Κωνσταντινίδης κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Company Ltd κ.α., Αγωγή αρ.707/2015, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.707/2015 Μεταξύ: 1.XXXXX Κωνσταντινίδης 2.XXXXX Κωνσταντινίδη 3.XXXXX Κωνσταντινίδης 4.XXXXX Κωνσταντινίδης Ενάγοντες και 1.Cyprus Popular Bank Public Company Ltd 2.Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου Εναγόμενοι 28 Φεβρουαρίου, 2019 Για τους ενάγοντες αρ.1 έως και 4, εμφανίζεται η κα Μ.Α.Σιαμμούτη για τους κ.κ.Μαρίνα Α.Σιαμμούτη Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ.1, εμφανίζεται ο κ.Γ.Τριλλίδης για τους κ.κ.Πολάκης Σαρρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ.2, εμφανίζεται η κα Θ.Ραφτοπούλου-Παναγίδη για τους κ.κ.Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Διά της αγωγής τους, την οποίαν κατεχώρισαν στις 18.2.2015, οι ενάγοντες αρ.1 έως και 4 («οι ενάγοντες», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διεκδικούν την ακύρωση συμβάσεων αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου εκδόσεων 2008, 2009 και 2010, τις οποίες αυτοί συνήψαν με τους εναγομένους αρ.
- Διεκδικούν, επίσης, την επιδίκαση, υπέρ τους και εναντίον των εναγομένων αρ.1 και 2 («οι εναγόμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου), γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, τόκων και εξόδων. Ως ειδικές αποζημιώσεις, οι ενάγοντες διεκδικούν το ποσόν των €100.000-, οι δε ενάγοντες αρ.1 και 2 διεκδικούν, επιπλέον, το ποσόν των €449.000-. Διά των δικογράφων τους, οι ενάγοντες εγκαλούν τους εναγομένους αρ.1 ισχυριζόμενοι πως αυτοί (α) επέτυχαν τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και (β) τους παρέσχαν επενδυτικές υπηρεσίες κατά παράβασιν της σχετικής νομοθεσίας. Οι ενάγοντες εγκαλούν τους εναγομένους αρ.2 για επίδειξη αμέλειας και παράβαση του θεσμικού καθήκοντος άσκησης εποπτικού ελέγχου επί των εναγομένων αρ.
- Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: (Ι) Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο: (α) Οι εναγόμενοι αρ.1 αποτελούσαν δημόσια εταιρεία και διέθεταν άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών και παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. (β) Οι εναγόμενοι αρ.2 ασκούσαν επί των εναγομένων αρ.1, δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας, εποπτικό έλεγχο. (γ) Οι ενάγοντες ήσαν πελάτες των εναγομένων αρ.
- Οι ενάγοντες αρ.1 και 2 διατηρούσαν γραμμάτιο και/ή καταθέσεις συνολικού ύψους €650.000-. (δ) Οι ενάγοντες δεν διέθεταν τις απαραίτητες γνώσεις για επενδύσεις ούτε για επενδυτικά προϊόντα. (ΙΙ) Κατά ή περί τις 6.6.2008 οι εναγόμενοι αρ.1 εξέδωσαν Ενημερωτικό Δελτίο όσον αφορά στην έκδοση αξιογράφων κεφαλαίου αόριστης διάρκειας («τα αξιόγραφα κεφαλαίου έκδοσης 2008»). Για τα αξιόγραφα κεφαλαίου έκδοσης 2008 προεβλέπετο, μεταξύ άλλων, η απόδοση τόκων με σταθερό επιτόκιο 6,5% για τις τρεις
(3)πρώτες περιόδους τοκοφορίας και, ακολούθως με επιτόκιο βασιζόμενο στο euribor. Στις 3.7.2009 οι εναγόμενοι αρ.1 εξέδωσαν Ενημερωτικό Δελτίο όσον αφορά στην έκδοση αξιογράφων κεφαλαίου αόριστης διάρκειας («τα αξιόγραφα κεφαλαίου έκδοσης 2009»). Για τα αξιόγραφα κεφαλαίου έκδοσης 2009 προεβλέπετο, μεταξύ άλλων, η απόδοση τόκων με σταθερό επιτόκιο 7%. Στις 13.4.2010 οι εναγόμενοι αρ.1 εξέδωσε Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο όσον αφορά στην έκδοση αξιογράφων αόριστης διάρκειας («τα αξιόγραφα κεφαλαίου έκδοσης 2010»). Για τα αξιόγραφα κεφαλαίου έκδοσης 2010 προεβλέπετο, μεταξύ άλλων, η απόδοση τόκων με επιτόκιο 7%. (III) Κατά ή περί τον Ιούνιο του έτους 2008, υπάλληλος του υπ'αριθμόν 070 υποκαταστήματος των εναγομένων αρ.1 στη Λευκωσία επεκοινώνησε με τον ενάγοντα αρ.1 και του συνέστησε και τον προέτρεψε να αγοράσει ένα νέο «καταθετικό» σχέδιο αξιογράφων διάρκειας πέντε
(5)ετών, το οποίο θα του εξασφάλιζε την απόδοση τόκων με επιτόκιο 6,5% και το οποίο, στη λήξη του, θα εξαγοραζόταν από τους εναγομένους αρ.
- Επί τη βάσει αυτών των συστάσεων και προτροπών, οι ενάγοντες αρ.1 και 2 υπέγραψαν, χωρίς να διαβάσουν, τη σχετική αίτηση και απέκτησαν αξιόγραφα έκδοσης 2008, αξίας €249.000-. (IV) Κατά ή περί τον Απρίλιο του έτους 2009, ο διευθυντής του υπ'αριθμόν 070 υποκαταστήματος των εναγομένων αρ.1 στη Λευκωσία επεκοινώνησε με τους ενάγοντες αρ.1 και 2 και, με τρόπον παρόμοιο ως ανωτέρω, τους συνέστησε και τους προέτρεψε να αγοράσουν αξιόγραφα κεφαλαίου έκδοσης
- Οι ενάγοντες αρ.1 και 2 ακολούθησαν αυτήν την προτροπή και σύσταση και αγόρασαν αξιόγραφα έκδοσης 2009, αξίας €200.000-. (V) Κατά ή περί το έτος 2010 ο διευθυντής και/ή ο υποδιευθυντής του υπ'αριθμόν 070 υποκαταστήματος των εναγομένων αρ.1 στη Λευκωσία επεκοινώνησε με τον ενάγοντα αρ.1 και, με τρόπον παρόμοιο ως ανωτέρω, συνέστησε και προέτρεψε τον ίδιο καθώς και τους ενάγοντες αρ.2, 3 και 4 να αγοράσουν αξιόγραφα κεφαλαίου έκδοσης
- Οι ενάγοντες ακολούθησαν αυτήν την προτροπή και σύσταση και αγόρασαν αξιόγραφα κεφαλαίου έκδοσης 2010, αξίας €100.000-. (VI) Κατά το στάδιο της διάθεσης και πώλησης των επίδικων αξιογράφων, οι εναγόμενοι αρ.1 προέβηκαν στις ακόλουθες ψευδείς και/ή απατηλές παραστάσεις και/ή απεσιώπησαν τα ακόλουθα κρίσιμα γεγονότα: (α) Παρέστησαν προς τους ενάγοντες ως αληθή την, κατ'ακρίβειαν, ψευδή παράσταση πως η απόκτηση των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου θα τους παρείχε, ως όφελος, εγγυημένα επιτόκια 6,5% και 7% ετησίως και ότι σε πέντε
(5)έτη αυτοί θα ανακτούσαν το αρχικό κεφάλαιο που θα κατέβαλλαν για την απόκτησή τους. (β) Απεσιώπησαν και/ή δεν έδωσαν έμφαση στους κινδύνους που ενείχε η αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου και, ιδίως, αυτοί απεσίωσαν και/ή δεν έδωσαν έμφαση στον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου που θα κατεβάλλετο για την απόκτησή τους. (γ) Με σκοπό να δελεάσουν τους ενάγοντες και να τους εξωθήσουν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, τα επαρουσίασαν ως ένα νέο καταθετικό προϊόν (fixed deposit) και όχι ως μίαν επένδυση. (δ) Δεν παρείχαν κατάλληλη και επαρκή πληροφόρηση, σε κατανοητή γλώσσα, όσον αφορά στην πραγματική φύση των επίδικων αξιογράφων, ούτως ώστε οι ενάγοντες να δυνηθούν να λάβουν τις επενδυτικές αποφάσεις τους με επίγνωση όλων των κρίσιμων δεδομένων. (ε) Επαρουσίασαν τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου ως μίαν ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, σε ένα καταθετικό προϊόν, το οποίο διεσφάλιζε αφ'ενός την ακεραιότητα του κεφαλαίου που θα κατεβάλλετο για την απόκτησή τους και αφ'ετέρου την απόδοση τόκων. (στ) Με σκοπό να δελεάσουν τους ενάγοντες και να τους εξωθήσουν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, προσεφέρθηκαν να τους παραχωρήσουν ισόποσον δάνειο με ευνοϊκό επιτόκιο και τους επέτρεψαν να αποσύρουν καταθέσεις και/ή προθεσμιακές καταθέσεις τους, χωρίς τη συνήθη χρέωση για πρόωρο κλείσιμο του σχετικού λογαριασμού. (ζ) Απέκρυψαν αυτό το οποίο οι ίδιοι εγνώριζαν για τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου και συγκεκριμένα ότι επρόκειτο για ένα επενδυτικό προϊόν υψηλού κινδύνου, ουσιωδώς διαφορετικό από την προθεσμιακή κατάθεση, όπου ήσαν ήδη κατατεθειμένα τα χρήματά τους. (VII) Περαιτέρω, κατά την διάθεση και πώληση των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, οι εναγόμενοι αρ.1 παρέβηκαν τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμο του 2007 (Ν.144(Ι)/2007, ως αυτούς τροποποιήθηκε στη συνέχεια), την Οδηγία 2004/39/ΕΚ, η οποία αφορά στις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (Markets in Financial Investments Directive-MiFID- εφεξής «η Οδηγία MiFID») καθώς και την Οδηγία 2006/73/ΕΚ, η οποία αφορά στην εφαρμογή της Οδηγίας MiFID. Συγκεκριμένα, κατά τη διάθεση και πώληση των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, οι εναγόμενοι αρ.1 παρέσχαν στους ενάγοντες τις εξής τρεις
