← Κύπρος

ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ν. CHRIKAR TRADING COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1559/18, 21/1/2019

ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ν. CHRIKAR TRADING COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1559/18, 21/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1559/18 Μεταξύ: ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ, εκ Λιμνότοπος Πολυκάρπου Κιλκίς, 61200 Ελλάδα ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ -ΚΑΙ- CHRIKAR TRADING COMPANY LIMITED από Κιλκίς 18, Λατσιά, 2234 Λευκωσία ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Μυλωνάς Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Πετρίδης Ενδιάμεση Απόφαση Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η ενάγουσα εταιρεία (στο εξής «η ενάγουσα»), επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης εταιρείας (στο εξής «η εναγόμενη»), για το ποσό των €79.583,85 στη βάση υπολοίπου λογαριασμού και/ή ως αξία προϊόντων που αγοράστηκαν από την εναγόμενη και παραδόθηκαν σε αυτήν και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή ως αποζημίωση λόγω παράβασης συμφωνίας. Η επίδικη αίτηση Στις 12.06.18, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε το ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής, η ενάγουσα καταχώρησε, μονομερώς, και την επίδικη αίτηση, με την οποία επιδίωξε την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Α. Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται και/ή να εμποδίζονται οι Καθ' ων η αίτηση να πωλήσουν και/ή να υποθηκεύσουν και/ή να μεταβιβάσουν και/ή να διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπον να αποξενώσουν και/ή να επιβαρύνουν τα ακόλουθα ακίνητα, μέχρι της τελικής εκδικάσεως της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου μέχρι του ποσού των €120.000.00:

  1. Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/8XX1, στην Αλάμπρα, όλο το μερίδιο.
  2. Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1XXX2, στο Πύργο Λεμεσού, μερίδιο 1/
  3. Ακίνητο με αρ. εγγραφής 6/1XX6, στα Λατσιά, ½ μερίδιο.» Το Δικαστήριο, αφού ανέγνωσε το περιεχόμενο της επίδικης αίτησης, την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, καθώς επίσης και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν τεκμήρια, έκρινε ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν μπορούσε να αποδοθεί μονομερώς και διέταξε όπως η επίδικη αίτηση επιδοθεί. Η επίδικη αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στη Δ.48, θθ. 1‑ 9, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Κοινοδίκαιο, τη νομολογία, τις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου «Mareva» και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Την επίδικη αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Δέσποινας Χριστοδούλου, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την ενάγουσα, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από την τελευταία για να προβεί σε αυτήν. Αναφέρει, ακόμα, ότι προβαίνει στην ένορκη της δήλωση κατόπιν οδηγιών των διευθυνόντων συμβούλων της ενάγουσας, καθότι πρόκειται για πρόσωπα μόνιμους κατοίκους Ελλάδας, οι οποίοι δυσκολεύονταν να επισκεφθούν την Κύπρο για σκοπούς ετοιμασίας σχετικής ένορκης δήλωσης. Ως προς τη γνώση της αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, δηλώνει ότι γνωρίζει τούτα «άριστα», τόσο από τα στοιχεία που βρίσκονται στον φάκελο που διατηρεί η δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την ενάγουσα, όσο και από πληροφορίες που έλαβε από τους διευθύνοντες συμβούλους της τελευταίας. Επί της ουσίας της διαφοράς των μερών, αναφέρει ότι η εναγόμενη, σε διάφορες ημερομηνίες, προμηθευόταν ποσότητες τυροκομικών προϊόντων από την ενάγουσα και τούτο κατόπιν εντολών της πρώτης και για τις οποίες προμήθειες η τελευταία διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό. Ο εν λόγω λογαριασμός κοινοποιείτο στην εναγόμενη, η οποία ουδέποτε έφερε ένσταση για το εκάστοτε υπόλοιπο του. Στις 15.11.17, το υπόλοιπο του υπό συζήτηση λογαριασμού ήταν χρεωστικό, ανερχόμενο στο ποσό των €79.583,85, υπόλοιπο το οποίο, επίσης, κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη χωρίς τούτη να υποβάλει οποιανδήποτε ένσταση σε σχέση με αυτό. Η κοινοποίηση στην εναγόμενη του επίδικου λογαριασμού με το μόλις πιο πάνω αναφερόμενο χρεωστικό υπόλοιπο, έγινε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, εκτύπωση του οποίου (μαζί με αντίγραφο του λογαριασμού) επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Κατά την ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, η ενάγουσα όχλησε αρκετές φορές την εναγόμενη όπως ξοφλήσει τον υπό συζήτηση χρέος της, πλην όμως, η τελευταία αρνήθηκε ρητά να το πράξει. Ακολούθως, η κυρία Χριστοδούλου, αναφέρεται στα τρία ακίνητα της εναγόμενης (ως τούτα προσδιορίζονται στο επιζητούμενο διάταγμα), αναφέροντας και την εκτιμημένη αγοραία αξία ενός εκάστου τούτων (πρόκειται, κατά την ομνύουσα, για ακίνητα συνολικής αξίας €3.000.000, περίπου), συμπληρώνοντας, ωστόσο, ότι, στη βάση πληροφοριών που έλαβε, και τα τρία ακίνητα βαρύνονται με υποθήκες σε τραπεζικά ιδρύματα της Κύπρου. Η ομνύουσα για λογαριασμό της ενάγουσας ισχυρίζεται, ακόμα, ότι, περί τα τέλη Αυγούστου 2017, η ενάγουσα ενημερώθηκε από την εναγόμενη ότι συγκεκριμένος όμιλος εταιρειών επιθυμούσε να αγοράσει τις εργασίες της εναγόμενης (στο εξής «η αγοράστρια εταιρεία») και ερωτήθη κατά πόσο επιθυμούσε να συνεργαστεί με τον όμιλο αυτό. Η ενάγουσα απάντησε αρνητικά στη ρηθείσα πρόταση της εναγόμενης και απαίτησε όπως της καταβληθούν οι μέχρι τότε οφειλές της τελευταίας. Ακολούθως, η ενάγουσα ενημερώθηκε μέσω ανακοίνωσης στον τύπο (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση ως Τεκμήριο Β), ότι η αγοράστρια εταιρεία θα εξαγόραζε όλες τις δραστηριότητες της εναγόμενης, χωρίς ωστόσο η ενάγουσα να είναι γνώστης του ακριβούς περιεχομένου της συμφωνίας αυτής. Ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας της εναγόμενης με την αγοράστρια εταιρεία, η ενάγουσα έτυχε ενημέρωσης από άλλους πιστωτές της εναγόμενης και ειδικότερα ενημερώθηκε ότι, με βάση τη ρηθείσα συμφωνία, οι όποιες όφειλες της εναγόμενης προς πιστωτές της οι οποίοι δεν συμφώνησαν να συνεχίσουν να συνεργάζονται με την αγοράστρια εταιρεία (ως η ενάγουσα), θα παραμείνουν οφειλές της εναγόμενης και δεν θα αναληφθεί ευθύνη αποπληρωμή τους από τη αγοράστρια εταιρεία. Ενημερώθηκαν επίσης ότι η αγοράστρια εταιρεία θα αγοράσει όλο τον κύκλο εργασιών της εναγόμενης. Η ομνύουσα για λογαριασμό της ενάγουσας αναφέρει ακόμα ότι, στη βάση της μέχρι τώρα πληροφόρησης της ενάγουσας, είναι άγνωστο κατά πόσο η εναγόμενη έχει εισπράξει ή στην περίπτωση που δεν εισέπραξε ακόμα, το πότε θα εισπράξει το οποιοδήποτε τίμημα πώλησης της συμφωνίας πώλησης των εργασιών της. Στη βάση της ίδιας ενημέρωσης από τον έτερο πιστωτή της εναγόμενης (στον οποίο αναφορά έγινε ανωτέρω), η ενάγουσα πληροφορήθηκε επίσης ότι η πρώτη αποξένωσε τα μηχανοκίνητα οχήματα που ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματι της, πλην εκείνων τα οποία βαρύνονται με συμφωνία ενοικιαγοράς. Θέτοντας ως θεμέλιο τα πιο πάνω, η ομνύουσα για λογαριασμό της εναγόμενης ισχυρίζεται ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, καθότι πληρούνται, ως είναι η θέση της, οι από του νόμου και τη νομολογία προβλεπόμενες προϋποθέσεις, ισχυριζόμενη, επίσης, ότι, στην περίπτωση που δεν εκδοθεί τούτο, η ενάγουσα, αν και εφόσον επιτύχει η παρούσα αγωγή της, θα αδυνατεί να εκτελέσει την όποια υπέρ της απόφαση. Η ένσταση Η εναγόμενη, αφού της επιδόθηκε η επίδικη αίτηση, στις 4.10.18 καταχώρησε την Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ενστάσεως (στο εξής «η ένσταση»), με λόγους ένστασης, επί του κυρίως σώματος της, τους ακόλουθους: «(α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλει ο νόμος και η νομολογία, ως προς την έκδοση Προσωρινών Απαγορευτικών Διαταγμάτων και/ή δεν πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα η Αίτηση να παραμείνει μετέωρη και να υπόκειται σε απόρριψη, συμπαρασύροντας, ταυτόχρονα, το Διάταγμα σε ακύρωση. (β) Η εξασφάλιση που οι Ενάγοντες επιζητούν με την Αίτηση τους για το ποσό των €120.000,00, είναι, παντελώς, αναιτιολόγητη και/ή αυθαίρετη και/ή αστήρικτη. (γ) Η επιχειρούμενη από τους Ενάγοντες δέσμευση 3 ακινήτων των Εναγομένων συνιστά υπέρμετρη και καταπιεστική εξασφάλιση. (δ) Οι Ενάγοντες - Αιτητές ουδεμία εκκαθαρισμένη απαίτηση έχουν εναντίον των Εναγομένων, για να δικαιούνται σε δέσμευση της περιουσίας τους. Αντίθετα, η απαίτηση των Εναγόντων αμφισβητείται, καλόπιστα, από τους Εναγόμενους και περί τούτου θα προβάλουν τη θέση τους στο Δικαστήριο, κατά την καταχώρηση της Υπεράσπισης τους. (ε) Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, αφού οι Ενάγοντες έχουν επιδώσει άλλο δικαστικό διάβημα προς τους Εναγόμενους, ημ. 29/1/2018, με τίτλο «Ενώπιον παντός Αρμοδίου Δικαστηρίου και Αρχής Εξώδικη Δήλωση - Διαμαρτυρία - Πρόσκληση», προερχόμενο εξ Ελλάδος. (στ) Η Αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες είχαν πληροφόρηση και γνώριζαν όλες τις παραμέτρους της Συμφωνίας των Εναγομένων με την Εταιρεία Argosy Trading Company Ltd, από τον Αύγουστο 2017 και ουδέν έπραξαν. (ζ) (Ι) Οι Ενάγοντες - Αιτητές, σκόπιμα, έχουν παρερμηνεύσει ενώπιον του Δικαστηρίου το Τεκμήριο «Β», δημοσίευση στην εφημερίδα, ημ. 21/11/2017, παρουσιάζοντας την ως νεοφανή για τους ίδιους είδηση, ενώ οι ίδιοι γνώριζαν περί της συγκεκριμένης στο δημοσίευμα Συμφωνίας, τουλάχιστον, από τον Αύγουστο του
  4. (ΙΙ) Περαιτέρω, οι Ενάγοντες έχουν παρερμηνεύσει στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση τα όσα εκτίθενται στο Τεκμήριο «Β», ισχυριζόμενοι, ότι, μετά την ολοκλήρωση της Συμφωνίας - εξαγοράς, τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση θα μεταβιβαστούν στην εταιρεία που θα τους εξαγοράσει, ενώ, κάτι τέτοιο, ούτε ισχύει, αλλά ούτε αναφέρεται στο Τεκμήριο «Β», στο οποίο η αναφορά είναι ξεκάθαρη, ήτοι «Ανακοίνωση για την απόκτηση των εργασιών της Chrikar Trading Co. Ltd από την Argosy Trading Company Ltd». Συνεπακόλουθα, από την αναφερόμενη Συμφωνία, όχι μόνο δεν θα βρεθούν σε δυσμενή θέση οι Πιστωτές της Εναγομένης, αλλά σε πολύ καλύτερη. (ΙΙΙ) Δια της Συμφωνίας που έχει συνομολογήσει η Εναγομένη με την Εταιρεία Argosy Trading Company Ltd και την οποία η Εναγομένη αποκαλύπτει, προκύπτει, ότι καμία ζημιά και/ή κίνδυνος υφίσταται δια τους Ενάγοντες. (η) Δεν είναι ούτε δίκαιο, ούτε εύλογο, αλλά ούτε και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. (θ) Η διαφορά των διαδίκων είναι οικονομικής φύσεως και ως τέτοια αποτιμάται σε χρήμα. Οι Εναγόμενοι, ως καθ' όλα φερέγγυα εταιρεία, με έδρα την Κύπρο, είναι σε θέση να καταβάλει και/ή να εξοφλήσει τα οποιαδήποτε εκκαθαρισμένα, δυνάμει δικαστικής απόφασης, ποσά. Συνεπακόλουθα, ουδείς νομικός λόγος υφίσταται για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων. (ι) Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία και/ή νόμω αβάσιμη.» Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Κάρουλα, ενός εκ των διευθυντών της εναγόμενης. Σε αυτήν, αφού δηλώνει εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη να προβεί στην ένορκη δήλωσή του και ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, καθώς επίσης και ότι, οι όποιες αναφορές του σε νομικά ζητήματα γίνονται κατόπιν σχετικής συμβουλής που έλαβε από τους συνηγόρους της εναγόμενης, ούτε λίγο, ούτε πολύ, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ως Τεκμήριο 1, επισυνάπτεται η συμφωνία μεταξύ της εναγόμενης και της αγοράστριας εταιρείας, ως Τεκμήρια 2 και 3, αντίγραφα των ειδικώς οπισθογραφημένων Κλητήριων Ενταλμάτων των αγωγών 4326/17 και 4325/17, ως Τεκμήριο 4, Εξώδικη Δήλωση ‑ Διαμαρτυρία ‑ Πρόσκληση, την οποία η ενάγουσα υπέβαλε στην Ελλάδα δυνάμει, προφανώς, της σχετικής εκεί νομοθεσίας και ως Τεκμήριο 5, εκτύπωση ηλεκτρονικού μηνύματος που απεστάλη από αντιπρόσωπο του Οργανισμού Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων (οργανισμός ασφάλισης με τον οποίο συμβλήθηκε η ενάγουσα αναφορικά με τις επίδικες συναλλαγές της παρούσας αγωγής), προς τον ομνύοντα για λογαριασμό της εναγόμενης. Στη βάση του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, αποτελεί θέση της εναγόμενης ότι η ενάγουσα προωθεί ήδη άλλη δικαστική διαδικασία για σκοπούς εξασφάλισης απόφασης εναντίον της εναγόμενης (στη βάση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4, ανωτέρω) και ότι, η ενάγουσα επιδιώκει να τύχει αποζημίωσης για το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο από την εναγόμενη επίδικο ποσό μέσω συγκεκριμένου οργανισμού ασφάλισης (στη βάση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 5, ανωτέρω), αμφότερες ενέργειες που καθιστούν, κατά τον ομνύοντα για λογαριασμό της εναγόμενης, την προώθηση της παρούσας αγωγής και κατ' επέκταση και της επίδικης αίτησης ως κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και/η ως ανεπίτρεπτη ενέργεια. Τα Κλητήρια Εντάλματα, τεκμήρια 2 και 3, επισυνάπτονται υπό μορφή θεμελίου για το επιχείρημα ότι οι ενάγοντες των δύο αγωγών στα οποία αφορούν, συνέπραξαν με την ενάγουσα της παρούσας αγωγής και αρνήθηκαν να συνεργαστούν με την αγοράστρια εταιρεία προκαλώντας, έτσι, οικονομική ζημιά στην εναγόμενη. Τέλος, στη βάση του περιεχομένου της συμφωνίας πώλησης των εργασιών της εναγόμενης, τεκμήριο 1, εδράζεται το επιχείρημα ότι η ενάγουσα είναι, πλέον, σε πολύ καλύτερη θέση (ως κατ' ισχυρισμό πιστωτής της εναγόμενης) από ότι ήταν πριν τη συνομολόγηση της. Ακροαματική διαδικασία Στις 23.11.18, όταν και η επίδικη αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, αμφότεροι οι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, υιοθετώντας, έκαστος το περιεχόμενο της αγόρευσης του. Επίσης, κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την επίδικη αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε, ούτε και καταχωρήθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από οποιανδήποτε πλευρά. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο διάδικος που ζητά το προσωρινό διάταγμα δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα, το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  5. Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ο σκοπός ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι βασικά η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως αυτή είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Αναφορικά, τώρα, με τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, περιορίζομαι να επισημάνω πως οι πρόνοιες τους ρυθμίζουν ειδικά τις περιπτώσεις που εκεί αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των παραγόντων που υπέχουν σημασίας για το κατά πόσο θα εκδοθεί ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, βλέπε Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 AAΔ 557, Αcropolo Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 AAΔ σελ. 38, Νational Bank of Greece v. Matovia [1987] 1 AAΔ.303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή [1989] 1 ΑΑΔ(Ε) 152 και Α.Β.Ρ. Ηοldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων [1994] 1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων [1995] 1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd [1996] 1 AAΔ.799, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη [1989] 1 (Ε) ΑΑΔ 152, Α. Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου και ΄Αλλοι [1996]1 ΑΑΔ 253, Αντωνία Παναγίδου και άλλων ν. Μάριος Παναγίδου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396, Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνικ. Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 785, Χ. Κουνούνας ν. G. & A. Simons Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, Larticon Vo. v. Dedergenta Development Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1121. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της κυρίως διαδικασίας, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225 και Πολ. Εφ. Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 12.09.2018). Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο πιο πάνω σχετικό με αυτή νομικό πλαίσιο Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης, κρίνω απαραίτητο να σημειώσω ότι, αναφορικά με τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, η εναγόμενη προβάλλει ότι η ενάγουσα, με το μαρτυρικό υλικό που προσκόμισε προς υποστήριξη της, δεν κατάφερε να ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση και δη ότι, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Ως προς τις δύο πρώτες προϋποθέσεις, παρά την αντίθετη αναφορά στους λόγους ένστασης (α) και (δ), η εναγόμενη, με τα όσα σχετικά προβάλλει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν αμφισβητεί ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 ικανοποιούνται. Επί του προκειμένου, στη παράγραφο 8 (ε) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται ρητά ότι, στη βάση του δεδομένου ότι, στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, ούτε και επιλέγει εκδοχές, η εναγόμενη κρίνει μη απαραίτητο να προβάλει ισχυρισμούς προς υπεράσπισή της ή για να δικαιολογήσει δικαίωμά της για ανταπαίτηση. Σε συμφωνία με τη θέση αυτή της εναγόμενης, και το Δικαστήριο θεωρεί ότι, στη βάση της προσκομισθείσας από πλευράς της ενάγουσας μαρτυρίας, αλλά και των δικογραφημένων θέσεών της, η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι όντως εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. Ας μην λησμονείται ότι, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιεσδήποτε τελικές κρίσεις ως προς τη διαφορά των μερών, ούτε και προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των ενόρκως δηλούντων και ότι αντικρίζει τη μαρτυρία του αιτητή στην όψη της, και ειδικότερα ως προς το κατά πόσο τούτη χαρακτηρίζεται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, στο πλαίσιο, πάντα, της καθοδήγησης που παρέχεται από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε Πολιτική Έφεση Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 15/09/18). Κατά συνέπεια, όλοι οι λόγοι ένστασης θα αντικριστούν ως επικουρικοί της βασικής ένστασης της εναγόμενης που θέλει την ενάγουσα να μην απέδειξε ότι τυχόν μη έκδοση του επιζητούμενου διατάγματος θα προκαλέσει σε αυτήν ανεπανόρθωτη ζημιά, πλην φυσικά των λόγων εκείνων που άπτονται ζητημάτων έξω από τα πλαίσια των προνοιών του άρθρου 32, οι οποίοι και θα εξεταστούν ατομικά. Καθηκόντως, φυσικά, το Δικαστήριο (στη περίπτωση που κατά τα λοιπά θα κριθεί ότι οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν) θα εξετάσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στη βάση των ανωτέρω, έχοντας συνεχώς κατά νου, από τη μια, όλους, ανεξαιρέτως, τους λόγους ένστασης, ως τούτοι εμφαίνονται στο κυρίως σώμα της ένστασης και ως τούτοι επεξηγούνται στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, και από την άλλη τα όσα η ενάγουσα έθεσε υπό μορφή μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η ενάγουσα κατάφερε να ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του νόμου 14/
  1. Προτού αιτιολογήσω τη μόλις πιο πάνω αναφερόμενη κρίση μου, σημειώνω ότι η Εξώδικη Δήλωση ‑ Διαμαρτυρία ‑ Πρόσκληση (Τεκμήριο 4 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση), δεν αποτελεί, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαστική διαδικασία με την οποία η ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης στη βάση των επίδικων γεγονότων της παρούσας αγωγής. Ενδεικτικό τούτου, είναι το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 και ειδικότερα αυτό της παραγράφου Γ, στην τελευταία σελίδα τούτου, όπου, με πλήρη σαφήνεια, δηλώνεται ότι η όποια νομική ενέργεια διεκδίκησης των δίκαιων αξιώσεων της ενάγουσας θα ακολουθήσει της επιδόσεως του τεκμηρίου
  2. Δεν φαίνεται, στη βάση των όσων η εναγόμενη ισχυρίζεται μέσω της ένστασης της, να της έχει επιδοθεί οποιαδήποτε νομική ενέργεια διεκδίκησης αξιώσεων από την ενάγουσα ή, έστω, να είναι γνώστης προώθησης μιας τέτοιας διεκδίκησης από πλευράς της ενάγουσας. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται θέμα, πάντα σε σχέση με το Τεκμήριο 4 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, κατάχρησης, από πλευράς της ενάγουσας των δικαστικών διαδικασιών. Αναφορικά τώρα με το Τεκμήριο 5 και δη την επιστολή που απεστάλη από τον Οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων προς τον ενόρκως δηλούντα για λογαριασμό της εναγόμενης, περί προώθησης διαδικασίας από πλευράς της ενάγουσας για αποζημίωση της από τον ρηθέντα οργανισμό (σε σχέση με την επίδικη απαίτηση της εναντίον της εναγόμενης), είμαι της γνώμης ότι το γεγονός αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο στην ενάγουσα για να προωθεί την παρούσα αγωγή και κατά συνέπεια και την επίδικη αίτηση. Και τούτο γιατί, στη βάση των όσων, μέχρι στιγμής, έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας, παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο αν τυχόν η όποια σύμβαση διέπει τις σχέσεις της ενάγουσας με τον ρηθέντα οργανισμό, αποκλείει την ενάγουσα από το δικαίωμα της να διεκδικεί τις όποιες αποζημιώσεις από την εναγόμενη, αλλά και το κατά πόσο, στην περίπτωση που δεν απαγορεύεται σε αυτήν να ενεργεί τοιουτοτρόπως, υποχρεούται να καταβάλει προς τον οργανισμό οποιοδήποτε ποσό, το οποίο της κατεβλήθη από τον τελευταίο. Άγνωστο, επίσης, παρέμεινε και το κατά πόσο, εν τέλει, ο οργανισμός αποζημίωσε την ενάγουσα. Με δεδομένο, δε, ότι, η απαίτηση της ενάγουσας από τον ρηθέντα οργανισμό δεν αποτελεί δικαστική διαδικασία, δεν είναι δυνατόν να τίθεται θέμα κατάχρησης δικαστικών διαδικασιών. Κρίνω, ακόμα, αναγκαίο να σημειώσω, σχετικά, ότι, κανένας εκ των λόγων ένστασης που αναφέρονται στο κυρίως σώμα της ένστασης δεν άπτεται του υπό συζήτηση ζητήματος και κατά συνέπεια, τούτο (το υπό συζήτηση ζήτημα) δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για απόρριψη της επίδικης αίτησης. Ερχόμενος τώρα στη τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, η βασική θέση της εναγόμενης ότι συνεπεία της συμφωνίας της με την αγοράστρια εταιρεία, η ενάγουσα θα βρεθεί σε καλύτερη θέση απ' ό,τι βρισκόταν προ της συνομολόγησης της ρηθείσας συμφωνίας, με κάθε σεβασμό προς τη σχετική εισήγηση, τούτη δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από το ενώπιον του Δικαστηρίου, σχετικό με αυτή, μαρτυρικό υλικό. Προβάλλεται δε με εντελώς αυθαίρετο τρόπο. Συναφώς, ως προκύπτει από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, το κατά πόσο η εναγόμενη έχει ή όχι εισπράξει το τίμημα πώλησης των εργασιών της, παρέμεινε άγνωστο. Άγνωστο επίσης παραμένει και το κατά πόσο, στην περίπτωση που το εισέπραξε, κατέχει τούτο ή αν το αποξένωσε. Το περιεχόμενο της συμφωνίας της εναγόμενης με την αγοράστρια εταιρεία προσδιορίζει γενικώς το τίμημα πώλησης, με ειδική αναφορά ότι το ποσό των €100.000 είναι πληρωτέο κατά τη μέρα συνομολόγησης της συμφωνίας (η οποία υπεγράφη στις 2.08.17), ενώ το ποσό των €4.000.900, θα καταβαλλόταν στην εναγόμενη κατά τη μέρα της μεταβίβασης των εργασιών της τελευταίας προς την αγοράστρια εταιρεία, η οποία μέρα μεταβίβασης προσδιορίζεται στην ερμηνευτική παράγραφο 1.
  3. της συμφωνίας, ως ημερομηνία που αποκλείεται να είναι μεταγενέστερης της 15.09.
  4. Παρά τις αναφορές αυτές, και παρά το γεγονός ότι η ένσταση καταχωρήθηκε στις 04.10.18 και δη πέραν του ενός έτους μετά την πάροδο των πιο πάνω ημερομηνιών, εντούτοις παρέμεινε εντελώς άγνωστο το κατά πόσο η εναγόμενη εισέπραξε το τίμημα πώλησης και αν ναι, αν κατέχει τούτο. Επί του ιδίου θέματος, σε συμφωνία με τον συνήγορο της ενάγουσας (σχετική αναφορά γίνεται στη γραπτή αγόρευσή του), το περιεχόμενο της συμφωνίας της εναγόμενης με την αγοράστρια εταιρεία δεν επιβεβαιώνει την προβαλλόμενη, υπό συζήτηση, θέση της εναγόμενης. Τουναντίον, κρίνεται υποστηρικτικό της σχετικής, αντίθετης, εισήγησης της ενάγουσας, που θέλει τη ρηθείσα συμφωνία να φέρνει την ενάγουσα σε δυσμενέστερη, από ότι ήταν πριν τη συνομολόγηση της συμφωνίας, θέση, μιας και, στη βάση του (του περιεχομένου της συμφωνίας για πώληση των εργασιών της εναγόμενης), οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι οι εργασίες της εναγόμενης πωλούνται εξαιρουμένων των όποιων οφειλών της προς τρίτους, καθώς επίσης ότι, η αγοράστρια εταιρεία δεν θα αναλάβει την αποπληρωμή των υφιστάμενων πιστωτών της εναγόμενης, και δη των πιστωτών που δεν θα συνεχίσουν τη συνεργασία τους με την αγοράστρια εταιρεία. Με δεδομένη την πώληση όλων ανεξαιρέτως των εργασιών της εναγόμενης προς την αγοράστρια εταιρεία και εν απουσία σαφούς ή έστω επαρκούς μαρτυρίας από πλευράς της εναγόμενης που να υποστηρίζει τη θέση ότι τούτη (η εναγόμενη) συνεχίζει να διεξάγει εργασίες, οποιασδήποτε μορφής, οι οποίες της επιφέρουν έσοδα, κρίνω ότι, στον βαθμό που τούτο απαιτείται σε διαδικασία ως η υπό εξέταση, η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Και τούτο γιατί, έστω και αν η θεραπεία που επιζητείται με την αγωγή αφορά σε απαίτηση χρημάτων, με βάση το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, πάντα στην όψη του και χωρίς να γίνεται επιλογή εκδοχών από πλευράς του Δικαστηρίου, η εναγόμενη δεν φαίνεται να είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής (βλέπε, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Poltava Petroleum v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301, Marketrends (Capital Market) Ltd ν. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759 και Spider Trade Co. Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1759). Των πιο πάνω δεδομένων, αλλά και των όσων θα προσθέσω ευθύς αμέσως, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η σχετική μαρτυρία της ενάγουσας που θέλει τα ακίνητα της εναγόμενης να βαρύνονται με υποθήκες σε τραπεζικά ιδρύματα δεν αμφισβητείται ουσιωδώς. Κανένας, αντίθετος, θετικός, ισχυρισμός δεν προβάλλεται και ο ομνύοντας για λογαριασμό της εναγόμενης περιορίζεται στο να υποδείξει το μέρος εκείνο της σχετικής παραγράφου της ένορκης δήλωσης για λογαριασμό της ενάγουσας που παραδέχεται, το οποίο δεν αφορά στον υπό συζήτηση ισχυρισμό της ενάγουσας. Από την άλλη, όμως, σε συμπόρευση με τα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση ισχυρίζεται ότι τα ακίνητα αυτά είναι αναγκαία για να τύχουν χρήσης (προφανώς υποθήκευσης) από την εναγόμενη για περαιτέρω δανεισμό της από τράπεζες για κάλυψη της αναγκαίας ρευστότητας για τις καθημερινές της δραστηριότητες. Πρώτο, με τη θέση αυτή, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση παραδέχεται, στην ουσία, ότι η επίδικη περιουσία της εναγόμενης θα είναι δύσκολο στο μέλλον να αποτελέσει το μέσο για εκτέλεση της οποιασδήποτε ενδεχόμενης απόφασης υπέρ της ενάγουσας στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, αφού θα τύχει περαιτέρω υποθήκευσης σε τραπεζικά ιδρύματα. Δεύτερο, η θέση αυτή ελέγχεται ως προς την ορθότητα της, αφού ως βάση της τίθεται η «αναγκαία ρευστότητα για τις καθημερινές δραστηριότητες της εναγόμενης», οι οποίες, ωστόσο, δραστηριότητες, αν υφίστανται, παρέμειναν άγνωστες στο Δικαστήριο, με δεδομένη την πώληση όλων ανεξαιρέτως των εργασιών της προς την αγοράστρια εταιρεία και την απουσία άλλης σχετικής μαρτυρίας από πλευράς της εναγόμενης. Με όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα ως δεδομένα, θεωρώ ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, μιας και το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της Ενάγουσας. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η Αίτηση. Έχοντας, ωστόσο, κατά νου, από τη μια, ότι η συνολική αξία των τριών ακινήτων κυμαίνεται (στη βάση των αναφορών των μερών) μεταξύ €2.000.000 - €3.000.000, με άγνωστο το ποσό για το οποίο έχουν ήδη υποθηκευτεί (αν όντως κάτι τέτοιο συνέβη) και από την άλλη ότι η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας αφορά στο ποσό των €79.583,85, πλέον τόκους και έξοδα, ακολουθώντας τον τρόπο δράσης (με τον οποίο συμφωνώ) του Π.Ε.Δ. Στ. Ναθαναήλ (ως ήταν τότε) στην αγωγή 1308/2006 μεταξύ Alpha Bank Limited v. Reliable Motor Cars (Nicosia) Ltd, απόφαση ημερομηνίας 14.02.2006, δίδεται η δυνατότητα στην εναγόμενη να καταθέσει τραπεζική εγγύηση ή άλλη εγγύηση στην ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή για το ποσό των €120.000,00 (που υπερκαλύπτει το αξιωμένο ποσό, τόκους και έξοδα), οπότε και το απαγορευτικό διάταγμα θα θεωρείται ως αυτομάτως ακυρωθέν με την κατάθεση της πιο πάνω εγγύησης. Εναλλακτικά, η εναγόμενη μπορεί να υποδείξει οποιοδήποτε ακίνητο, είτε από τα δεσμευμένα, είτε άλλο, αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των €120.000,00 προς αντικατάσταση των δεσμευμένων με το εκδοθέν διάταγμα ακινήτων, κατόπιν σχετικής προς τούτο αίτησης της. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανένα λόγω γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.