Κοκκίνη ν. Κοκκίνη, Αρ. Αγωγής: 4119 /05, 26/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4119 /05 Μεταξύ: XXXXX Κοκκίνη Ενάγοντα -και- XXXXX Κοκκίνη Εναγομένου Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Μπριάνα Για Εναγόμενο: κ. Κούτρας ---------------------------------------- Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αγωγή του Ενάγοντα δία της οποία αξιοί την ακύρωση της μεταβίβασης του μεριδίου του επί του ακινήτου, με αρ. εγγραφής Β. 8X4. Φ/Σχ. 21/45 W.2, Τμήμα Β, τεμάχιο 7X8, το οποίο ευρίσκεται στην οδό XXXXX στον Άγιο Δομέτιο της Επαρχίας Λευκωσίας. Περαιτέρω αξιοί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημίες που υπέστη από τον κατ΄ ισχυρισμόν δόλο και απάτη του Εναγομένου. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ
- Ο Ενάγοντας στην Έκθεσή Απαίτησης του ισχυρίστηκε ότι ήταν συνιδιοκτήτης κατά 5/12 του ακινήτου με αρ. εγγραφής Β. 8X
- Φ/Σχ. 21/45 W.2, Τμήμα Β, τεμάχιο 7X8, το οποίο ευρίσκεται στην XXXXX στη Λευκωσία μαζί με τον Εναγόμενο αδελφό του και τη μητέρα του. Ο ίδιος και ο Εναγόμενος κατείχαν από 5/12 ενώ η μητέρα τους κατείχε τα υπόλοιπα 2/
- Ο Εναγόμενος με δόλο και μέσω ψευδών παραστάσεων πέτυχε όπως εγγραφεί το μερίδιο του Ενάγοντα στο όνομά του. Ο δόλος και οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ο Εναγόμενος προέβη σε δηλώσεις αναληθών γεγονότων αποκρύβοντας ότι με την υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας μεταβιβαζόταν στον Εναγόμενο το μερίδιο του Ενάγοντα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος πλαστογράφησε την υπογραφή του Ενάγοντα σε έντυπα του Γραφείου Φόρου Εισοδήματος, ώστε να συντελεσθεί η μεταβίβαση των 5/12 μεριδίων στο όνομά του. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και προέβαλε τη θέση ότι ο Ενάγοντας αυτοβούλως και οικειοθελώς προσήλθε στο Κτηματολόγιο και υπέγραψε δήλωση μεταβίβασης του μεριδίου του προς τον Εναγόμενο, δυνάμει δωρεάς. Η αγωγή τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατόπιν διαταγής επανεκδίκασης στην ECLI:CY:AD:2017:A179, Πολ. Έφεση 247/11, ημερομηνίας 17.5.
- Τονίζεται ότι η διαδικασία επανεκδικάσης συνιστά ουσιαστικά de novo εκδίκαση της υπόθεσης. Σχετική είναι η απόφαση Bobolas and another v. Economist Newspaper Ltd
(1987)3 All E.R 121. Συνεπώς, οι διάδικοι δεν δεσμεύονται από ό,τι έχει λεχθεί ή κατατεθεί στη προηγούμενη διαδικασία. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσαν επτά
(7)μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο Ενάγοντας, ΜΕ
- Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι ο ίδιος διαμένει μόνιμα στη Ρουμανία, όπου διατηρεί επιχειρήσεις. Περί το τέλος Φεβρουαρίου αρχές Μαρτίου του 2003, ο Εναγόμενος ενημέρωσε τόσο τον ίδιο όσο και τη μητέρα τους ότι προτίθεται να δώσει ως αντιπαροχή το επίδικο ακίνητο. Προς τούτο ο Ενάγοντας παραχώρησε στον Εναγόμενο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 17.3.2003, το Τεκμήριο
- Ακολούθως περί τον Οκτώβριο του 2003 κατόπιν ψευδών παραστάσεων του Εναγομένου υπέγραψε δήλωση μεταβίβασης του μεριδίου του, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, επ' ονόματι του Εναγομένου. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι η υπογραφή της μεταβίβασης ήταν αναγκαία, για να μπορέσει ο Ενάγοντας να λάβει κατοχή του διαμερίσματος που θα εγγραφόταν επ' ονόματί του, αφού διδόταν το ακίνητο αντιπαροχή και οικοδομείτο πολυκατοικία. Ρητά δήλωσε πως δεν γνώριζε ότι με την υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης θα μεταβιβάζετο το μερίδιό του επ' ονόματι του Εναγομένου χωρίς αντάλλαγμα. Ο Ενάγοντας κανένα αντάλλαγμα δεν έλαβε για την πιο πάνω μεταβίβαση και ουδέποτε είχε πρόθεση να μεταβιβάσει στον αδελφό του το μερίδιό του. Προσδιόρισε ότι η ψευδής παράσταση συνίστατο στη μη ενημέρωσή του ότι με την υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης θα μεταβιβαζόταν το μερίδιο του στον Εναγόμενο. Ο Ενάγοντας, αφού υποψιάστηκε ότι κάτι συνέβαινε αποτάθηκε στον δικηγόρο του και στις 21.1.2004 ακύρωσε το ειδικό πληρεξούσιο. Κατέθεσε το σχετικό έγγραφο ως Τεκμήριο 3, καθώς επίσης πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, ημερομηνίας 26.1.2004, ως Τεκμήριο
- Υποστήριξε ότι κάλεσε επανειλημμένα τον Εναγόμενο όπως του επαναμεταβιβάσει το μερίδιό του, πλην όμως ο Εναγόμενος αρνήθηκε. Δήλωσε, επίσης, ότι ο Εναγόμενος επισκέφθηκε τη μητέρα τους και της άφησε πληρεξούσιο έγγραφο προς τον γιο του, ώστε να μπορέσει να μεταβιβάσει και το μερίδιό της. Κατέθεσε σχετική ένορκη δήλωση της μητέρας του ως Τεκμήριο
- Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου ότι ο τελευταίος έδωσε ως δωρεά προς τον Ενάγοντα το ποσό των $ 30.000, σχολίασε ότι το πιο πάνω ποσό ήταν το αντάλλαγμα για ρούχα που πώλησε ο Ενάγοντας στον Εναγόμενο. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 6 δέσμη έγγραφων που δείχνει την αξία των ρούχων και ως Τεκμήριο 7 παραστατικό από τράπεζα της Ρουμανίας που δεικνύει εξαργύρωση του ποσού των $ 25.
- Προσδιόρισε, ακολούθως, ότι τη δήλωση μεταβίβασης την υπέγραψε στο γραφείο κάποιου προσώπου ονόματι Πίτσιακκος, το γραφείο του οποίου βρίσκεται απέναντι από την είσοδο του Κτηματολογίου. Ο ίδιος, αφού υπέγραψε τη μεταβίβαση, αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχε αντιπαροχή και τότε διαμαρτυρήθηκε. Τόνισε ότι ο μόνος λόγος που υπέγραψε το έγγραφο μεταβίβασης ήταν για να λάβει δυο διαμερίσματα ως αντιπαροχή. Η μεταβίβαση έγινε με πλαστογραφία, αφού στις 20.10.2003 που αυτή έλαβε χώρα, ο ίδιος απουσίαζε από την Κύπρο. Προσδιόρισε ότι η πλαστογραφία έλαβε χώρα στο τμήμα Φόρου εισοδήματος, όπου δεν παρευρέθηκε ποτέ. Περαιτέρω ο ΜΕ1 κατέθεσε το διαβατήριό του ως Τεκμήριο 8 και σχετικό αντίγραφο από το τμήμα Εσωτερικών προσόδων ως Τεκμήριο
- Κατατέθηκε, επίσης, ως Τεκμήριο 10 απόδειξη τράπεζας, ημερομηνίας 15.10.
- Κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι ο ίδιος ήταν διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του και κατέθεσε σχετικό διάταγμα διαχείρισης, ως Τεκμήριο
- Αναγνώρισε, επίσης, αντίγραφο του έγγραφο υμεταβίβασης του επίδικου μεριδίου του, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επί του Τεκμήριου 12 αναγνώρισε την υπογραφή του ως Δικαιοπαρόχου, αποδεχόμενος ότι δεν υφίσταται πλαστογραφία επί του εν λόγω εγγράφου. Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 12 έγινε ενώπιον της XXXXX Ματθαίου, ΜΥ1, απάντησε ότι ο Εναγόμενος «μπορεί να τον πλαστογράφησε». Δήλωσε ότι πληροφορήθηκε ότι ο Εναγόμενος τον ξεγέλασε κατά τον χρόνο που ακύρωσε το πληρεξούσιο έγγραφο. Ακολούθως έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του να αποστείλει επιστολή εκ μέρους του ιδίου και της μητέρας του προς τον Εναγόμενο. Η εν λόγω επιστολή, ημερομηνίας 4.5.2004, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος επ΄ αυτής δήλωσε ότι το περιεχόμενό της μπορεί να το σκέφθηκε μόνος του ο δικηγόρος του αλλά ακολούθως δήλωσε ότι συμφώνησε να γίνει η επιστολή. Σε ερώτηση εάν το έγγραφο Τεκμήριο 9 προηγείται της μεταβίβασης, απάντησε ότι πήγε πρώτα στο Κτηματολόγιο και δεν πήγε στον Φόρο. Δέχθηκε ότι κανονικά η διαδικασία στον Φόρο προηγείται της μεταβίβασης, αλλά δήλωσε ότι στην υπό συζήτηση υπόθεση ο Εναγόμενος είχε ένα φίλο στον Φόρο και τα «κανόνισε» με πλαστογραφία. Ερωτηθείς σχετικά με το Τεκμήριο 6 απάντησε ότι τα σχετικά Τιμολόγια προέρχονται από διαφορετικές εταιρείες. Σε ερώτηση γιατί τα γράμματα στα Τιμολόγια είναι τα ίδια, απάντησε ότι πρόκειται για μια εταιρεία, η οποία έχει πολλές θυγατρικές και ότι δουλεύουν πολλές κοπέλες εκ Ρουμανίας, οι οποίες τα συμπληρώνουν. Σε ερώτηση να εξηγήσει γιατί όλες οι εταιρείες έχουν διαφορετική διεύθυνση, απάντησε ότι δεν σημαίνει ότι η κάθε εταιρεία πουλά στη διεύθυνση των γραφείων της. Αρνήθηκε την υποβολή ότι μια εξ αυτών είναι φαρμακευτική εταιρεία. Ερωτηθείς γιατί δεν αναγράφουν τα τιμολόγια αριθμό τηλεφώνου ή φαξ, απάντησε ότι ούτε η δική του εταιρεία έχει. Κληθείς να παρουσιάσει το δελτίο αποστολής των εμπορευμάτων στην εταιρεία Prive Κοκκίνης, απάντησε ότι δεν τα έστελνε απευθείας αλλά στο εργοστάσιο κάποιου προσώπου ονόματι XXXXX Ζορπίδης. Σε υποβολή ότι η εταιρεία Prive Κοκκίνης δεν υπάρχει, απάντησε ότι οι κάρτες που του έδωσε ο Εναγόμενος έγραφαν Prive. Δήλωσε ότι τα χρήματα του τα έδωσε ο Εναγόμενος περί τον Ιούλιο του 2003 αλλά ο ίδιος έστελνε ρούχα μέχρι τις αρχές του 2004, οπόταν και πληροφορήθηκε περί της απάτης. Διευκρίνισε ότι η πρώτη επιταγή δεν πέρασε και ο Εναγόμενος του έδωσε άλλη στις 8.10.2003 ύψους $25.000 πλέον $ 5.000 μετρητά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι κλήθηκε από την αρμόδιο υπάλληλο του Κτηματολογίου και πληροφορήθηκε περί της μεταβίβασης του επίδικου μεριδίου, δυνάμει δωρεάς. Ακολούθως αναγνώρισε τις αποδείξεις πληρωμής Τεκμήριο
- Κατά την επανεξέτασή του δήλωσε ότι το γραφείο του κ. Πίτσιακκου βρίσκεται μέσα στον χώρο του κτηματολογίου και ότι τις $ 30.000 τις πήρε στις 8.10.
- Επόμενος μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν ο ΜΕ2 ξάδελφος του Ενάγοντα και του Εναγομένου. Ο ΜΕ2 κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι μετέβη με τον Ενάγοντα στον Φόρο εισοδήματος για μια προσωπική τους υπόθεση. Στο Τμήμα του Φόρου ο αρμόδιος υπάλληλος ενημέρωσε τον Ενάγοντα για μια προηγούμενη μεταβίβαση. Από τον φάκελο προέκυψε ότι επρόκειτο για μια μεταβίβαση στην οδό XXXXX. Ο Ενάγοντας απάντησε ότι ουδέποτε μετέβη στον Φόρο και δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 9, ως το έγγραφο στο οποίο αναφερόταν ο αρμόδιος υπάλληλος του Φόρου. Κατά την αντεξέτασή του εξήγησε ότι το κτήμα στο οποίο αναφερόταν ήταν κτήμα στην Αγία Βαρβάρα, το οποίο αγόρασε από τον Ενάγοντα χωρίς να θυμάται, όμως, την αξία για την οποία το αγόρασε. Σε ερώτηση εάν μετέβησαν και στο Κτηματολόγιο για την εν λόγω μεταβίβαση, απάντησε ότι δεν θυμόταν. Δεν θυμόταν, επίσης, από πόσα φύλλα χαρτιού αποτελείτο το Τεκμήριο
- Επιπλέον δεν γνώριζε τι έγινε μετά. Σε ερώτηση πώς χρησιμοποίησαν το έγγραφο του φόρου στη δική του μεταβίβαση απάντησε και πάλι ότι δεν θυμόταν. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο ΜΕ3, Δικαστικός γραφολόγος, ο οποίος κατέθεσε ως Έγγραφο Β το βιογραφικό του σημείωμα. Τα προσόντα του εν λόγω μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ημερομηνίας 14.3.2011, και ως Τεκμήριο 16, φωτοτεχνικό πίνακα συγκρίσεως υπογραφών. Ο ΜΕ3 προχώρησε σε πραγματογνωμοσύνη σχετικά με την υπογραφή επί του Τεκμηρίου 9, δηλώνοντας ότι αυτή δεν ανήκει στον Ενάγοντα. Κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι το Τεκμήριο 9 δεν φέρει σφραγίδα του Τμήματος φορολογίας. Κληθείς να σχολιάσει το κατά πόσο τα γράμματα επί των εγγράφων που αποτελούν το Τεκμήριο 6 είναι του ίδιου προσώπου, απάντησε πως εκ πρώτης όψεως φαίνεται να είναι του ίδιου προσώπου. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο ΜΕ4, υπάλληλος στο Τμήμα Φορολογίας Ακίνητης Ιδιοκτησίας και Κεφαλαιουχικών κερδών. Κατά την κυρίως εξέτασή του εξήγησε ότι πριν προχωρήσει κάποια μεταβίβαση στο κτηματολόγιο πρέπει να συμπληρωθεί το έντυπο Ν.313, το οποίο είναι πιστοποιητικό πληρωμής-απαλλαγής από τον φόρο. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 πιστοποιητικό διευθέτησης φορολογικών υποχρεώσεων. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 18 συμπληρωματική ένορκη δήλωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 9 ως το έγγραφο με το οποίο οι εκάστοτε ιδιοκτήτες δηλώνουν την ακίνητη περιουσία τους. Σκοπός της συμπλήρωσης του εν λόγω Τεκμηρίου είναι να διαφανεί το κατά πόσο υφίσταται φορολογική υποχρέωση. Περαιτέρω ως προς το Τεκμήριο 17 εξήγησε ότι είναι πιστοποιητικό διευθέτησης φορολογικών υποχρεώσεων, το οποίο υπογράφεται από το Τμήμα φορολογίας και δίδεται στο Κτηματολόγιο. Σκοπός αυτού είναι να διαβεβαιώσει το Κτηματολόγιο ότι οι φορολογικές υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου εκπληρώθηκαν. Κατά την αντεξέτασή του εξήγησε ότι η ακολουθητέα διαδικασία σε περιπτώσεις κατάθεσης δηλώσεων, όπως το Τεκμήριο 9, είναι να ζητείται η ταυτότητα του Δικαιοπαρόχου. Εξήγησε πως το γεγονός ότι η μεταβίβαση ήταν δυνάμει δωρεάς φαίνεται στο Τεκμήριο 17, το όποιο συμπληρώνει ο Δικαιοπάροχος. Επίσης εξήγησε ότι το πιστοποιητικό διευθέτησης φορολογικών υποχρεώσεων, αφού υπογραφεί, δίδεται στον Δικαιοπάροχο, για να το δώσει στο Κτηματολόγιο. Επόμενος μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν ο Αναστασιάδης XXXXX, ΜΕ
- Κατά τη μαρτυρία του ΜΕ 5 κατατέθηκε επαγγελματική κάρτα του καταστήματος Prive Collection ως Τεκμήριο 19, καθώς και επαγγελματική κάρτα κάποιου προσώπου ονόματι XXXXX Ζορπίδης, ως Τεκμήριο
- Ο ΜΕ 5 ήταν το πρόσωπο που διέμενε στο επίδικο υποστατικό από το 2004 και μετά. Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι το 2004 έγινε κάποιο περιστατικό μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος του ανάφερε ότι το επίδικο ακίνητο είναι ιδιοκτησίας του και του ζήτησε να αποχωρήσει. Τότε ο μάρτυρας του ανάφερε ότι διαμένει στο επίδικο ακίνητο δυνάμει συμφωνίας με τη μητέρα του Εναγόμενου. Δήλωσε, επίσης, ότι ο Εναγόμενος είχε την πρόθεση να κατεδαφίσει το επίδικο ακίνητο με σκοπό να ανεγερθεί στη θέση του πολυκατοικία. Κατά την αντεξέτασή του εξήγησε ότι δούλευε μαζί με τον Εναγόμενο από την περίοδο που ήταν 16 ετών. Προσδιόρισε, επίσης, ότι ο χρόνος στον οποίο διέμενε στο επίδικο υποστατικό ήταν από το έτος 2004 μέχρι το έτος
- Εξήγησε επίσης ότι διέμενε κατόπιν άδειας της μητέρας του Εναγόμενου. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 13, απάντησε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει οτιδήποτε σχετικά. Δήλωσε, επίσης, ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του Εναγόμενου είναι προϊόν πλαστογραφίας. Το πιο πάνω το πληροφορήθηκε από τη μητέρα του Εναγόμενου. Επόμενη μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν η XXXXX Ηλίεβα, ΜΕ
- Κατά την κυρίως εξέτασή της δήλωσε ότι είναι φίλοι με τον ΜΕ 5, ο οποίος της ανάφερε ότι η μητέρα του Εναγόμενου διατηρούσε ένα ακίνητο στη Λευκωσία στο οποίο επιθυμούσε να μένει μέσα ο ΜΕ
- Στο εν λόγω υποστατικό διέμενε και η ίδια από το 2004 μέχρι τις 10.1.
- Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος είχε προστριβές με τη μητέρα του, μάλωναν συχνά και καλείτο και η Αστυνομία. Αναφορικά με τον Εναγόμενο γνώριζε ότι αυτός διατηρούσε κατάστημα με εσώρουχα. Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι άκουσε ότι ο Εναγόμενος επιθυμούσε να κατεδαφίσει το επίδικο ακίνητο και να κατασκευάσει στη θέση του διαμερίσματα. Επίσης δήλωσε ότι ο Εναγόμενος ξεγέλασε τον Ενάγοντα και μεταβίβασε επ' ονόματί του το μερίδιό του. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Παπαδούρης, ΜΕ
- Ο ΜΕ7 ήταν το πρόσωπο που μετέφρασε τα έγγραφα που αποτελούν το Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα κατέθεσε ως Τεκμήρια 21 μέχρι 25, αποδείξεις και τιμολόγια, μαζί με τη μετάφρασή τους. Κατέθεσε επίσης μεταφρασμένο έγγραφο με τίτλο «πιστωτική σημείωση», ως Τεκμήριο 26 και έγγραφο με τίτλο «Έντυπο κατάθεσης» ως Τεκμήριο
- Κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 26.6.2018 κατατέθηκαν εκ συμφώνου, ως Τεκμήριο 28, δέσμη εγγράφων αναφορικά με την εταιρεία Sibros Trading Ltd και ως Τεκμήριο 29, πιστοποιητικά σχετικά με την εταιρεία No Frontera Ltd. Μετά το πέρας της υπόθεσης του Ενάγοντα τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά του Εναγόμενου. Πρώτη μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν η XXXXX Ματθαίου, υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, ΜΥ
- Κατά την κυρίως εξέτασή της δήλωσε ότι εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας από το
- Εργάστηκε, επίσης, στο τμήμα μεταβιβάσεων για περίοδο 9 χρόνων. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 12, αναγνώρισε το όνομα της, να καταγράφεται σε δύο σημεία. Κατέθεσε, επίση,ς το πρωτότυπο έγγραφο με τίτλο ''δήλωση μεταβίβασης ακινήτου'' ως Τεκμήριο
- Το τεκμήριο 30 αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο του Τεκμηρίου
- Ως προς τη διαδικασία μεταβίβασης κάποιου ακινήτου εξήγησε ότι η διαδικασία ξεκινά με την παραλαβή της αίτησης μεταβίβασης, η οποία στη συνέχεια καταχωρείται στον υπολογιστή. Ακολούθως, παρουσιάζονται ενώπιον του αρμόδιου κτηματολογικού λειτουργού ο δικαιοπάροχος και ο δικαιοδόχος, για να συντελεσθεί η αποδοχή της μεταβίβασης. Δήλωσε ότι σε κάθε περίπτωση ζητούνται ταυτότητες τόσο του δικαιοπάροχου όσο και του δικαιοδόχου. Στην παρούσα υπόθεση φαίνεται, από το Τεκμήριο 12, ότι η μεταβίβαση έγινε ενώπιόν της και η ίδια ζήτησε τις ταυτότητές τους. Δήλωσε επίσης ότι δικαιοπάροχος και δικαιοδόχος υπογράφουν το έγγραφο μεταβίβασης. Υπέδειξε στη συγκεκριμένη υπόθεση το σημείο που βρίσκονται οι υπογραφές τόσο του Ενάγοντα όσο και του Εναγόμενου. Αφού τεθούν οι υπογραφές του δικαιοπάροχου και του δικαιοδόχου, δήλωσε ότι γίνεται ανάγνωση του περιεχομένου της δήλωσης μεταβίβασης και ακολούθως οι συμβαλλόμενοι δηλώνουν εάν αποδέχονται τη μεταβίβαση. Τέλος, εκδίδεται απόδειξη για πληρωμή των τελών. Εξήγησε ότι στο Τεκμήριο 12 δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι η μεταβίβαση γίνεται δυνάμει αντιπαροχής. Επίσης δήλωσε ότι κατά το στάδιο της μεταβίβασης ελέγχονται οι φοροαπαλλαγές από το Τμήμα Φορολογίας και εξήγησε ότι στην παρούσα οι φοροαπαλλαγές είναι στο Τεκμήριο
- Σε ερώτηση σχετικά με το Τεκμήριο 9, απάντησε ότι αυτό πρέπει να υπογραφεί από τον δικαιοπάροχο και εξήγησε ότι το Τεκμήριο 9 υποβάλλεται στον φόρο, για να εξασφαλιστεί το έντυπο Ν.
- Δήλωσε επίσης ότι δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε παρατυπία κατά τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι το 2003 βρισκόταν στο τμήμα μεταβιβάσεων, σήμερα βρίσκεται στον κλάδο αιτήσεων. Πριν την αίτηση για μεταβίβαση εξήγησε ότι υπάρχει συγκεκριμένος υπάλληλος του Κτηματολογίου, ο οποίος παραλαμβάνει τα έγγραφα. Στην υπό κρίση περίπτωση τα έγγραφα της μεταβίβασης φαίνεται ότι άχθηκαν ενώπιόν της στις 8.10.