(3)διακεκριμένες επενδυτικές υπηρεσίες: (α) λήψη και διαβίβαση εντολών τους, (β) εκτέλεση εντολών για λογαριασμό τους και (γ) παροχή επενδυτικών συμβουλών. Όμως, όταν ένα τραπεζικό ίδρυμα (ως οι εναγόμενοι αρ.1), αναλαμβάνει να παράσχει τις επενδυτικές υπηρεσίες της λήψης και διαβίβασης εντολών πελάτη του καθώς και της εκτέλεσης των εντολών αυτών για λογαριασμό του, οφείλει να διενεργήσει αξιολόγηση της συμβατότητάς του, ως το άρθρο 36
(1)του Ν.144(Ι)/2007 ορίζει. Η αξιολόγηση της συμβατότητας σκοπόν έχει να διακριβωθεί κατά πόσον ο πελάτης διαθέτει την αναγκαία πείρα και τις απαιτούμενες γνώσεις προκειμένου να κατανοήσει τους κινδύνους που συνδέονται με το προσφερόμενο ή ζητούμενο επενδυτικό προϊόν ή υπηρεσία. Κατ'εξαίρεσιν, το τραπεζικό ίδρυμα (ως οι εναγόμενοι αρ.1), ως παροχέας των επενδυτικών υπηρεσιών αφ'ενός της λήψης και διαβίβασης εντολών πελάτη του και αφ'ετέρου της εκτέλεσης των εντολών αυτών, δεν έχει υποχρέωση να προβεί στην αξιολόγηση της συμβατότητάς του εάν οι υπηρεσίες του αυτές αφορούν σε μη περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι αρ.1, οι οποίοι οπωσδήποτε παρέσχαν στους ενάγοντες τις συγκεκριμένες επενδυτικές υπηρεσίες, παρεβίασαν την νομοθεσία εφ'όσον (αα) παρά το ό,τι τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου αποτελούν περίπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα, εντούτοις, δεν προέβηκαν σε αξιολόγηση της συμβατότητας των εναγόντων, (ββ) δεν υπάρχει ένδειξη ότι ενημέρωσαν τους ενάγοντες σχετικώς και (γγ) παρέσχαν αυτές τις επενδυτικές υπηρεσίες σε καταστήματά τους, όπου υπήρχαν σαφείς συγκρούσεις συμφερόντων και απουσίαζαν διαδικασίες και μέτρα για τη διαχείρισή τους. Εκτός από τις υπηρεσίες λήψης και διαβίβασης εντολών καθώς και εκτέλεσής τους, οι εναγόμενοι αρ.1 παρέσχαν στους ενάγοντες και την επενδυτική υπηρεσία της παροχής επενδυτικής συμβουλής, εν τη εννοία του άρθρου 2 του Ν.144(Ι)/
- Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι αρ.1 όφειλαν να εξηγήσουν λεπτομερώς στους ενάγοντες την ακριβή φύση των επίδικων αξιογράφων και τους ειδικούς εγγενείς κινδύνους, ούτως ώστε, αυτοί να λάβουν τις επενδυτικές τους αποφάσεις βασιζόμενοι σε επαρκή και ορθή ενημέρωση. (VIII) Οι εναγόμενοι αρ.2 υπήρξαν, εν προκειμένω, αμελείς και/ή παρέβηκαν τα νόμιμα καθήκοντά τους ως εποπτική αρχή δυνάμει του Ν.144(Ι)/2007 γιατί, ενώ εγνώριζαν πως οι εναγόμενοι αρ.1 εξέδιδαν αξιόγραφα, ως τα επίδικα, τα διέθεταν και τα επωλούσαν διαμέσου των καταστημάτων τους, παρέχοντας στους αγοραστές και επενδυτικές υπηρεσίες, παρέλειψαν να διενεργήσουν οιονδήποτε προληπτικό έλεγχο όσον αφορά στις διαδικασίες και τις μεθόδους που οι εναγόμενοι αρ.1 ακολουθούσαν σχετικώς. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι αρ.2 όφειλαν να παρακολουθούν συνεχώς (constantly monitoring) τους εναγομένους αρ.1 όταν αυτοί παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες στους αγοραστές αξιογράφων, ως τα επίδικα, και να ελέγχουν κατά πόσον οι υπεύθυνοι για την προσέλκυση αγοραστών αξιογράφων, ως τα επίδικα, είχαν την απαιτούμενη κατάρτιση και εκπαίδευση και ακολουθούσαν τις νόμιμες διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο διοικητικής έρευνας, οι εναγόμενοι αρ.2 κατέληξαν πως, όσον αφορά στην διάθεση αξιογράφων κεφαλαίου εκδόσεων 2008, 2009 και 2010, οι εναγόμενοι αρ.1 παρέβηκαν τη σχετική νομοθεσία. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν τις μομφές, τις αιτιάσεις και τις αξιώσεις των εναγόντων: Διά του δικογράφου τους οι εναγόμενοι αρ.1 ισχυρίζονται πως ουδέποτε προέβηκαν στις δόλιες και απατηλές και/ή ψευδείς παραστάσεις, τις οποίες τους αποδίδουν οι ενάγοντες, ουδέποτε τους εξώθησαν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου και ουδέποτε τους παρέσχαν επενδυτικές υπηρεσίες. Οι ενάγοντες συνήψαν τις επίδικες συμβάσεις αγοράς αξιογράφων αυτοβούλως και εν πλήρη γνώσει των όρων και των προνοιών τους. Υπέγραψαν δε σειρά σχετικών εντύπων για κάθε απαραίτητη ενέργεια και ανεγνώρισαν τους σχετικούς κινδύνους. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρ.1 ισχυρίζονται πως, εν προκειμένω, οι ίδιοι ενήργησαν απλώς ως οι εκδότες των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου και πως δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.144(Ι)/
- Εν πάση περιπτώσει, εάν ήθελε κριθεί πως, εν προκειμένω, τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.144(Ι)/2007, υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιές του. Διά του δικογράφου τους οι εναγόμενοι αρ.2 ισχυρίζονται πως δεν υπήρξαν αμελείς και ούτε παρέβηκαν τα θεσμικά καθήκοντά τους, ως εποπτική αρχή, εν σχέσει με πράξεις και/ή παραλείψεις των εναγομένων αρ.1, εφ'όσον: (α) μερίμνησαν ώστε τα διάφορα τραπεζικά ιδρύματα (των εναγομένων αρ.1 συμπεριλαμβανομένων) να ενημερωθούν, να επιμορφωθούν και να βοηθηθούν για τα ζητήματα στα οποία αφορά ο Ν.144(Ι)/2007, (β) έλαβαν τα ενδεικνυόμενα και εύλογα μέτρα ελέγχου για να διασφαλιστεί ότι, η εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 διάθεση αξιογράφων, ως τα επίδικα, έγινε κατ'εφαρμογήν της σχετικής νομοθεσίας και των σχετικών εγκυκλίων που οι ίδιοι (οι εναγόμενοι αρ.2) εξέδιδαν και απέστελλαν αμέσως στους ενδιαφερομένους, (γ) επόπτευαν τακτικά τους εναγομένους αρ.1 διαμέσου της αναζήτησης, λήψης και ελέγχου σχετικών στοιχείων, της διενέργειας επιτόπιων ελέγχων, της προφορικής τηλεφωνικής συνεννόησης με λειτουργούς αυτών (των εναγομένων αρ.1) και της έκδοσης οδηγιών, ως η Κ.Δ.Π.557/2008 και η Κ.Δ.Π.558/2008, και (δ) μόλις έλαβαν συγκεκριμένα γραπτά παράπονα για την εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 παροχή, σε υποκαταστήματά τους, επενδυτικών συμβούλων από μη πιστοποιημένα πρόσωπα, διενήργησαν επιτόπιο ειδικό έλεγχο και εμελέτησαν τα παράπονα αυτά. Συναφώς σημειώνεται πως ο Ν.144(Ι)/2007δημοσιεύεται στο φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας ημερ. 16.10.2007, είναι εναρμονιστικός με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και σκοπόν έχει να ρυθμίσει την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών, την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση στη Δημοκρατία, την λειτουργία ρυθμιζόμενων αγορών καθώς και άλλα συναφή θέματα (άρθρο 3 του Ν.144(Ι)/2007). Ο Ν.144(Ι)/2007μεριμνά και για την προστασία των επενδυτών, καθιερώνοντας συγκεκριμένες και αυστηρές διαδικασίες ως, επίσης, και ασφαλιστικές δικλείδες όσον αφορά στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από τα αδειοδοτημένα πρόσωπα. Το πεδίο εφαρμογής του Ν.144(Ι)/2007 δεν είναι απεριόριστο. Το άρθρο 3
