← Κύπρος

Astrobank Limited ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 357/16, 5/3/2019

Astrobank Limited ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 357/16, 5/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 357/16 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, και τους τροποποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 155(Ι)2013, Άρθρα 80, 81 και 85 και Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965), μέχρι (Αρ. 10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ Μεταξύ: Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ) Εφεσείοντες - Αιτητές και

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
  2. Cyproperties Constructions Ltd (HE 76527) υπό εκκαθάριση, διά του Εκκαθαριστή της,
  3. Cyproperties Developments & Constructions Ltd (HE 272442)
  4. XXXXX Μάρκου Εφεσίβλητοι - Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 5 Μαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντες: κ. Μ. Μενελάου Για Εφεσίβλητο 1: κα Μ. Τσαγκάρη Για Εφεσίβλητους 2: κα Μ. Εφραίμ Για Εφεσίβλητους 3: Καμία εμφάνιση Για Εφεσίβλητο 4: κα Ε. Κυπριανού ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Έφεση οι Εφεσείοντες εφεσιβάλλουν την Απόφαση του Εφεσίβλητου 1 η οποία περιέχεται στην Ειδοποίηση του ημερομηνίας 18.7.16 με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 494/2015 (τεκμήριο Α) και αιτούνται: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου δια της οποίας να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή άνευ οποιουδήποτε νομικού και/ή δεσμευτικού αποτελέσματος και/ή δια της οποίας το Δικαστήριο να προβεί στην ακύρωση της Απόφασης του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 18/7/2016 με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 494/2015, Τεκμήριο Α της παρούσας. Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 18/7/2016 με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 494/2015, Τεκμήριο Α της παρούσας, με την οποία ειδοποιεί για την μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του Εφεσίβλητου/Καθ'ου η Αίτηση 4 δυνάμει σύμβασης ενώ το ακίνητο βαρύνεται από τις υποθήκες Υ10146/2002 και Υ2430/2004 προς όφελος και/ή εξασφάλιση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας. Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Διευθυντή, ταυτόχρονα με την απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/10651 (με προηγούμενο αρ. εγγραφής Ε1617), τεμ. 1462, φύλλο 21, σχέδιο
  5. W. I, στην ενορία Παναγίας, Λευκωσίας από τις υποθήκες με αρ. Υ10146/2002 και Υ2430/2004, να προβεί στην μεταφορά των υποθηκών υπ' αρ. Υ10146/2002 και Υ2430/2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας που έχουν εγγράφει προς όφελος της Εφεσείουσας/Αιτήτριας στο ακίνητο ιδιοκτησίας της Εφεσίβλητης/Καθ'ης η Αίτηση 3 με αρ. τίτλου 2/1XX1, φύλλο/σχέδιο 21-XX-W1,1XX7, στον Άγιο Δομέτιο, Λευκωσίας.» Οι λόγοι Έφεσης συνοψίζονται ως ακολούθως:
  6. Η επίδικη Απόφαση του Εφεσίβλητου 1 στη βάση των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965(όπως τροποποιήθηκε με το Ν.139(Ι)/2015), παραβιάζει τα άρθρα 25, 23

(1), 23
(2)και 23
(4)και 26 του Συντάγματος.
  1. Η επίδικη Απόφαση είναι παράνομη διότι προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο Ν.39/
  2. Ο Εφεσίβλητος 1, ενώ είχε ενώπιον του τα προαπαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση της αίτησης των Εφεσειόντων για μεταφορά των Υποθηκών Υ10146/2002 και Υ2430/2004 που έχουν εγγραφεί προς όφελος των Εφεσειόντων επί της ακίνητης περιουσίας με αρ. Εγγρ. Ο/1XXX1 (προηγούμενος αρ. Εγγρ. Ε1XX7), τεμ. 1XX2 στην Ενορία Παναγίας στη Λευκωσία και μεταφοράς αυτών στο ακίνητο των Εφεσίβλητων 3 με αρ. τίτλου 2/1XX1 στον Άγιο Δομέτιο, Λευκωσίας, αδικαιολόγητα και αυθαίρετα απέρριψε το αίτημα των Εφεσειόντων. Η σχετική απόφαση του Εφεσίβλητου 1 πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας.
  3. Ο Εφεσίβλητος 1 αποφάσισε να προβεί στην απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγρ. 0/1XXX1 τεμ. 1XX2 από τις Υποθήκες Υ10146/2002 και Υ2430/2004 και ενέκρινε τη μεταβίβαση του επ' ονόματι του αγοραστή Εφεσίβλητου 4, χωρίς να προσμετρήσει όλους τους συναφείς παράγοντες και τις προβλεπόμενες από τους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015 (ΚΔΠ 298/15), όπως το ποσό του υπόλοιπου χρέους, τις εκθέσεις εκτίμησης και την αξία των εγγεγραμμένων υφιστάμενων εμπράγματων βαρών που βαρύνουν το ακίνητο.
  4. Ο Εφεσίβλητος 1 έλαβε την επίδικη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ακίνητο στο οποίο οι Εφεσείοντες αιτούντο τη μεταφορά των υποθηκών, βαρύνετο με άλλη υποθήκη, χωρίς να λάβει υπόψη, ως όφειλε, την αξία της υφιστάμενης υποθήκης.
  5. Η επίδικη απόφαση του Εφεσίβλητου 1 είναι εσφαλμένη διότι παραγνώρισε το γεγονός ότι η εξασφάλιση των Εφεσειόντων με τις Υποθήκες Υ10146/2002 και Υ2430/2004 θα έπρεπε να διασφαλισθεί και/ή εξασφαλισθεί και/ή εκτελεσθεί η μεταφορά των εν λόγω Υποθηκών, ως η σχετική δυνατότητα που προνοεί το άρθρο 44ΚΒ
(4)του Μέρους VIB του Ν.9/1965 ως τροποποιήθηκε. 7. Η επίδικη Απόφαση είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη, στηρίζεται σε πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και των νομικών κριτηρίων που θέτει το άρθρο 44ΚΒ
(4)του Μέρους VIB του Ν.9/1965 και ο Κανονισμός 8 της ΚΔΠ 298/15, με αποτέλεσμα οι Εφεσείοντες να πλήττονται ανεπανόρθωτα και/ή να κινδυνεύουν να παραμείνουν ανεξασφάλιστοι οφειλέτες, σε βάρος των συμφερόντων τους, σε σχέση με τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις που ήδη εισπράχθηκαν από τους Εφεσίβλητους
  1. Η Έφεση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Στράτη ημερομηνίας 12.8.16, υπαλλήλου της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ - Εφεσειόντων, η οποία, σύμφωνα με ειδοποίηση στον Φάκελο του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.4.17, έχει αλλάξει το όνομα της σε Astrobank Limited από τις 30.3.
  2. Ανέφερε ότι η σχέση των Εφεσείοντων με τους Εφεσίβλητους 2 άρχισε από τον Φεβρουάριο του 2002 με την παροχή σ' αυτούς πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου Τακτής Προθεσμίας. Στις 29.10.02 δόθηκαν στους Εφεσίβλητους 2 περαιτέρω πιστωτικές διευκολύνσεις δηλαδή αυξήθηκε το όριο υπεραναλήψεως του τρεχούμενου λογαριασμού στο ποσό των €256.290,21, παραχωρήθηκε δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των €2.802.106,36 και εγγυητικές επιστολές που θα δίδονταν για σκοπούς έκδοσης τίτλου (τεκμήριο 1). Προς εξασφάλιση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων, οι Εφεσίβλητοι 2 παραχώρησαν προς όφελος των Εφεσειόντων την Υποθήκη Υ10146/2002 ημερομηνίας 31.10.02 για ποσό ΛΚ350.000, πλέον τόκους, επί του ακινήτου με αρ. Εγγρ. Ε1617, τεμ. 1462 στην Παναγιά, Επαρχίας Λευκωσίας, ιδιοκτησίας των Εφεσίβλητων 2 (τεκμήριο 2). Τον Μάρτιο 2004, οι Εφεσείοντες παραχώρησαν προς όφελος των Εφεσίβλητων 2 επιπλέον πιστωτικές διευκολύνσεις, δηλαδή αύξησαν το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού σε €854.300,72 (τεκμήριο 3). Προς περαιτέρω εξασφάλιση των Εφεσειόντων, οι Εφεσίβλητοι 2 παραχώρησαν την Β σειράς Υποθήκη Υ2430/2004 για το ποσό των ΛΚ76.000 πλέον τόκο, επί του πιο πάνω ακινήτου με αρ. Εγγρ. Ε1617, τεμ. 1462 (τεκμήριο 4). Στις 24.9.10 οι Εφεσείοντες ενέκριναν τροποποιήσεις των πιστωτικών διευκολύνσεων (τεκμήριο 5). Προς περαιτέρω εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στους Εφεσίβλητους 2, οι Εφεσίβλητοι 3 παραχώρησαν εγγύηση για το ποσό των €160.000 (τεκμήριο 6) και θα κάλυπτε όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εγκρίθηκαν από τους Εφεσείοντες στις 24.9.
  3. Οι Υποθήκες Υ10146/2002 και Υ2430/2004 θα συνέχιζαν να εξασφαλίζουν όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβαν οι Εφεσίβλητοι
  4. Ενόψει του ότι οι λογαριασμοί των Εφεσίβλητων 2 παρουσίαζαν καθυστερήσεις, οι Εφεσείοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 8.3.12, τερμάτισαν τις πιστωτικές διευκολύνσεις των Εφεσίβλητων 2 και αφού προηγήθηκαν προειδοποιητικές επιστολές (τεκμήρια 7 και 8). Στις 16.10.14 οι Εφεσείοντες καταχώρισαν την αγωγή 5528/14 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με την οποία αξιώνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών των Εφεσίβλητων 2, ως και Διάταγμα Εκποίησης του πιο πάνω ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο των Υ10146/2002 και Υ2430/
  5. Στις 22.1.16 εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης 882/14 Διάταγμα Εκκαθάρισης των Εφεσίβλητων 2 και η περιουσία τους περιήλθε στα χέρια του Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή τους (τεκμήριο 10Ε). Στις 2.6.16, οι Εφεσείοντες έλαβαν Ειδοποίηση Τύπου «ΙΕ» ημερομηνίας 27.5.16, δυνάμει του άρθρου 44ΚΒ του Ν.9/1965, για υποβολή ένστασης εντός 45 ημερών στη μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. Εγγρ. 0/10651, τεμ. 1462, επ' ονόματι του Εφεσίβλητου 4 ή να προβούν σε αίτηση μεταφοράς της εξασφάλισης που κατέχουν στο εν λόγω ακίνητο, σε άλλο ακίνητο που ήθελε υποδείξουν στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας (τεκμήριο 9). Όπως προκύπτει από έρευνα (τεκμήριο 10Α), οι Εφεσείοντες κατείχαν προνομιούχο πρώτη θέση, σε περίπτωση εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, εφόσον οι εν λόγω Υποθήκες είναι προγενέστερες και προηγούντο όλων των εγγεγραμμένων επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένου και του ΠΩΕ 727/04 που καταχωρίστηκε στις 15.3.
  6. Οι Εφεσείοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 6.7.16 προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, προέβαλαν την ένσταση τους στην υλοποίηση της μεταβίβασης στον Εφεσίβλητο 4 και ταυτόχρονα αιτήθηκαν τη μεταφορά των Υποθηκών Υ10146/2002 και Υ2430/2004 επί του ακινήτου Ε1617 τεμ. 1462, ιδιοκτησίας των Εφεσίβλητων 2, στο ακίνητο με αρ. Εγγρ. 2/1531, τεμ. 1447 ιδιοκτησίας των Εφεσίβλητων 3, ως εγγυητές των Εφεσίβλητων 2, οι οποίοι έχουν ήδη τεθεί υπό εκκαθάριση (τεκμήριο 10). Προς τούτο επεσύναψαν όλα τα αναγκαία έγγραφα για σκοπούς εξέτασης και τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά των Υποθηκών (τεκμήρια 10Α - 10Ε). Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας απέστειλε στους Εφεσείοντες επιστολή ημερομηνίας 18.7.16 (τεκμήριο 11), η οποία παραλήφθηκε στις 21.7.16 και ενημέρωσε τους Εφεσείοντες ότι η αίτηση μεταφοράς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επειδή το ακίνητο με αρ. Εγγρ. 2/1531, τεμ. 1447, επιβαρύνεται με άλλη υποθήκη. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες, καταχώρισαν την παρούσα Έφεση με βάση το άρθρο 51 του Ν.9/1965 και το άρθρο 80 του Κεφ.
  7. Ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφεσίβλητου 1 είναι λανθασμένη, αυθαίρετη, πάσχει από έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, άνευ έννομου αποτελέσματος, άκυρη, παράνομη και λήφθηκε με βάση τις πρόνοιες του Ν.139(Ι)/15, οι οποίες είναι αντισυνταγματικές. Περαιτέρω, δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη η ύπαρξη της αγωγής 5528/14, παραβλέποντας έτσι την προσπάθεια των Εφεσειόντων για κατοχύρωση των συμβατικών τους δικαιωμάτων. Ισχυρίζεται επίσης ότι η μη μεταφορά των Υποθηκών θα δημιουργήσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εφεσείοντες, οι οποίοι θα χάσουν σημαντικό μέρος των εξασφαλίσεων που κατέχουν, σε σχέση με τα χρέη των Εφεσίβλητων 2 και για τα οποία εκκρεμεί η αγωγή 5528/
  8. Ο Εφεσίβλητος 4, αγόρασε από τους Εφεσίβλητους 2, το διαμέρισμα 103, με αρ. Εγγρ. 0/10651, τεμ.
  9. Η αίτηση μεταβίβασης που εκκρεμεί ενώπιον του Κτηματολογίου και δυνάμει της οποίας αποστάληκε στους Εφεσείοντες, η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΕ» (τεκμήριο 9) ημερομηνίας 27.5.16, αφορά το εν λόγω διαμέρισμα. Για σκοπούς επανεκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου, μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για τα διαμερίσματα που ανηγέρθηκαν επί του ενυπόθηκου ακινήτου, ετοιμάστηκε εκ μέρους των Εφεσειόντων, έκθεση εκτίμησης (τεκμήριο 12) ημερομηνίας 26.5.14, συμφωνα με την οποία η αγοραία αξία του διαμερίσματος 103 ανέρχετο στις 26.5.14 σε €76.
  10. Ανέφερε ότι στην περίπτωση που η επίδικη απόφαση του Εφεσίβλητου 1 δεν ακυρωθεί, τότε το ενυπόθηκο ακίνητο, στην έκταση που αφορά το διαμέρισμα 103, θα απαλλαγεί από τις Υποθήκες των Εφεσειόντων, οι οποίοι θα υποστούν ζημιά, εφόσον δεν θα γίνει η μεταφορά των Υποθηκών επί άλλου ακινήτου. Οι Εφεσείοντες, θα χάσουν σημαντικό μέρος της εξασφάλισης που κατέχουν επί των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησαν στους Εφεσίβλητους 2, οι οποίες συνεχίζουν να φέρουν τα χρεωστικά υπόλοιπα του τεκμηρίου 10Δ. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις (τεκμήρια 1, 3, 5) δόθηκαν στους Εφεσίβλητους 2, υπό την προϋπόθεση ότι οι Υ10146/2002 και Υ2430/2004 δίδονταν ως εξασφάλιση και με αυτήν την προϋπόθεση οι Εφεσίβλητοι 2 συμφώνησαν. Εν πάση περιπτώσει, κατά την κατάρτιση των τεκμηρίων 1, 3 και 5, ο Ν.139
(1)/2015 δεν ήταν σε ισχύ και συνεπώς οι Εφεσείοντες δεν ήταν σε θέση να προβλέψουν τους κινδύνους απώλειας μέρους των εξασφαλίσεων τους. Επισημαίνει ότι επί του επίδικου ακινήτου με αρ. Εγγρ. Ε1617, τεμ. 1462, ανηγέρθηκε πολυκατοικία με 15 διαμερίσματα και τα πλείστα έχουν πωληθεί. Εάν οι υπόλοιποι αγοραστές, οι οποίοι έχουν καταχωρίσει τα αντίστοιχα πωλητήρια έγγραφα στο Κτηματολόγιο, προβούν σε αίτηση μεταβίβασης δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIB του Ν.9/1965, τότε η ζημιά για τους Εφεσείοντες θα είναι ακόμα μεγαλύτερη, με δεδομένο ότι οι Εφεσείοντες δεν μπορούν να αιτηθούν τη μεταφορά των Υποθηκών επί άλλου ακινήτου των Εφεσίβλητων 2, λόγω του Διατάγματος Εκκαθάρισης εναντίον τους και όλη η ακίνητη περιουσία των Εφεσίβλητων 3 που εγγυήθηκαν τους Εφεσίβλητους 2 είναι ήδη επιβαρυμένη (Τεκμήριο 10Β). Περαιτέρω, ο XXXXX Κωσταππής, που είναι εγγυητής των υποχρεώσεων των Εφεσίβλητων 2, είναι πτωχεύσας (τεκμήριο 13). Συνεπώς σε περίπτωση απόρριψης της Έφεσης, η ζημιά των Εφεσειόντων δεν περιορίζεται στην αξία του διαμερίσματος 103 του Εφεσίβλητου 4, αλλά επεκτείνεται στη συνολική αξία των Υποθηκών Υ10146/2002 και Υ2430/2004 που ανέρχεται σε €727.864,21 πλέον τόκους, εφόσον τυχόν μελλοντικές αιτήσεις μεταφοράς των Υποθηκών επί ακινήτων των Εφεσίβλητων 3 θα τύχουν της ίδιας αντιμετώπισης. Επομένως, η ύπαρξη άλλων εξασφαλίσεων επί του ακινήτου επί του οποίου ζητείται η μεταφορά, δεν είναι κριτήριο το οποίο δύναται από μόνο του να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης μεταφοράς των Εφεσειόντων. Η Έφεση προσέκρουσε σε ενστάσεις των Εφεσίβλητων 1 και 4, οι οποίες υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της XXXXX Χρυσοστόμου ημερομηνίας 20.10.17 και XXXXX Μάρκου Εφεσίβλητου 4 ημερομηνίας 5.9.16, αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του Εφεσίβλητου 2 δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν ενίσταται στην Έφεση, ενώ οι Εφεσίβλητοι 3, παρόλο που επιδόθηκε σ' αυτούς η Έφεση στις 18.8.16, σύμφωνα με ένορκη δήλωση επίδοσης ημερομηνίας 23.8.16 που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, αυτοί δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η XXXXX Χρυσοστόμου εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, ως Κτηματολογικός Λειτουργός. Αναφέρθηκε στην αίτηση του Εφεσίβλητου 4 ημερομηνίας 24.9.15 (τεκμήριο Γ), με την οποία ζήτησε να εγγραφεί επ' ονόματι του το διαμέρισμα επί του Τεμαχίου 1XX2 με αρ. Εγγραφής 0/1XXX1 στην Ενορία Παναγιά, Δήμος Έγκωμης, Λευκωσία (Τεκμήριο Β), δυνάμει σύμβασης πώλησης με αρ. ΠΩΕ 727/2004, σύμφωνα με τον Ν.139(Ι)/2015 (περί Εγκλωβισμένων αγοραστών). Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο συνομολογήθηκε στις 15.3.04, μεταξύ των Εφεσίβλητων 2 και 4 (τεκμήριο Α) και κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 17.3.
  1. Ο Εφεσίβλητος 4 με την αίτηση του (τεκμήριο Γ) προσκόμισε τις πρωτότυπες αποδείξεις πληρωμής του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος (τεκμήριο Δ). Το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, κάλεσε τον Εφεσίβλητο 4, με επιστολή του ημερομηνίας 22.2.16 (Τεκμήριο Ε), να προσκομίσει διάφορες φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις, όπως και έπραξε (τεκμήρια ΣΤ 1-3). Όλα τα σχετικά στοιχεία εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο και κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγραφεί το διαμέρισμα επ' ονόματι του Εφεσίβλητου 4 και ετοιμάστηκε σχετική έκθεση (τεκμήριο Β), όπου αναφέρονται όλα τα εμπράγματα βάρη επί του επίδικου ακινήτου, ώστε να αποσταλούν οι σχετικές επιστολές (Τύπος ΙΕ) στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Στις 27.5.16 αποστάληκε η Ειδοποίηση (Τύπος ΙΕ) στους Εφεσείοντες (τεκμήριο Ζ) για υποβολή ένστασης στη μεταβίβαση του διαμερίσματος ή αίτηση για μεταφορά των Υποθηκών Υ10146/2002 και Υ2430/
  2. Οι Εφεσείοντες, ως ενυπόθηκοι δανειστές, υπέβαλαν με επιστολή τους ημερομηνίας 6.7.16, αίτηση μεταφοράς (τεκμήριο Η), των εν λόγω Υποθηκών, στο ακίνητο με αρ. Εγγρ. 2/1XX1 στον Άγιο Δομέτιο, το οποίο είναι εγγεγραμμένο κατά 563/5000 μερίδια, επ' ονόματι των Εφεσίβλητων 3, εγγυητών των Εφεσίβλητων
  3. Στις 18.7.16, αποστάληκε στους Εφεσείοντες απαντητική επιστολή ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο Θ), με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση τους. Μετά την κατάθεση του Προσωρινού Διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας Έφεσης, η διαδικασία μεταβίβασης του διαμερίσματος αναστάληκε μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Έφεσης. Ισχυρίστηκε ότι και αν ακόμη οι Εφεσίβλητοι 2 οφείλουν στους Εφεσείοντες το ποσό των €1.015.514,29 πλέον τόκους, δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων, αυτό δεν αφορά τον Εφεσίβλητο 1, διότι το μόνο δικαίωμα των Εφεσειόντων που μπορεί να θιγεί με την εγγραφή του διαμερίσματος επ' ονόματι του Εφεσίβλητου 4, είναι αυτό που πηγάζει από τις επίδικες Υποθήκες. Διευκρινίζει ότι το τεμάχιο 1XX2, αποτελείται πλέον από 16 ξεχωριστές εγγραφές. Σήμερα οι 13 εγγραφές από τις 16, είναι ιδιοκτησίας των Εφεσίβλητων 2 και βαρύνονται από τις Υ10146/2002 και Υ2430/2004, οι οποίες μεταφέρθηκαν αυτόματα. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην αξία της κάθε εγγραφής που αποτελεί το τεμάχιο 1XX2, με βάση Γενική Εκτίμηση του Κτηματολογίου το 2013 (Τεκμήριο Ι) και ισχυρίστηκε ότι ακόμα και αν αφαιρεθεί η αξία του επίδικου διαμερίσματος, η περιουσία των Εφεσειόντων δεν μειώνεται κατά μεγάλο ποσό και δεν παραμένουν ανεξασφάλιστοι, διότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα. Ανέφερε ότι το ακίνητο με αρ. 2/1XX1, για το οποίο έγινε η αίτηση μεταφοράς, βαρύνεται με άλλη υποθήκη και οι Υ10146/2002 και Υ2430/2004 υπάρχουν προς όφελος των Εφεσειόντων επί των εναπομείναντων ακινήτων, ως εμπράγματη εξασφάλιση. Γι' αυτό και η αίτηση μεταφοράς δεν μπορούσε να επιτύχει (τεκμήριο Θ). Ισχυρίζεται ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44 ΚΖ του Ν.139(Ι)/15 είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα Έφεση δεν μπορεί να εξεταστεί η συνταγματικότητα τους. Οι επίδικες Υποθήκες παραμένουν σε ισχύ και συνεχίζουν να δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη, ακόμη και αν μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα του Εφεσίβλητου
  4. Με τις πρόνοιες του Ν.139(Ι)/2015, όχι μόνο δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα των Εφεσειόντων, αλλά παρέχεται προστασία προς τους καλόπιστους τρίτους αγοραστές, οι οποίοι τήρησαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν με τη σύμβαση πώλησης. Αυτό προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 22.6.15 (τεκμήριο Κ). Τέλος, ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση του Εφεσίβλητου 1 είναι καθόλα νόμιμη, σύμφωνη με το Σύνταγμα και το Νόμο, λήφθηκε ορθά και μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ο XXXXX Μάρκου είναι ο Εφεσίβλητος
  5. Αναφέρθηκε στο αγοραπωλητήριο έγγραφο που υπέγραψε στις 15.3.04 με τους Εφεσίβλητους 2 ως πωλητές και με το οποίο αγόρασε το διαμέρισμα αρ. 3 στον 1ο όροφο συγκεκριμένης πολυκατοικίας. Στις 17.3.04 κατέθεσε το εν λόγω Πωλητήριο Έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσία με αρ. ΠΩΕ727/
  6. Οι 2 Υποθήκες Υ10146/2002 και Υ2430/2004, δεν βαρύνουν προς όφελος των Εφεσειόντων μόνο το δικό του διαμέρισμα, αλλά και άλλα διαμερίσματα. Επεξήγησε ότι όταν αγόρασε το διαμέρισμα, δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος για κάθε διαμέρισμα αλλά ένας ενιαίος τίτλος ιδιοκτησίας οικοπέδου, με ιδιοκτήτες τους Εφεσίβλητους
  7. Στη συνέχεια όμως εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για κάθε διαμέρισμα. Εξ όσων προκύπτει από το τεκμήριο 10Α της Έφεσης, οι επίδικες Υποθήκες βαρύνουν τόσο το δικό του διαμέρισμα (με αρ. Εγγρ. 10/6X1) όσο και άλλο διαμέρισμα (με αρ. Εγγρ. 10/6X9) προς όφελος των Εφεσειόντων. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα Υποθηκών (τεκμήρια 2, 4 στην Έφεση), οι Εφεσίβλητοι 2, είχαν υποθηκεύσει προς όφελος των Εφεσειόντων, το ενιαίο ακίνητο με αρ. Εγγρ. Ε1XX7, τεμ. 1XX
  8. Συνεπώς οι δύο Υποθήκες, εξακολουθούν να βαρύνουν όλα τα διαμερίσματα, πέραν του δικού του διαμερίσματος, δηλαδή σύνολο τα 16 διαμερίσματα της πολυκατοικίας. Ως αγοραστής, εξόφλησε πλήρως το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος που αγόρασε από τους Εφεσίβλητους
  9. Με σκοπό να εξασφαλίσει τίτλο ιδιοκτησίας, μετέβηκε στο Κτηματολόγιο και υπέβαλε σχετική αίτηση με όλα τα δικαιολογητικά. Το Κτηματολόγιο, αφού εξέτασε το αίτημα του, έκρινε ότι έπρεπε να εγκριθεί, γι' αυτό και απέστειλε το έντυπο «Τύπος ΙΕ» σε όλους τους επηρεαζόμενους. Οι Εφεσείοντες, με τα τεκμήρια 10 - 10Ε στην Έφεση, ουδέποτε έφεραν ένσταση στη μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι του. Αντί αυτού, επέλεξαν τη 2η επιλογή που τους έδιδε το έντυπο «Τύπου ΙΕ», δηλαδή να αποδεχτούν τη μεταβίβαση, αλλά να αιτηθούν μεταφορά των Υποθηκών σε άλλο ακίνητο. Ενόψει του ότι οι Εφεσείοντες δεν υπέβαλαν ένσταση στο Κτηματολόγιο για την προτεινόμενη μεταβίβαση αλλά υπέβαλαν «αίτηση μεταφοράς», δεν μπορούν στην παρούσα διαδικασία να ενίστανται στη μεταβίβαση, αλλά δικαιούνται να παραπονούνται μόνο για την απόρριψη της «αίτησης μεταφοράς». Πρόσθεσε ότι οι Εφεσείοντες, εκτός από τις δύο επίδικες Υποθήκες, έχουν ως εξασφάλιση και το εγγυητήριο των Εφεσίβλητων 3 για ποσό €160.000, ως και ομόλογο επιβάρυνσης επί της περιουσίας των Εφεσίβλητων 3, για ποσό €160.
  10. Αρνείται ότι οι πρόνοιες του Ν.139(Ι)/15 είναι αντισυνταγματικές, ως και ότι η απόρριψη της «αίτησης μεταφοράς» των Εφεσειόντων, τους αποστερεί τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα τους. Ειδικότερα, αρνείται ότι ο Ν.139(Ι)/15παραβιάζει το άρθρο 25
(1), 23
(1), 23
(2)και 23
(4)και 26 του Συντάγματος, ως και το Πρώτο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ν.39/1962). Ισχυρίζεται ότι τα συμβατικά δικαιώματα των Εφεσειόντων, είναι ισχυρά μόνο έναντι των Εφεσίβλητων 2 και δεν δεσμεύουν τρίτα πρόσωπα, όπως τον ίδιο. Συνεπώς οι Εφεσείοντες δεν μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τα δικά του δικαιώματα, επικαλούμενοι τα συμβατικά τους δικαιώματα έναντι τρίτου προσώπου. Ο ίδιος ενήργησε καλόπιστα και νομότυπα, αγόρασε το διαμέρισμα από τους Εφεσίβλητους 2 και το εξόφλησε πλήρως, όμως παραμένει χωρίς τίτλο ιδιοκτησίας, διότι οι Εφεσίβλητοι 2 δεν ήταν συνεπείς προς τους Εφεσείοντες. Διευκρινίζει ότι δεν ενίσταται στο Αιτητικό (Γ) της έφεσης; δηλαδή στην ακύρωση της απόφασης του Κτηματολογίου στο βαθμό που αφορά απόρριψη της «αίτησης μεταφοράς» των Υποθηκών. Όμως ενίσταται τα αιτητικά (Α) και (Β) της Έφεσης, δηλαδή στην ακύρωση της απόφασης του Κτηματολογίου στο βαθμό που αφορά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του διαμερίσματος επ' ονόματι του. Τέλος, τονίζει ότι οι Εφεσείοντες ουδέποτε ζήτησαν από το Κτηματολόγιο γραπτώς τους λόγους απόρριψης της «αίτησης μεταφοράς», ως είχαν το δικαίωμα να πράξουν με βάση τον Κανονισμό 6 των Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την Έφεση και τις Ενστάσεις των Εφεσίβλητων 1 και 4, τα επισυνημμένα σ' αυτές έγγραφα και όσα υποστηρίχθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των δύο πλευρών. Όπως προκύπτει από τους λόγους Έφεσης και τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εφεσειόντων, το κύριο ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι η συνταγματικότητα των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Μέρους VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) (Αρ. 10) Νόμου του 2015 (Ν.139(Ι)/15), το οποίο ρυθμίζει τη μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι αγοραστή, στις περιπτώσεις όπου, ενώ ο αγοραστής έχει υλοποιήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης του με τον πωλητή, ο πωλητής αδυνατεί να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι του αγοραστή, διότι το ακίνητο ή μέρος αυτού, επιβαρύνεται με εμπράγματο βάρος. Από τα ενώπιον μου αδιαμφισβήτητα γεγονότα, προκύπτει ότι κατά τον χρόνο σύναψης της Υποθήκης Υ10146/2002 ημερομηνίας 31.10.02 και Υ2430/2004 ημερομηνίας 11.3.04, ίσχυαν οι διατάξεις του Νόμου πριν τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.139(Ι)/15, σύμφωνα με τις οποίες, υποθηκευμένο ακίνητο δεν μπορούσε να μεταβιβασθεί, εφόσον βαρύνετο με εμπράγματο βάρος. Αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι εν λόγω Υποθήκες προηγούνται του Πωλητήριο Εγγράφου μεταξύ των Εφεσίβλητων 2 και 4, εφόσον αυτό συνομολογήθηκε στις 15.3.04 και κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 17.3.04 (τεκμήριο Α στην ένσταση). Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εφεσειόντων είναι ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Μέρους VIB του Ν.139(Ι)/15 προσκρούει στα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως (βλ. Αναστάσιος Μαρκιτανής v Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 923). Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v Βουλής των Αντιπροσώπων (αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157, είναι σχετικό: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων, όπως έχουν τεθεί στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία μεταγενέστερα, συνοψίζονται ως ακολούθως:
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέραν από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441, Miliotis v Police
(1966)2 C.L.R. 62 και Δημήτρης Πιτσιλλίδης κ.α. ν Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7. Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία v Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R.,
  1. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν.» Προχωρώ να εξετάσω την εισήγηση των Εφεσειόντων ότι οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ως ακολούθως: «
  2. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  3. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  4. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  5. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειόντων παρέπεμψε το Δικαστήριο στο Σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, και στο πιο κάτω απόσπασμα στη σελίδα 360: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. Στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. [.] Η έννοια της περιουσίας με βάση την νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συν. Υποθ. 1480/11 κ.α. Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν Υπουργού Οικονομικών κ.α., ημ. 11.6.14, στην έννοια της «περιουσίας» περιλαμβάνονται «όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα» αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα» και κατ' αυτόν τον τρόπο καλύπτονται και τα «ενοχικής φύσεως» περιουσιακά δικαιώματα (βλ. υποθ. Σ.τ.Ε. 1282/12, ημ. 2.2.12). Περαιτέρω, ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α.Ν. Λοΐζου στο σύγγραμμα του «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», (σελ. 139), προσθέτει: «Ορισμένα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα που αποτελούν κεφάλαιο μπορούν να θεωρηθούν «περιουσιακά δικαιώματα», και έτσι «ιδιοκτησία» για τους σκοπούς του άρθρου αυτού περιλαμβάνει ακίνητα και κινητά, μετοχές και προνόμια ευρεσιτεχνίας, όπως επίσης συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων ενοικιάσεων, και δικαστικών αποφάσεων». Στην αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.17, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v Βουλής των Αντιπροσώπων, λέχθηκε ότι: «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία.» Με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, προκύπτει ότι η Υποθήκη αποτελεί ιδιοκτησία εν τη εννοία του άρθρου 23 του Συντάγματος και συνεπώς αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα των Εφεσειόντων. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού, υπόκειται σε όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απόλυτα απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της Πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οποιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Στην Αναφορά Αρ. 2/99, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2000)3 ΑΑΔ 238, αναφέρθηκε ότι: «Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D. J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-355. Όμοια, κατ' ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police ν. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ' αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη. Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξής του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).» Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτιολογική έκθεση η οποία οδήγησε στην ψήφιση και εισαγωγή των επίδικων διατάξεων αναφέρει ότι: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή/και εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπράγματου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό την μεταβίβαση του επ΄ ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.» (τεκμήριο Ι στην ένσταση του Εφεσίβλητου 1). Η επίδικη απόφαση του Εφεσίβλητου 1 (τεκμήριο Α στην Έφεση), βασιζόμενη στις πρόνοιες του Νόμου 139(Ι)/2015, να απαλλάξει το επίδικο ακίνητο από τις επίδικες Υποθήκες και να το μεταβιβάσει επ' ονόματι του αγοραστή Εφεσίβλητου 4, ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους, συνιστά, κατά την κρίση μου, ακύρωση και εξάλειψη των Υποθηκών και συνεπώς στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας. Μάλιστα, η απόφαση αυτή, λήφθηκε χωρίς τη συγκατάθεση των Εφεσειόντων - Ενυπόθηκων δανειστών και χωρίς καταβολή σ' αυτούς δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, ως ρητά προνοεί το άρθρο 23 του Συντάγματος. Το δικαίωμα ή η επιλογή μεταφοράς σε άλλο ακίνητο του πωλητή (Εφεσίβλητων 2) ή άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου (Εφεσίβλητων 3), σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΒ
(7)του Νόμου, δεν αποτελεί κατά την άποψη μου ικανοποιητική αποζημίωση. Μάλιστα στη συγκεκριμένη περίπτωση, το αίτημα των Εφεσειόντων για μεταφορά των επίδικων Υποθηκών σε άλλο ακίνητο των Εφεσίβλητων 3, ως εγγυητών των Εφεσίβλητων 2, απορρίφθηκε από τον Εφεσίβλητο 1. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στέρηση ιδιοκτησίας μπορεί να γίνει μόνο με τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, κάτι που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση (βλ. (Simonis and another v Improvement Board of Latsia
(1964)3 C.L.R. 109, Blueware Projects Ltd of Limassol v The Republic
(1985)3 C.L.R. 2522 και Yiannis Anastasi Moti v The Republic
(1968)1 CLR 102). Περαιτέρω, η στέρηση της επίδικης ιδιοκτησίας, μόνο με τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα μπορούσε να επιτευχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 23.4 του Συντάγματος, κάτι που δεν έχει γίνει. Στις επίδικες διατάξεις του Νόμου και στην πιο πάνω αιτιολογική έκθεση, ουδόλως προσδιορίζεται, το δημόσιο συμφέρον ή η ανάγκη που οδήγησε στην εισαγωγή των εν λόγω διατάξεων. Αντίθετα, από την αιτιολογική έκθεση του Νόμου προκύπτει ότι αυτός εξυπηρετεί και προστατεύει συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων και όχι το σύνολο των πολιτών. Στην υπόθεση Δ. Πιτσιλλίδης κ. ά. ν Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, επισημάνθηκε ότι: «Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentary on the Constitution of India, 4th edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTO
(1983)2 C.L.R. 72, 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον γενικά.» Όπως αναφέρεται στην Αναφορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας v Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2) (ανωτέρω) εναπόκειται στη νομοθετική εξουσία να δικαιολογεί την αναγκαιότητα περιορισμού κάποιου θεμελιώδους δικαιώματος και η όποια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς την τεκμηριωμένη ανάγκη. Ωστόσο, στον Ν.139(Ι)/15, καμιά αναφορά γίνεται. Από την αιτιολογική έκθεση προκύπτει ότι σκοπός ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος, με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ' ονόματι του εγκλωβισμένου αγοραστή, ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν εξηγείται όμως, για ποιο λόγο μεταξύ των δύο δικαιωμάτων, προτιμάται αυτό του αγοραστή και για ποιο λόγο δεν υπήρξε πρόνοια για αποζημίωση του ενυπόθηκου δανειστή (εφεσειόντων), ο οποίος με την επίδικη απόφαση, αποστερείται πλήρως του περιουσιακού του δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου. Κατ' επέκταση, κρίνω ότι οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις, δεν έγιναν με συνταγματικά επιτρεπόμενο τρόπο, αφού δεν παρέχεται εξήγηση ως προς την προτίμηση και επιλογή που υπήρξε μεταξύ των δικαιούχων στα εκατέρωθεν περιουσιακά δικαιώματα, ενώ δεν υπήρξε ούτε πρόνοια για αποζημίωση. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι οι επίδικες διατάξεις συνιστούν αυθαίρετη και συνταγματικά ανεπίτρεπτη επέμβαση, διότι αποστερούν τους Εφεσείοντες από το νόμιμα αποκτηθέν περιουσιακό τους στοιχείο και συνεπώς προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Προχωρώ να εξετάσω τη δεύτερη εισήγηση των Εφεσειόντων, ότι οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» και υπόκειται σε όρους ή περιορισμούς, τιθέμενους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Όπως έχει νομολογηθεί, το δικαίωμα αυτό, πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, κατ' αρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δύναται να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας v Βουλή των Αντιπροσώπων Αναφορά αρ. 1/14 και 4/14, ημερ. 31.10.2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.2017). Όπως αναφέρει ο Α.Ν. Λοΐζου στο Σύγγραμμα του «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» στη σελίδα 167, η ελευθερία του συμβάλλεσθαι περιλαμβάνει την προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, τη διαμόρφωση του περιεχομένου της συμφωνίας, καθώς και την καταγγελία της σύμβασης. Στις αποφάσεις στις Αναφορές 1/14 και 4/14, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνία 31.10.14, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. ................................ Στην προκειμένη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλόμενων. ................................ Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται, ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό αναφορά νόμο, αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό αναφορά νόμου». Στην απόφαση στην Αναφορά 9/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων ημερομηνίας 26.1.17 λέχθηκαν τα εξής: «Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενού ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται. Είναι, ουσιαστικά, παραδεκτό ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων και δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως ο Νόμος θα μπορούσε να διασωθεί μόνο στη βάση της πρόληψης της εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί δεόντως, από την Καθ' ης η αίτηση, στον υπό Αναφορά Νόμο ή τουλάχιστον σε αιτιολογική έκθεση η οποία να τον συνοδεύει. Κάτι τέτοιο δεν έγινε». Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Αναφορά 3/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων ημερομηνίας 16.3.17: «Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» Τα όσα αναφέρθηκαν στις Αναφορές 1/14 και 9/16 (ανωτέρω) επιβεβαιώνουν ακριβώς πως θα ήταν παράλογο και άδικο να εκβαραθρώνεται μια συμβατική διευθέτηση εκ των υστέρων και κατόπιν παρέμβασης της Νομοθετικής εξουσίας. Η αναφορά σε κίνδυνο πρόκλησης αβεβαιότητας και έλλειψης εμπιστοσύνης ως προς τα εκάστοτε δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών ενέχει ακριβώς το νόημα ότι απαιτείται ένα ασφαλές και βέβαιο νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου θα συναλλάσσονται και θα δρουν οι πολίτες κατά τις εμπορικές, προσωπικές ή άλλης φύσεως νόμιμες δραστηριότητες και δοσοληψίες τους. Με άλλα λόγια θα ήταν εξίσου αντίθετο με τη λογική από τη μια πλευρά να κατοχυρώνεται το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως στα πλαίσια της εκάστοτε ισχύουσας νομικής κατάστασης και από την άλλη να μην υπάρχει οποιαδήποτε προστασία από μεταγενέστερες παρεμβάσεις και στρεβλώσεις σε σχέση με τη βούληση των συμβαλλομένων, δημιουργώντας αβεβαιότητα. Στην παρούσα περίπτωση, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να τεκμηριωθεί ότι ο Νομοθέτης με τον Ν.139(Ι)/15 παρενέβη στην υφιστάμενη σύμβαση των Υποθηκών Υ10146/02 και Υ2430/04, αλλοιώνοντας τη βούληση που είχαν οι Εφεσείοντες με τους Εφεσίβλητους 2, κατά τη σύναψη των Εγγράφων Υποθήκης ημερομηνίας 31.10.02 και 11.3.04 αντίστοιχα και τη συνακόλουθη υποθήκευση του επίδικου ακινήτου. Στα σχετικά έγγραφα Υποθήκης (Mortgage Contract) (Τεκμήρια 2 και 4 αντίστοιχα) συμπεριλήφθηκε ο όρος 6, σύμφωνα με τον οποίο, τα μέρη συμφώνησαν ότι οι Εφεσίβλητοι 2 δεν θα δικαιούντο να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο ή οποιοδήποτε μέρος αυτού, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των Εφεσειόντων, ενόσω ακόμα εκκρεμούν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις τους προς τους Εφεσείοντες που εξασφαλίζονται με τις Υποθήκες. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 8, τα μέρη συμφώνησαν ότι οι Υποθήκες θα αποτελούν συνεχή εξασφάλιση για τους Εφεσείοντες και θα παραμείνουν έγκυρες και ισχυρές μέχρι την πλήρη αποπληρωμή και εξόφληση όλων των οφειλών των Εφεσίβλητων 2 προς τους Εφεσείοντες. Τονίζεται ότι οι όροι των Συμβάσεων Υποθηκών διαμορφώθηκαν ελεύθερα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και η νομιμότητα, εγκυρότητα και δεσμευτικότητα τους δεν αμφισβητείται από τους Εφεσίβλητους. Είναι δε αυτονόητο ότι οι δύο συμβαλλόμενοι, επέλεξαν τους όρους της συμφωνίας τους, έχοντας υπόψη το ισχύον κατά τον επίδικο χρόνο νομικό πλαίσιο. Επομένως οι Εφεσείοντες, συναίνεσαν στην παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων στους Εφεσίβλητους 2, συνεκτιμώντας σοβαρά ότι θα υπήρχε η εξασφάλιση μέσω των επίδικων Υποθηκών. Με την επίδικη απόφαση του Εφεσίβλητου 1, κατ' εφαρμογή των επίδικων διατάξεων του Ν.139(Ι)/2015, οι Εφεσίβλητοι 2, οι οποίοι έλαβαν τις πιστωτικές διευκολύνσεις από τους Εφεσείοντες και έχουν επίσης εισπράξει ολόκληρο το τίμημα αγοράς από τον Εφεσίβλητο 4, χωρίς να έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους προς τους Εφεσείοντες, απαλλάσσονται από τους όρους της Σύμβασης Υποθήκης που συνήψαν με τους Εφεσείοντες ως Ενυπόθηκους δανειστές, ενώ οι Εφεσείοντες απώλεσαν τα δικαιώματα τους, χωρίς να λάβουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Το γεγονός ότι οι επίδικες Υποθήκες θα συνεχίσουν να εξασφαλίζουν το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου και τις υπόλοιπες 15 ξεχωριστές εγγραφές επί αυτού, δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω. Από το περιεχόμενο των Συμβάσεων Υποθήκης, δεν προκύπτει ότι οι Εφεσείοντες συμφώνησαν σε περιορισμό των δικαιωμάτων τους. Αντίθετα, αυτοί συνήψαν συμβάσεις Υποθήκης, επί ολόκληρου του ακινήτου και διατηρούν το δικαίωμα τους να αρνούνται ή να μην συγκατατίθενται σε μεταβίβαση και άρση της Υποθήκης, πριν την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εφεσίβλητων 2, Ενυπόθηκων οφειλετών. Στις υποθέσεις Louisville Joint Stock Land Bank v Radford 295 U.S. 555
(1935)και W.B. Worthen Co v Kavanaugh 295, U.S. 56
(1935), οι οποίες εξετάζουν το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή ως και το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, λέχθηκε ουσιαστικά πως το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι ενυπόθηκου χρέους, αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας υποθήκης. Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι με την επίδικη απόφαση του Εφεσίβλητου 1, εφαρμόζοντας τις επίδικες πρόνοιες του Ν.139(Ι)/2015, υπήρξε εκ των υστέρων παρέμβαση και αλλοίωση της βούλησης των συμβαλλόμενων, όπως αυτή διαμορφώθηκε στις επίδικες Συμβάσεις Υποθηκών (τεκμήρια 2 και 4 στην Αίτηση). Συνεπώς κρίνω ότι οι επίδικες διατάξεις παραβιάζουν το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 26 του Συντάγματος και ουσιαστικά εκθεμελιώνουν τις Συμβάσεις Υποθήκης μεταξύ Εφεσειόντων και Εφεσίβλητων
  1. Συνακόλουθα, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, ότι το Μέρος VIB και ειδικότερα τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν.9/65, ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.139(Ι)/2015, στην έκταση που επιτρέπουν την εκ των υστέρων διαγραφή των Υποθηκών Υ10146/02 και Υ2430/04 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής Ε1XX7, τεμ. 1XX2, βρίσκονται σε αντίθεση και παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια, η επίδικη απόφαση του Εφεσίβλητου 1, ημερομηνίας 18.7.16 η οποία στηρίζεται στα εν λόγω άρθρα, θα πρέπει να ακυρωθεί γι' αυτό το λόγο και ακυρώνεται με την παρούσα. Εκδίδονται Διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της Αίτησης. Ωστόσο, κρίνω ότι το αιτούμενο Διάταγμα υπό παράγραφο Γ της Αίτησης θα πρέπει να απορριφθεί. Τούτο γιατί με την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων υπό παραγράφους Α και Β της Αίτησης και την ακύρωση της επίδικης απόφασης του εφεσίβλητου 1 ημερομηνίας 18.7.18 (τεκμήριο Α στην Αίτηση), δεν τίθεται θέμα απαλλαγής του επίδικου ακινήτου από τις Υποθήκες Υ10146/02 και Υ2430/04 και μεταφοράς αυτών σε ακίνητο ιδιοκτησίας των Εφεσίβλητων
  2. Συνεπώς το αιτητικό υπό Παράγραφο Γ της Αίτησης απορρίπτεται. Ενόψει της φύσεως των θεμάτων που έχουν απασχολήσει το Δικαστήριο, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως κάθε διάδικος επωμισθεί τα έξοδα του και αυτή είναι η διαταγή του Δικαστηρίου. (Υπ.) .................................... Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.