- Σε ερώτηση εάν μπορεί να θυμάται τα άτομα που έχουν υπογράψει, απάντησε ότι η ίδια έλεγξε τις ταυτότητες και τα πρόσωπα, γεγονός το οποίο έχει σημειώσει στο έγγραφο, έντυπο
- Σε ερώτηση εάν μπορεί η μεταβίβαση να γίνει μέσω πληρεξούσιου προσώπου απάντησε πως μπορεί αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έγινε μέσω πληρεξουσίου η μεταβίβαση. Σε ερώτηση εάν τίθεται και η δική της σφραγίδα επί του εγγράφου, απάντησε ότι η υπογραφή της τέθηκε μετά την αποδοχή της πράξης της μεταβίβασης. Σε ερώτηση να εξηγήσει για την ημερομηνία στην τελευταία σελίδα του εγγράφου, απάντησε ότι αυτή η ημερομηνία αφορά τον δεύτερο έλεγχο που έγινε. Σε ερώτηση εάν μετά τον πρώτο έλεγχο οι συμβαλλόμενοι οφείλουν να παρουσιαστούν εκ νέου ενώπιόν της, απάντησε ότι η διαδικασία ολοκληρώνεται με τον πρώτο έλεγχο και απομένει η έκδοση των τίτλων. Αναφορικά με το έγγραφο του Φόρου Εισοδήματος, Τεκμήριο 9, απάντησε ότι με το έγγραφο αυτό διαπιστώνει ότι πληρώθηκαν οι σχετικοί φόροι. Σε ερώτηση γιατί αυτό δεν έχει σφραγίδα, απάντησε ότι οι συμβαλλόμενοι παρουσιάστηκαν στον Φόρο και αυτό που ελέγχουν είναι την ύπαρξη και μόνο του εγγράφου. Σε υποβολή ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιόν της για τη μεταβίβαση, απάντησε ότι με βάση τα δεδομένα που έχει, φαίνεται ότι αυτός παρουσιάστηκε. Σε υποβολή ότι ουδέποτε δεν ήρθε για να μεταβιβάσει το μερίδιό του ο Ενάγοντας, απάντησε ότι παρουσιάστηκε μπροστά της και υπόγραψε και ότι πάντοτε ελέγχει τις ταυτότητες και δεν μπορεί να ήταν άλλο πρόσωπο. Σε ερώτηση να υποδείξει πού φαίνεται ότι έγινε έλεγχος ταυτότητας, υπέδειξε ότι αυτό φαίνεται μέσα από το σήμα «Ν» που έβαλε στο έντυπο μεταβίβασης. Σε υποβολή ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε έδειξε την ταυτότητά του, απάντησε ότι η ίδια την είδε. Επόμενος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Θεοχάρους, ΜΥ
- Ο ΜΥ 2 ασκεί το επάγγελμα του λογιστή από το
- Ο ΜΥ2 κατέθεσε το Τεκμήριο 31, δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από πιστοποιητικά έρευνας στον Έφορο Εταιρειών. Δήλωσε ότι γνωρίζει τον Εναγόμενο αφού είναι υπεύθυνος για την τήρηση των λογιστικών βιβλίων των εταιρειών. Παράλληλα διαθέτει λογιστικό γραφείο. Σε ερώτηση σχετική εάν έχει δει στο παρελθόν το Τεκμήριο 23, απάντησε ότι ουδέποτε έχει δει να αναγράφεται το όνομα Prive Κοκκίνης. Δήλωσε, επίσης, ότι δεν υφίσταται εταιρεία εγγεγραμμένη με την επωνυμία Prive Κοκκίνης. Σε ερώτηση εάν υπάρχουν φορτωτικές αναφορικά με που εμπορεύματα που εισήχθηκαν από τη Ρουμανία, απάντησε ότι δεν υπάρχουν τέτοια έγγραφα και ότι οι εταιρείες του Εναγόμενου εισήγαγαν προϊόντα από Ελλάδα και Λίβανο. Ήταν κατηγορηματικός επίσης ότι δεν μπορούν να εισαχθούν προϊόντα χωρίς να υπάρχουν έγγραφα φορτωτικής. Σε ερώτηση εάν κατά τον έλεγχο των εταιρειών του Εναγόμενου εντόπισε τα Τεκμήρια 6 και 7, απάντησε ότι αυτά αναφέρουν την επωνυμία Prive Κοκκίνης, η οποία δεν υπάρχει. Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι συνεργάζεται με τον Εναγόμενο από το έτος 2001 και σταχυολόγησε τις εταιρείες στις οποίες διατηρεί συμφέρον ο Εναγόμενος. Σε ερώτηση εάν ο Εναγόμενος διατηρεί κάποιο κατάστημα, απάντησε ναι, διατηρεί κατάστημα με την επωνυμία Prive Collection. Σε ερώτηση εάν αυτό λειτουργούσε, απάντησε ότι όντως λειτουργούσε και λειτουργούσε μέσω της εταιρείας S. Kokkinis. Σε υποβολή ότι το κατάστημα λειτουργούσε με την επωνυμία Prive απάντησε ότι τέτοια επωνυμία δεν υπήρχε εγγεγραμμένη. Τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος, ΜΥ
- Κατά τη μαρτυρία του ΜΥ3 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 32 αντίγραφο της επιταγής, ημερομηνίας 8.10.2005, ως Τεκμήριο 33 απόδειξη παραλαβής ξένου συναλλάγματος, ημερομηνίας 8.10.2003, ως Τεκμήριο 34 αντίγραφο από το διαβατήριό του και ως Τεκμήριο 35 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από πέντε φύλλα χαρτιού σχετικά με πληρωμή τελών προς τον Δήμο Αγίου Δομετίου. Στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι η επίδικη κατοικία ανήκε στον πατέρα των διαδίκων, ο οποίος απεβίωσε στις 25.9.
- Διαχειριστής της περιουσίας αυτού ορίστηκε ο Ενάγοντας ο οποίος τότε μεταβίβασε τα 5/12 μερίδια στον εαυτό του, τα 5/12 στον Εναγόμενο και τα 2/12 στη μητέρα τους. Δήλωσε ότι ο Ενάγοντας διαμένει μόνιμα στη Ρουμανία και ότι στις 7.10.2003 του ανέφερε ότι επιθυμούσε να του μεταβιβάσει δυνάμει δωρεάς τα 5/12 μερίδια που είχε. Τότε ο ίδιος προθυμοποιήθηκε να του κάνει επίσης δώρο 30 χιλιάδες δολάρια. Στις 8.10.2003 μετέβηκε μαζί με τον Ενάγοντα στη Λαϊκή Τράπεζα, στο κατάστημα στην Παλλουριώτισσα και του εξέδωσε μια επιταγή αξίας 25 χιλιάδων δολαρίων και του παρέδωσε ταυτόχρονα 5.000 δολάρια μετρητά. Ακολούθως μετέβησαν και οι δύο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, όπου ο Ενάγοντας μέσω του Τεκμηρίου 12 ενέγραψε και μεταβίβασε στον Εναγόμενο τα 5/12 μερίδια του επίδικου ακινήτου. Από τις αρχές του 2004 ο ίδιος άρχισε να επισκέπτεται την επίδικη οικία προκείμενου να την αξιοποιήσει. Ακολούθως, έλαβε την επιστολή Τεκμήριο 13 από τους δικηγόρους του Ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι η όλη μαρτυρία του Ενάγοντα ήταν κατασκευασμένη και προϊόν ύστερων σκέψεων. Δήλωσε, επίσης, ότι ουδέποτε παρέλαβε τα εμπορεύματα που καταγράφουν τα Τεκμήρια 6 και
- Κατά την αντεξέτασή του επανέλαβε ότι αρνήθηκε την προσφορά του Ενάγοντα να του παραχωρήσει το επίδικο μερίδιο ως αντιπαροχή. Σε ερώτηση να εξηγήσει γιατί αφού ο αδελφός του, ήτοι ο Ενάγοντας, προθυμοποιήθηκε να του δώσει ως δωρεά το επίδικο ακίνητο, ένιωσε την ανάγκη να του παραδώσει και ο ίδιος 30 χιλιάδες δολάρια, απάντησε ότι ήταν μια συζήτηση μεταξύ δύο αδελφών, οι οποίοι αντάλλαζαν μεταξύ τους δώρα. Τόνισε, ότι δεν ήταν εμπορική πράξη και ότι η παράδοση των $ 30 χιλιάδων δολαρίων έγινε για χαριστική αιτία. Δεν ήταν, όμως, σε θέση να προσδιορίσει το με ποιον τρόπο προέκυψε το συγκεκριμένο ποσό. Αρνήθηκε την υποβολή ότι πρόθεση του Ενάγοντα ήταν να δοθεί το επίδικο ακίνητο προς αντιπαροχή. Σε ερώτηση εάν μετέβη τον Ιούλη του 2003 στην Αγγλία, απάντησε ότι ο ίδιος δεν θυμάται και κατέθεσε σχετικά αντίγραφο από το διαβατήριό του, Τεκμήριο