(2)αυτού ρητώς εξαιρεί διάφορες κατηγορίες προσώπων από το πεδίο εφαρμογής του όταν τα πρόσωπα αυτά δραστηριοποιούνται με συγκεκριμένους τρόπους. Για την απόδειξη της αγωγής κατέθεσαν ο ενάγων αρ.1 XXXXX Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.1), ο XXXXX Παυλίδης (Μ.Ε.2), κάτοχος ακαδημαϊκών προσόντων στα Νομικά και τα Οικονομικά και μεταπτυχιακού τίτλου στο χρηματοοικονομικό δίκαιο, και ο XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.3), πρώην Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Για την προώθηση της υπεράσπισης των εναγομένων αρ.1 κατέθεσαν η XXXXX Χρίστου (Μ.Υ.1), η XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Υ.3), ο XXXXX Μιχαήλ (Μ.Υ.4) και ο XXXXX Λυσιώτης (Μ.Υ.5), υπάλληλοί τους κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ως, επίσης, και ο XXXXX Χατζησπύρου (Μ.Υ.2), λειτουργός του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου («το Χ.Α.Κ.»). Για την προώθηση της υπεράσπισης των εναγομένων αρ.2 κατέθεσαν ο XXXXX Τρικούπης (Μ.Υ.6) και ο XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.7), λειτουργοί τους. Μέρος της κυρίως εξέτασης του ενάγοντος αρ.1 XXXXX Κωνσταντινίδη (Μ.Ε.1), της XXXXX Χρίστου (Μ.Υ.1), της XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Υ.3), του XXXXX Μιχαήλ (Μ.Υ.4) και του XXXXX Λυσιώτη (Μ.Υ.5) διεξήχθηκε με την ανάγνωση και κατάθεση γραπτής δήλωσης, ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Πρόκειται για τα έγγραφα αρ.1 έως και 5, αντιστοίχως. Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας κατετέθηκε και σωρεία εγγράφων. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν τα έντυπα διά των οποίων υπεβλήθηκαν οι αιτήσεις για την αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου (τεκμήρια 4α, 4β, 6 και 8), επιστολή του ενάγοντος προς τον Πρόεδρο και τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων αρ.1, ημερ.30.6.2012 (τεκμήριο 11), τα ενημερωτικά δελτία ημερ.6.6.2018, 7.4.2009 και 13.4.2010, τα οποία εξέδωσαν οι εναγόμενοι αρ.1 εν σχέσει με τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου (τεκμήρια 29 30 και 32, αντιστοίχως), επιστολές των εναγομένων αρ.2 προς όλα τα τραπεζικά ιδρύματα ημερ.20.12.2007, με συνημμένα τα κείμενα της Κ.Δ.Π.557/2007 και 558/2007 (τεκμήρια 51 και 52, αντιστοίχως), επιστολή των εναγομένων αρ.2 προς τους εναγομένους αρ.1 ημερ.20.7.2012 εν σχέσει με επιτόπιο έλεγχο που θα διενεργείτο για το ζήτημα της προώθησης και διάθεσης αξιογράφων κεφαλαίου εκδόσεων 2008, 2009 και 2010 (τεκμήριο 68), έκθεση των εναγομένων αρ.2 εν σχέσει με τον προαναφερθέντα έλεγχο (τεκμήριο 70), απόφαση των εναγομένων αρ.2 ημερ.26.9.2013 επί τη βάσει της προαναφερθείσας έκθεσης (τεκμήριο 71), ανακοίνωση των εναγομένων αρ.1, ημερ.21.6.2012, η οποία αφορά στην διακοπή καταβολής τόκων εν σχέσει με τα αξιόγραφα κεφαλαίου εκδόσεων 2008, 2009 και 2010 (τεκμήριο 86), επιστολή των εναγομένων αρ.2 προς όλα τα τραπεζικά ιδρύματα ημερ.14.5.2009, 7.7.2008 και 8.7.2008 εν σχέσει με την πιστοποίηση προσώπων ασχολουμένων με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (τεκμήρια 78, 79 και 80, αντιστοίχως) Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Η σύνοψη και ο σχολιασμός του κρίσιμου μέρους της μαρτυρίας θα γίνει τμηματικά, κατά τη συζήτηση που ακολουθεί. Η συζήτηση είναι εκτενής γιατί η δικογραφία επεκτείνεται σε ποικίλα ζητήματα. Για τη συζήτηση λαμβάνονται υπ'όψιν και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εισηγούνται διά των τελικών, γραπτών αγορεύσεών τους: 1. Στις αστικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή του επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην απόφαση Σοφοκλέους v. Κυριάκου
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 665, 675-7 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ'επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003), όπου αναφέρονται στις σελ. 80-83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: «If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that this case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e., the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability.» Η στην πράξη εφαρμογή του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δόθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Rhesa Shipping Co S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R.948, όπου λέχθηκε ότι εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν και δεν ήταν υποχρεωμένο να επιλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών, απλώς και μόνο διότι προωθήθηκε κάποια εξήγηση ως προς την πιθανή αιτία της βλάβης που είχε εκεί παρουσιαστεί στο πλοίο. Όπως το θέτει ο Murphy, στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 82: «The case throws the importance of the burden of proof into stark relief. An important point is that the burden of proof is the burden to prove that the facts relied on are more probable than not, and not merely that they are more probable than an explanation advanced by the other side.» (δέστε και την απόφαση στην Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ.1275, όπου τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν με επιδοκιμασία). Τα ίδια κατ'ουσίαν λέχθηκαν όσον αφορά το τι συνιστά απόδειξη στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και στην απόφαση Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.1858, όπου εξηγήθηκε στη σελ. 1868, ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ.614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.)» Σε υποθέσεις ως η προκειμένη, ο ενάγων οφείλει, πρωτίστως, να τεκμηριώσει τη συνδρομή των συστατικών στοιχείων των αγώγιμων δικαιωμάτων τα οποία επικαλείται. Οφείλει, επίσης, να στηρίζεται στην δύναμη της δικής του υπόθεσης και όχι να στηρίζεται στην αδυναμία της υπόθεσης του αντιδίκου του (Νικόλα ν. Κονναρή κ.ά.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1785, 1797). Δεν είναι αρκετό για τον ενάγοντα να ισχυρίζεται γεγονότα και να διεκδικεί θεραπείες. Οφείλει να παρουσιάσει θετική, συγκροτημένη, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για να αποδείξει τις δικογραφημένες θέσεις και αξιώσεις του (Αντωνιάδης ν Σταύρου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.1171, Πιτάλλης κ.ά. ν. Savina Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.814, 827).
- Όσον αφορά στους ισχυρισμούς των εναγόντων περί της σύναψης των επίδικων συμβάσεων αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και την επακόλουθη αξίωσή τους για ακύρωση των συμβάσεων αυτών, σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής: 2.
- Απαραίτητη προϋπόθεση για τη σύναψη νομικά έγκυρης και δεσμευτικής σύμβασης είναι και η «ελεύθερη συναίνεση» των συμβαλλομένων (άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Συμβαλλόμενος δεν ενεργεί με «ελεύθερη συναίνεση», μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων (άρθρα 17 έως και 19 του Κεφ.149). «Απάτη» συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν ο ένας συμβαλλόμενος (α) παριστά στον αντισυμβαλλόμενό του ένα αναληθές γεγονός ως αληθές, ενώ ο ίδιος δεν πιστεύει στην αλήθειά του, ή (β) αποκρύπτει, από τον αντισυμβαλλόμενό του, ένα γεγονός, σχετικό με τη συναλλαγή, το οποίον ο ίδιος γνωρίζει (άρθρο 17 του Κεφ.149). Όταν πρόσωπο συνομολογεί σύμβαση ως αποτέλεσμα της εξαπάτησής του από τον αντισυμβαλλόμενό του, τότε η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ'εκλογήν του αθώου, εξαπατηθέντος μέρους. «Ψευδής παράσταση» είναι η θετική βεβαίωση κάποιου γεγονότος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή δεν συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα. Όταν πρόσωπο συνομολογεί σύμβαση ως αποτέλεσμα των εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου του ψευδών παραστάσεων, τότε η σύμβαση αυτή είναι ακυρώσιμη κατ'εκλογήν του αθώου μέρους. Το αθώο μέρος, το οποίο εξαπατήθηκε ή στο οποίο απευθύνθηκε ψευδής παράσταση, δικαιούται να ζητήσει ακύρωση της σύμβασης (και, στην κατάλληλη περίπτωση, αποζημιώσεις) (α) εάν αυτή η εξαπάτηση ή η ψευδής παράσταση υπήρξε ουσιώδης, υπό την έννοια ότι αυτή, εξ αντικειμένου, θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου και (β) εάν η συναίνεσή του, για τη συνομολόγηση της σύμβασης, πράγματι, εβασίστηκε στην εξαπάτηση ή την ψευδή παράσταση, αναλόγως (άρθρο 19
(4)του Κεφ.149). Όμως, το αθώο μέρος, το οποίο εξαπατήθηκε διά της εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου του τήρησης σιωπής ή προβολής ψευδούς παράστασης, δεν δικαιούται να ακυρώσει τη συνομολογηθείσα σύμβαση εάν «ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια» (άρθρο 19
(3)του Κεφ.149). Η ενεργός απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινού γεγονότος εκ μέρους προσώπου που το γνωρίζει συνιστά, δυνάμει του άρθρου 17
(1)(β) του Κεφ.149, μορφή απάτης και έλκει τη συνέπεια του άρθρου 19, δηλαδή την ακύρωση της σύμβασης κατ'εκλογήν του αθώου μέρους. Όμως, κατά κανόναν, απλή σιωπή δεν αρκεί. Απλή σιωπή συνιστά περίπτωση απάτης εάν οι περιστάσεις επιβάλλουν στο συμβαλλόμενο την υποχρέωση να δηλώσει το γεγονός (όπως, για παράδειγμα, στις περιπτώσεις συμβάσεων ύψιστης πίστης-uberrima fides - π.χ. σύμβαση ασφάλισης) ή εάν η σιωπή του συμβαλλομένου εκληφθεί ως δήλωση ή ισοδυναμεί με δήλωση. Ως «ενεργός» απόκρυψη νοείται η απόκρυψη η οποία εκδηλώνεται με συγκεκριμένη πράξη, συμπεριφορά ή στάση (Frederickou Schools Co Ltd κ.ά. Acunc Inc
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.1527, 1546-9). 2.2. Σύμφωνα με τον κανόνα του κωλύματος (estoppel), υπό ορισμένες συνθήκες, ένας διάδικος εμποδίζεται να εγείρει ένα γεγονός ή να αρνηθεί την ύπαρξή του. Το κώλυμα δυνατόν να οφείλεται σε δεδικασμένο (κώλυμα λόγω δεδικασμένου- estoppel by record) ή σε καταχώριση σε έγγραφο (κώλυμα λόγω καταχώρισης σε έγγραφο - estoppel by deed) ή σε συμπεριφορά (κώλυμα λόγω συμπεριφοράς - estoppel by conduct or estoppel in pais). Ειδικότερα, το κώλυμα λόγω δήλωσης σε έγγραφο βασίζεται στην αρχή πως μία σαφής δήλωση ή μια σαφής ανάληψη υποχρέωσης, η οποία καταγράφεται, είναι δεσμευτική και, κατ'αρχήν, δεν υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησής της. Στην απόφαση Χατζηστυλλή v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1(Β) Α.Α.Δ.989,993, αναφέρονται τα εξής: «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C.1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R.182)». 2.2.1. Στην προκείμενη περίπτωση, αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα εξής: Για την αγορά των αξιογράφων κεφαλαίου έκδοσης 2008, οι ενάγοντες αρ.1 και 2 υπέβαλαν ενυπόγραφες αιτήσεις ημερ.18.6.2008 και 25.6.2008 (τεκμήρια 4α και 4β, αντιστοίχως). Για την αγορά των αξιογράφων κεφαλαίου έκδοσης 2009, οι ενάγοντες αρ.1 και 2 υπέβαλαν ενυπόγραφη αίτηση ημερ.29.4.2009 (τεκμήριο 6). Για την αγορά των αξιογράφων κεφαλαίου έκδοσης 2010, οι ενάγοντες υπέβαλαν ενυπόγραφη αίτηση ημερ.29.4.2010 (τεκμήριο 8). Οι ενυπόγραφες αιτήσεις ημερ.18.6.2008 και 25.6.2008 (τεκμήρια 4α και 4β) διαλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και την ακόλουθη βεβαίωση εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 και 2: «Βεβαίωση Με την παρούσα βεβαιώνουμε ότι έχουμε τις γνώσεις και τις ικανότητες να προβούμε στην αξιολόγηση της επένδυσης σε Αξιόγραφα Κεφαλαίου της Martin Popular Bank Co Ltd ή έχουμε λάβει ανεξάρτητη επαγγελματική συμβουλή αναφορικά με την επένδυση αυτή και δηλώνουμε ότι αποδεχόμαστε το περιεχόμενο του Ενημερωτικού Δελτίου ημερομηνίας 6 Ιουνίου, 2008, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των Όρων Έκδοσης Αξιογράφων Κεφαλαίου που παρατίθεται σε αυτό. .» (Σημείωση: Στις υπογραμμισμένες φράσεις αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία). Η ενυπόγραφη αίτηση ημερ.29.4.2009 (τεκμήριο 6) διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την ακόλουθη βεβαίωση εκ μέρους των εναγόντων αρ.1 και 2: «Βεβαίωση Με την παρούσα βεβαιώνουμε ότι έχουμε τη γνώση και τις ικανότητες να προβούμε στην αξιολόγηση της επένδυσης σε Αξιόγραφα Κεφαλαίου αόριστης διάρκειας . της Martin Popular Bank Public Co Ltd και δηλώνουμε ότι αποδεχόμαστε το περιεχόμενο του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου ημερομηνίας 7 Απριλίου 2009, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των Όρων Έκδοσης Αξιογράφων Κεφαλαίου που παρατίθεται σε αυτό. .» (Σημείωση: Στις υπογραμμισμένες φράσεις αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία). Η ενυπόγραφη αίτηση ημερ.29.4.2010 (τεκμήριο 8), διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την ακόλουθη βεβαίωση εκ μέρους των εναγόντων: «Βεβαίωση Με την παρούσα βεβαιώνουμε ότι αποδεχόμαστε το περιεχόμενο του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου ημερομηνίας 13 Απριλίου 2010, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των Όρων Έκδοσης Αξιογράφων Κεφαλαίου που παρατίθεται σε αυτό. .» (Σημείωση: Στην υπογραμμισμένη φράση αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία). Σημειώνεται, κατ΄αρχάς, η σαφής και ρητή διατύπωση των ως άνω βεβαιώσεων. Σημειώνεται, περαιτέρω, πως, εξέταση του περιεχομένου των ενημερωτικών δελτίων ημερ.6.6.2008, 7.4.2009 και 13.4.2010 (τεκμήρια 29, 30 και 32, αντιστοίχως), στα οποία οι βεβαιώσεις παραπέμπουν, καταδεικνύει πως αυτά δίδουν, επίσης, σαφείς και ρητές πληροφορίες, διατυπωμένες σε απλή και κατανοητή γλώσσα, για τα εξής γεγονότα:
(1)Αποκλειστικός σκοπός έκδοσης όλων των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου υπήρξε η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης των εναγομένων αρ.1 (δείτε στην παρά.1.15, στη σελ.22 του τεκμηρίου 29, στην παρά.2.3, στη σελ.10 του τεκμηρίου 30 και στην παρά.1.8, στη σελ.13 του τεκμηρίου 32).
(2)Τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου χαρακτηρίζονται ως «επένδυση» και όχι ως «κατάθεση». Καταγράφεται δε ρητώς πως αυτά δεν είναι εξασφαλισμένα και πως αυτά διατρέχουν συγκεκριμένους, ποικίλους και σοβαρούς κινδύνους, σχετικούς και με την φύση τους ως επενδυτικό προϊόν. Μάλιστα, οι κίνδυνοι αυτοί καταγράφονται αναλυτικά (δείτε στην παρά.2, σελ.24 έως και 33 του τεκμηρίου 29, στην παρά.5, σελ.29 έως και 39 του τεκμηρίου 30 και στην παρά.3, σελ.19 έως και 32 του τεκμηρίου 32). 2.2.
- Οι σαφείς και ρητές βεβαιώσεις, τις οποίες ενυπογράφως δίδουν οι ενάγοντες όσον αφορά στο γεγονός πως αυτοί «έχο(υν) τις γνώσεις και τις ικανότητες να προβού(ν) στην αξιολόγηση της επένδυσης» στα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου καθώς και όσον αφορά στο γεγονός πως αυτοί «αποδέχο(νται) το περιεχόμενο» των ενημερωτικών δελτίων ημερ. 6.6.2008, 7.4.2009 και 29.4.2010 (τεκμήρια 29, 30 και 32, αντιστοίχως), σε συνδυασμό με το, επίσης, σαφές, ρητό και σε κατανοητή γλώσσα διατυπωμένο κείμενο των δελτίων αυτών, τους εμποδίζει να προβάλλουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί εξαπάτησης και ψευδών παραστάσεων. Λόγω των συγκεκριμένων, ενυπόγραφων, ρητών και σαφών καταχωρίσεών τους σε έγγραφα (τεκμήρια 4α, 4β, 6 και 8), οι ενάγοντες εμποδίζονται (are estopped) να ισχυρίζονται τώρα τα αντίθετα. 2.
- Εν πάση περιπτώσει, η εικόνα του ευπειθούς πελάτη τραπεζών, ο οποίος δεν γνωρίζει, δεν μελετά και δεν προετοιμάζεται πριν διαχειριστεί την μεγάλη οικογενειακή περιουσία (την ανερχόμενη σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ) και ο οποίος επηρεάζεται από δηλώσεις και παραστάσεις πρώην συναδέλφων του τραπεζικών υπαλλήλων, εικόνα την οποίαν επεχείρησε να προωθήσει για τον εαυτό του ο ενάγων αρ. 1 XXXXX Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.1) δεν είναι πειστική: Κατ΄αρχάς παρατηρείται πως ο Κώστας Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.1) αναφέρεται ακροθιγώς σε υπάλληλο, διευθυντή και υποδιευθυντή του υποκαταστήματος 070 των εναγομένων αρ.1, οι οποίοι κατ΄ισχυρισμόν τον εξαπάτησαν και/ή προέβαλαν ψευδείς παραστάσεις. Η μαρτυρία του XXXXX Κωνσταντινίδη (Μ.Ε.1) για το ζήτημα αυτό δεν χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη θετικότητα και επάρκεια. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων αρ.1, ο μάρτυς πιθανολογούσε και δεν θυμόταν να δώσει ακριβείς και σταθερές πληροφορίες εν σχέσει με τα πρόσωπα τα οποία τον εξαπάτησαν και/ή προέβαλαν ψευδείς παραστάσεις, ούτε ήταν σε θέση να δώσει ακριβείς και σταθερές πληροφορίες εν σχέσει με το ακριβές περιεχόμενο και το χρόνο αυτών των δηλώσεων και συμπεριφορών (δείτε στις σελ. 28 επ. στα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 1.3.2018). Εν πάση περιπτώσει η XXXXX Χρίστου (Μ.Υ.1), ο XXXXX Μιχαήλ (Μ.Υ.4) και ο XXXXX Λυσιώτης (Μ.Υ.5) εδήλωσαν, κατά την κυρίως εξέτασή τους, τα ακόλουθα, στα οποία επέμειναν, με σταθερότητα, κατά την αντεξέτασή τους από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων: «.Ονομάζομαι XXXXX Χρίστου. Από τις 5/12/2008 μέχρι τις 29/2/2012 εργαζόμουν στο κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας (εφεξής: η πρώην Λαϊκή) επί της Λεωφόρου Μακαρίου Γ' με κωδικό
- Ήμουν στο Τμήμα Συναλλαγών και ανάμεσα στα καθήκοντά μου ήταν η εξυπηρέτηση πελατών, το άνοιγμα λογαριασμών και ο χειρισμός παραπόνων.Ουδεμία σχέση είχα με τη διάθεση και πώληση αξιογράφων. Η όποια εμπλοκή μου τις χρονιές που αυτά διατίθεντο ήταν τυχαία και περιστασιακή και περιοριζόταν σε τυχόν γραφειοκρατικά ή διαδικαστικά ζητήματα π.χ. παραλαβή αιτήσεων ή παράδοση Πληροφοριακού Μνημονίου. Πέραν τούτου, κανένας και ποτέ από την πρώην Λαϊκή δεν μου είπε ή με προέτρεψε να ασχοληθώ με τη διάθεσή τους και ουδέποτε έπραξα κάτι τέτοιο...Τον Ιούνιο του 2008 εγώ δεν ήμουν στον κατάστημα 070 -πήγα τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς- αλλά εργαζόμουν στο κατάστημα επί της Λεωφόρου Νίκης στην Ακρόπολη (με κωδικό 110). Συνεπώς, ουδεμία επαφή είχα με τον κ. Κωνσταντινίδη τον Ιούνιο του 2008, ούτε ήταν δυνατόν να έχω, καθώς στο κατάστημα 070 δεν είχα εργαστεί ποτέ πριν τον Δεκέμβρη του 2008.Τον κ. Κωνσταντινίδη τον θυμάμαι, ερχόταν συχνά στο κατάστημα 070 την εποχή που εργαζόμουν εκεί. Η εξυπηρέτηση που λάμβανε από εμένα αφορούσε εντολές του για άνοιγμα λογαριασμών και/ή μεταφορά ποσών σε λογαριασμούς που διατηρούσε εκεί ο ίδιος ή μέλη της οικογένειάς του.Είμαι κατηγορηματική πως ουδέποτε μίλησα στον κ. Κωνσταντινίδη σε σχέση με τη διάθεση, προώθηση ή πώληση των αξιογράφων. Ουδέποτε πρότεινα ή εισηγήθηκα ή ενημέρωσα ή έκανα συζήτηση για την ύπαρξη ή για την αγορά αξιογράφων είτε στον κ. Κωνσταντινίδη είτε σε οποιονδήποτε πελάτη είτε το 2008 είτε το 2009 είτε το 2010 είτε σε άλλη χρονιά.Ουδέποτε τηλεφώνησα στον κ. Κωνσταντινίδη για να του πω να έρθει στην τράπεζα «γιατί η τράπεζα προσέφερε ένα νέο καταθετικό προϊόν κατάλληλο για πολύ καλούς πελάτες». Ουδέποτε ο κ. Κωνσταντινίδης ζήτησε από εμένα εξηγήσεις για το προϊόν, αυτό ούτε του έδωσα την αίτηση αγοράς αξιογράφων. Προφανώς εφόσον δεν αναφέρθηκα, ουδέποτε το αποκάλεσα «καταθετικό προϊόν» όπως ισχυρίζεται ο κ. Κωνσταντινίδης. Ουδέποτε πρότεινα στον κ. Κωνσταντινίδη «ένα νέο καταθετικό σχέδιο αξιογράφων διάρκειας 5 χρόνων με τόκο 7% που θα εξασφάλιζε υψηλότερο επιτόκιο από αυτό της προηγούμενης έκδοσης που κατείχαν ο ίδιος και η σύζυγος του». Ουδέποτε ανέφερα ότι «η τράπεζα νιώθει ένοχη για το γεγονός ότι το Euribor μειώθηκε αισθητά σε ένα χρόνο», ούτε του σύστησα να του δώσουμε ένα «ισόποσο δάνειο με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο που λάμβανε από τα αξιόγραφα του 2008 και να αγοράσει αξιόγραφα του 2009 που το επιτόκιο ήταν σταθερό 7%». Ούτε επικοινώνησα μαζί του το 2010 για να τον ενημερώσω ότι η τράπεζα εξέδιδε νέα έκδοση αξιογράφων.Η μόνη μου εμπλοκή με την υπόθεση .. ήταν πως το Πληροφοριακό Μνημόνιο των ετών 2009 και 2010 για τον κ. Κωνσταντινίδη και τα μέλη της οικογένειάς του στάλθηκε σε εμένα για να τους παραδοθεί.» (έγγραφο αρ.2). «.Ονομάζομαι XXXXX Μιχαήλ. Κατά τα έτη 2008, 2009 και 2010 κατείχα τη θέση του Υποδιευθυντή/Προϊσταμένου Τμήματος Συναλλαγών στο κατάστημα της πρώην Λαϊκής Τράπεζας επί της Λεωφόρου Μακαρίου Γ' με κωδικό 070..0υδεμία σχέση είχα με τη διάθεση αξιογράφων και ουδέποτε μίλησα στον κ. Κωνσταντινίδη αναφορικά με το θέμα αυτό. Ουδέποτε πρότεινα ή εισηγήθηκα ή ενημέρωσα ή έκανα συζήτηση για την ύπαρξη ή για την αγορά αξιογράφων στον κ. Κωνσταντινίδη είτε το 2008 είτε το 2009 είτε το 2010 είτε σε άλλη χρονιά.Ουδέποτε πρότεινα στον κ. Κωνσταντινίδη «ένα νέο καταθετικό σχέδιο αξιογράφων διάρκειας 5 χρόνων με τόκο 7% που θα εξασφάλιζε υψηλότερο επιτόκιο από αυτό της προηγούμενης έκδοσης». Ουδέποτε ανέφερα ότι «η τράπεζα νιώθει ένοχη για το γεγονός ότι το Euribor μειώθηκε αισθητά σε ένα χρόνο», ούτε του σύστησα να του δώσουμε ένα «ισόποσο δάνειο με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο που λάμβανε από τα αξιόγραφα του 2008 και να αγοράσει αξιόγραφα του 2009 που το επιτόκιο ήταν σταθερό 7%». Ούτε επικοινώνησα μαζί του το 2010 για να τον ενημερώσω ότι η τράπεζα εξέδιδε νέα έκδοση αξιογράφων.Ουδέποτε άκουσα άλλο πρόσωπο να λέει αυτά τα λόγια στον κ. Κωνσταντινίδη ή να του μιλά για αξιόγραφα εν γένει.Τον κ. Κωνσταντινίδη τον θυμάμαι, ερχόταν συχνά στο κατάστημα αλλά δεν λάμβανε κάποια εξυπηρέτηση από εμένα.» (έγγραφο αρ.5). Παρόμοια με την αμέσως προηγούμενη, είναι και η μαρτυρία του XXXXX Λυσιώτη (Μ.Υ.5) (έγγραφο αρ.5). Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ενάγοντος αρ. 1 XXXXX Κωνσταντινίδη (Μ.Ε.1), ως αυτά ανεδείχθηκαν κατά την ακρόαση της αγωγής, ως, επίσης, και η μακρά και η ευδόκιμη σταδιοδρομία του στην υπηρεσία των εναγομένων αρ.1, επιμαρτυρούν πως, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αυτός είχε πλήρη αντίληψη των κρίσιμων γεγονότων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος πως τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου αποτελούσαν ένα επενδυτικό προϊόν και όχι ένα καταθετικό προϊόν. Και ως επενδυτικό προϊόν αυτά ενείχαν κινδύνους: Ο ενάγων αρ.1 XXXXX Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.1), άνδρας ώριμης ηλικίας, απόφοιτος Γυμνασίου και κάτοχος του διπλώματος ACIB (Associate of the Chartered Institute of Bankers), υπηρέτησε ευδόκιμα, ως τραπεζικός υπάλληλος, από τον Ιούλιο του έτους 1968 έως και τις 31.12.2007, και πριν από την αφυπηρέτησή του «εκτελούσ(ε) χρέη διευθυντή εμπορικών επιχειρήσεων, στη Λευκωσία» (δείτε στις παρα.4 και 6 στο έγγραφο αρ.1). Αυτός δεν υπολείπεται αντίληψης μόρφωσης και ικανοτήτων. Αντιθέτως, πρόκειται για έναν δραστήριο, επιμελή και διεκδικητικό άνδρα, και επιτυχημένο επαγγελματία. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο ενάγων αρ.1 XXXXX Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.1) ανέγνωσε γραπτή κατάθεση (έγγραφο αρ.1), διά της οποίας επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τις δικογραφημένες θέσεις του, η οποία χαρακτηρίζεται από υψηλή ποιότητα λόγου. Κατά δε την αντεξέτασή του απήντησε στις ερωτήσεις κατά τρόπον που δηλώνει την επαρκή ενημέρωση και εμπειρία του για τα επίδικα ζητήματα. Ας σημειωθεί πως ο μάρτυς ασχολείται και με επενδύσεις σε μετοχές εισηγμένες στο Χ.Α.Κ.. Περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ενάγων αρ.1 XXXXX Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.1) απεκάλυψε πως, προς το σκοπό υπεράσπισης των ζημιωθέντων συμφερόντων του, δραστηριοποιείται, διαμέσου του Συνδέσμου Κατόχων Τραπεζικών Αξιογράφων και, μάλιστα, είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και εκτελεί χρέη ταμία και γραμματέως (δείτε στην παρά.20 του εγγράφου αρ.1). Μάλιστα, εξ αφορμής της ανακοίνωσης των εναγομένων αρ.1 για την διακοπή της καταβολής των τόκων στους κατόχους αξιογράφων εκδόσεων 2008, 2009 και 2010 (τεκμήριο 86), στις 30.6.2012 αυτός απευθύνθηκε γραπτώς στον Πρόεδρο και τα Μέλη του Διοικητικού τους Συμβουλίου και εζήτησε «αναστροφή» της «δυσάρεστης κατάστασης», εισηγούμενος συγκεκριμένα μέτρα (τεκμήριο 11). 2.
- Η προσωπικότητα του ενάγοντος αρ. 1 XXXXX Κωνσταντινίδη (Μ.Ε.1) καταδεικνύει πως αυτός δεν υπήρξε θύμα εξαπάτησης και/ή ψευδών παραστάσεων. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως οι εναγόμενοι αρ.1 συμπεριεφέρθηκαν ως ο ενάγων XXXXX Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.1) ισχυρίζεται, ο ίδιος «ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια» (άρθρο 19
(3)του Κεφ. 140). Άρα, ο ενάγων αρ.1 XXXXX Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.1) δεν δικαιούται να επιδιώκει την ακύρωση των επίδικων συμβάσεων πώλησης αξιογράφων κεφαλαίου. 2.
- Όσα διαπιστώνονται εν σχέσει με τον ενάγοντα αρ.1 XXXXX Κωνσταντινίδη (Μ.Ε.1), αναπόδραστα επηρεάζουν και τους ενάγοντες αρ.2, 3 και
- Αυτοί επέλεξαν να μην καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξουσιοδότησαν δε τον εναγόμενο αρ.1 XXXXX Κωνσταντινίδη (Μ.Ε.1) να δώσει μαρτυρία και εξ ονόματος και προς όφελός τους (δείτε στην παρά.3 του εγγράφου αρ.1). Επί τη βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται πως η αιτία αγωγής η οποία αφορά στην σύναψη των επίδικων συμβάσεων αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων απορρίπτεται ως αβάσιμη.
- Όσον αφορά στην αιτία αγωγής η οποία βασίζεται στην θέση πως, εν σχέσει με την αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, οι εναγόμενοι αρ.1 παρείχαν στους ενάγοντες επενδυτικές υπηρεσίες, κατά παράβασιν της κείμενης νομοθεσίας, σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής: 3.
- Όσα η πλευρά των εναγόντων ισχυρίζεται εν σχέσει με την εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 παροχή τριών
(3)διακεκριμένων επενδυτικών υπηρεσιών και συγκεκριμένα της λήψης και διαβίβασης εντολών τους σχετικών με τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου, της εκτέλεσης των εντολών αυτών για λογαριασμό τους καθώς και της παροχής επενδυτικών συμβουλών (άρθρο 2 και Τρίτο Παράρτημα, Μέρος 1, του Ν.144(Ι)/2007) τα εντάσσει στο εξής πλαίσιο: Οι εναγόμενοι αρ.1 αποτελούν τραπεζικό ίδρυμα, και, κατά τα έτη 2008, 2009 και 2010 εξέδωσαν αξιόγραφα κεφαλαίου, τα οποία διέθεσαν. Υπάλληλοι των εναγομένων αρ.1 επεκοινώνησαν με τους ενάγοντες και τους παρότρυναν να αγοράσουν τέτοια αξιόγραφα, παρουσιάζοντάς τα ως μίαν συμφέρουσα και ασφαλή κατάθεση χρημάτων. Επί τη βάσει αυτών των προτροπών και παραστάσεων, και με τη διαμεσολάβηση υπαλλήλων των εναγομένων αρ.1, οι ενάγοντες υπέβαλαν τις σχετικές αιτήσεις και συνήψαν τις επίδικες συμβάσεις αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου. Για τη σύναψη της σύμβασης αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου έκδοσης 2008, οι εναγόμενοι αρ.1 «έσπασαν το γραμμάτιο (των εναγόντων) . χωρίς να (τους) χρεώσουν έξοδα πρόωρης απόσυρσης και ξανά-ανανέωσαν το υπόλοιπο του γραμματίου που απέμεινε, με το ίδιο επιτόκιο μέχρι τη λήξη του ... η συγκεκριμένη διευκόλυνση (δηλαδή το σπάσιμο γραμματίου) δεν παρείχετο σε κανένα πελάτη της τράπεζας υπό κανονικές συνθήκες» (δείτε στην παρά.13 στο έγγραφο αρ.1). Οι εναγόμενοι αρ.1 προέβηκαν σε παρόμοιες ενέργειες και εν σχέσει με τη σύναψη των συμβάσεων αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου εκδόσεων 2009 και 2010 (δείτε στις παρά.16 έως και 18 στο έγγραφο αρ.1). Ας σημειωθεί πως οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται και, εν πάση περιπτώσει, δεν απέδειξαν πως για τα όσα οι εναγόμενοι αρ.1 διενήργησαν εν σχέσει με σύναψη των επίδικων συμβάσεων αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου έλαβαν οιανδήποτε ειδική αμοιβή. Αντιθέτως, δικογραφημένη θέση των εναγόντων, την οποίαν υπεστήριξαν και δια της μαρτυρίας του ενάγοντος αρ. 1 XXXXX Κωνσταντινίδη (Μ.Ε.1), είναι πως οι εναγόμενοι αρ.1 τους «εδελέασαν» και τους εξώθησαν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, προτείνοντάς τους, μάλιστα, ισόποσον δάνειο με ευνοϊκό επιτόκιο και επιτρέποντάς τους να αποσύρουν προθεσμιακές καταθέσεις τους χωρίς τη συνήθη χρέωση για πρόωρο κλείσιμο του σχετικού λογαριασμού. Περαιτέρω, επί τη βάσει των ενημερωτικών δελτίων ημερ. 6.6.2008, 7.4.2009 και 13.4.2010 (τεκμήρια 29, 30 και 32, αντιστοίχως) προκύπτουν τα εξής αδιαμφισβήτητα γεγονότα: (α) Οι εναγόμενοι αρ.1 αποτελούν δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία βάσει του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) και έχουν, ως κύριους καταστατικούς σκοπούς τους, «την ίδρυση και διεξαγωγή τραπεζικών, χρηματιστηριακών και εμπορικών εργασιών πάσης φύσεως και (την) ίδρυση, λειτουργία και διεύθυνση υποκαταστημάτων στην Κύπρο και στο εξωτερικό» (δείτε στις παρά.1.1. και 1.2. στη σελ. 11 του τεκμηρίου 29, στην παρά.2.1. στη σελ. 9 του τεκμηρίου 30 και στην παρά. 1.1. στη σελ. 11 του τεκμηρίου 32). (β) Τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου εξεδόθηκαν από τους εναγομένους αρ.1 και προσεφέρθηκαν στο κοινό δυνάμει του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου (Ν.114(Ι)/2005, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια). 3.2. Αυτό το πλαίσιο γεγονότων καταδεικνύει πως, στην προκείμενη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.144(Ι)/2007εφ΄όσον το άρθρο 3
(2)(ζ) και (ι) αυτού ρητώς εξαιρεί, από το πεδίο εφαρμογής του, μεταξύ άλλων, «τα πρόσωπα που παρέχουν παρεμπιπτόντως επενδυτική υπηρεσία ως δευτερεύουσα εργασία μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα αυτή διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή από επαγγελματικό κώδικα δεοντολογίας που δεν απαγορεύουν την παροχή της εν λόγω εργασίας» καθώς και «τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές κατά την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του ., υπό την προϋπόθεση ότι δεν αμείβονται ειδικά για την παροχή των συμβουλών αυτών». Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από το ως άνω πλαίσιο γεγονότων, όσα οι εναγόμενοι αρ.1 έπραξαν εν σχέσει με τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου, και τα οποία οι ενάγοντες χαρακτηρίζουν ως «λήψη και διαβίβαση εντολών τους», ως «εκτέλεση των εντολών αυτών» και ως «παροχή επενδυτικών συμβουλών», τα έπραξαν «παρεμπιπτόντως», ως «δευτερεύουσα εργασία» και «μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας», δηλαδή της έκδοσης αξιογράφων και της προσφοράς τους στο κοινό, ως ο Ν.144(Ι)/2005ορίζει. Ο δε Ν.114(Ι)/2005δεν απαγορεύει τη διενέργεια των πράξεων αυτών εκ μέρους των εναγομένων αρ.
- Περαιτέρω, ως προκύπτει από το ως άνω πλαίσιο γεγονότων, όσα οι εναγόμενοι αρ.1 έπραξαν εν σχέσει με τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου, τα οποία οι ενάγοντες χαρακτηρίζουν ως «παροχή επενδυτικών συμβουλών», τα έπραξαν στο πλαίσιο «άσκηση(ς) άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας (τους) μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του» Ν.144(Ι)/
- Συγκεκριμένα τα έπραξαν στο πλαίσιο της έκδοσης αξιογράφων και της προσφοράς τους στο κοινό ως ο Ν.114(Ι)/2005ορίζει. Για δε τις πράξεις τους αυτές δεν έλαβαν ειδική αμοιβή. Επί τη βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται πως η αιτία αγωγής η οποία αφορά στην εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 παράβαση των προνοιών του Ν.114(Ι)/2007 περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών απορρίπτεται ως αβάσιμη.
- Όσον αφορά στους ισχυρισμούς περί της εκ μέρους των εναγομένων αρ.2 επίδειξης αμέλειας και παράβασης του θεσμικού καθήκοντος άσκησης εποπτικού ελέγχου επί των εναγομένων αρ. 1 σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής: 4.
- Το αστικό αδίκημα της αμέλειας επαγγελματία (άρθρο 51
(1)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) συνίσταται δε στην εκ μέρους του επαγγελματία ζημιογόνο παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον επιμέλειας επαγγελματία περιλαμβάνει την δεξιότητα και την επιμέλεια την οποίαν, καθ'υπόθεσιν, θα επεδείκνυε ο λογικός και σωστός επαγγελματίας, ο οποίος έχει όλα τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος, του επιτηδεύματος ή της ασχολίας του, υπό περιστάσεις παρόμοιες με τις επίδικες. Το κατά πόσον συγκεκριμένος επαγγελματίας θα κριθεί υπεύθυνος για αμέλεια εξαρτάται πρωτίστως από τα γεγονότα. Και η δοκιμή που γίνεται για να διαπιστωθεί τέτοια ευθύνη είναι αντικειμενική. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πως ο εναγόμενος έχει αποκλίνει από το επίπεδο φροντίδας και ικανότητας που θα μπορούσε να επιδείξει, υπό τις ίδιες συνθήκες, ο λογικός, συνετός, ειδικευμένος, ικανός και έμπειρος επαγγελματίας. Μέτρο δεν αποτελεί «ο τέλειος επαγγελματίας». Περαιτέρω, η εκάστοτε αμελής ενέργεια πρέπει να συσχετίζεται προς συγκεκριμένο καθήκον επίδειξης φροντίδας και μέριμνας (duty of care) σε κάθε πρόσωπο το οποίον, κατά λογικήν πρόβλεψη, δυνατόν να επηρεασθεί από τις ενέργειες ενός επαγγελματία (proximity). Η συγκεκριμενοποίηση του καθήκοντος του επαγγελματία γίνεται επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης. Αποφασίζεται, πρώτον, η φύση του καθήκοντος και, δεύτερον, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσον ο εναγόμενος επαγγελματίας το έχει εκπληρώσει. Το γεγονός ότι ορισμένο πρόσωπο, το οποίο απετάθηκε σε επαγγελματία, ζημιώθηκε, δεν εξυπακούει, άνευ άλλου τινός, αμέλεια του δευτέρου. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.614, 621: «Το καθήκον . κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο το οποίο βασιζόμενο στη δεξιότητά του περιέρχεται υπό τη φροντίδα του . . Συνίσταται στην στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα .». Στην απόφαση Beaumont κ.α. v. Παπακλεοβούλου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ.525 αναφέρονται και τα εξής: «Το επίπεδο (επιμέλειας) είναι του συνήθους, επιμελούς και ικανού επαγγελματία. Δεν είναι ούτε εκείνο του πολύ προσοντούχου, ούτε εκείνο ενός επαγγελματία που κατέχει τα ελάχιστα προσόντα. Συμμόρφωση με τη γενική πρακτική του επαγγέλματος μπορεί να παρέχει κάποια κάλυψη αλλά όχι πάντα και ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη πρακτική δεν έτυχε να δοκιμαστεί δικαστικά.» Το καθήκον επιμέλειας επαγγελματία, όπως, άλλωστε, και το καθήκον επιμέλειας εν γένει, συναρτάται προς τη δυνατότητα πρόβλεψης του κινδύνου (foreseeability) καθώς και την εγγύτητα του επηρεαζομένου (proximity). Όπως αναφέρεται στην απόφαση March Rich and Co. A.G. v. Bishop Rock Marine Co. Ltd and Others
(1996)1 A.C.211, 212 «.whatever harm a plaintiff suffered, in order to determine the defendant's liability in tort for negligence the court had to consider the elements of foreseeability and proximity and whether it was fair, just and reasonable to impose a duty of care on the defendant .». Η δυνατότητα πρόβλεψης εκ μέρους του επαγγελματία (foreseeability) συναρτάται με τις ειδικές γνώσεις και εμπειρίες του. Εφ'όσον, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Το καθήκον για επίδειξη επιμέλειας είναι ανάλογο με την πιθανότητα εμφάνισης κινδύνου υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις. Εάν η πιθανότητα εμφάνισης κινδύνου είναι τέτοια ώστε θα μπορούσε με ασφάλεια να αγνοηθεί, τότε δεν συντρέχει καθήκον για επίδειξη επιμέλειας. Στην, κατ'αναλογίαν εφαρμοζομένη, απόφαση Ιωάννου v. Στυλιανού
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1861, 1865 αναφέρονται τα εξής: «. αν η πιθανότητα εμφάνισης κινδύνου είναι λογικά εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης των αναγκαίων προφυλάξεων συνιστά αμέλεια. Αντίθετα, αν η πιθανότητα κινδύνου είναι τέτοια που ουδέποτε θα εγειρόταν στην σκέψη ενός λογικού ανθρώπου, τότε η παράλειψη λήψης ασυνήθιστων προφυλάξεων δεν συνιστά αμέλεια .». Η απόδοση ευθύνης σε πρόσωπο το οποίο εγκαλείται για επαγγελματική αμέλεια συναρτάται με δύο παράγοντες: πρώτον, το μεμπτό της επαγγελματικής συμπεριφοράς του (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας ως αυτό διαγράφεται πιο πάνω, και, δεύτερον, την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς που προέκυψε (causative potency) (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Αλεξάνδρου v. Λεβέντης
(1996)1 Α.Α.Δ.420, 426, Χριστοφόρου v. Τρύφωνος
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1516, 1520 και Χαριλάου v. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ.1420). Το ερώτημα τι συνιστά, υπό τις περιστάσεις, εύλογη επαγγελματική επιμέλεια αποφασίζεται από το Δικαστήριο και όχι από την εκάστοτε επαγγελματική ομάδα. Όμως, η πρακτική ορισμένου επαγγέλματος, όπως αυτή αποδεικνύεται με μαρτυρία εμπειρογνώμονος, τυγχάνει πάντοτε σεβασμού. Αυτό σημαίνει ότι εάν αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος συνεμορφώθηκε με τα επίπεδα που απαιτεί το επάγγελμά του, το Δικαστήριο, μάλλον, θα αποφανθεί υπέρ του. Αποδίδεται βαρύτητα στην καθιερωμένη επαγγελματική πρακτική, με αποτέλεσμα το βάρος του ενάγοντος να αποδείξει την επαγγελματική αμέλεια του αντιδίκου του να είναι μεγάλο (Wienfield and Jolowich on Tort, sixteenth edition, Sweet and Maxwell, 2002, σελ.196). 4.2. Δυνάμει των προνοιών των άρθρων 126
(1)και 118 του Ν.144(Ι)/2007 οι εναγόμενοι αρ.2 είναι υπεύθυνοι να εποπτεύουν τα τραπεζικά ιδρύματα όταν αυτά παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες και/ή όταν αυτά ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες. Όπως αναφέρεται στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 228/2009 Δήμος Πάφου v. C. & N. Kyriakou Ltd, ημερ. 23.3.2017: «Ο κανόνας είναι ότι δεν υπάρχει γενικό αγώγιμο δικαίωμα όπου ο Νόμος επιβάλλει δημόσιο καθήκον και προβλέπει ποινή για παράβασή του. Στον κανόνα αυτό υπάρχουν δύο εξαιρέσεις: (α) όπου η υποχρέωση επιβάλλεται προς όφελος συγκεκριμένης τάξης, πρόσωπο που ανήκει σ΄ αυτήν, έχει αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Flourentzou v. Christodoulou
(1988)1 CLR 791) και (β) όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα, μέλος του δημοσίου έχει αγώγιμο δικαίωμα, αν υποστεί ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παράβασης (βλ. Κουππαρής v. Οργανισμός Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 ΑΑΔ 1780, όπου υιοθετήθηκε η υπόθεση Lonrho Ltd & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd & Others
(1981)1 All ER 456)». 4.3. Συγκεφαλαιωμένη η μαρτυρία των δύο
(2)υψηλόβαθμων λειτουργών των εναγομένων αρ.2, του XXXXX Τρικούπη (Μ.Υ.6), Ανώτερου Λειτουργού και επικεφαλής της Υπηρεσίας Μακροπροληπτικής Επίβλεψης του Τμήματος Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας, και του XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.7), Βοηθού Διευθυντή και Προϊστάμενου του Τμήματος Εξυγίανσης, η οποία εδόθηκε με λόγο άμεσο, θετικό, αναλυτικό, κατατοπιστικό και σταθερό, έχει ως εξής: Οι εναγόμενοι αρ.2, ως η διά νόμου εποπτική αρχή επί των τραπεζικών ιδρυμάτων που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, προέβηκαν και εξακολουθούν να προβαίνουν σε σειρά ενεργειών και ελέγχων προς το σκοπό διασφάλισης της συμμόρφωσης αυτών (των τραπεζικών ιδρυμάτων) με τα όσα ο Ν.144(Ι)/2007διαλαμβάνει. Συγκεκριμένα, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι αρ.2
(1)Εξέδωσαν την Οδηγία για τις Προϋποθέσεις Παροχής Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και Άσκησης Δραστηριοτήτων από τις τράπεζες, η οποία εδημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Κ.Δ.Π.557/2007, ως, επίσης, και την Οδηγία για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων, η οποία εδημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Κ.Δ.Π.558/2007 (τεκμήρια 51 και 52 αντιστοίχως), και τις απέστειλαν σε όλα τα τραπεζικά ιδρύματα.
(2)Προεκήρυξαν και διενήργησαν εξετάσεις για την πιστοποίηση προσώπων που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα (τεκμήρια 78, 79 και 80).
(3)Απαντούσαν σε προφορικά και γραπτά ερωτήματα τα οποία υπέβαλλαν τα τραπεζικά ιδρύματα.
(4)Εξέδιδαν σχετικές εγκυκλίους.
(5)Διοργάνωσαν οι ίδιοι ή συμμετείχαν σε σχετικές με τα ζητήματα του Ν.144(Ι)/2007 διαλέξεις και σεμινάρια.
(6)Συνέλλεγαν πληροφορίες διαμέσου τηλεφωνικών επικοινωνιών και προέβηκαν σε τρεις
(3)επιτόπιους ελέγχους κατά τα έτη 2009, 2011 και
- Έως και τα τέλη του έτους 2010 το μόνο παράπονο το οποίο έλαβαν οι εναγόμενοι αρ.2 εν σχέσει με το ενδεχόμενο μη συμμόρφωσης τραπεζικών ιδρυμάτων με τα όσα ο Ν.144(Ι)/2007διαλαμβάνει ήταν ένα γενικό, αόριστο και προφορικό παράπονο εκ μέρους του XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.3), τότε Προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Λόγω ακριβώς της αοριστίας του, το παράπονο αυτό δεν μπορούσε να διερευνηθεί. Τα πρώτα γραπτά παράπονα, εν σχέσει με τη συμπεριφορά των εναγομένων αρ.1, υπεβλήθηκαν κατά το έτος 2012 και αφού αυτοί ανεκοίνωσαν πως δεν θα κατέβαλλαν τόκους στους κατόχους αξιογράφων (τεκμήριο 86). Κατ΄ακολουθίαν αυτών των παραπόνων, οι εναγόμενοι αρ.2 ενημέρωσαν τους εναγόμενους αρ.1 για την απόφασή τους να διεξαγάγουν σχετικό επιτόπιο έλεγχο (τεκμήριο 68). Τα αποτελέσματα του διεξαχθέντος αυτού ελέγχου καταγράφονται στη σχετική έκθεση (τεκμήριο 70). Επί τη βάσει των αποτελεσμάτων αυτών οι εναγόμενοι αρ.2 εξέδωσαν στις 26.9.2013 απόφαση (τεκμήριο 71). Ας σημειωθεί πως, επιπλέον των υψηλών ακαδημαϊκών και επαγγελματικών τους προσόντων (ο XXXXX Τρικούπης (Μ.Υ.6) είναι εγγεγραμμένος λογιστής στο Ινστιτούτο Λογιστών της Αγγλίας και Ουλλίας και μέλος του Συνδέσμου Λογιστών Κύπρου, ο XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.7) είναι μέλος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών του Ηνωμένου Βασιλείου/ ACCI) και της μακρόχρονης και ευδόκιμης υπηρεσίας τους, οι μάρτυρες αυτοί έπεισαν πως ασκούν τα καθήκοντά τους κατά τρόπον ανεξάρτητο και ανεπηρέαστο και κατεχόμενοι από αίσθημα ευθύνης. Μελέτη των ως άνω ενεργειών, στις οποίες προέβηκαν οι εναγόμενοι αρ.2, καταδεικνύει πως αυτές ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο του θεσμικού τους καθήκοντος να ασκούν εποπτικό έλεγχο επί των τραπεζικών ιδρυμάτων, ως ο Ν.144(Ι)/2007επιβάλλει. Αποδεικνύουν δε την επιμελή συμπεριφορά τους. Άλλωστε, η ουσία της σταθερά διατυπωθείσας και αιτιολογημένης θέσης του XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.7), σύμφωνα με την οποία η «εποπτεία» έχει την έννοια της επίβλεψης, δηλαδή της παροχής οδηγιών και κατευθυντηρίων γραμμών καθώς και του ελέγχου της σωστής εκτέλεσης των εργασιών αμέσως μόλις παραληφθεί ένα συγκεκριμένο παράπονο ή αμέσως μόλις εντοπισθεί μία συγκεκριμένη ατασθαλία, είναι λογική και εύλογη. Λογική και εύλογη είναι, επίσης, η θέση του μάρτυρος πως η «εποπτεία», δεν ταυτίζεται και, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να ταυτίζεται με έναν μικροσκοπικό και επί καθημερινής βάσης έλεγχο του τρόπου διεξαγωγής των εργασιών σε κάθε υποκατάστημα τραπεζικού ιδρύματος. Επί τη βάσει των ανωτέρω διαπιστώνεται πως η αιτία αγωγής η οποία αφορά στην εκ μέρους των εναγομένων αρ.2 επίδειξη αμέλειας και/ή παράβασης του θεσμικού καθήκοντος τους να ασκούν εποπτεία επί των εναγομένων αρ.1 απορρίπτεται ως αβάσιμη. Η αποτυχία της πλευράς των εναγόντων να τεκμηριώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της και να αποδείξει τις αιτίες αγωγής που προβάλλει οδηγεί την αγωγή σε απόρριψη. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ.1 και 2 και εναντίον των εναγόντων αρ.1, 2, 3 και
- (Υπ.) ........... Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο