγκασε τους ενάγοντες να προσπαθούν να διερευνήσουν οι ίδιοι το ζήτημα.
(9)Η εξουσία του εναγομένου να ξεκινά την ποινική διερεύνηση μίας υπόθεσης και/ή να εκδίδει εντάλματα σύλληψης και/ή να προσάγει υποθέσεις ενώπιον της Δικαιοσύνης ελέγχεται εφ'όσον οιασδήποτε συνταγματικής διάταξης υπερέχει το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
(10)Οι ενέργειες της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων (η «Δ.Ε.Α.»), όσον αφορά στην εξακρίβαση της τύχης αγνοουμένων, είναι ανεπαρκείς, αναποτελεσματικές και, σε κάποιες περιπτώσεις, εσφαλμένες. Το γεγονός αυτό διεπίστωσαν η Διεθνής Αμνηστία, ο Ο.Η.Ε., το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (το «Ε.Δ.Α.Δ.») και άλλοι οργανισμοί. Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε στις 4.6.2018 και ολοκληρώθηκε στις 20.12.2018 με την υποβολή τελικών, γραπτών αγορεύσεων εκ μέρους των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Για την απόδειξη της αγωγής κατέθεσαν η ενάγουσα αρ.2 XXXXX Σωκράτους (Μ.Ε.1) και ο XXXXX Γεωργιάδης (Μ.Ε.2), ο οποίος υπήρξε ο Έλληνας Κύπριος εκπρόσωπος στη Δ.Ε.Α. από το έτος 1986 έως και το έτος 2011. Η υπεράσπιση προωθήθηκε διά της μαρτυρίας του XXXXX Κατσιολούδη (Μ.Υ.1), Υπαστυνόμου, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Τ.Α.Ε.) (Επιχειρήσεις) του Αρχηγείου Αστυνομίας και ο οποίος είναι επικεφαλής ειδικής ομάδας που ασχολείται με τη διερεύνηση υποθέσεων Ελλήνων Κυπρίων και Τούρκων Κυπρίων αγνοουμένων κατά τις περιόδους 1963 έως και 1964, 1967 και 1974, του XXXXX Κουή (Μ.Υ.2), πρώην Αστυνόμου, του XXXXX Ολύμπιου (Μ.Υ.3), πρώην στρατιωτικού, και της XXXXX Ανθούση (Μ.Κ.4), Αρχαιολόγου, η οποία εργάζεται στο Γραφείο του Έλληνα Κυπρίου εκπροσώπου στη Δ.Ε.Α.. Μέρος της κυρίως εξέτασης της ενάγουσας XXXXX Σωκράτους (Μ.Ε.1), του XXXXX Γεωργιάδη (Μ.Ε.2), του XXXXX Κατσιολούδη (Μ.Υ.1), του XXXXX Ολύμπιου (Μ.Υ.3) και της XXXXX Ανθούση (Μ.Υ.4) διεξήχθηκε με την ανάγνωση και κατάθεση γραπτής δήλωσης, ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Πρόκειται για τα έγγραφα αρ.1, 2, 3, 4 και 5, αντιστοίχως. Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας, κατετέθηκε έγγραφη και πραγματική. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκε επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερ.19.5.2010 (τεκμήριο 7), επιστολή του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Αγνοουμένων ημερ.24.6.2010 (τεκμήριο 8), επιστολή των εναγόντων ημερ.14.7.2016 και επιστολή απαντητική αυτής ημερ.8.9.2016 (τεκμήρια 25 και 26, αντιστοίχως), έγγραφο εν σχέσει με την Δ.Ε.Α. (τεκμήριο 27), έγγραφο του γραφείου του Έλληνα Κυπρίου εκπροσώπου στη Δ.Ε.Α. (τεκμήριο 28), έκθεση του Υπαστυνόμου XXXXX Καφά ημερ.5.2.1991 (τεκμήριο 29), απόσπασμα από το φύλλο της Εφημερίδας της Αστυνομίας ημερ.12.3.1964 (τεκμήριο 32), σημειώματα της XXXXX Μιχαήλ, Ειδικής Αρχαιολόγου, ημερ.14.8.2009 και 7.9.2009 (τεκμήρια 39 και 41, αντιστοίχως), σημειώματα του Συμβούλου του Έλληνα Κυπρίου εκπροσώπου στη Δ.Ε.Α. ημερ.27.8.2009 και 18.6.2010 (2 σημειώματα αυτής της ημερομηνίας), 9.8.2010, 23.3.2011 και 27.7.2015 (τεκμήρια 40, 45, 46, 49, 51 και 56, αντιστοίχως), σημειώματα για τις συνεδρίες της Δ.Ε.Α. ημερ.25.6.2010 και 15.6.2010 (τεκμήρια 47 και 48, αντιστοίχως), ενδοϋπηρεσιακά σημειώματα του Γραφείου του Έλληνα Κυπρίου εκπροσώπου της Δ.Ε.Α. ημερ.16.12.2014, 18.6.2015, 14.8.2015, 17.9.2015, 30.11.2015 και 22.2.2016 (τεκμήρια 54, 55, 57, 57(Α), 58 και 64, αντιστοίχως) και σημειώματα του Έλληνα Κυπρίου εκπροσώπου της Δ.Ε.Α. ημερ.24.3.2016, 12.1.2017, 2.2.2017 και 13.9.2018 (τεκμήρια 60 έως και 63, αντιστοίχως). Ας σημειωθεί πως η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με την κατάθεση εγγράφου, περιέχοντος παραδεκτά γεγονότα (τεκμήριο Χ). Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη και πραγματική είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Η σύνοψη και ο σχολιασμός του κρίσιμου μέρους της μαρτυρίας θα παρατεθεί κατά τη συζήτηση που ακολουθεί. Για τη συζήτηση λαμβάνονται υπ'όψιν και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εισηγούνται διά των τελικών, γραπτών αγορεύσεών τους:
(1)Δεδομένων των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, οι οποίες προωθήθηκαν διά της μαρτυρίας που αυτοί προσεκόμισαν, για την επίλυση της επίδικης διαφοράς είναι απαραίτητο και αρκετό να συζητηθούν και να κριθούν τα εξής ζητήματα: (α) Η έννοια και το πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 2 (δικαίωμα στη ζωή) και του Άρθρου 3 (απαγόρευση των βασανιστηρίων) της Ε.Σ.Δ.Α.. (β) Κατά πόσον η περίπτωση του απαχθέντος, στις 4.2.1964, και έκτοτε αγνοουμένου Χρίστου επέβαλε στις αρχές της Δημοκρατίας την δυνάμει του Άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (και του αντίστοιχου Άρθρου 7 του Συντάγματος) διαδικαστική υποχρέωση. (γ) Σε περίπτωση θετικής απάντησης στο αμέσως προηγούμενο ερώτημα, κατά πόσον οι αρχές της Δημοκρατίας, συνεμορφώθηκαν με την υποχρέωση αυτή και προέβησαν σε όλες τις ευλόγως αναμενόμενες ενέργειες, λαμβανομένης υπ'όψιν της ιδιαίτερης κατάστασης που ισχύει στην επικράτεια της Δημοκρατίας από τις 21 Δεκεμβρίου του έτους 1963 έως και σήμερα. (δ) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο αμέσως προηγούμενο ερώτημα, κατά πόσον οι ενάγοντες δικαιούνται θεραπειών και ποιών. (ε) Κατά πόσον η εν γένει συμπεριφορά των αρχών της Δημοκρατίας, εν σχέσει με την περίπτωση του απαχθέντος, στις 4.2.1964, και έκτοτε αγνοούμενου Χρίστου, στοιχειοθετούν απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση των εναγόντων εν τη εννοία του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. (και του αντίστοιχου Άρθρου 8 του Συντάγματος). (στ) Σε περίπτωση θετικής απάντησης στο αμέσως προηγούμενο ερώτημα, κατά πόσον οι ενάγοντες δικαιούνται θεραπειών και ποιών.
(2)Η κατάσταση που ισχύει στην επικράτεια της Δημοκρατίας από τις 21 Δεκεμβρίου του έτους 1963 έως και σήμερα αποτελεί αντικείμενο δικαστικής γνώσης. Στις 21 Δεκεμβρίου του έτους 1963 εξεδηλώθηκε ανταρσία/στάση των Τούρκων Κυπρίων και έως και το 1964 επεκρατούσε στο έδαφος της Δημοκρατίας μια έκτακτη, εμπόλεμη κατάσταση, η οποία ταλαιπωρούσε και έθετε σε κίνδυνο τη ζωή και την ασφάλεια των κατοίκων της. Στην απόφαση The Attorney General of the Republic v. Mustafa Ibrahim and Others
(1964)195, 201-2, η κατάσταση περιγράφεται ως εξής: «There is ample material on record, to show the conditions prevailing in the Republic at the material time and the circumstances under which the respondents were arrested. Indeed anybody living in the Island since the 21st of December, 1963, must have had sufficient occasion, some way or another, to acquire knowledge of the warlike emergency, harassing the people of Cyprus, during the last, nearly, ten months now. As the subject-matter of this case, however, is still sub judice, I must avoid going further into the factual part of the case, excepting so far as it is necessary for determining the legal issues under consideration in this appeal. I shall therefore take the factual position from the existing record and from what I think I can take judicial notice of, subject to proof at the trial. I find such position at the material time, namely in July last, when The Administration of Justice (Miscellaneous Provisions) Law, 1964, was published as Law of the Republic No. 33 of 1964 (9.7.64) and on the 1st August, 1964, when the order for bail now under appeal, was made, as follows. There existed within the territory of the Republic of Cyprus, the following conditions: (
  1. a)a state of revolt; i.e. armed rebellion and insurrection against the established Government of the Republic; (
  2. b)armed clashes between organised groups resisting the authority of the State, and the forces authorised by the Government to assert the authority of its organs; (
  3. c)loss of life; damage to property interruption of communications; and upsetting of law and order in the affected areas, with all the consequent repercussions on life in general, within the territory of the State; (
  4. d)assertion of authority and actual physical control, over areas of State territory, by the insurgents and their political leaders and commanders, to the exclusion of the authority of the established Government of the Republic; (
  5. e)presence, with the consent of the Government, of international troops within the State territory, under a Commander acting for, and upon orders from an authority outside the State i.e. the Secretary-General of the United Nations and the Security Council thereof, for the declared purpose, inter alia, of preventing armed clashes between combatants, with a view to the maintenance of peace and the prevention of bloodshed; without, however, exercising government authority, or assuming in any way government responsibility; (
  6. f)inability of the State-Government, pending a political settlement in international circles, to combat the insurgents in order to re-establish its authority and resume its responsibilities in the affected areas, owing to the presence and intervention of the said foreign troops ; and corresponding uncertainty, as to when the one or the other of the combating forces may eventually prevail, so as to assume the responsibility of government in the maintenance of law and order in the territory of the Republic ; and (
  7. g)duration of such conditions over a period of several months». Μεταξύ των περιοχών τις οποίες κατέλαβαν οι Τούρκοι Κύπριοι στασιαστές (insurgents), τις έθεσαν υπό τον έλεγχό τους και τις κατέστησαν θύλακες ήταν και το χωριό Λουρουτζίνα. Έκτοτε το χωριό Λουρουτζίνα παραμένει κατειλημμένο από τις κατοχικές δυνάμεις. Η έκρυθμη κατάσταση συνεχίζεται έως και σήμερα. Μάλιστα, η Τουρκική εισβολή, που έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 1974, οδήγησε στην πλήρη κατάλειψη του βόρειου τμήματος της επικράτειας της Δημοκρατίας. Η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει πως η Τουρκία κατέχει το βόρειο τμήμα της Δημοκρατίας και θεωρεί ως παράνομη και ασύμβατη με το διεθνές δίκαιο την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου». Η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει πως, για τους σκοπούς της Ε.Σ.Δ.Α., αποτελεσματικό έλεγχο επί των κατεχόμενων περιοχών ασκεί η Τουρκία και όχι οι αρχές της Δημοκρατίας (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Guzelyurtlu and Others v. Cyprus and Turkey (Application no.36925/2007), ημερ.29.1.2019, παρά.193 και 237).
(3)
(1)Το Άρθρο 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (και το αντίστοιχο Άρθρο 7 του Συντάγματος), σε συνδυασμό με το Άρθρο 3 αυτής (και το αντίστοιχο Άρθρο 8 του Συντάγματος) αφορούν στην αξία της ζωής, την αναγνωρίζουν και την κατοχυρώνουν. Κατά κανόναν, τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, οι οποίες προστατεύονται από την Ε.Σ.Δ.Α., τυγχάνουν ευρείας, δυναμικής και εξελικτικής ερμηνείας εφ'όσον, όπως αναφέρεται στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Airey v. Ιρλανδίας, ημερ.9.10.1979, παρά.24: «Η Σύμβαση έχει ως σκοπό να προστατεύει δικαιώματα όχι θεωρητικά ή απατηλά, αλλά συγκεκριμένα και αποτελεσματικά.» Στο σύγγραμμα «Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμηνεία κατ'άρθρο», του Λίνου-Αλέξανδρου Σισιλιάνου, Δικαστή στο Ε.Δ.Α.Δ. και Καθηγητή Νομικού Τμήματος Πανεπιστημίων Αθηνών (εκδότης: Νομική Βιβλιοθήκη) παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, τα Άρθρα 2 και 3 της Ε.Σ.Δ.Α. καθώς και σχετική περιπτωσιολογία, με παράθεση της αντίστοιχης νομολογίας του Ε.Δ.Α.Δ.. Τα Κυπριακά Δικαστήρια επικαλούνται την νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. κατά την ερμηνεία τόσον των προνοιών της Ε.Σ.Δ.Α. όσον και των αντίστοιχων προνοιών του Συντάγματος. Σχετικές με τα Άρθρα 2 και 3 της Ε.Σ.Δ.Α. είναι και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση αρ.381/2010 Κυπριακή Δημοκρατία ν. Βάσσος Βασιλείου κ.ά., ημερ.26.5.2015, και στην Πολιτική Έφεση αρ.44/2013 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αριάδνης Παλμα κ.ά., ημερ.19.11.2015.
(3)
(2)Η δυνάμει του Άρθρου 1 της Ε.Σ.Δ.Α. άσκηση δικαιοδοσίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να αποδοθεί σε ορισμένο κράτος ευθύνη για την παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών προστατευομένων από τη Σύμβαση αυτή. Η άσκηση δικαιοδοσίας είναι, πρωτίστως, εδαφική/τοπική (territorial). Κατ΄εξαίρεσιν, το Ε.Δ.Α.Δ αναγνωρίζει την περίπτωση ορισμένο κράτος να ασκεί δικαιοδοσία και εκτός των εδαφικών του συνόρων όταν αυτό, ως αποτέλεσμα νόμιμων ή παράνομων στρατιωτικών ενεργειών, ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο σε περιοχή εκτός του δικού του εθνικού εδάφους (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Guzelyurtlu and others v. Cyprus and Turkey (Application no. 36925/07), ημερ.29.1.2019, παρά. 175, 176, 188 και 189). Περαιτέρω, η εκ μέρους ορισμένου κράτους και επί τη βάσει της δικής του νομοθεσίας και των δικών του διαδικασιών, έναρξη έρευνας, εν σχέσει με το θάνατο προσώπου, ο οποίος επήλθε εκτός της δικαιοδοσίας του, καθιερώνει τον απαιτούμενο, δυνάμει του Άρθρου 1 της Ε.Σ.Δ.Α., δικαιοδοτικό σύνδεσμο.
(3)
(3)Όσον αφορά στην έννοια και το πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α. σημειώνονται τα εξής: Επιπλέον της ουσιαστικής υποχρέωσης του κράτους να προστατεύει τη ζωή, πρωτίστως απέχοντας από ενέργειες οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν το θάνατο προσώπου, το Άρθρο 2 της Ε.Σ.Δ.Α. καθιερώνει και τη διαδικαστική υποχρέωση του κράτους να διεξάγει μίαν επίσημη και αποτελεσματική έρευνα για να διαπιστωθούν τα αίτια θανάτου προσώπου, το οποίο υπάγεται στη δικαιοδοσία του, στις περιπτώσεις όπου ο θάνατος επήλθε υπό συνθήκες ύποπτες. Η διαδικαστική αυτή υποχρέωση επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εξαφάνισης προσώπου, υπαγομένου στη δικαιοδοσία του κράτους, υπό συνθήκες επικίνδυνες για τη ζωή του. Το κράτος υποχρεούται να διεξάγει μίαν επίσημη και αποτελεσματική έρευνα για να διαπιστωθούν οι συνθήκες εξαφάνισης και η τύχη προσώπου, υπαγομένου στη δικαιοδοσία του, όταν η εξαφάνιση συνέβηκε υπό συνθήκες επικίνδυνες για τη ζωή του. Παράμετροι της, δυνάμει του Άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α., διαδικαστικής υποχρέωσης του κράτους είναι και οι εξής: (Ι) Η υποχρέωση για διεξαγωγή επίσημης και αποτελεσματικής έρευνας επιβάλλεται τόσον στις περιπτώσεις όπου για τον θάνατο ή την εξαφάνιση, αναλόγως, υπεύθυνο είναι όργανο του κράτους όσον και στις περιπτώσεις όπου γι'αυτά υπεύθυνος είναι τρίτος. (ΙΙ) Η υποχρέωση για διεξαγωγή επίσημης και αποτελεσματικής έρευνας υφίσταται εφ'όσον «θεμελιωθεί ότι ένα μεγάλο μέρος από τα διαδικαστικά μέτρα ελήφθησαν ή θα έπρεπε να είχαν ληφθεί μετά την κύρωση της Σύμβασης από το καθ'ου κράτος.» (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Crainiceanu et Frumusanu v. Ρουμανίας, ημερ.24.4.2012, παρά.81). (ΙΙΙ) Η διεξαγωγή επίσημης και αποτελεσματικής έρευνας πρέπει να είναι αυτεπάγγελτη. Οι υπεύθυνες για την έρευνα κρατικές αρχές πρέπει να ενεργήσουν με δική τους πρωτοβουλία, αμέσως μόλις πληροφορηθούν για τον, υπό ύποπτες συνθήκες, θάνατο ή για την, υπό επικίνδυνες συνθήκες, εξαφάνιση συγκεκριμένου ανθρώπου. Οι υπεύθυνες για την έρευνα κρατικές αρχές δεν πρέπει να αναμένουν την υποβολή μήνυσης ή σχετικού αιτήματος εκ μέρους των οικείων του θανόντος ή του εξαφανισθέντος, αναλόγως (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Al-Skeini κ.ά. ν. Ηνωμένου Βασιλείου, παρά.165). (IV) Η επίσημη και αποτελεσματική έρευνα μπορεί να είναι, εναλλακτικώς ή σωρευτικώς, ποινική, αστική και πειθαρχική. Ως εκ τούτου, το εκάστοτε υπόχρεο κράτος οφείλει να παρέχει το κατάλληλο νομικό και διαδικαστικό πλαίσιο (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Dink v. Τουρκίας, παρά.76, 40 έως και 47). Η επάρκεια του επιλεγέντος είδους έρευνας (ποινικής και/ή αστικής και/ή πειθαρχικής) κρίνεται επί τη βάσει των εκάστοτε ιδιαιτέρων γεγονότων (αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Kolyadenko κ.ά. ν. Ρωσσίας, παρά.191 και 202, στην υπόθεση Mustafa Tunc and Fecire Tunc, ημερ.14.4.2015, παρά.169 έως και 181 και στην υπόθεση Guzelyuntlu and others v. Cyprus and Turkey, (Application no. 36925/07), ημερ.29.1.2019, παρά.219). (v) Ο χαρακτήρας της έρευνας ως «επίσημης» διασφαλίζει την εκ μέρους του κοινού «επαρκή επίβλεψη», τόσον εν σχέσει με τη διεξαγωγή της όσον και εν σχέσει με τα αποτελέσματά της. Η εκ μέρους του κοινού «επαρκής επίβλεψη» της έρευνας καθιστά δυνατή την απόδοση ευθυνών (αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Παπαπέτρου κ.ά. ν. Ελλάδος, παρά.167 και στην υπόθεση Mckerr v. Ηνωμένου Βασιλείου, ημερ.4.5.2001, παρά.111 έως και 115). (VI) Ο χαρακτήρας της έρευνας ως επίσημης, διασφαλίζει, περαιτέρω, το κατ'αρχήν δικαίωμα των οικείων του θύματος να συμμετέχουν στη διαδικασία, στο βαθμό που απαιτείται, για να προστατεύουν τα νόμιμα συμφέροντά τους. Παράλειψη ενημέρωσης του πατέρα του θύματος για την απόφαση απαλλαγής των κατηγορουμένων ως, επίσης, και παράλειψη κοινοποίησης, στην οικογένεια των θυμάτων, των σχετικών με την έρευνα, συνιστούν παραβίαση του δικαιώματος των οικείων να συμμετέχουν στη διαδικασία (αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Gulec v. Τουρκίας, παρά.82 και στην υπόθεση Ogur v. Τουρκίας, παρά.22, αντιστοίχως). (VII) Όμως, δεν συνιστούν παραβίαση του δικαιώματος των οικείων να συμμετέχουν στην έρευνα:
(1)η μη ικανοποίηση του αιτήματος των οικείων του θύματος να έχουν πρόσβαση στην έρευνα σε όλα τα στάδια διεξαγωγής της (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Παπαπέτρου κ.ά. ν. Ελλάδος, παρά.71),
(2)η άρνηση γνωστοποίησης και δημοσίευσης αστυνομικών εκθέσεων και άλλων στοιχείων έρευνας, καθώς ενδέχεται να δημοσιοποιηθούν ευαίσθητα δεδομένα και να ζημιωθούν ιδιώτες ή άλλες έρευνες (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Giuliani και Gaggio v. Ιταλίας, παρά.304),
(3)η μη ικανοποίηση κάθε αιτήματος των οικείων του θύματος εν σχέσει με ενέργειες που θα μπορούσαν να αναληφθούν στο πλαίσιο διεξαγωγής της έρευνας (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Giuliani και Gaggio v. Ιταλίας, παρά.304),
(4)η απόρριψη αιτήματος των οικείων του θύματος να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο της επιλογής τους για να παραστεί κατά τη διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Giuliani και Gaggio v. Ιταλίας, παρά.315),
(5)η μετά τη διεξαγωγή της επίσημης και αποτελεσματικής έρευνας αρχειοθέτηση της υπόθεσης, εφ'όσον κριθεί πως δεν στοιχειοθετούνται ποινικές ευθύνες οιουδήποτε (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Giuliani και Gaggio v. Ιταλίας, παρά.306). (VII) Η έρευνα πρέπει να είναι πλήρης και εις βάθος. Πρέπει να διερευνώνται όχι μόνον οι πράξεις ή οι παραλείψεις που οδήγησαν στο θάνατο ή την εξαφάνιση, αναλόγως, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν το θάνατό ή την εξαφάνιση, αναλόγως. Στην υπόθεση Rantsev v. Κύπρου και Ρωσίας, το Ε.Δ.Α.Δ. απεφάσισε πως η υποχρέωση για διεξαγωγή έρευνας για τις συνθήκες θανάτου του θύματος δεν περιοριζόταν στην έρευνα εν σχέσει με το «άμεσο πλαίσιο της πτώσης του θύματος» από το μπαλκόνι διαμερίσματος όπου διέμενε, αλλά περιελάμβανε και την έρευνα εν σχέσει με «το ευρύτερο πλαίσιο της άφιξης και της παραμονής (του) στην Κύπρο, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσο υπήρχε σύνδεση μεταξύ των ισχυρισμών της διακίνησης (εμπορίας ανθρώπων) και του θανάτου (του) που ακολούθησε» (δείτε στην παρά.234). (VIII) Η έρευνα πρέπει να είναι αποτελεσματική και να έχει ως κεντρικό σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού. Η, δυνάμει του Άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α., διαδικαστική υποχρέωση του κράτους αποτελεί υποχρέωση συμπεριφοράς και όχι αποτελέσματος. Το υπόχρεο κράτος οφείλει να λάβει όλα τα «εύλογα μέτρα», τα οποία διαθέτει κατά το χρόνο διεξαγωγής της έρευνας ή τα οποία διέθετε κατά το χρόνο που έπρεπε να διεξαχθεί η έρευνα (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Al-Skeini κ.ά. ν. Ηνωμένου Βασιλείου, παρά.166). Η διατύπωση συμπερασμάτων επί τη βάσει της έρευνας πρέπει να βασίζεται «σε μια λεπτομερή, αντικειμενική και αμερόληπτη ανάλυση όλων των σχετικών δεδομένων» (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Giuliani και Gaggio v. Ιταλίας, παρά.302). Παράλειψη διερεύνησης μίας πτυχής της υπόθεσης η οποία, εμφανώς, έχρηζε διερεύνησης, καθιστά την έρευνα μη αποτελεσματική. Παρά το ότι η αποτελεσματικότητα της έρευνας εξαρτάται «από τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης» και εκτιμάται «υπό το φως του συνόλου των σχετικών πραγματικών περιστατικών» (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Giuliani και Gaggio v. Ιταλίας, παρά.302), εντούτοις, μία έρευνα θεωρείται ως μη αποτελεσματική όταν οιαδήποτε πλημμέλεια, κατά τη διεξαγωγή της, καθιστά δύσκολη ή αδύνατη την αποτύπωση των πραγματικών περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση και/ή καθιστά δύσκολη ή αδύνατη την θεμελίωση ευθυνών (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Al-Skeini κ.ά. ν. Ηνωμένου Βασιλείου, παρά.166). (ΙΧ) Περαιτέρω, η αποτελεσματικότητα της έρευνας εξαρτάται από την ανεξαρτησία των οργάνων που την διεξάγουν (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Shanaghan v. Ηνωμένου Βασιλείου, ημερ.4.5.2001, παρά.104) και συνυφαίνεται με την εύλογη ταχύτητα με την οποίαν αυτή διεξάγεται (αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Dink v. Τουρκίας, παρά.76 και στην υπόθεση Παπαπέτρου κ.ά. ν. Ελλάδος, παρά.167). (Χ) Η διαδικαστική υποχρέωση του κράτους, η οποία απορρέει από το Άρθρο 2 της Ε.Σ.Δ.Α., δεν αναστέλλεται στην περίπτωση ένοπλης σύρραξης ούτε αναστέλλεται σε περιπτώσεις ανάλογες αυτής. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, το υπόχρεο κράτος οφείλει να διεξάγει την έρευνα κατά τρόπον «ρεαλιστικό» (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Al-Skeini κ.ά. ν. Ηνωμένου Βασιλείου, παρά.168). (ΧΙ) Η παράλειψη του υπόχρεου κράτους να διεξάγει μίαν επίσημη και αποτελεσματική έρευνα, όσον αφορά στις συνθήκες θανάτου ή εξαφάνισης, αναλόγως, προσώπου, το οποίο ευρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία του, συνιστά «συνεχιζόμενη παραβίαση του άρθρου 2» της Ε.Σ.Δ.Α. (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Βαρνάβα κ.ά. ν. Τουρκίας, παρά.184).
(3)
(4)Το Άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α. επιβάλλει, μεταξύ άλλων, τη θετική υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να αποτρέπεται η υποβολή προσώπου, το οποίο υπάγεται στην δικαιοδοσία του, σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Ως «απάνθρωπη» ή «εξευτελιστική» χαρακτηρίζεται η κακοποίηση όταν η έντασή της δεν είναι τέτοια ώστε να φθάνει στα όρια του βασανιστηρίου. Έχει δε κριθεί πως, στην περίπτωση εξαφάνισης προσώπου, συντρέχει απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση των οικείων του όταν το κράτος δεν απαντά προσηκόντως στο αίτημά τους για πληροφόρηση, με αποτέλεσμα να φέρουν αυτοί (οι οικείοι) το βάρος διερεύνησης των συνθηκών εξαφάνισης του θύματος (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Βαρνάβα κ.ά. ν. Τουρκίας, παρά.200).
(4)Εν προκειμένω, ο ίδιος ο ενάγων παραδέχεται πως ο Χρίστος έχει αναγνωρισθεί επισήμως, από το κράτος, ως αγνοούμενος της περιόδου 1963 έως και 1964 και «(ο) φάκελο(ς) του( ) τυγχάν(ει) πλέον χειρισμού από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Κράτους . ήτοι την Υπηρεσία Αγνοουμένων και την Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων (Δ.Ε.Α.)» (δείτε στη σελ.1 της τελικής, γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης εκπροσώπου του). Το γεγονός αυτό συνιστά, έστω έμμεση, αναγνώριση, της ύπαρξης δικαιοδοτικού συνδέσμου μεταξύ της Δημοκρατίας και των εναγόντων (οικείων του XXXXX). Το γεγονός αυτό συνιστά, επίσης, έστω έμμεση, αναγνώριση της, δυνάμει του Άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α., διαδικαστικής υποχρέωσης της Δημοκρατίας να προβεί σε επίσημη και αποτελεσματική έρευνα για τις συνθήκες εξαφάνισης του XXXXX και για την τύχη του. Η θέση πως, στην περίπτωση του XXXXX, προσώπου υπαγομένου στη δικαιοδοσία της Δημοκρατίας, ο οποίος απήχθηκε στις 4.2.1964 και έκτοτε αγνοείται, δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί η διαδικαστική υποχρέωση γιατί δεν έχει ανευρεθεί η σορός του (δείτε στις σελ.5 και 6 της τελικής, γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης εκπροσώπου του εναγομένου) παραγνωρίζει τη νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. σύμφωνα με την οποίαν η υποχρέωση επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εξαφάνισης, όταν αυτή συνέβηκε υπό συνθήκες επικίνδυνες για τη ζωή του εξαφανισθέντος. Η θέση της πλευράς του εναγομένου, σύμφωνα με την οποίαν η δημιουργία της υποχρέωσης του κράτους να διερευνήσει τις συνθήκες εξαφάνισης και την τύχη ορισμένου προσώπου προϋποθέτει την ανεύρεση της σορού του, κατ'ουσίαν, αρνείται να αναγνωρίσει, ως προστατευόμενη κατηγορία θυμάτων, και τους εξαφανισθέντες, εφ'όσον, με την ανεύρεση της σορού του, το θύμα δεν χρειάζεται να προστατευθεί ως «εξαφανισθείς». Με την ανεύρεση της σορού, το θύμα αναγνωρίζεται και προστατεύεται ως «θανών». Κατά συνέπειαν, αυτή, η προκριματικής φύσης, θέση της πλευράς του εναγομένου απορρίπτεται ως αβάσιμη.
(5)Η αναγνώριση της, δυνάμει του Άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α., διαδικαστικής υποχρέωσης των αρχών της Δημοκρατίας να διερευνήσουν τις συνθήκες εξαφάνισης και την τύχη του XXXXX, ενός προσώπου το οποίο τελούσε υπό τη δικαιοδοσία του και το οποίο εξαφανίστηκε υπό συνθήκες επικίνδυνες για τη ζωή του, οδηγεί στη μελέτη και την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, εν σχέσει με όσα αυτές έπραξαν ή παρέλειψαν να πράξουν. Δεδομένου του ότι η Ε.Σ.Δ.Α. αποτελεί μέρος της εσωτερικής έννομης τάξης από τις 24.5.1962 (ημερομηνία της επίσημης δημοσίευσης και της θέσης σε ισχύ του Ν.39/1962) και δεδομένου του ότι το κράτος βαρύνεται με την, δυνάμει του Άρθρου 2 αυτής, διαδικαστική υποχρέωση έως και την διαπίστωση της τύχης του αγνοουμένου (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Βαρνάβα κ.ά v. Τουρκίας, παρά.184) επίδικη είναι η συμπεριφορά των αρχών της Δημοκρατίας από την στιγμή που πληροφορήθηκαν για την εξαφάνιση έως και σήμερα (δείτε ανωτέρω υπό
(3)
(3)(ΙΙ) και (XI) καθώς και την απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Crainiceanu et Frumusanu ν. Ρουμανίας, ημερ.24.4.2012, παρά.81).
(6)
(1)Δυνάμει του Άρθρου 113 παρά.2 του Συντάγματος, «. Ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσία κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιο συμφέρον να κινή, διεξάγη, επιναλαμβάνηται και συνεχίζει ή διακόπτη οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσση δίωξιν καθ'οιονδήποτε αδίκημα .». Οι συνταγματικές αυτές διατάξεις έχουν απασχολήσει τη νομολογία. Στην απόφαση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ.7 αναφέρονται τα εξής: «Η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα να ασκήσει ή να μην ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου εντός της Δημοκρατίας δεν ελέγχεται δικαστικά, ούτε με προνομιακά εντάλματα της φύσης certiorari ή mandamus. Ο Γενικός Εισαγγελέας έχει το αποκλειστικό και μη ελεγχόμενο προνόμιο δυνάμει του Άρθρου 113 του Συντάγματος, να αποφασίζει εάν θα προχωρήσει σε ποινική δίωξη, αν θα την αναστείλει ή θα την διακόψει». Παρομοίως, στην απόφαση επί της Αναθεωρητικής Έφεσης αρ.96/2010 Χάρης Χαραλάμπους ν. Γενικού Εισαγγελέα, ημερ.30.1.2015, αναφέρονται τα εξής: «Το ζήτημα του χειρισμού των καταγγελιών του εφεσείοντα και το κατά πόσο θα έπρεπε να διενεργηθεί ποινική έρευνα ή να ασκηθεί δίωξη ήταν θέματα που ενέπιπταν στις αρμοδιότητες του Γενικού Εισαγγελέα, άρρηκτα συνυφασμένες με τη λειτουργία του ως φορέα της εξουσίας που του παρέχει το Άρθρο 113.2 και συνεπώς εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου».
(6)
(2)Αυτό το συνταγματικό προνόμιο του εναγομένου καθορίζει τα όρια του δικαστικού ελέγχου των πράξεων ή παραλείψεων των αρχών της Δημοκρατίας εν σχέσει με την εξαφάνιση του XXXXX. Ο δικαστικός έλεγχος δεν μπορεί να επεκταθεί σε πράξεις ή παραλείψεις των αρχών της Δημοκρατίας οι οποίες αφορούν σε ποινική διερεύνηση και/ή ποινική δίωξη (Χάρης Χαραλάμπους v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω)). Όπως προαναφέρεται, η Ε.Σ.Δ.Α. έχει αυξημένη ισχύ έναντι νόμου και όχι έναντι του Συντάγματος. Εν πάσει περιπτώσει, στην απόφαση Giuliani και Gaggio v. Ιταλίας, παρά. 306, το Ε.Δ.Α.Δ. διαπιστώνει πως δεν αποτελεί παραβίαση της διαδικαστικής υποχρέωσης του κράτους η αρχειοθέτηση μιας υπόθεσης εφ΄όσον κριθεί, μετά από τη διεξαγωγή επίσημης και αποτελεσματικής έρευνας, πως δεν στοιχειοθετούνται ποινικές ευθύνες οιουδήποτε.
(6)
(3)Το δικαστικώς ανέλεγκτο των πράξεων ή παραλείψεων του εναγομένου, οι οποίες αφορούν στην ποινική διερεύνηση της προκειμένης υπόθεσης και/ή στην ποινική δίωξη οιουδήποτε εν σχέσει με αυτήν, καθιστά το έγγραφο με παραδεκτά γεγονότα, που κατετέθηκε για σκοπούς διευκόλυνσης της ακροαματικής διαδικασίας και εσημειώθηκε ως τεκμήριο Χ, μαρτυρία άσχετη με τα, εν τέλει, επίδικα θέματα. Το τεκμήριο Χ καταγράφει πληθώρα γεγονότων και πρακτικών τις οποίες ακολουθεί ο εναγόμενος και που αφορούν στην έκδοση ενταλμάτων σύλληψης καθώς και στον εν γένει χειρισμό ποινικών υποθέσεων εκ μέρους του εναγομένου. Επιπλέον του τεκμηρίου Χ, κρίνεται ως άσχετη με τα, εν τέλει, επίδικα θέματα μαρτυρία η οποία αφορά στην ποινική διερεύνηση και τη σύλληψη Τούρκων Κυπρίων υπόπτων εν σχέσει με την εξαφάνιση του Χρίστου καθώς και στον, εκ μέρους του εναγομένου, χειρισμό άλλων ποινικών υποθέσεων.
(7)Δικαστικώς ανέλεγκτες είναι και οι πράξεις ή παραλείψεις των αρχών της Δημοκρατίας οι οποίες αφορούν στις εξωτερικές υποθέσεις, την άμυνα και την κρατική ασφάλεια. Η κυβερνητική πολιτική για τις υποθέσεις και τα ζητήματα αυτά καθορίζεται από τους φορείς άσκησης της πολιτικής εξουσίας, δηλαδή τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, το Υπουργικό Συμβούλιο και τους Υπουργούς (Άρθρα 47, 48, 49 και 54 του Συντάγματος). Οι εκάστοτε εκτιμήσεις και επιλογές των αρμοδίων φορέων εν σχέσει με τις εξωτερικές υποθέσεις, την άμυνα και την κρατική ασφάλεια αποτελούν κυβερνητικές πράξεις και δεν ελέγχονται δικαστικώς (Ευθυμίου v. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 1129). Εφ΄όσον οι εξωτερικές υποθέσεις, η άμυνα και η κρατική ασφάλεια δεν αποτελούν ζητήματα ιδιωτικά, η επιμονή της πλευράς των εναγόντων να προωθούν εισηγήσεις περί της δυνατότητας των αρχών της Δημοκρατίας να αναλάβει στρατιωτική δράση και να επέμβει στο, κατειλημμένο από τις κατοχικές αρχές, χωριό Λουρουτζίνα για να διασώσει τον XXXXX και/ή για να διακριβώσει την τύχη του κρίνεται ως ανεδαφική. Ως ανεδαφική κρίνεται και η επιμονή της πλευράς των εναγόντων να προωθεί τη θέση περί πολιτικών σκοπιμοτήτων των αρχών της Δημοκρατίας εις βάρος της υπόθεσής τους. Εν πάση περιπτώσει, οι σχετικές εισηγήσεις της πλευράς των εναγόντων, οι οποίες προωθήθηκαν μόνον με την μαρτυρία της ενάγουσας αρ.2 XXXXX Σωκράτους (Μ.Ε.1) και την αντεξέταση μαρτύρων υπεράσπισης, παρέμειναν ατεκμηρίωτες. Ουδεμία σχετική μαρτυρία προσώπου, ικανού να καταθέσει για ζητήματα άμυνας, ασφάλειας και στρατού, επαρουσιάσθηκε από την πλευρά των εναγόντων. Συναφώς σημειώνεται το βάρος των εναγόντων να παρουσιάσουν θετική, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για να τεκμηριώσουν τις δικογραφημένες θέσεις τους. Δεν είναι αρκετό για τους ενάγοντες να προβάλλουν ισχυρισμούς και να αναμένουν πως αυτοί θα υιοθετηθούν χωρίς να αποδειχθούν (Αντωνιάδης v. Σταύρου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1171, Πιτάλλης κ.ά Savina Enterprises Ltd κ.ά
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 814, 827). Αντιθέτως, για το γεγονός πως, κατά την περίοδο από τις 21 Δεκεμβρίου του έτους 1963 έως και σήμερα, το χωριό Λουρουτζίνα είναι κατειλημμένο, αρχικώς από τους Τούρκους Κυπρίους στασιαστές (insurgents) και, ακολούθως, από τον Τουρκικό στρατό, πως οι αρχές της Δημοκρατίας δεν έχουν πρόσβαση σε αυτό και πως οιαδήποτε σχετική στρατιωτική επιχείρηση δεν θα αποτελούσε ορθή επιλογή, κατέθεσαν οι XXXXX Κουής (Μ.Υ.2) και XXXXX Ολύμπιος (Μ.Υ.3). Πρόκειται για άνδρες ώριμης ηλικίας, οι οποίοι υπηρέτησαν πιστά την πατρίδα τους από την ίδρυση της Δημοκρατίας και επί μακρά σειρά ετών, ως μέλη των Αστυνομικών και Στρατιωτικών Δυνάμεων, αντιστοίχως, και οι οποίοι έπεισαν πως η θέση τους για το μη ενδεδειγμένο οιασδήποτε στρατιωτικής επιχείρησης στην Λουρουτζίνα τότε, όπως και σήμερα, είναι γνήσια και ειλικρινής. Βασίζεται δε στην μακρά και πολύπλευρη αστυνομική και στρατιωτική γνώση και εμπειρία τους, και όχι σε δειλία, ηττοπάθεια ή σκοπιμότητα.
(8)
(1)Θα ακολουθήσει η εξέταση της μαρτυρίας που επαρουσιάθηκε εν σχέσει με ενέργειες των αρχών της Δημοκρατίας από τη στιγμή λήψης της πληροφορίας περί της εξαφάνισης του Χρίστου, υπό συνθήκες επικίνδυνες για τη ζωή του, έως και σήμερα, για να διακριβωθεί κατά πόσον ελήφθηκαν και συνεχίζουν να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα και διεξήχθηκε και εξακολουθεί να διεξάγεται έρευνα κατά τρόπον ρεαλιστικό. Η μαρτυρία αυτή συγκεφαλαιώνεται ως εξής: (Ι) Για το σύνολο των ενεργειών των αρχών της Δημοκρατίας από τη στιγμή που έλαβαν την πληροφορία για την εξαφάνιση του XXXXX έως και τις 5.2.1991 πληροφορεί η έκθεση του Υπαστυνόμου XXXXX Καφά (τεκμήριο 29). Την έκθεση αυτή κατέθεσε, ως τεκμήριο, ο XXXXX Κατσιουλούδης (Μ.Υ.1) και σε αυτήν παραπέμπει ως περιγράφουσα «όλες τις ενέργειες» που διενήργησαν οι αρχές της Δημοκρατίας από τη στιγμή που έλαβαν την πληροφορία για την εξαφάνιση του XXXXX έως και τις 5.2.1991 (δείτε στη σελ.5 στα πρακτικά της δικασίμου ημερ.25.9.
  1. Σημείωση: στην υπογραμμισμένη φράση δίδεται ιδιαίτερη έμφαση). Κατ'αρχάς, η έκθεση αυτή δηλώνει πως ετοιμάστηκε εξ αφορμής της επιστολής των εναγόντων και τρίτου προσώπου, ημερ.21.12.
  2. Αποκαλύπτει δε, πως οι ενέργειες των αρχών της Δημοκρατίας, από τη λήψη της σχετικής πληροφορίας έως και τις 5.2.1991 ήσαν οι εξής: Η Αστυνομία πληροφορήθηκε για την εξαφάνιση του XXXXX από τους οικείους του αμέσως μόλις αυτοί την αντελήφθηκαν. Οι οικείοι του XXXXX επληροφόρησαν, επίσης, την αποστολή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, η οποία ευρίσκετο στη Δημοκρατία. Μετά από εξετάσεις, η Αστυνομία κατέληξε πως «η λογική πιθανότητα ήταν και είναι» στις 4.2.1964 και, καθ'ων χρόνο επέστρεφε στη Λευκωσία, οδηγώντας την μοτοσικλέτα του, ο XXXXX να απήχθηκε από Τούρκους Κύπριους κοντά στο χωριό Λουρουτζίνα. Ταυτοχρόνως απήχθηκε και ο φίλος και συνεπιβάτης του XXXXX Πέτρου (δείτε στις παρα.3 και 4 του τεκμηρίου 29). Η Αστυνομία δεν διενήργησε έρευνες στο χωριό Λουρουτζίνα γιατί μετά τις διακοινοτικές ταραχές που ξέσπασαν το Δεκέμβριο του έτους 1963 αυτό κατέστη θύλακας των Τούρκων Κυπρίων, στο έδαφος του οποίου οι αρχές της Δημοκρατίας δεν ασκούσαν έλεγχο. Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται έως και σήμερα. Όμως, η Αστυνομία εζήτησε από το κλιμάκιο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, το οποίο ευρίσκετο στη Δημοκρατία, να διεξάγει έρευνες στους θύλακες των Τούρκων Κυπρίων για να εξακριβωθεί η τύχη του XXXXX. Πλην όμως, δεν εδόθηκε, από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, οιαδήποτε σχετική πληροφορία. Παραλλήλως, εδημοσιεύθηκαν στο εγχώριο τύπο, ως, επίσης, και στο φύλλο της Εφημερίδας της Αστυνομίας ημερ.12.3.1964 (τεκμήριο 32) η πληροφορία για την εξαφάνιση του XXXXX καθώς και φωτογραφία του. Ούτε η ενέργεια αυτή τελεσφόρησε. Έως και τις 5.2.1991 (ημερομηνία σύνταξης του τεκμηρίου 29), «αρμόδια αρχή για διερεύνηση των συνθηκών εξαφάνισης των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων» στην οποίαν διεβιβάζοντο «όλα τα στοιχεία, πληροφορίες και καταθέσεις που σχετίζονται με την τύχη αυτών ήταν η Υπηρεσία Αγνοουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης» (δείτε στην παρά.8 του τεκμηρίου 29). «. Η Υπηρεσία Αγνοουμένων (είχε) σχηματίσει ξεχωριστό φάκελο για κάθε ένα Ελληνοκύπριο αγνοούμενο, στον οποίον αρχειοθέτησε όλα τα στοιχεία, πληροφορίες και καταθέσεις για την τύχη του και στον οποίον φαίνονται οι ενέργειες που έγιναν και γίνονται για την εξακρίβωση της τύχης του» (δείτε στην πάρα.9 του τεκμηρίου 29). Στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 1990 Τούρκος Κύπριος έδωσε την πληροφορία πως ο XXXXX και ο φίλος του απήχθηκαν και εκρατήθηκαν στο χωριό Λουρουτζίνα για περίοδο δύο
(2)ετών. Ακολούθως εξετελέσθηκαν από κατονομασθέντα Τούρκο Κύπριο, ο οποίος και τους έθαψε σε λάκκο στην περιοχή. Η πληροφορία αυτή διερευνήθηκε από τον Υπαστυνόμο XXXXX Καφά, ο οποίος υπήρξε μέλος του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας και ήταν απεσπασμένος στη Δ.Ε.Α. για να διεξάγει έρευνες και ανακρίσεις εν σχέσει με την τύχη αγνοουμένων. Ο Υπαστυνόμος XXXXX Καφάς έλαβε καταθέσεις από αριθμό προσώπων. Στις 10.11.1990 έγινε σύσκεψη σχετικώς με τα ζητήματα των αγνοουμένων, στην οποίαν συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο τότε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Έλληνας Κύπριος εκπρόσωπος στη Δ.Ε.Α., ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Αγνοουμένων και ο Υπαστυνόμος Καφάς. «Μετά από ανταλλαγή απόψεων αποφασίστηκε ότι το θέμα (της εξαφάνισης του XXXXX) πρέπει να αχθεί ενώπιον της πολιτικής ηγεσίας για να ληφθεί πολιτική απόφαση και να εγερθεί στη συνεδρία της 16.11.1990 στο Υπουργείο Εξωτερικών» (δείτε την παρά.19 του τεκμηρίου 29). Στις 28.11.1990 ο Αρχηγός Αστυνομίας ενημέρωσε σχετικώς τους οικείους του XXXXX, οι οποίοι επέμεναν «όπως τους δοθούν αντίγραφα των καταθέσεων που λήφθηκαν και όπως συλληφθεί ο φερόμενος ως ο δολοφόνος» του Χρίστου. «Τους υποδείχθηκε ότι ήταν αδύνατο να συλληφθεί γιατί δεν υπήρχε θετική μαρτυρία που να τον ενοχοποιεί και ότι ήταν αδύνατο να τους δοθούν οι καταθέσεις που λήφθηκαν.» (δείτε στην παρά.20 του τεκμηρίου 29). Όμως, σύμφωνα με πληροφορίες της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφορίων («Κ.Υ.Π.»), ο κατονομασθείς ως εκτελεστής του XXXXX, επισκεπτόταν «τις ελεύθερες περιοχές και εργαζ(όταν) ως εργάτης σε εργολάβους οικοδομών» (δείτε στην παρά.7, σελ.14 του τεκμηρίου 29). Ο ερευνών την υπόθεση Υπαστυνόμος XXXXX Καφάς έκρινε αχρείαστη και μάταιη την κλήση του κατονομασθέντος, ως εκτελεστή του XXXXX, για λήψη κατάθεσης γιατί ήταν πεπεισμένος πως «εάν εντοπιστεί και ανακριθεί από την Αστυνομία θα αρνηθεί κάθε ενοχή και πως γνωρίζει ο,τιδήποτε για την τύχη Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων.» (ΙΙ) Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο XXXXX Κατσιολούδης (Μ.Υ.1), ανέφερε και πληροφόρησε για τα εξής:
(1)Η προαναφερθείσα ειδική ομάδα, της οποίας είναι ο ίδιος επικεφαλής, συνεστήθηκε το έτος 2010 κατόπιν αιτήματος του Υπουργού Δικαιοσύνης. Το αίτημα του Υπουργού υπήρξε το απότοκο των «αυξημέν(ων) αριθμ(ών) προσφύγων στο Ε.Δ.Α.Δ. κυρίως από Τουρκοκύπριους, για Τουρκοκύπριους αγνοουμένους». Ο Υπουργός Δικαιοσύνης «Συνεννοήθηκε . με το Γενικό Εισαγγελέα και με τον Αρχηγό Αστυνομίας και συστήθηκε αυτή η ειδική ομάδα.» Όμως, «Πάντα διερευνόντουσαν αυτές οι υποθέσεις και πριν το 2010» και «Γινόντουσαν έντονες προσπάθειες στο μέτρο του δυνατού» (δείτε στις σελ.1, 2 και 6 στα πρακτικά της δικασίμου ημερ.25.9.2018).
(2)Το σύνολο της μαρτυρίας που συνελέγηκε από τον Υπαστυνόμο XXXXX Καφά κατά το έτος 1990 και αφορά στην εξαφάνιση και την εκτέλεση του XXXXX «τέθηκε και ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα και κρίθηκε από αυτόν πως δεν ήταν δικαιολογημένη η έκδοση οποιουδήποτε . εντάλματος (σύλληψης)» (δείτε στη σελ.4 καθώς και στη σελ.16 στα πρακτικά της δικασίμου μερ.25.9.2018).
(3)Ο φάκελος του XXXXX δεν περιέχει κατάθεση του ενάγοντος αρ.1 σχετικώς με την αυτόβουλη επίσκεψη του ιδίου και της μητέρας του στην Λουρουτζίνα, για να εξακριβώσουν την τύχη του αδελφού και υιού τους (δείτε στη σελ.8 στα πρακτικά της δικασίμου ημερ.25.9.2018).
(4)Επίσης, ο φάκελος του XXXXX δεν περιέχει καταθέσεις συγκεκριμένων και κατονομασθέντων Ελλήνων Κυπρίων, οι οποίοι παρέμειναν στην Λουρουτζίνα, είτε ως απαχθέντες και κρατούμενοι είτε άλλως πως, κατά την περίοδο από το έτος 1964 έως και το έτος 1968, και οι οποίοι, εν συνεχεία, είτε απελευθερώθηκαν είτε επέστρεψαν στις ελεγχόμενες, από τις αρχές της Δημοκρατίας, περιοχές. Οι μόνες καταθέσεις αυτών των Ελλήνων Κυπρίων είναι οι ληφθείσες κατά την περίοδο 1990 έως και 1991, εξ αφορμής της πληροφορίας που έδωσε Τούρκος Κύπριος για τις διενεργηθείσες, από Τούρκους Κυπρίους, απαγωγή, κράτηση και εκτέλεση του XXXXX. (ΙΙΙ) ο XXXXX Γεωργιάδης (Μ.Ε.2) εδήλωσε και τα εξής (δείτε στις παρα.4 και 5 του εγγράφου αρ.2): «. Η Δ.Ε.Α. συστάθηκε τον Απρίλιο του 1981, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της Ελληνοκυπριακής και της Τουρκοκυπριακής κοινότητας υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Οι Όροι Εντολής της αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και εν τέλει συμφωνίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων πάντα υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε.. Από την ίδρυση της Δ.Ε.Α, οι Όροι Εντολής της, δεν έχουν αλλάξει. Η Τ/Κ πλευρά καθήλωνε οποιαδήποτε προσπάθεια ενδυνάμωσης. Μετά δυσκολίας συμφωνήθηκαν μόνο οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί, μια μορφή κριτηρίων καθώς και κάποιες καθοδηγήσεις για τις έρευνες. Υπάρχει, βεβαίως, η σημαντική εξέλιξη της λειτουργίας του Προγράμματος Εκταφών, Αναγνώρισης και Επιστροφής Λειψάνων που έχει την δική του σημαντική προϊστορία, υποδειγματική διαπραγμάτευση και στην συνέχεια μια αρκετά θετική πορεία. Ένα καθαρά ανθρωπιστικό Πρόγραμμα που κρίνεται ως θετικό, αλλά όχι αρκετό ή ικανό να δώσει όπως πρέπει πειστικές απαντήσεις στην πλειοψηφία των Συγγενών. ... Έχω γνώση της υπόθεσης που αφορά τον αγνοούμενο XXXXX Σωκράτους ως επίσης γνωρίζω τόσο την Ελένη όσο και τον XXXXX Σωκράτους - Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή - εφόσον πολύ συχνά οφείλω να πω αποτείνοντο σε εμένα ερωτώντας για τις έρευνες και εξελίξεις που αφορούν το θέμα του αδελφού τους XXXXX Σωκράτους.». (IV) Ως δηλώνει το τεκμήριο 28, η αποστολή της Δ.Ε.Α. «είναι καθαρά ανθρωπιστική», ο δε στόχος της «δεν είναι άλλος από την αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όχι μόνο των ίδιων των αγνοουμένων αλλά και εκείνων των μελών των οικογενειών τους». Περαιτέρω, και επί τη βάσει των Όρων Εντολής της (τεκμήριο 27), η Δ.Ε.Α. «.δεν θα επιχειρήσει να αποδώσει ευθύνη για τους θανάτους οιωνδήποτε αγνοουμένων ή να ερευνήσει την αιτία τέτοιων θανάτων». Και «Ουδεμία εκταφή θα λάβει χώρα υπό την αιγίδα της .. (Η Δ.Ε.Α.) δύναται να διαβιβάσει παρακλήσεις για εκταφή στη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού» (δείτε στους Όρους Εντολής υπό 11 και 12). (V) Η XXXXX Ανθούση (Μ.Υ.4) εδήλωσε τα εξής (έγγραφο αρ.5): «. Διορίστηκα το 2006 ως αρχαιολόγος και τα τελευταία 6 χρόνια ασχολούμαι στον τομέα της έρευνας, με σκοπό τον εντοπισμό πιθανών χώρων ταφής Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων αγνοούμενων της περιόδου 1963-64 και
  1. Τα καθήκοντα μου περιλαμβάνουν μελέτη φακέλων, αξιολόγηση πληροφοριών, προσέγγιση μαρτύρων/πληροφοριοδοτών σε συνεργασία με Τουρκοκυπρίους συναδέλφους ή άλλες υπηρεσίες όπως την ΚΥΠ, μετάβαση σε πιθανούς χώρους ταφής για επί τόπου αξιολόγηση και άλλα. . Η περίπτωση του αγνοούμενου XXXXX Σωκράτους, αδερφού των εναγόντων, ο οποίος αγνοείται από το Φεβρουάριο του 1964, κατατέθηκε στη ΔΕΑ στις 26 Απριλίου του
  2. . Σε συνεδρία της ΔΕΑ ημερομηνίας 18 Δεκεμβρίου 2008, η Τουρκοκύπρια Εκπρόσωπος, . πληροφόρησε τη ΔΕΑ ότι έχει δοθεί το πράσινο φως από το Τουρκικό στρατό για την αποναρκοθέτηση ενός πηγαδιού στο Τουρκοκυπριακό χωριό Λουρουτζίνα, όπου βάσει πληροφοριών . είχαν ριχθεί δύο νεαροί Ελληνοκύπριοι το
  3. Πιθανολογείτο πως επρόκειτο για τον XXXXX Σωκράτους και τον XXXXX Πέτρου των οποίων τα ίχνη χάθηκαν ενώ ταξίδευαν μαζί. . Ακολούθως, ο τότε Ε/κύπριος εκπρόσωπος στη ΔΕΑ ανέθεσε σε Ελληνοκύπριους αρχαιολόγους της ΔΕΑ να λάβουν μέρος στην πρώτη επίσκεψη στον τόπο ή τόπους εκσκαφής στη Λουρουτζίνα μαζί με τους ειδικούς από την UNFICYP, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 14 Απριλίου
  4. . Σε ενημερωτικό σημείωμα του Ε/κύπριου Εκπροσώπου, με ημερομηνία 10 Ιουλίου 2009 γίνεται λεπτομερής ενημέρωση για το θέμα. Αναφέρεται σχετικά ότι η ΔΕΑ δεν μπορούσε αρχικά να προχωρήσει σε εκταφή επειδή η περιοχή, δηλαδή το Τ/Κ χωριό Λουρουτζίνα, θεωρείτο στρατιωτική ζώνη. Κατόπιν πολλών προσπαθειών δόθηκε το πράσινο φως για να πραγματοποιηθεί εκσκαφή, ωστόσο προέκυψε άλλο πρόβλημα, καθώς υπήρχαν ισχυρισμοί από κάτοικους του χωριού ότι στα πηγάδια της περιοχής ρίχτηκαν οβίδες και άλλα εκρηκτικά, των οποίων η αξιοπιστία ήταν δύσκολο να ελεγχθεί, όμως δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Για το λόγο αυτό, επιστρατεύτηκε με τη συμβολή του Τρίτου Μέλους, βοήθεια και από ειδική ομάδα της UNFICYP, οι οποίοι ωστόσο δεν μπορούσαν να αναλάβουν οι ίδιοι το εκσκαφικό μέρος του έργου. Στο σημείωμα επισημαίνεται ότι η ΔΕΑ δεν μπορεί να διακινδυνεύσει τις ζωές των επιστημόνων και γι' αυτό εισηγήθηκε να βρεθεί κάποιος Τ/κύπριος εργολάβος εκσκαφέων για να αναλάβει το έργο των εκσκαφών και να πληρωθεί ανάλογα, καθώς επίσης ότι ο όποιος εργολάβος δεν θα μπορούσε να είναι Ελληνοκύπριος επειδή το απαγόρευε ο τουρκικός στρατός. . Στις 28 Ιουλίου 2009 μέχρι 4 Αυγούστου 2009 πραγματοποιήθηκε η πρώτη εκσκαφή σε πηγάδι στην περιοχή «Λαξιές» του χωριού Λουρουτζίνα από την δικοινοτική ομάδα αρχαιολόγων της ΔΕΑ. Κατά την πρώτη μέρα, 29 Ιουλίου 2009, (ο Έλληνας Κύπριος Εκπρόσωπος στη Δ.Ε.Α.) μετέβη μαζί με τους αποναρκοθετητές της UNFICYP στη Λουρουτζίνα, όπου βρισκόταν και ο εργοδηγός με τα μηχανήματα. Για να μεταβούν στην περιοχή έπρεπε να περάσουν από μπλόκο του τουρκικού στρατού, καθώς η περιοχή είναι στρατιωτική ζώνη. Ακολουθήθηκε η αρχαιολογική διαδικασία η οποία περιελάμβανε εκσκαφή του πηγαδιού, του οποίου το βάθος ήταν 8 μέτρα και έλεγχο του περιεχομένου του. Κατά την εκσκαφή δεν ανευρέθηκαν ανθρώπινα οστά αλλά ούτε και εκρηκτικές ύλες. . Κατά τη διάρκεια της πιο πάνω εκσκαφής λήφθηκαν διάφορες μαρτυρίες αναφορικά με τους αγνοούμενους του 1964, και συγκεκριμένα τους Σωκράτους XXXXX και Πέτρου XXXXX. Όλες οι μαρτυρίες καταγράφονται με βάση τις ημερομηνίες που λήφθηκαν σε σημείωμα . από το οποίο προκύπτουν πληροφορίες για πιθανούς άλλους χώρους ταφής. . Κατά τη συνάντηση της ΔΕΑ που πραγματοποιήθηκε στις 27 Αυγούστου 2009 τέθηκε επιτακτικά από πλευράς του Εκπροσώπου της Ελληνοκυπριακής πλευράς η συνέχιση των προσπαθειών για εντοπισμό των λειψάνων των πιο πάνω αγνοουμένων του 1964, αφού η ανασκαφή του πηγαδιού που πραγματοποιήθηκε τον προηγούμενο μήνα δεν απέδωσε. Παράλληλα, οι Τουρκοκύπριοι δεσμεύτηκαν να συνεχίσουν τις προσπάθειες για την εξασφάλιση ακριβών πληροφοριών για το χώρο ταφής και να προβούν σε άλλες πρακτικές διευθετήσεις για ανασκαφή και εντοπισμό των λειψάνων. . Συμφωνήθηκε, επίσης, να συναντηθεί ο Βοηθός του Τρίτου Μέλους . με τις οικογένειες των δύο αγνοουμένων για να τους ενημερώσει για τις προσπάθειες που έγιναν μέχρι το σημείο εκείνο αλλά και για αυτές που θα γίνονταν από τη ΔΕΑ για τη διακρίβωση της τύχης των συγγενών τους. Η συνάντηση έλαβε χώρα στο Λήδρα Πάλλας στις 16 Σεπτεμβρίου 2009 όπου παρόντες ήταν και οι ενάγοντες οι οποίοι και έτυχαν ενημέρωσης για την πορεία των ερευνών. Κατά τη συνάντηση . (ο βοηθός του Τρίτου Μέλους) ανέφερε ότι θα συνεχίζονταν οι προσπάθειες αφού υπήρχαν και δύο άλλα σημεία για διερεύνηση ενώπιον της επιτροπής, για τα οποία, ωστόσο, χρειαζόταν να εξασφαλιστεί νέα άδεια για ανασκαφή καθώς πρόκειται για στρατιωτική περιοχή στην οποία δεν μπορούσαν να γίνουν ανασκαφές ανά πάσα στιγμή. . από πλευράς του γραφείου του Ε/Κ Εκπροσώπου έγινε επιπρόσθετη προσπάθεια συγκέντρωσης και καταγραφής όλων των πληροφοριών σε σχέση με 3 αγνοούμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου και του XXXXX Σωκράτους, ούτως ώστε να γίνει μια πιο στοχευόμενη διερεύνηση της τύχης τους. . Στη συνάντηση της ΔΕΑ ημερ. 17 Σεπτεμβρίου 2009, ο Ε/κύπριος εκπρόσωπος έδωσε τα ονόματα δύο τ/κ οι οποίο ενδεχομένως να μπορούσαν να βοηθήσουν στη διερεύνηση της υπόθεσης. . Στις 28 Ιανουάριου 2010 η Τ/κύπρια εκπρόσωπος ενημερώνει με έγγραφο τη ΔΕΑ ότι ζητήθηκε περαιτέρω άδεια από τις στρατιωτικές αρχές για να προχωρήσουν σε εκσκαφές στην περιοχή της Λουρουτζίνας η οποία και εδόθη. . Με έγγραφο ημερ. 11/2/2010, η Τ/κύπρια εκπρόσωπος ενημερώνει τη ΔΕΑ ότι για πρακτικούς λόγους και παρά το ότι συνεργεία της ΔΕΑ μετέβησαν στη Λουρουτζίνα για να πραγματοποιήσουν εκσκαφές, τούτο δεν κατέστη δυνατό. . Σε έγγραφο αναφέρει τους λόγους που ουσιαστικά αφορούν την κατάσταση του εδάφους, την άρνηση των ιδιοκτητών τεμαχίων γης για την πραγματοποίηση εκσκαφής και τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν. Για την αναβολή των εκσκαφών ενημερώθηκαν οι «αρχές ασφαλείας». . το Μάιο και Ιούνιο του 2010, διενεργήθηκαν εκσκαφές . σε σημεία που ήδη είχαν υποδειχθεί ως πιθανά σημεία ταφής των υπό αναφορά αγνοουμένων προσώπων. . (Σε μία) εκσκαφή ανευρέθη ένα ανθρώπινο οστό. Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια των εκταφών δεν επετράπη, από τις κατοχικές αρχές, στο Σύμβουλο του Ε/κύπριου Εκπροσώπου να μεταβεί. . Κατά τη 568 Συνεδρία της ΔΕΑ, στις 17 Ιουνίου 2010, η Τ/κύπρια επεξήγησε κάποια πράγματα που αφορούν τις λεγόμενες στρατιωτικές ζώνες στα κατεχόμενα και τα εμπόδια που προβάλλει ο κατοχικός στρατός. Παράλληλα αναφέρεται ότι το οστό που βρέθηκε στην Λουρουτζίνα . μεταφέρθηκε στο Ανθρωπολογικό εργαστήριο για ανάλυση. . Όμως δυστυχώς αυτό δεν ταυτοποιήθηκε με οποιονδήποτε από τους ελληνοκύπριους αγνοούμενους όπως ανέφερε . επικεφαλής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (ΙΝΓΚ), κατά την 571η Συνεδρία της ΔΕΑ, στις 15 Ιουλίου 2010, κάτι για το οποίο ενημερώθηκαν οι οικογένειες των αγνοουμένων Πέτρου και Σωκράτους. . για το ανευρεθέν οστό ζητήθηκαν περαιτέρω έρευνες. . ο Βοηθός της Τ/κύπριας Εκπροσώπου ενημέρωσε τον ομόλογό του ότι εντοπίστηκαν δύο πιθανά σημεία για τις υποθέσεις των δύο αγνοουμένων του
  5. Το πρώτο σημείο ήταν χαράδρα που βρίσκεται έξω από την Λουρουτζίνα και το δεύτερο, πηγάδι το οποίο μολώθηκε εκείνη την περίοδο και δίπλα του ανοίχτηκε άλλο την ίδια περίοδο, γεγονός που δημιουργεί, . υποψίες και εικασίες ότι στο πηγάδι τάφηκαν οι δύο Ελληνοκύπριοι. Ακολούθως, ο Σύμβουλος του Ε/κύπριου Εκπροσώπου ενημέρωσε τον ομόλογο του πως εξασφάλισε κάποια επιπρόσθετα ονόματα Τ/κυπρίων που πιθανόν να μπορούσαν να δώσουν πληροφορίες για χώρους ταφής Ε/κυπρίων στην περιοχή Λουρουτζίνας και έκανε εισήγηση όπως τα ονόματα κατατεθούν επίσημα στη ΔΕΑ. . Στις 24 Μαρτίου 2011 κατατέθηκε έγγραφο με κατάλογο που συμπεριλάμβανε ονόματα οχτώ Τ/κυπρίων και με αίτημα προς την Τουρκοκυπριακή ερευνητική ομάδα όπως αφού πρώτα τους εντοπίσουν ακολούθως να ζητήσουν την ανθρωπιστική τους συμβολή στις προσπάθειες της ΔΕΑ να εξακριβώσει την τύχη των αγνοούμενων Ελληνοκυπρίων. . Την 25ην Ιανουάριου 2013 πραγματοποιήθηκε επίσκεψη στην περιοχή μεταξύ Λουρουτζιήνας και Κόσιης στην οποία συμμετείχαν μέλη της ΔΕΑ, Τ/κύπρια δημοσιογράφος και Τ/κύπριος πληροφοριοδότης. Κατά την επίσκεψη ο πληροφοριοδότης υπέδειξε σπηλιά όπου, σύμφωνα με αυτόν, δύο αγνοούμενοι Ελληνοκύπριοι είχαν ταφεί. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης εντοπίστηκε μια σπηλιά, όμως κρίθηκε πως η συγκεκριμένη πληροφορία έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης. . (Σε σημείωμα) . ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου 2014, . (αναφέρεται) πως την ίδια μέρα επισκέφθηκε το . (το Γραφείο του Εκπροσώπου της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας στη Δ.Ε.Α.) ο Κοινοτάρχης Μια Μηλιάς., ο οποίος βοηθά οικειοθελώς στη συλλογή στοιχείων και πληροφοριών για τους Ε/κύπριους και Τ/κύπριους αγνοούμενους, (του ανεφέρθηκε η) . υπόθεση των δύο ως άνω αναφερομένων Ελληνοκύπριων αγνοουμένων, και του ζητήθηκε να προσπαθήσει να εντοπίσει στοιχεία σχετικά με τον πιθανό χώρο ταφής μέσω των ανθρώπων που γνωρίζει στα κατεχόμενα. Του δόθηκαν, επίσης, τα ονόματα των Τ/κυπρίων που κατατέθηκαν με το έγγραφο ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2011, . με σκοπό να προσπαθήσει να τους εντοπίσει, καθώς αυτοί μπορεί να έχουν πληροφορίες για τον πιθανό τόπο ταφής. . στις 17 Ιουνίου 2015 διευθετήθηκε συνάντηση σε οικία κατοίκου του χωριού Λύμπια με Τ/κύπριο από τη Λουρουτζίνα, στην οποία ήταν παρόντες . (εκπρόσωπος) του Γραφείου του Ε/κύπριου Εκπροσώπου της ΔΕΑ, και αστυνομικός, εκπρόσωπος της ΚΥΠ. Σκοπός ήταν η εξασφάλιση περαιτέρω πληροφοριών για την συγκεκριμένη υπόθεση. Ο Τουρκοκύπριος τους είπε ότι γνώριζε, ότι δηλαδή Ελληνοκύπριοι κρατούνταν αιχμάλωτοι στη Λουρουτζίνα και ότι παλαιότερα έγιναν εκσκαφές χωρίς όμως αποτέλεσμα, αλλά δεν γνώριζε οτιδήποτε ενισχυτικό. Επίσης σχολίασε ότι δυστυχώς οι χωριανοί του δεν μιλούν ή κάποιοι είπαν πράγματα που δεν είναι σωστά. . στον Τ/κύπριο επεξηγήθηκε ότι το μόνο που ζητούσαν είναι να μάθουν το χώρο όπου βρίσκονται θαμμένοι οι δύο αγνοούμενοι, ώστε να πληροφορηθούν οι οικογένειές τους τί απέγιναν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Ο Τ/κυπριος έδειξε θετικότητα για να βοηθήσει. Του ανέφεραν, επιπλέον, τα διάφορα ονόματα Τ/κυπρίων που κατατέθηκαν στη ΔΕΑ και ανέλαβε να προσπαθήσει να μιλήσει μαζί τους. Τέλος, οι παριστάμενοι έδωσαν το λόγο τους στον Τ/κύπριο ότι θα τηρηθεί πλήρης εχεμύθεια για την υπόθεση, ενώ εξέφρασαν την ελπίδα ότι οι προσπάθειές του θα φέρουν αποτέλεσμα. . Παράλληλα οι προσπάθειες συνεχίζονται και από τον Σύμβουλο του ΕΚ Εκπροσώπου . Στις 20 Ιουλίου 2015 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο Γραφείο του Ε/κύπριου Εκπροσώπου όπου παρόντες εκτός από τον Εκπρόσωπο ήταν ζευγάρι Ελληνοκύπριων που διαμένουν στη Λευκωσία, η Τ/κύπρια φίλη τους κάτοικος Λουρουτζίνας κι εγώ. Σκοπός της συνάντησης ήταν να εξετάσουμε κάποια στοιχεία που έφεραν οι πιο πάνω, στον Ε/κύπριο Εκπρόσωπο, σχετικά με τους δύο αγνοούμενους, τα οποία ήταν αποτέλεσμα έρευνας που πραγματοποίησε η Τ/κύπρια από τη Λουρουτζίνα. Δόθηκαν, και σε αυτήν τα ονόματα Τουρκοκυπρίων τα οποία κατατέθηκαν στη ΔΕΑ ως άτομα που μπορούν να δώσουν στοιχεία σχετικά με την διακρίβωση της τύχης των δύο αγνοουμένων, με σκοπό να βοηθηθεί και η ίδια στην έρευνα που διεξήγαγε. . Στις 27 Ιουλίου, επανήλθε η Τ/κύπρια με νέο υλικό και ονόματα τα οποία εξασφάλισε. Αμέσως, στις 28 Ιουλίου 2015 προγραμματίστηκε συνάντηση . (λειτουργού του Γραφείου Ελληνοκύπριου Εκπροσώπου στη Δ.Ε.Α.) με την Τ/κύπρια κοντά στο αεροδρόμιο Τύμπου και διασχίζοντας το Τ/κυπριακό στρατόπεδο, μετέβησαν στη Λουρουτζίνα όπου η Τ/κύπρια του υπέδειξε πιθανούς χώρους ταφής που εξασφάλισε κατόπιν δικών της ερευνών εντός του χωριού. Στις 14 Αυγούστου 2015, (ο προαναφερθείς λειτουργός) . συναντήθηκε ξανά με την Τ/κύπρια στη Λευκωσία, η οποία του ανέφερε ότι συνεχίζει τις προσπάθειές της μέσω συνδέσμου της που θα ερχόταν από την Αγγλία για λίγες μέρες και ο οποίος την περίοδο 1963-64 ήταν μέλος της ΤΜΤ. Περαιτέρω προσπάθειες έγιναν μέσω φωτογραφιών που προσκόμισε η Τ/κύπρια χωρίς όμως οποιαδήποτε κατάληξη. . Σε σημείωμα ημερ. 30 Νοεμβρίου 2015 με θέμα «Πιθανοί χώροι ταφής και έρευνα σε στρατιωτικές περιοχές» . γίνεται αναφορά και στη Λουρουτζίνα η οποία χαρακτηρίζεται ως στρατιωτική περιοχή, και πως βρίσκεται σε εξέλιξη προσπάθεια με την βοήθεια Τουρκοκυπρίων για εντοπισμό του σημείου όπου βρίσκονται θαμμένοι οι Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι XXXXX Πέτρου και XXXXX Σωκράτους. . γίνεται η διευκρίνιση πως δεν υπήρχε μέχρι τότε συγκεκριμένο σημείο ταφής. . Στις 10 Δεκεμβρίου 2015 (ο προαναφερθείς λειτουργός) . ζήτησε από τον Σύμβουλο της Τ/κύπριας Εκπροσώπου να συναντηθούν στο Σπίτι της Συνεργασίας μετά τη Συνεδρία της ΔΕΑ, για να συζητήσουν διάφορες υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση των δύο Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων, Σωκράτους και Πέτρου, που βρίσκονταν υπό διερεύνηση και για τις οποίες χρειαζόταν η βοήθεια του Τ/κυπριακού Γραφείου. Ο (προαναφερθείς λειτουργός) . ανέφερε, επίσης, στον (Σύμβουλο της Τουρκοκύπριας Εκπροσώπου στη Δ.Ε.Α.) το όνομα Τ/κύπριου, ο οποίος ενδέχεται να γνωρίζει τον χώρο ταφής. Ωστόσο, ο . (ο Σύμβουλος της Τουρκοκύπριας Εκπροσώπου στη Δ.Ε.Α.) ενημέρωσε (τον προαναφερθέντα λειτουργό) ότι πολλές φορές προσπάθησαν στο παρελθόν για μιλήσουν με τον συγκεκριμένο Τ/κύπριο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. . Στα πλαίσια των πιο πάνω προσπαθειών, προκύπτουν νέες πληροφορίες για τις οποίες στις 24 Μαρτίου 2016 και 12 Ιανουάριου 2017 ο Ε/κύπριος Εκπρόσωπος καταθέτει έγγραφα στη ΔΕΑ ζητώντας την διερεύνηση τους. . Σύμφωνα με έγγραφο ημερ. 2/2/2017 που κατέθεσε η Τ/κύπρια Εκπρόσωπος στη ΔΕΑ, οι πληροφορίες που ζητήθηκαν, έτυχαν διερεύνησης χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στο εν λόγω έγγραφο υποδεικνύεται νέος πιθανός χώρος ταφής και δεσμεύεται η Τ/κυπριακή πλευρά να διερευνήσει περαιτέρω την πληροφορία. . Με το έγγραφο ημερ. 13 Σεπτεμβρίου 2018 που κατατέθηκε στη ΔΕΑ, ο Ε/κύπριος Εκπρόσωπος ζητά πληροφόρηση από τον Τ/κυπριακή πλευρά για τη διερεύνηση των πιο πάνω πληροφοριών. . πρόσφατα δημιουργήθηκε τριμελής ομάδα που έχει συσταθεί από τη ΔΕΑ με σκοπό την μελέτη και έρευνα μέσα από τα Διεθνή Αρχεία ώστε να εξασφαλιστούν ενισχυτικές πληροφορίες και στοιχεία που θα βοηθήσουν στην διακρίβωση της τύχης αγνοουμένων Ε/κυπρών και Τ/κυπρίων της περιόδου 1963-64,
  6. Επιπλέον, προσλήφθηκε και άτομο το οποίο έχει την αποκλειστική ευθύνη της μελέτης των Αρχείων που διατηρούνται στην Κύπρο όπως π.χ ΤΑΕ, Κυπριακός Ερυθρός Σταυρός κ.ά.. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα δεν έχει ακόμη εντοπιστεί ο ακριβής χώρος ταφής των υπό αναφορά προσώπων. Η ύπαρξη πολλών εικασιών, αόριστων και μη εξακριβωμένων ή διασταυρωμένων πληροφοριών, το γεγονός ότι, αν και υπήρξε συνεργασία με το Γραφείο της Τ/κύπριας Εκπροσώπου, δεν φαίνεται να υπήρξε αποτέλεσμα στα επανειλημμένα αιτήματά του γραφείου του Ε/κύπριου Εκπροσώπου ώστε να προσεγγιστούν οι κατάλληλοι Τ/κύπριοι «άνθρωποι κλειδιά» που ενδεχομένως θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποτελεσματικότερη διερεύνηση της υπόθεσης, το γεγονός ότι η Λουρουτζίνα χαρακτηρίζεται ως στρατιωτική περιοχή κάτι τα οποίο καθιστά πάρα πολύ δύσκολο το ερευνητικό κομμάτι αλλά και την συμπερίληψη των πιο πάνω πιθανών χώρων ταφής στον κατάλογο με χώρους προς εκσκαφή καθώς η διαδικασία που ακολουθείται, επειδή οι χώροι εμπίπτουν σε στρατιωτική περιοχή, είναι διαφορετική και κατ' επέκταση χρονοβόρα, είναι παράμετροι που δυσκολεύουν το ανθρωπιστικό έργο της ΔΕΑ, τη διαλεύκανση δηλαδή της τύχης των αγνοουμένων προσώπων και συγκεκριμένα του αγνοούμενου XXXXX Σωκράτους, για τον οποίο όμως γίνεται ό,τι είναι δυνατό. Πέραν τούτου, αναφέρεται πως ένας από τους πιθανότερους χώρους ταφής του XXXXX Σωκράτους έχει ήδη συμπεριληφθεί στον προτεινόμενο κατάλογο, που ετοιμάστηκε από τα δύο Γραφεία, με χώρους προς εκσκαφή εντός στρατιωτικών περιοχών κατά το έτος 2018.» Ας σημειωθεί πως οι ως άνω αναφορές της XXXXX Ανθούση (Μ.Υ.4) υποστηρίζονται από έγγραφη μαρτυρία και συγκεκριμένα από τα τεκμήρια 39 έως και 41, 45 έως και 49, 51, 54 έως και 58, 60 έως και 64.
(8)
(2)Εξέταση της μαρτυρίας της XXXXX Ανθούση (Μ.Υ.4) καταδεικνύει πως από τις 26.4.2007, οπότε ο φάκελος του Χρίστου κατετέθηκε στη Δ.Ε.Α., έως και σήμερα οι αρχές της Δημοκρατίας προβαίνουν στην εύλογη, υπό τις περιστάσεις, και στο μέτρο του εφικτού διερεύνηση της υπόθεσης. Η μαρτυρία της XXXXX Ανθούση (Μ.Υ.4) υπήρξε αναλυτική, κατατοπιστική και τεκμηριωμένη. Επιπλέον, η μάρτυς έπεισε για το γεγονός πως τόσον η ιδία όσον και οι άλλοι λειτουργοί, οι οποίοι εργάζονται στο Γραφείο του Έλληνα Κυπρίου εκπροσώπου στη Δ.Ε.Α., ασκούν με επάρκεια και υπευθυνότητα τα καθήκοντά τους και καταβάλλουν ειλικρινείς και έντονες προσπάθειες διεκπεραίωσης του έργου τους. Περαιτέρω, και επί τη βάσει του περιεχομένου των τεκμηρίων 25 και 26 καταδεικνύεται πως λαμβάνονται υπ΄όψιν αιτήματα των εναγόντων εν σχέσει με το έργο της Δ.Ε.Α. Ως εκ των ανωτέρω, διαπιστώνεται πως η συμπεριφορά των αρχών της Δημοκρατίας από τις 26.4.2007 έως και σήμερα ανταποκρίνεται στην, δυνάμει του Άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α., διαδικαστική υποχρέωσή τους.
(8)
(3)Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο εν σχέσει με την περίοδο από τον Φεβρουάριο του έτους 1964 έως και τις 25.4.2007. Η συμπεριφορά των αρχών της Δημοκρατίας κατά την μακρά και κρίσιμη αυτή χρονική περίοδο χαρακτηρίζεται από σημαντικές παραλείψεις, οι οποίες τεκμηριώνουν την εκ μέρους τους παραβίαση της, δυνάμει του Άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α., διαδικαστικής υποχρέωσής τους να διερευνήσουν εξ αρχής κατά τρόπον αποτελεσματικό τις συνθήκες εξαφάνισης και την τύχη του XXXXX. Συγκεκριμένα υποδεικνύονται τα εξής:
(1)Ενώ η πλευρά του εναγομένου κατ΄επανάληψιν ανεφέρθηκε σε «ξεχωριστό φάκελο» του XXXXX, ο οποίος ετηρείτο αρμοδίως και «στον οποίον αρχειοθετ(ούντο) όλα τα στοιχεία, πληροφορίες και καταθέσεις για την τύχη του και στον οποίον φαίνονται οι ενέργειες που έγιναν και γίνονται για την εξακρίβωση της τύχης του» (δείτε στην παρά.9 του τεκμηρίου 29 ως, επίσης, και στην μαρτυρία του XXXXX Κατσιολούδη (Μ.Υ.1)), εντούτοις, ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν κατετέθηκε οιοσδήποτε τέτοιος, πλήρης φάκελος. Κατετέθηκαν διάφορα έγγραφα χωρίς, όμως, να κατατεθεί οιαδήποτε έκθεση και/ή ημερολόγιο ενεργείας αρμόδιου εξεταστή εν σχέσει με την έρευνα για την εξαφάνιση και την τύχη του XXXXX. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η έκθεση του Υπαστυνόμου Καφά ημερ. 5.2.1991 (τεκμήριο 29), η οποία, όμως, περιορίζεται σε περιγραφή των όσων ο συντάκτης της διενήργησε σε συγκεκριμένο και περιορισμένο χρονικό διάστημα.
(2)Εν πάση περιπτώσει, όταν δια της επιστολής του δικηγόρου τους ημερ. 19.5.2010 (τεκμήριο 7), οι ενάγοντες εζήτησαν, από τις αρχές της Δημοκρατίας, αντίγραφο του φακέλου του αγνοούμενου αδελφού τους, δια της επιστολής του ημερ. 24.6.2010 (τεκμήριο 8) ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Αγνοουμένων απέστειλε σε αυτούς μόνον αντίγραφα κάποιων καταθέσεων.
(3)Όπως η ίδια η έκθεση του Υπαστυνόμου XXXXX Καφά ημερ. 5.2.1991 (τεκμήριο 29) δηλώνει, αυτή ετοιμάστηκε κατόπιν του γραπτού σχετικού αιτήματος των εναγόντων ημερ. 21.12.1990. Στην απουσία οιασδήποτε παρόμοιας προηγούμενης έκθεσης, εύλογα πιθανολογείται πως, εάν δεν προηγείτο η επιστολή των εναγόντων ημερ. 21.12.1990, δεν θα συνετάσσετο ούτε η έκθεση αυτή (τεκμήριο 29).
(4)Η παράλειψη των αρχών της Δημοκρατίας, κατά το έτος 1990, να λάβουν κατάθεση από συγκεκριμένο Τούρκο Κύπριο, ο οποίος είχε κατονομασθεί ως ο εκτελεστής του XXXXX, παρά το ότι η Κ.Υ.Π. εγνώριζε πως αυτός κυκλοφορούσε και εργαζόταν στις ελεγχόμενες, από τις αρχές της Δημοκρατίας, περιοχές, καθιστά την έρευνα που διεξήγετο έως και 25.4.2007 μη αποτελεσματική. Αυτή η πτυχή της υπόθεσης του XXXXX έχρηζε διερεύνησης. Η δε σχετική παράλειψη των αρχών της Δημοκρατίας, κατ΄επίκλησιν του ενδεχομένου άρνησης του υπόπτου να συνεργαστεί και να πει την αλήθεια (δείτε στο τεκμήριο 29), συνιστά, τουλάχιστον, βαριά αμέλεια (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Giuliani και Gaggio v. Ιταλίας, παρά. 302) όσον αφορά στη συλλογή χρήσιμου μαρτυρικού υλικού.
(5)Η εκ μέρους των αρχών της Δημοκρατίας παράλειψη λήψης καταθέσεων από κατονομασθέντες, στο τεκμήριο 29, Έλληνες Κυπρίους, οι οποίοι, κατά την περίοδο από το έτος 1964 έως και το έτος 1968, παρέμειναν στην Λουρουτζίνα, είτε ως απαχθέντες και κρατούμενοι είτε άλλως πως, και οι οποίοι, εν συνεχεία, είτε απελευθερώθηκαν είτε επέστρεψαν στις ελεγχόμενες, από την Δημοκρατία, περιοχές πλήττει, επίσης, σοβαρά την αποτελεσματικότητα της έρευνας έως και τις 25.4.2007. Η παράλειψη αυτή, μεταξύ άλλων, παρεμπόδισε την αποτύπωση, κατά τον ουσιώδη χρόνο, των κρίσιμων πραγματικών περιστάσεων (απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Al-Skeini κ.ά v. Ηνωμένου Βασιλείου, παρά. 166).
(6)Η σύσταση, στο Τ.Α.Ε. του Αρχηγείου Αστυνομίας, της ειδικής ομάδας η οποία ασχολείται με την διερεύνηση υποθέσεων Ελλήνων Κυπρίων και Τούρκων Κυπρίων αγνοουμένων κατά τις περιόδους 1963 έως και 1964, 1967 και 1974, μόλις το έτος 2010, ως ο επικεφαλής της XXXXX Κατσιολούδης (Μ.Υ.1) επληροφόρησε, συνιστά σοβαρή ολιγωρία και βαριά αμέλεια εκ μέρους των αρχών της Δημοκρατίας. Εάν δε ληφθεί υπ΄όψιν και η περαιτέρω δήλωση του XXXXX Κατσιολούδη (Μ.Υ.1) πως η ομάδα αυτή εδημιουργήθηκε ως συνέπεια των «αυξημέν(ων) αριθμ(ών) προσφυγών στο Ε.Δ.Α.Δ. κυρίως από Τουρκοκύπριους, για Τουρκοκύπριους αγνοούμενους», τότε οι αρχές της Δημοκρατίας παρουσιάζονται να σύρονται από τα γεγονότα και όχι να ενεργούν οι ίδιες εγκαίρως και αυτοβούλως.
(7)Τέλος, η επίσημη αναγνώριση του XXXXX ως αγνοουμένου και η κατάθεση του φακέλου του στην Δ.Ε.Α. μόλις στις 26.4.2007, ενώ αυτή συνεστήθηκε ήδη από τον Απρίλιο του έτους 1981, ως δηλώνει το τεκμήριο 28 και ανέφερε ο XXXXX Γεωργιάδης (Μ.Ε.2), καθιστά, παρομοίως, την διεξαχθείσα έως και τις 25.4.2007 έρευνα ως μη αποτελεσματική.
(8)
(4)Οι αμέσως ανωτέρω [υπό την παρά.
(8)
(3)] διαπιστώσεις τεκμηριώνουν την εκ μέρους των αρχών της Δημοκρατίας παραβίαση του Άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α. εν σχέσει με την υπόθεση του XXXXX. Συγκεκριμένα, οι διαπιστώσεις αυτές τεκμηριώνουν ισχυρισμούς της πλευράς των εναγόντων σύμφωνα με τους οποίους οι αρχές της Δημοκρατίας δεν διερεύνησαν εξ αρχής την υπόθεση του XXXXX με επιμέλεια, πληρότητα και εις βάθος. Από τον Φεβρουάριο του έτους 1964 (οπότε έλαβαν την πληροφορία για την εξαφάνιση του XXXXX) έως και τις 25.4.2007 οι αρχές της Δημοκρατίας, μεταξύ άλλων, παρέλειψαν να συλλέξουν μαρτυρικό υλικό, όταν αυτό ήταν διαθέσιμο, και παρέλειψαν να αποτυπώσουν τις πραγματικές περιστάσεις που περιβάλλουν την εξαφάνιση του XXXXX όταν τα γεγονότα ήσαν πρόσφατα.
(8)
(5)Περαιτέρω, οι υπό την παρά.
(8)
(3)διαπιστώσεις τεκμηριώνουν την, εκ μέρους των αρχών της Δημοκρατίας, παραβίαση και του Άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α.. Η βέβαιη φυσική στοργή και αγάπη την οποίαν οι ενάγοντες αισθάνονται για τον αδελφό τους XXXXX, σε συνδυασμό με την βέβαιη οδύνη, ψυχική ταλαιπωρία και αγωνία που αυτοί βιώνουν, επί μακρά σειρά ετών, λόγω του ότι παραμένουν, ακόμη, αδιευκρίνιστες οι συνθήκες εξαφάνισης καθώς και η τύχη του, συνιστούν απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείρισή τους από τις αρχές της Δημοκρατίας. Η διαπίστωση, πως εν προκειμένω, οι αρχές της Δημοκρατίας παρεβίασαν τα Άρθρα 2 και 3 της Ε.Σ.Δ.Α. (και τα αντίστοιχα Άρθρα 7 και 8 του Συντάγματος) καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση με τις άλλες αιτίες αγωγής.
(9)Όσον αφορά στις αποζημιώσεις, οι οποίες είναι ορθό και δίκαιο να επιδικαστούν σε υποθέσεις ως η προκειμένη, παρατίθεται το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αριάδνη Πάλμα κ.ά., (ανωτέρω): «Tο ζήτημα των αποζημιώσεων για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξετάστηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στη Γιάλλουρος (.), με ευρεία αναφορά τόσο στην ημεδαπή όσο και στη διεθνή νομολογία. Αναγνωρίστηκε εν πρώτοις ότι η παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου. Αναγνώριση που συνάδει με την αρχή δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία. Το θύμα επομένως παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος δικαιούται σε αποζημίωση, με προεξάρχουσα την αρχή της δίκαιης αποζημίωσης (equitable compensation) η οποία είναι το μέτρο των αποζημιώσεων τόσο για την υλική όσο και τη μη υλική ζημία, γνωστή ως ηθική ζημία (moral damages). Ζημιά που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την ανησυχία, θλίψη, αγωνία, το αίσθημα αδικίας, τον δυσμενή επηρεασμό του τρόπου ζωής, τον πόνο και την οδύνη. Πέραν τούτων αναγνωρίστηκε ότι οι αποζημιώσεις μπορεί να προσλάβουν επιβαρυντικό χαρακτήρα όπου η βλάβη είναι ποικιλοτρόπως βαριά και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προσλάβουν τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό. Σημειώθηκε ωστόσο ότι μέχρι τότε δεν είχαν εγκριθεί τιμωρητικές αποζημιώσεις για παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος, με την επισήμανση από τη μειοψηφία (Αρτεμίδης, Δ.) ότι με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 30 του Συντάγματος, είναι νομικά αδόκιμος πλέον ο χαρακτηρισμός των αποζημιώσεων ως «τιμωρητικών», «παραδειγματικών» ή «επαυξημένων». Και αυτό αφού ο μοναδικός σκοπός της αποζημίωσης είναι η επανόρθωση, από τον υπαίτιο, της ζημιάς που υπέστη το θύμα από βλάβη που υπέστη ως αποτέλεσμα της παραβίασης του δικαιώματός του. .............. Απέμεινε προς εξέταση το ευαίσθητο θέμα της δίκαιης αποζημίωσης, για το οποίο σχετικοί είναι οι λόγοι έφεσης 1 και
  1. Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εφεσίβλητες υπέστησαν ψυχική ταλαιπωρία, σε βαθμό διαφορετικό από το εάν γνώριζαν για το θάνατο του συζύγου και πατέρα τους. Πρόκειται για λόγο ο οποίος προωθήθηκε στη βάση ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ειδικού ψυχολόγου που να εξηγεί την όποια διαφορετική ψυχική ταλαιπωρία των εφεσιβλήτων ως αποτέλεσμα της άγνοιας που είχαν για την τύχη του ανθρώπου τους. Λόγος που έκδηλα δεν ευσταθεί. Προς τούτο είναι αρκετό να παραθέσουμε αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του ΕΔΑΔ στη Varnava and Οthers v. Turkey, Αppl 16064-16073/9000 ημερ. 10.1.08:- «
  2. All the second applicants had, in their view, been victims of inhuman treatment. Three were wives of the missing men, and six of them mothers or fathers (though other relatives have taken over as applicants in some cases). They have all lived with uncertainty and anguish for over 25 years. The wives have never remarried as they do not see themselves as widows. They have never given up trying to find out what happened and their anguish is worsened by the fact that there are people with information who are not revealing what they know (citing Comm. Rep, §157, where it was stated that information about former Turkish Cypriot commanders was being concealed) and the lack of co-operation of the Turkish forces with attempts to obtain information (Dillon Commission, p.18, second para.). This all produced helplessness and frustration in the second applicants. Further, the situation disclosed inhuman treatment inflicted as a matter of practice.» Υιοθετούμε και επαναλαμβάνουμε και για τους σκοπούς της παρούσας το προαναφερθέν σκεπτικό, με την επισήμανση ότι η αβεβαιότητα και η αγωνία μέσα στην οποία ζούσαν οι εφεσίβλητες για πολλά χρόνια σ΄ ό,τι αφορά την τύχη του συζύγου και πατέρα τους ασφαλώς και αναστάτωσε τη ζωή τους και τους προκάλεσε ψυχική ταλαιπωρία και οδύνη, για την τεκμηρίωση της οποίας δεν ΄ήταν απαραίτητη η μαρτυρία ειδικού ψυχολόγου. Θεωρούμε όμως καθοδηγητική την εν λόγω απόφαση σε σχέση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδίκασε το ΕΔΑΔ στις οικογένειες των αγνοουμένων για την παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ από την Τουρκία σ΄ ότι αφορά τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων ανθρώπων τους. Τους επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους €12.000 για ηθική βλάβη για την αγωνία που βίωσαν ως αποτέλεσμα της υπό αναφορά παραβίασης. Συναφώς θεωρούμε λανθασμένη την προσέγγιση του ζητήματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο να αναζητήσει καθοδήγηση αποκλειστικά από τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ στις Bazorkina και Baysayeva (ανωτέρω), υιοθετώντας προς τούτο μία μεθοδολογία βασιζόμενη σε αριθμητικό πολλαπλασιαστή των χρόνων που παρήλθαν από την εξαφάνιση του αγνοούμενου μέχρι τον χρόνο πληροφόρησης επί €6.000 το χρόνο. Η μεθοδολογία αυτή, έχουμε την άποψη, ότι είναι ξένη με τη φιλοσοφία της επιδίκασης αποζημιώσεων με μέτρο τη δίκαιη αποζημίωση (Γιάλλουρος, ανωτέρω).» Επί τη βάσει των γεγονότων της προκείμενης υπόθεσης και λαμβάνοντας καθοδήγηση από τα ανωτέρω νομολογηθέντα, κρίνεται πως το ποσόν των €25.000 θα αποτελούσε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για έκαστον των εναγόντων. Περαιτέρω, κρίνεται πως τα επιδιωκόμενα να εκδοθούν διατάγματα, κυρίως ως αναγόμενα στο δυνάμει του Άρθρου 113 του Συντάγματος προνόμιο του εναγομένου, δεν ενδείκνυται να εκδοθούν. Επί τη βάσει όλων των πιο πάνω η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ εκάστου των εναγόντων αρ.1 και 2 και εναντίον του εναγομένου για το ποσόν των €25.000-. Τα ποσά αυτά θα φέρουν τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 31.3.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής (δείτε την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδριανή Πάλμα κ.ά. (ανωτέρω)), έως και την εξόφλησή τους. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα των, εν τέλει, επιδικασθεισών αποζημιώσεων, και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων αρ. 1 και 2 και εναντίον του εναγομένου. (Υπ.) ........... Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.