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι σύμφωνα με τα πρακτικά της προηγούμενης διαδικασίας συμφώνησε ότι μετέβη στην Αγγλία την επίδικη περίοδο. Το μόνο που δήλωσε είναι ότι μετέβη στην αποφοίτηση των παιδιών του με όλη του την οικογένεια. Σε ερώτηση εάν το επίδικο ακίνητο το προόριζε για τον γιο του, απάντησε ότι το προόριζε για τον γιο του όταν έγινε ιδιοκτήτης των 10/12 αυτού. Αναφορικά με το ειδικό πληρεξούσιο το οποίο περιέχεται στο Τεκμήριο 5, αρνήθηκε ότι το κατάρτισε ο ίδιος, δέχθηκε, όμως, ότι διατηρεί επιχειρήσεις μαζί με τον γιο του. Δέχθηκε ότι ήταν ιδιοκτήτης της εταιρείας S. Kokkinis Co Ltd, η οποία εμπορευόταν γυναικεία εσώρουχα και στεγαζόταν στο City Plaza στη Λευκωσία. Το κατάστημα λειτουργούσε υπό την επωνυμία S. Kokkinis Co Ltd και ουδέποτε υπέβαλε αίτηση ο Εναγόμενος για το όνομα Prive. Εξήγησε ότι υπέβαλε αίτηση για το όνομα Prive Collection, η οποία απορρίφθηκε. Δήλωσε, επίσης, ότι το κατάστημα δεν το λειτουργούσε ο ίδιος αλλά λειτουργούσε με κάποιο υπάλληλο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δραστηριοποιείτο με την επωνυμία Prive και δήλωσε ότι ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε αγοραπωλησία ή τιμολόγηση με το όνομα Prive Kokkinis. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι 30 χιλιάδες δολάρια αφορούσαν αγορά ρούχων από τη Ρουμανία. Σε ερώτηση να αναφερθεί για τις 8.10.2003, όταν μετέβηκε στο Κτηματολόγιο, απάντησε ότι μετέβηκε μαζί με τον αδελφό του στο Κτηματολόγιο, συμπλήρωσαν τις φόρμες μεταβιβάσεων και μετά από λίγη ώρα φωνάχθηκαν από την αρμόδια υπάλληλο να εμφανιστούν ενώπιόν της και ακολουθήθηκε η διαδικασία που περιέγραψε η ΜΥ
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι υπέγραψε το επίδικο έντυπο, Τεκμήριο 12, στο γραφείο του κυρίου Πίτσιακκου. Εξήγησε περαιτέρω ότι δεν έχει σημασία ποιος συμπλήρωσε τα έγγραφα αλλά σημασία έχει ότι οι ίδιοι υπέγραψαν ενώπιον κτηματολογικού λειτουργού. Σε υποβολή ότι ο Ενάγοντας συμπλήρωσε μεν το Τεκμήριο 12 αλλά όταν κατάλαβε τι υπέγραψε ζήτησε να μην κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, απάντησε ότι στο έγγραφο που συμπλήρωσαν δεν υπάρχει πουθενά η λέξη αντιπαροχή. Αναφορικά με το Τεκμήριο 30, απάντησε ότι φέρει σφραγίδα του αρμόδιου υπαλλήλου του Κτηματολογίου. Σε ερώτηση εάν μετέβη μαζί με τον αδελφό του στον Φόρο Εισοδήματος, απάντησε ότι πήγαν μαζί στο Κτηματολόγιο και στην τράπεζα. Σε υποβολή ότι πλαστογράφησε την υπογραφή του αδελφού του στο τμήμα Φόρου Εισοδήματος, απάντησε ότι ουδέποτε προέβηκε σε πλαστογραφία. Δήλωσε ακολούθως ότι ο καθένας εκ των δύο μετέβη και πλήρωσε τα τέλη που του αναλογούσαν. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 35, ήτοι τη δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από πέντε φύλλα χαρτιού σχετικά με πληρωμή τελών προς τον Δήμο Αγίου Δομετίου. Κατά την επανεξέτασή του δήλωσε ότι ουδέποτε έλαβε φορτωτικά έγγραφα αναφορικά με εισαγωγή εσωρούχων από τη Ρουμανία στην ονομασία Prive Kokkinis. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν μέσω γραπτών αγορεύσεων τις θέσεις τους. Ο κ. Κούτρας εισηγήθηκε ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τις κατ' ισχυρισμόν λεπτομέρειες δόλου με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται η αξίωσή του. Στον αντίποδα η κα Μπριάνα, αφού αναφέρθηκε στις έννοιες της απάτης, της ψευδούς παράστασης και του δόλου εισηγήθηκε ότι η επίδικη μεταβίβαση είναι ακυρώσιμη. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε με σκοπό εξαπάτησης του Δημοσίου και γι' αυτό πρέπει να ακυρωθεί. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Περαιτέρω, δείκτη ως προς την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα αποτελεί και η προβολή ισχυρισμών που συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ή βρίσκονται σε διάσταση με αυτούς. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Νεοφύτου κ.ά ν. Γερακιώτη,
(2010)1 Α.Α.Δ. 25 και Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση έχουν καταθέσει τρεις ανεξάρτητοι μάρτυρες, οι οποίοι ήταν εργοδοτούμενοι σε κρατικές υπηρεσίες και ένας εμπειρογνώμονας. Κρίνω ορθότερο όπως αξιολογήσω πρώτα τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα και των ανεξάρτητων μαρτύρων. Τονίζεται ότι το Τεκμήριο 12 είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 30 και αναφορά σε οποιοδήποτε εξ αυτών αφορά το ίδιο έγγραφο, ήτοι την επίδικη δήλωση μεταβίβασης. Η Μαρτυρία του ΜΕ
- Από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας, από τη μη αμφισβήτηση των ακαδημαϊκών προσόντων και επαγγελματικής πείρας του ΜΕ3, αλλά και από την ίδια τη μαρτυρία του , έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας θεωρείται πραγματογνώμονας, κρίνω ότι ο ΜΕ3 είναι πραγματογνώμονας και η μαρτυρία του θα κριθεί υπό το φως των αρχών που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα. Σχετική είναι η απόφαση Evangelou v. Ambizas
(1982)1CLR
- Ο ΜΕ3 παρείχε τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα, ώστε η μαρτυρία του επί της ειδικότητάς του να γίνει αποδεκτή. Πέραν των πιο πάνω η μαρτυρία του ούτε αμφισβητήθηκε ούτε αντικρούστηκε με οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία, αλλά ούτε με αντίθετη μαρτυρία πραγματογνώμονα. Συνεπώς κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του ΜΕ3 για την εξαγωγή ευρημάτων. Η μαρτυρία του ΜΕ4 Ο ΜΕ4 έδωσε μαρτυρία υπό την ιδιότητα του ως υπάλληλος του Τμήματος Φορολογίας. Αναφορικά με τον ΜΕ4 δεν έχω διαπιστώσει ότι συνδέεται με οποιοδήποτε από τους διαδίκους ή είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης Στη μαρτυρία του εξήγησε με σαφήνεια τις διαδικασίες που ακολουθούνται στο Τμήμα στο οποίο εργάζεται. Η εκδοχή του δεν αμφισβητήθηκε στην αντεξέταση και δεν αντικρούεται από άλλη αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του ΜΕ4 για την εξαγωγή ευρημάτων. Η μαρτυρία του ΜΕ7 Ο ΜΕ7 επίσης ήταν τυπικός μάρτυρας και η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από την μετάφραση των Τεκμήριων 21-
- Η μαρτυρία του ουσιαστικά ούτε αμφισβητήθηκε, ούτε αντικρούεται από άλλη αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του ΜΕ7 για την εξαγωγή ευρημάτων Η μαρτυρία της ΜΥ1 Η ΜΥ1 κλήθηκε να δώσει μαρτυρία υπό την ιδιότητά της ως υπάλληλος του Τμήματος Κτηματολογίου. Όπως ο ΜΕ4 έτσι και για την ΜΥ1 δεν έχω διαπιστώσει ότι συνδέεται με οποιοδήποτε από τους διαδίκους ή είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Περαιτέρω η μαρτυρία της ΜΥ1, χαρακτηρίζεται από αμεσότητα ευθύτητα και σαφήνεια. Η ΜΥ1 εξήγησε την ακολουθητέα διαδικασία κατά την κατάθεση δήλωσης μεταβίβασης. Διευκρίνισε τη διαδικασία που ακολουθούσε η ίδια κατά την κατάθεση της δήλωσης μεταβίβασης, ενώ υπέδειξε ότι την ακολούθησε και στην υπό κρίση υπόθεση. Η θέση της ότι η ίδια προέβη σε έλεγχο των υπογραφών και των ταυτοτήτων των διαδίκων δεν έχει κλονισθεί κατά την αντεξέταση αλλά αντίθετα ενδυναμώθηκε. Συγκεκριμένα η ΜΥ1 παρέπεμψε επί του εγγράφου στο σημείο «Ν», το οποίο έθεσε δίπλα από τις υπογραφές των μερών, στοιχείο που κατά τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της δεικνύει ότι τηρήθηκε η ακολουθητέα διαδικασία. Συνεπώς η βασική θέση της ότι οι διάδικοι παρουσιάστηκαν ενώπιόν της και αποδέχθηκαν τη μεταβίβαση δεν είναι προϊόν μόνο της μνήμης της μάρτυρος αλλά προκύπτει και μέσα από το ίδιο το έγγραφο, Τεκμήριο 30 και 12 και τις εκεί αναφορές. Παράλληλα η μαρτυρία της συνάδει με τα όσα καταγράφει το Τεκμήριο 30 και σε κανένα σημείο δεν υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι το Τεκμήριο 30 είναι προϊόν πλαστογραφίας ή ότι η ίδια επενέβη επ' αυτού θέτοντας ψευδή στοιχεία ή αναφορές. Αντίθετα ο ίδιος ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του δέχτηκε ότι το έγγραφο μεταβίβασης δεν είναι προϊόν πλαστογραφίας. Περαιτέρω δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε αντίφαση ή στοιχείο τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση, το οποίο μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία της μάρτυρος. Συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία της για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Η μαρτυρία του ΜΕ1 Ο Ενάγοντας - ΜΕ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, αφού η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αοριστίες, υπεκφυγές και αφίσταται της λογικής. Αποτέλεσε τη βασική θέση του Ενάγοντα ότι ο ίδιος ξεγελάστηκε και υπέγραψε επί του Τεκμήριου 12 , χωρίς να γνωρίζει ότι με την υπογραφή του θα μεταβιβαζόταν το μερίδιό του. Η πιο πάνω θέση αντικρούεται από την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα από το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμήριου 12, στο οποίο καταγράφεται ρητά ότι η μεταβίβαση γινόταν δυνάμει δωρεάς. Περαιτέρω η πιο πάνω θέση αντικρούεται από τη μαρτυρία της ΜΥ1 , η οποία δήλωσε ότι κάλεσε τους διαδίκους και τους ρώτησε εάν αποδέχονται τη μεταβίβαση. Συνεπώς το γεγονός ότι με την υπογραφή επί της δήλωσης μεταβίβασης θα μεταβιβαζόταν το μερίδιο που καταγράφεται στο Τεκμήριο 12, φαίνεται ξεκάθαρα από το Τεκμήριο 12 και την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΥ1, ώστε να μην δικαιολογείται ο Ενάγοντας να δηλώνει άγνοια ή ότι του απεκρύβη το γεγονός αυτό. Επιπρόσθετα ούτε η θέση του ΜΕ1, ότι μόλις αντιλήφθηκε ότι δεν θα λάμβανε τη συμφωνηθείσα αντιπαροχή αντέδρασε, συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία ή την ολότητα της μαρτυρίας. Σχετική επί του προκειμένου είναι, η επιστολή του δικηγόρου του, Τεκμήριο 13, η οποία αποστάληκε μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης. Στην εν λόγω επιστολή ο Εναγόμενος καταγράφεται ως ο ιδιοκτήτης των 10/12 του επίδικου ακινήτου. Θα ανέμενε κανείς από τον Ενάγοντα, εάν όντως εξαπατείτο, να κατέγραφε στην επιστολή του δικηγόρου του, ήτοι στο Τεκμήριο 13, τον ισχυρισμό περί εξαπάτησης. Τονίζεται, επίσης, ότι το Τεκμήριο 13 έγινε σε χρόνο μετά που ο Ενάγοντας, κατά τον ισχυρισμό του, μέσω του Τεκμήριου 4, ημερομηνίας 26.1.2004, πληροφορήθηκε ότι μεταβιβάστηκε το μερίδιό του στον Εναγόμενο. Η λογική πορεία των πραγμάτων θα ήταν ο Ενάγοντας να διαμαρτυρόταν ευθύς μόλις πληροφορήθηκε ότι έλαβε χώρα η επίδικη μεταβίβαση και όχι 3 μήνες, αφότου πληροφορήθηκε, κατά τον ισχυρισμό του ίδιου, μέσω του Τεκμήριου 4, να αναγνωρίζει τον Εναγόμενο ως τον ιδιοκτήτη των 5/6 μεριδίων του επίδικου ακινήτου. Βεβαίως, όταν υπεδείχθη το πιο πάνω στον Ενάγοντα, η αρχική του αντίδραση ήταν η υπεκφυγή, μέσω του ισχυρισμού ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13, το σκέφτηκε μόνος του ο δικηγόρος του. Ακολούθως όμως ανασκεύασε παραδεχόμενος ότι γνώριζε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Η ενέργεια και η προσπάθεια του ΜΕ1 να παραπλανήσει σε σχέση με το περιεχόμενο ενός εγγράφου, το οποίο ήταν αντίθετο με την εκδοχή του, αποδυναμώνει την αξιοπιστία του και δεικνύει ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να καταθέσει την αλήθεια. Πέραν των πιο πάνω, η βασική θέση του ότι ξεγελάστηκε δεν μπορεί να είναι πειστική, καθότι ο ίδιος εάν όντως κατά την υπογραφή επί του Τεκμηρίου 12 διαπίστωνε ότι ξεγελάστηκε θα μπορούσε να το ανέφερε στην ΜΥ1 όταν κλήθηκε ενώπιόν της. Η αποδοχή της μεταβίβασης, δυνάμει δωρεάς, ως φαίνεται από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΥ1 και το περιεχόμενο του Τεκμήριου 13, το οποίο στάλθηκε έξι μήνες μετά την υπογραφή της επίδικη δήλωσης μεταβίβασης, καθιστούν την εκδοχή του μη πειστική. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου περί αποδοχής της μεταβίβασης στη βάση δωρεάς με τη συμφωνία ότι θα αναπτυσσόταν το ακίνητο και θα δινόταν ένα διαμέρισμα στον Ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατ' αρχάς η πιο πάνω θέση δεν υποστηρίζεται από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία και απάδει της λογικής. Συγκεκριμένα ο Ενάγοντας δεν ζήτησε μέσω της επιστολής του δικηγόρου του, Τεκμήριο 13, να τηρηθεί ή να εφαρμοσθεί οποιαδήποτε συμφωνία περί αντιπαροχής, ως θα ήταν η λογική πορεία των πραγμάτων, εάν όντως υπήρχε οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία. Επιπλέον, ο ΜΕ1 στη μαρτυρία του έκανε λόγο για δύο διαμερίσματα και όχι για ένα ως οι δικογραφημένοι του ισχυρισμοί, με αποτέλεσμα να προκύπτει διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας του και των δικογραφημένων του ισχυρισμών. Επίσης, η πιο πάνω θέση του Ενάγοντα δεν τέθηκε στους μάρτυρες της υπεράσπισης για να τη σχολιάσουν. Σχετική ως προς την παράλειψη αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Το γεγονός και μόνο ότι κατά το παρελθόν ο Ενάγοντας παραχώρησε πληρεξούσιο έγγραφο στον Εναγόμενο με το οποίο τον εξουσιοδοτούσε να προβεί σε ενέργειες για να δοθεί το μερίδιό του προς αντιπαροχή δεν μπορεί να σημαίνει ότι ο σκοπός της μεταβίβασης ήταν άλλος από αυτόν που καταγράφεται στη δήλωση μεταβίβασης, Τεκμήριο
- Συνακόλουθα ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Παράλληλα η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν μπορεί να είναι πειστική ούτε ως προς το σημείο του κατ΄ ισχυρισμόν ανταλλάγματος που έδωσε στον Εναγόμενο για τη λήψη των $ 30.
- Ο μάρτυρας κατέθεσε μέσω του Τεκμηρίου 6 έγγραφα τα οποία εμφανίζονται να είναι τιμολόγια εκδοθέντα από διαφορετικές εταιρείες. Τα πιο πάνω Τεκμήρια, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ3, φαίνονται να συμπληρώθηκαν με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα, παρότι πρόκειται για διαφορετικές εταιρείες. Περαιτέρω τα εν λόγω τιμολόγια δεν καταγράφουν οποιοδήποτε στοιχείο επικοινωνίας. Ο ΜΕ1 στην προσπάθειά του να εξηγήσει τα πιο πάνω, προέβη σε αντιφατικούς ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα η θέση του να μην πείθει. Επιπλέον, η σχετική θέση του ΜΕ1 δεν συνάδει με την αναμενόμενη λογική πορεία των πραγμάτων, αφού θα ανέμενε κανείς πως εάν όντως απέστελλε είδη ρουχισμού από τη Ρουμανία να υπήρχαν και άλλα έγγραφα, όπως έγγραφα φορτωτικής ή μεταφοράς τους ή εκτελώνισής τους στην Κύπρο. Σχετικά με την έλλειψη τέτοιων έγγραφων ο ΜΕ1 προέβη σε αόριστους και ανυποστήρικτους ισχυρισμούς που αφίστανται της λογικής. Υπό το φως των πιο πάνω είναι ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασισθεί στη μαρτυρία του Ενάγοντα- ΜΕ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Η Μαρτυρία του ΜΕ2 Η μαρτυρία του ΜΕ2 χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές και πολλά «δεν θυμάμαι». Πέραν των πιο πάνω η μαρτυρία του δεν έχει να προσφέρει στα επίδικα θέματα, αφού περιστρέφεται γύρω από συναλλαγή άσχετη με την επίδικη μεταβίβαση. Υπό το φως των πιο πάνω είναι ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασισθεί στη μαρτυρία του ΜΕ2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Η μαρτυρία του ΜΕ
- Η μαρτυρία του ΜΕ5 ουσιαστικά δεν προσθέτει στα επίδικα θέματα. Ο ίδιος δήλωσε ότι ήταν ενοικιαστής του επίδικου ακίνητου και ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας αυτού είναι πλαστογραφημένος, ως τον πληροφόρησε η μητέρα των διαδίκων. Η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να είναι πειστική και δεν συνάδει με την ολότητα της μαρτυρίας. Περαιτέρω ο γενικός ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος επιθυμούσε να κατεδαφίσει το επίδικο ακίνητο δεν μπορεί να διασυνδεθεί με τον επίδικο χρόνο, αφού ο ΜΕ5 διέμενε στο επίδικο υποστατικό μετά την ολοκλήρωση της επίδικης μεταβίβασης. Το γεγονός ότι κατέθεσε ως Τεκμήρια 19 και 20 επαγγελματικές κάρτες και πάλι από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει σε ευρήματα, πέραν των όσων καταγράφονται σε αυτές, καθότι τα πιο πάνω δεν συνδέονται με την ολότητα τα μαρτυρίας. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του ΜΕ5 για την εξαγωγή ευρημάτων πέραν των όσων καταγράφονται και επιμαρτυρούνται στα Τεκμήρια 19 και
- Η μαρτυρία της ΜΕ6 Η ΜΕ6 δεν προσέφερε οτιδήποτε ουσιαστικό στα επίδικα γεγονότα. Η ίδια προσέφερε μαρτυρία σχετικά με το ότι διέμενε ο ΜΕ5 και η ίδια στο επίδικο ακίνητο. Η θέση ότι ο Εναγόμενος ξεγέλασε τον Ενάγοντα αποτελεί συμπέρασμα και όχι γεγονός και ως εκ τούτου δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα. Η μαρτυρία του ΜΥ
- Ο ΜΥ2 ήταν ο λογιστής του Εναγομένου. Η μαρτυρία του ΜΥ2 χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και αμεσότητα. Επίσης, η μαρτυρία του συνάδει με την ολότητα της μαρτυρίας και την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ2 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Η μαρτυρία του ΜΥ3 Η θέση του ΜΥ3- Εναγομένου σχετικά με το ότι ουδέποτε παρέλαβε προϊόντα αξίας $ 30.000 δεν αντικρούεται από αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετικά δεν έχουν παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τιμολόγια που να αποτελούν αξιόπιστη μαρτυρία και να κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι κάποια εταιρεία του ιδίου ή ο ίδιος αγόρασε οποιαδήποτε ποσότητα εσωρούχων. Παράλληλα η θέση του ΜΥ3, ως προς τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο Κτηματολόγιο ως προς τη μεταβίβαση του επίδικου μεριδίου συνάδει τόσο με την έγγραφη μαρτυρία, Τεκμήρια 12 και 30, αλλά και με την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΥ
- Κατά τα λοιπά, όμως, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται επίσης από υπεκφυγές και έλλειψη συνοχής και σταθερότητας. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά δήλωσε ότι δεν θυμόταν εάν μετέβη στην Αγγλία την επίδικη περίοδο ακολούθως δέχθηκε ότι όντως μετέβη. Περαιτέρω η εκδοχή του ότι δεν είχε σχέση με το κατάστημα prive collection δεν συνάδει με την ενώπιόν του Δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία. Συγκεκριμένα, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 19 το κατάστημα Prive Collection έχει διεύθυνση τη διεύθυνση που δήλωσε ο ΜΥ3 ότι διατηρούσε κατάστημα. Το γεγονός, όμως, ότι εταιρεία συμφερόντων του Εναγομένου διατηρούσε κατάστημα εσωρούχων δεν μπορεί, από μόνο του, να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι αυτή ή ο Εναγόμενος προσωπικά αγόρασαν εσώρουχα αξίας 30.000 δολαρίων Αμερικής, από τον Ενάγοντα. Συνεπώς η μαρτυρία του Εναγομένου μπορεί να γίνει μερικώς δεκτή μόνο ως προς τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο Κτηματολόγιο κατά την υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης και ως προς το ότι δεν παρέλαβε την επίδικη περίοδο προϊόντα αξίας $ 30.000, από τον Ενάγοντα. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων και της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος είναι αδέλφια και κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτες 5/12 μεριδίων έκαστος, επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής Β. 8X
- Φ/Σχ. 21/45 W.2, Τμήμα Β, τεμάχιο 7X8, το οποίο ευρίσκεται στην οδό XXXXX στον Άγιο Δομέτιο της Επαρχίας Λευκωσίας. Ο Εναγόμενος διατηρούσε κατάστημα με εσώρουχα στη Λεωφόρο XXXX στη Λευκωσία στο City Plaza. Ο Ενάγοντας διέμενε και δραστηριοποιείτο επαγγελματικά στη Ρουμανία. Την 8.10.2003 ο Ενάγοντας μαζί με τον Εναγόμενο μετέβησαν στο Κτηματολόγιο, όπου συμπλήρωσαν το έντυπο μεταβίβασης του επίδικου μεριδίου από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο. Για τη μεταβίβαση πληρώθηκαν όλα τα αναγκαία τέλη. Επίσης, το Τμήμα Φορολογίας συνέταξε το Τεκμήριο 17, το οποίο κατατέθηκε στον φάκελο του Κτηματολογίου. Στη δήλωση μεταβίβασης Τεκμήριο 12 και 30 καταγράφηκε ότι η μεταβίβαση γινόταν δυνάμει δωρεάς. Αφού συμπληρώθηκε το έγγραφο, οι διάδικοι κλήθηκαν από την αρμόδιο υπάλληλο του Κτηματολογίου, στην παρουσία της οποίας επιβεβαιώθηκαν τα στοιχεία τους και δήλωσαν ότι αποδέχονται να γίνει η μεταβίβαση δυνάμει δωρεάς. Ακολούθως μέσω της νενομισμένης διαδικασίας σε μεταγενέστερο χρόνο ενεγράφη το μερίδιο του Ενάγοντα επ' ονόματι του Εναγομένου, ο οποίος κατέστη έτσι κατά 10/12 κύριος του επίδικου ακινήτου. Την ίδια ημέρα ο Εναγόμενος έδωσε στον Ενάγοντα το ποσό των $ 30.
- Το Τεκμήριο 9, του οποίου η συμπλήρωση προηγείται της μεταβίβασης του ακίνητου στο Κτηματολόγιο, δεν φέρει την υπογραφή του Ενάγοντα. Το Τεκμήριο 9 χρησιμοποιείται για την εξασφάλιση του εντύπου Ν. 313, ήτοι του Τεκμηρίου
- Ο Ενάγοντας μέσω επιστολής του δικηγόρου του, ημερομηνίας 4.5.2014, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει επί της επίδικης κατοικίας, χωρίς εγείρει οποιοδήποτε ισχυρισμό για δόλο ή απάτη. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Ενώ, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Συνεπώς το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Η υπό κρίση αγωγή έχει ως βάση της τον ισχυρισμό δόλου. Ο Ενάγοντας τόσο στην Έκθεση Απαίτησής του όσο και στη μαρτυρία του συνέδεσε την απατηλή και δόλια συμπεριφορά του Εναγομένου με την υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης του επίδικου μεριδίου. Προσδιόρισε ο Ενάγοντας στο δικόγραφό του ότι ο Εναγόμενος ουσιαστικά του παρέστησε ότι με την υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης θα μεταβιβαζόταν στον Ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο ένα διαμέρισμα, χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση ή φόρο. Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε, επίσης, ότι δεν γνώριζε και του απεκρύβη ότι με τη υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης το μερίδιό του θα μεταβιβαζόταν επ' ονόματι του Εναγομένου. Συνδέθηκε δηλαδή κατά βάση ο δόλος με την κατ' ισχυρισμόν ψευδή παράσταση, η οποία συνίστατο στην ψευδή παράσταση της αιτίας και της απόκρυψης των συνεπειών της υπογραφής της επίδικης δήλωσης μεταβίβασης. Επιπλέον, ο Εναγόμενος προέβαλε τη θέση ότι πλαστογραφήθηκε το Τεκμήριο 9 , ώστε να καταστεί δυνατή η επίδικη μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο. Αναδύεται, λοιπόν, η ανάγκη να προσδιοριστεί η έννοια του δόλου, της απάτης και της ψευδούς παράστασης. Η έννοια του δόλου έχει επεξηγηθεί στην απόφαση Ιακώβου Μαρία ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2004)1 Α.Α.Δ. 992, ως ακολούθως : «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κατ΄ ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο». Η ίδια η έννοια του δόλου απαιτεί, όπως οι ισχυρισμοί δόλου και οι δικογραφημένες λεπτομέρειες αυτού να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Σχετική είναι η απόφαση Ιακώβου (ανωτέρω). Παρόλα αυτά δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθούν όλες οι ισχυριζόμενες λεπτομέρειες δόλου. Αρκεί οι λεπτομέρειες που αποδεικνύονται να οδηγούν, αναμφίβολα, στο συμπέρασμα ότι υφίστατο ο δόλος. Σχετική είναι η απόφαση Kakoullou a.o. v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στη μεταγενέστερη απόφαση στην υπόθεση Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. Alocay Holdings Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ.
- Η έννοια της απάτης παρέχεται στο άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά.» Η έννοια της ψευδούς παράστασης παρέχεται στο άρθρο 18 του περί συμβάσεων Νόμου κεφ.
- Η έννοια της ψευδούς παράστασης ερμηνεύτηκε στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ραπτόπουλος ν. Alpha Bank Ltd Πολ., Έφεση 337/11, ημερομηνίας 11.4.2017, ως ακολούθως : «Το βασικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης είναι η θετική βεβαίωση κάποιου γεγονότος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ως αποτέλεσμα της οποίας το αθώο μέρος συνομολογεί σύμβαση με το μέρος που προέβη στην αναληθή παράσταση (βλ. σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Π. Πολυβίου Τόμος Α σελ. 333, 334).» Στα γεγονότα της παρούσας προκύπτει ότι ο Ενάγοντας ρητά, μέσω της συμπλήρωσης τόσο της δήλωσης μεταβίβασης όσο και της δήλωσής του ενώπιον της αρμοδίου υπαλλήλου του κτηματολογίου, δήλωσε ότι προβαίνει σε μεταβίβαση του επίδικου μεριδίου προς τον Εναγόμενο, δυνάμει δωρεάς. Επιπρόσθετα με την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ότι οι συνέπειες της υπογραφής της δήλωσης μεταβίβασης, Τεκμήριο 12 και 30, τέθηκαν υπόψιν του Ενάγοντα από την αρμόδια υπάλληλο του Κτηματολογίου. Προκύπτει, επίσης, ότι ο Ενάγοντας αποδέχτηκε ότι η μεταβίβαση του μεριδίου του θα γινόταν δυνάμει δωρεάς και χωρίς αντάλλαγμα και δεν διαμαρτυρήθηκε. Συνεπώς, από τα πιο πάνω, δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο Ενάγοντας δεν γνώριζε ότι θα λάμβανε χώρα η μεταβίβαση του επίδικου μεριδίου δυνάμει δωρεάς ή ότι του απεκρύβη το πιο πάνω γεγονός. Τουναντίον προκύπτει ότι ο Ενάγοντας γνώριζε και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τα πιο πάνω. Περαιτέρω, μέσω της επιστολής του δικηγόρου του, Τεκμήριο 13, σε στάδιο μετά την επίδικη μεταβίβαση, αποκαλεί τον Εναγόμενο ως τον κάτοχο των 10/12 (5/6) μεριδίων επί του όλου ακινήτου, χωρίς να αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε το πιο πάνω μερίδιο στον Εναγόμενο. Η πιο πάνω ενέργεια δεικνύει ότι και με τις ενέργειές του αποδέχθηκε το γεγονός, ότι ο Εναγόμενος κατέστη κύριος κατά 10/12 του επίδικου ακίνητου. Συνεπώς, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας χωρίς να ξεγελαστεί μεταβίβασε το μερίδιό του και μετά τη μεταβίβαση αυτού δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό περί δόλου ή εξαπάτησής του ή ζήτησε να μην ολοκληρωθεί η μεταβίβαση. Επιπλέον ούτε σε κατοπινό στάδιο ζήτησε να τηρηθεί ή να εφαρμοσθεί οποιαδήποτε συμφωνία περί αντιπαροχής αλλά ανέφερε απλά στον Εναγόμενο ότι δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει επ' αυτής ή να την κατεδαφίσει, αναγνωρίζοντας τον, όμως, ως τον κύριο των 10/12 μεριδίων αυτού. Τονίζεται ότι η αιτία για την οποία ο Εναγόμενος έδωσε στον Ενάγοντα το ποσό των 30.000 δολαρίων Αμερικής δεν διασυνδέεται με οποιαδήποτε δικογραφημένη λεπτομέρεια δόλου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επηρεάσει την παρούσα υπόθεση. Από τα πιο πάνω καταρρίπτεται το θεμέλιο του ισχυριζόμενου δόλου, ήτοι η θέση ότι ο Εναγόμενος απέκρυψε από τον Ενάγοντα ότι με την υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης θα μεταβιβαζόταν το μερίδιό του στον Εναγόμενο. Από τα ίδια τα γεγονότα καταρρίπτεται και η θέση περί επαχθούς συναλλαγής λόγω ελλείψεως ανταλλάγματος, καθότι ήταν σαφές ότι η επίδικη μεταβίβαση δεν περιελάμβανε οποιοδήποτε αντάλλαγμα ούτε και μεταγενέστερα έγινε οποιαδήποτε νύξη περί ανταλλάγματος από τον Ενάγοντα. Επιπλέον, δεν προκύπτει από την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία πως ο Εναγόμενος προέβη σε παράσταση, ότι με τη μεταβίβαση του επίδικου μεριδίου θα έδιδε σε οποιοδήποτε χρόνο αντιπαροχή στον Ενάγοντα ένα ή δύο διαμερίσματα. Επίσης δεν προκύπτει ότι μια τέτοια παράσταση ήταν ο λόγος που ο Ενάγοντας προχώρησε στην υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης του μεριδίου του, αφού ο Ενάγοντας πληροφορήθηκε τον λόγο της μεταβίβασης και αδιαμαρτύρητα προχώρησε στην δήλωση αποδοχής της, τόσο γραπτώς με την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 12 (το ίδιο με Τεκμήριο 30) όσο και προφορικώς ενώπιον της αρμόδιας υπαλλήλου του Κτηματολογίου. Το γεγονός ότι το Τεκμήριο 9 δεν φέρει την υπογραφή του Ενάγοντα, από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει αναμφίβολα στο συμπέρασμα περί ύπαρξης δόλου. Συγκεκριμένα στην υπό κρίση υπόθεση η θέση περί πλαστογραφίας τέθηκε ως στοιχείο που έλαβε χώρα, ώστε να συντελεσθεί η μεταβίβαση. Όμως, στα γεγονότα της παρούσας τέθηκε υπόψη του Ενάγοντα, από την ΜΥ1, ότι το μερίδιο του θα μεταβιβαζόταν στον Εναγόμενο, δυνάμει δωρεάς. Συνεπώς ουδέποτε απεκρύβη από τον Ενάγοντα, το γεγονός ότι θα γινόταν μεταβίβαση του μεριδίου του δυνάμει δωρεάς και χωρίς αντάλλαγμα. Συνακόλουθα το γεγονός ότι το Τεκμήριο 9 δεν φέρει την υπογραφή του Ενάγοντα, από μόνο του δεν θα μπορούσε να οδηγήσει αναμφίβολα στο συμπέρασμα περί ύπαρξης δόλου, όπως προσδιορίζεται στην Έκθεσης Απαίτησης, αφού η μεταβίβαση και ο λόγος αυτής ήταν καλά γνωστές στον Ενάγοντα. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση η απόδειξη μίας εκ των κατ' ισχυρισμόν λεπτομερειών δόλου δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα περί ύπαρξης δόλου ως οι αρχές της απόφασης Kakoullou (ανωτέρω). Εν γένει από την ενώπιόν μου μαρτυρία δεν αναδύονται στοιχεία τέτοια που να κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος έπραξε κάτι ηθικώς ανέντιμο ή ξεγέλασε ή προέβη σε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση προς τον Ενάγοντα. Αντίθετα προκύπτει μέσα από το Τεκμήριο 12 και τη μαρτυρία της ΜΥ1 ότι η μεταβίβαση έγινε νόμιμα και κανονικά με πλήρη επίγνωση των συνεπειών της. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει με την αυστηρότητα που απαιτείται τις κατ΄ ισχυρισμόν λεπτομέρειες δόλου και ψευδών παραστάσεων και απέτυχε να αποδείξει το θεμέλιο της αξίωσής του στο αναγκαίο επίπεδο. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή εναντίον του Εναγομένου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ αυτού και εναντίον του Ενάγοντα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, E.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο