← Κύπρος

Χαραλάμπους ν. Ασσάτ, Αρ. Αγωγής: 876/18, 7/2/2019

Χαραλάμπους ν. Ασσάτ, Αρ. Αγωγής: 876/18, 7/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 876/18 XXXXX Χαραλάμπους Ενάγουσας και XXXXX Ασσάτ Εναγομένου Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/ Καθ' ης η Αίτηση: κα Τοφαρίδου Για τον Εναγόμενο/ Αιτητή: κα Χρίστου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Στις 30.03.2018, καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με την οποία η Ενάγουσα, ούσα ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου (ως τούτο προσδιορίζεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης - στο εξής «η οικία»), διεκδικούσε αριθμό θεραπειών, μεταξύ των οποίων την έξωση του Εναγομένου από την οικία και την καταβολή καθυστερημένων ενοικίων. Η νομική βάση της αγωγής ήταν η παράβαση, από πλευράς Εναγομένου, των όρων της συμφωνίας ενοικιαστηρίου εγγράφου που συνυπέγραψε με την Ενάγουσα. Η ερήμην εκδοθείσα απόφαση Στις 19.6.2018, κατόπιν σχετικής μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας, λόγω παράληψης του Εναγόμενου να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης (μονομερής αίτηση ημερομηνίας 25.05.2018), εκδόθηκε, ερήμην, απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 ως οι παράγραφοι 9 Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης, με περαιτέρω διαταγή όπως η υποχρέωση του Εναγόμενου για παράδοση ελεύθερης κατοχής της οικίας στην Ενάγουσα να «άρχεται άμα τη παρόδω 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της παρούσας απόφασης» σε αυτόν. Περαιτέρω, στα πλαίσια της εκδοθείσας απόφασης, ο Εναγόμενος καταδικάστηκε και στα έξοδα της αγωγής, πλέον τα έξοδα επίδοσης. Η υπό εξέταση αίτηση Στις 21.08.2018, ο Εναγόμενος καταχώρησε δυο αιτήσεις. Με την μια, επιζητούσε την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης, και με την άλλη, μεταξύ άλλων, τον παραμερισμό της. Στις 13.12.2018, όταν και οι δυο αιτήσεις ήταν ορισμένες για ακρόαση, εκ συμφώνου, εκδόθηκε διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού, η οποία αποτελεί και την επίδικη αίτηση. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, για να υποδείξω ότι, με την υπ' αριθμό 2 αιτούμενη, στην επίδικη αίτηση, θεραπεία, επιζητείται, εκ νέου, η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και δη θεραπεία που αποδόθηκε ήδη στα πλαίσια της έτερης αίτηση του Ενάγοντα. Κατά συνέπεια, ως εξάλλου αποτελεί και κοινό τόπο των δυο πλευρών (προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων αμφότερων των μερών), η επίδικη αίτηση προωθείται μόνο αναφορικά με την υπ' αριθμό 1 αιτούμενη θεραπεία και δη τον παραμερισμό της απόφασης, και ως τέτοια θα εξεταστεί. Η επίδικη αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, και στην Δ.17 Θ.10, καθώς επίσης και στην Δ.48 Θ.1 ‑ 9 και δη στις ορθές νομοθετικές πρόνοιες. Την επίδικη αίτηση, συνοδεύουν ένορκη δήλωση του Εναγόμενου και ένορκη δήλωση του αδελφού του, XXXXX Ασσάτ (στο εξής «ο αδελφός του Εναγομένου»). Ούτε λίγο, ούτε πολύ, εκείνο που στην ουσία ισχυρίζεται ο Εναγόμενος, μέσω του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, είναι ότι ουδέποτε η αγωγή επιδόθηκε στον ίδιο ή στον αδελφό του (σε αντιδιαστολή με τα όσα αναφέρονται στη σχετική ένορκη δήλωση που καταχώρησε στον φάκελο της υπόθεσης ο δικαστικός επιδότης, που θέλει τον αδελφό του να παραλαμβάνει την αγωγή χωρίς να υπογράφει προς αναγνώριση της παραλαβής) και ότι, γνώστης του Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής, ο Εναγόμενος έγινε περί τα τέλη Ιουνίου 2018 όταν διεξήγαγε έρευνα σε φάκελο του εστιατορίου του, στον οποίο τοποθετούν οι υπάλληλοι του εστιατορίου αποδείξεις και τιμολόγια, και ανήβρε τούτο. Αμέσως, αναζήτησε πληροφόρηση από τον αδελφό του, αλλά και τους υπαλλήλους του εστιατορίου ως προς το πώς το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής τοποθετήθηκε στον συγκεκριμένο φάκελο, πλην όμως όλοι τους προέβαλαν αγνοία περί τούτου. Ωστόσο, ο αδελφός του, θυμήθηκε συγκεκριμένο περιστατικό, όπου, περί τα μέσα Μαΐου 2018, ένας δικαστικός επιδότης επισκέφθηκε το εστιατόριο και αναζητούσε τον Ενάγοντα. Θυμήθηκε ακόμη ότι αρνήθηκε να παραλάβει το έγγραφο που ο επιδότης επιθυμούσε να επιδώσει στον Ενάγοντα και ότι αναχώρησε από το σημείο χωρίς να υπογράψει οπουδήποτε. Το κατά πόσο το έγγραφο που επιθυμούσε ο επιδότης αυτός να επιδώσει στον Εναγόμενο ήταν το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσης αγωγής και το πώς τούτο κατέληξε στον φάκελο στον οποίο ανευρέθη, κατά τον Εναγόμενο, αλλά και τον αδελφό του, παραμένει άγνωστο. Σύμφωνα πάντα με το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση, περί τις 31.07.2018, ο Εναγόμενος, μέσω των δικηγόρων του, διεξήγαγε έρευνα στον φάκελο της παρούσης αγωγής και έγινε γνώστης της μέχρι τότε πορεία της και ειδικότερα ότι στις 19.06.2018 εκδόθηκε η εναντίον του απόφαση. Κατά τον Εναγόμενο, ο λόγος της μη καταχώρησης Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή ήταν γιατί ουδέποτε επιδόθηκε η αγωγή στον ίδιο ή στο αδελφό του με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει την ύπαρξη της. Τα όσα δε ο επιδότης, στην ένορκη του δήλωση που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, αναφέρει ως προς τις συνθήκες επίδοσης της, είναι αναληθή μιας και ουδέποτε η αγωγή παραλήφθηκε από τον αδελφό του. Στα πλαίσια δε συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρος του, έδωσε αμέσως σε αυτούς οδηγίες όπως καταχωρήσουν την επίδικη αίτηση και επιδιώξουν τον παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης. Ήταν δε η συμβουλή των συνηγόρων του, την οποία και πιστεύει, ότι η εναντίον του εκδοθείσα απόφαση είναι παράτυπη και θα πρέπει να παραμεριστεί δικαιωματικά (ex debito justitiae), λόγω κακής επίδοσης. Αναφορικά τώρα με την υπεράσπιση του στα όσα του αποδίδει η Ενάγουσα εκείνο που ισχυρίζεται είναι ότι, ανέκαθεν, ήταν τυπικός στην καταβολή των ενοικίων στην Ενάγουσα και ότι στην οικία διαμένει ο ίδιος με την κοπέλα του, οι γονείς του και ο αδελφός του χχχ (άλλος από το ομνύοντα που υποστηρίζει την αίτηση) με την κοπέλα του. Επίσης, σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο, στο παρόν στάδιο, μαζί τους, στην οικία, διαμένει και άλλο συγγενικό τους πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στην Κύπρο για διακοπές για 6 μήνες. Ως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος, τα ενοίκια για τον μήνα Δεκέμβριο 2017, Ιανουάριο 2018 και Φεβρουάριο 2018, συνολικού ύψους €2000 (κατά τον Εναγόμενο), είχε συμφωνήσει, προφορικά, με την Ενάγουσα να μην τα καταβάλει και αντί αυτού να πληρώσει, κατευθείαν, για την επιδιόρθωση βλαβών στους εσωτερικούς τοίχους της οικίας καθώς επίσης και για μπογιαντίσματα σε σχέση με φθορές, οι οποίες ήταν επείγον να επιδιορθωθούν. Στα πλαίσια δε της προφορικής αυτής συμφωνίας τους, κάλεσε συγκεκριμένο οικοδόμο αλλά και μπογιατζή που προέβηκαν στις αναγκαίες επιδιορθωτικές εργασίες και χρέωσαν τον ίδιο για τα ποσά των €904 και €900, αντίστοιχα. Επισυνάπτει δε στην ένορκη του δήλωση αντίγραφα σχετικών αποδείξεων. Ισχυρίζεται ακόμη ότι, ο ίδιος προέβη και σε περαιτέρω έξοδα, πάντα σε σχέση με τις φθορές που θα έπρεπε άμεσα να επιδιορθωθούν, για την αγορά φαρμάκων για την αντιμετώπιση μούχλας, αλλά και μπογιών, πλην, όμως, για τα έξοδα αυτά δεν κράτησε αποκόμματα αποδείξεων αλλά ενημέρωσε σχετικά την Ενάγουσα και συμπεριλήφθηκαν στο ποσό που συμφωνήθηκε προφορικά να μην καταβάλλει ως ενοίκιο. Είναι επίσης η θέση του Εναγομένου ότι, πέραν των εξόδων για τα οποία συμφωνήθηκε να μη καταβάλλει ενοίκια για τους τρεις πιο πάνω αναφερόμενους μήνες, αναγκάστηκε να πληρώσει και άλλα χρήματα για επιδιόρθωση κακοτεχνιών και/ή βλαβών στις υδραυλικές εγκαταστάσεις. Προς τούτο, επισυνάπτει, ως Τεκμήριο 3, στην ένορκη του δήλωση απόδειξη για το ποσό των €650, που κατά τον ίδιο εκδόθηκε από υδραυλικό σε σχέση με τέτοιου είδους εργασίες. Αναφορικά με τα έξοδα αυτά, προβάλει την θέση ότι έχει δικαίωμα να ανταπαιτήσει από την Ενάγουσα κάλυψη τους και ισχυρίζεται ότι, εάν παραμεριστεί η εναντίον του εκδοθείσα απόφαση, θα προωθήσει σχετική ανταπαίτηση. Ο Εναγόμενος αναφέρει, ακόμα ότι, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από πλευρά της Ενάγουσας καταχρηστικά και εκδικητικά με μόνο σκοπό την έξωση του από την ενοικιαζόμενη οικία, ώστε, είτε τούτη να χρησιμοποιηθεί για δικούς της Ενάγουσας σκοπούς, είτε για να ενοικιαστεί σε τρίτο πρόσωπο με ψηλότερο ενοίκιο. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι, ο παραμερισμός της απόφασης θα πρέπει να διαταχθεί ώστε να αποτραπούν οι καταστροφικές σ' αυτόν και την οικογένεια του συνέπειες από τυχόν εκτέλεσης της και με τον τρόπο αυτόν να του δοθεί και το δικαίωμα να ακουστεί στα όσα του αποδίδει η Ενάγουσα. Ισχυρίζεται ακόμα ότι, με την συμπεριφορά του δεν επέδειξε οποιαδήποτε ασέβεια προς το Δικαστήριο και γενικά στις δικαστικές διαδικασίες, και επικαλούμενος σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν οι γονείς του, αλλά και το γεγονός ότι στην οικία διαμένουν, πέραν του ίδιου και της κοπέλας του, και τα υπόλοιπα πρόσωπα στα οποία αναφορά έγινε ανωτέρω, ισχυρίζεται, ακόμα, ότι θα είναι άδικο να μην εκδοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Προβάλλει ακόμα ότι, θα είναι αδύνατο για τον ίδιο να μετακομίσει σε άλλη οικία την στιγμή που σε αυτήν φιλοξενούν και τρίτο συγγενικό πρόσωπο, ισχυριζόμενος ότι, τυχόν απόδοση της αιτούμενης θεραπείας δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη στην Ενάγουσα, μιας και ο ίδιος θα συνεχίσει να καταβάλλει κανονικά τα ενοίκια, ενώ, από την άλλη, τυχόν απόρριψη της, θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στον ίδιο και στην οικογένεια του. Τέλος, αποτελεί θέση του Εναγόμενου, στη βάση των όσων αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, ότι έχει καταδείξει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία για να στεφθεί με επιτυχία η επίδικη αίτηση του. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, την επίδικη αίτηση συνοδεύει και ένορκη δήλωση του αδελφού του Εναγόμενου (άλλου από αυτού που διαμένει στην οικία) στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει τα όσα και ο Εναγόμενος ισχυρίζεται αναφορικά με το πώς, δυνατό, το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσης αγωγής να κατέληξε στο εστιατόριο του Εναγόμενου. Εκείνο που ο αδελφός του προσθέτει στα όσα σχετικά αναφέρει ο Εναγόμενος, είναι ότι, όταν περί τα μέσα Μαΐου επισκέφθηκε το εστιατόριο δικαστικός επιδότης, τούτος (ο επιδότης) κρατούσε «κάτι μπλε έγγραφα». Επίσης ισχυρίζεται ότι ανέφερε στον επιδότη ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν παρών και ότι εάν επιθυμούσε να τον βρει θα έπρεπε να επισκεφθεί εκ νέου το εστιατόριο το βράδυ. Η ένσταση της Ενάγουσας Η Ενάγουσα, καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»), στο κυρίως σώμα της οποίας προβάλλουν είκοσι δυο λόγοι ένστασης. Τούτοι έχουν ως ακολούθως: «(α) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική. (β) Η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, είναι ελλιπής, γίνεται κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν έχει ορθή νομική βάση, (γ) Ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, (δ) Ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν αποκαλύπτει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση, (ε) Η Αίτηση αποτελεί προσπάθεια του Εναγόμενου/Αιτητή να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος για τις υποχρεώσεις του προς την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, (στ) Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/06/2018 είναι ορθή, νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη και συνάδει απόλυτα με τις σχετικές δικονομικές απαιτήσεις και προϋποθέσεις, (ζ) Η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση ενήργησε στα πλαίσια της νομιμοποίησης και πιθανή ακύρωση ή/και παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα της προκαλέσει ζημιά από την άποψη ότι θα παρεμποδιστεί από το να εισπράξει το λαβείν της από την προς όφελος της νομότυπα εκδοθείσα απόφαση, (η) Ο Εναγόμενος/Αιτητής εμποδίζεται (estopped) με την όλη συμπεριφορά του να προωθεί την αίτηση καθώς ενημερώθηκε δεόντως για την προώθηση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και ουδέποτε αντιτάχθηκε στην δικαστική διαδικασία, (θ) Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο/Αιτητή είναι ορθή, νόμιμη και συνάδει πλήρως με τις σχετικές δικονομικές απαιτήσεις και προϋποθέσεις, (ι) Ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιονδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση ή/και τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 19/06/2018, (ια) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και περιέχει αναληθείς, αβάσιμους, αστήρικτους και παραπλανητικούς ισχυρισμούς, (ιβ) Ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι έλαβε γνώση για την παρούσα αγωγή περί τα τέλη Ιουνίου, (ιγ) Ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι η αγωγή δεν του επιδόθηκε νομότυπα, (ιδ) Ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι ο αδελφός του Παντελής Άσσατ δεν παρέλαβε την αγωγή από τον επιδότη, (ιε) Ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι έχει Ανταπαίτηση σε βάρος της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση, (ιστ) Ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι καταβάλλει στην Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση τα συμφωνημένα ενοίκια, (ιζ) Ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ακίνητο έχει βλάβες και φθορές και ότι δημιουργούνται σε αυτό προβλήματα που οφείλονται στην κακή κατασκευή του, (ιη) Η αίτηση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια του Εναγόμενου/Αιτητή να αποφύγει ή/και να δικαιολογήσει την παράλειψη του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του προς την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση, (ιθ) Ο Εναγόμενος/Αιτητής ενεργεί κακόπιστα, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και οι ισχυρισμοί του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, (κ) Η αίτηση είναι ελλιπής και δεν καταδεικνύεται οποιοσδήποτε σοβαρός και εύλογος λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, (κα) Η αίτηση πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων ή/και την αρχή της ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης, (κβ) Η αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου δυνάμει του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του αντίστοιχου Άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως ερμηνεύεται από την Κυπριακή και την Ευρωπαϊκή Νομολογία.» Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια αλλά και σχετική επιχειρηματολογία, τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, αναφορικά με τον τρόπο επίδοσης της αγωγής, παραπέμπει στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του επιδότη χχχ Αργυρού ημερομηνίας 16.05.2018, η οποία βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης. Όσον δε αφορά στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου αναφορικά με την προβαλλόμενη από αυτόν υπεράσπιση, αρνείται τούτους, απορρίπτει τον ισχυρισμό περί συνομολόγησης προφορικής μαρτυρίας για μη καταβολή ενοικίων ύψους €2000, αλλά και για κακοτεχνίες και/ή φθορές στο ακίνητο που υπέβαλαν την άμεση επιδιόρθωση τους, και υποδεικνύει, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένους όρους του επίδικου ενοικιαστηρίου εγγράφου που θέλουν την οικία να παραλαμβάνεται από τον αυτόν σε καλή κατάσταση την οποία και αναγνωρίζει. Υποστηρίζει, εν ολίγοις, ότι, η επίδοση της αγωγής είναι νομότυπη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 Θ.2 και ότι η προβαλλόμενη από τον Εναγόμενο υπεράσπιση είναι αόριστη και ανεδαφική. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου, από την επίδοση της αγωγής σε αυτόν και επέκεινα, ισοδυναμεί με περιφρόνηση του Δικαστηρίου, και στη βάση όλων των ανωτέρω ζητεί την απόρριψη της επίδικης αίτησης. Ακροαματική διαδικασία Στις 13.12.2018, όταν και η επίδικη αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, υιοθετώντας, έκαστος, το περιεχόμενο της δικής του αγόρευσης. Κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση έχουν απασχολήσει πλειστάκις τα κυπριακά Δικαστήρια και έχουν διατυπωθεί σε σειρά υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό που προκύπτει από την πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία είναι ότι, κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών, για την απονομή της δικαιοσύνης, παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Θα πρέπει φυσικά να σημειωθεί ότι, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής έχει αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, δεν θα πρέπει, εκεί που οι δύο πλευρές προωθούν συγκρουόμενους ισχυρισμούς, να προχωρά και να επιλέγει κάποιους εξ αυτών κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον του τεθείσας μαρτυρίας. Ως έχει αναφερθεί στη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και τούτο πάντα περιοριστικά και μόνο σε σχέση με την υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, οι πρόνοιες της Διαταγής 48 θ. 2

(4)δεν εφαρμόζονται σε βαθμό που να επωμίζεται στον αιτητή ευθύνη, δια διαβήματος του (π.χ δια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης), να αντικρούσει τον οποιοδήποτε αντίθετο ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση. Εκείνο που υπέχει σημασίας για το Δικαστήριο, είναι να εξετάσει κατά πόσο με τη μαρτυρία που προσκόμισε ο αιτητής προς υποστήριξη της αίτησης του, αποκαλύπτει καλή η συζητήσιμη υπεράσπιση ή θέμα για το οποίο θα κρίνει το Δικαστήριο, ότι ορθότερο είναι, η απόφαση επ' αυτού, να κριθεί στα πλαίσια μιας ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας, στην οποία θα δοθεί η ευκαιρία στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία. Η ευθύνη, όμως, αυτή, του αιτητή, δεν περιορίζεται σε προώθηση ενός γενικού και/ή αορίστου ισχυρισμού περί ύπαρξης υπεράσπισης. Επεκτείνεται σε τέτοιο βαθμό, που ο αιτητής οφείλει, με πειστικό τρόπο, να παρουσιάσει θετικούς και λογικοφανείς ισχυρισμούς που να εδράζονται επί επαρκών και σαφών στοιχείων και γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο να μπορεί να ελέγξει το βάσιμο των ισχυρισμών του περί ύπαρξης υπεράσπισης. Μόνο τότε ο αιτητής αποσείει το βάρος που του εναποθέτει η νομολογία. Ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τη συμπεριφορά του Αιτητή και μπορεί, αν τούτη είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος αυτού συζήτηση, δείτε τα όσα αποφασίστηκαν στις υποθέσεις Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)1 CLR 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1963)1 ΑΑΔ 26, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1987)1 CLR σελ. 204, , Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιος Συμεού Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954, Merkis Gen. Bonded Waren v. Yianoukas Ltd
(1994)1 AAΔ 736, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάππυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, Eros Travel & Tours (Limasol - Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ.712, Milouca Motor Trading Ltd ν. Xρυσάνθου Κουρτή
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Χ'Νικολάου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1179, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Τάσος Πεγιώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ν. Τάσου Γ. Μαλιτζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, NSM Democars Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολ. Εφ. 121/2010, ημερ. 14.10.2015 και Εvans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646. Φυσικά, τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής υπό την προϋπόθεση ότι η αγωγή επιδόθηκε κανονικά στον Εναγόμενο. Η μη επίδοση της αγωγής ή η κακή επίδοση της, καθιστούν αδύνατη την έκδοση απόφασης στα πλαίσια της, και τούτο γιατί, έχουν ως αποτέλεσμα να παραμένει ο Εναγόμενος σε άγνοια της εναντίον του διαδικασίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, και δη στην περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι υπήρξε κακή και/ή αντικανονική επίδοση, τότε υποχρεούται να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση και κατά κανόνα, να επιδικάσει τα έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα, χωρίς να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαίωμα εξέτασης της αίτησης παραμερισμού επί της ουσίας της. Ο λόγος που το Δικαστήριο υποχρεούται να πράξει ως ανωτέρω, είναι γιατί, λόγω της κακής επίδοσης της αγωγής, εκθεμελιώθηκε και η κανονικότητα της όλης διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Ας μη λησμονείται ότι, ο λόγος που επιτρέπεται να εκδοθεί, ερήμην, απόφαση, είναι γιατί ο Εναγόμενος δεν ενήργησε ως οι θεσμοί υπαγορεύουν κατόπιν της προς τούτον επίδοσης της αγωγής. Κατ' αναλογία, η μη επίδοση και/ή η κακή επίδοση της αγωγής, απαλλάσσουν τον Εναγόμενο από την ευθύνη να ενεργήσει ως του επιβάλλουν οι θεσμοί, μιας και η καλή επίδοση της αγωγής αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση μιας τέτοιας υποχρέωσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο Εναγόμενος, ως αναφαίρετο δικαίωμα του (ex debito justitiae), νομιμοποιείται να απαιτεί τον παραμερισμό της απόφασης. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλέπε, J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1151, Ιερά Μητρόπολης Λεμεσου ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 A.Α.Δ. 43, Νικόλας Γεωργαλλιδης ν. Χρυσόστομου Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Halsbury's Laws of England 4th Edition Vol.26 σελ.559 και Odger's on Pleadings and Practice 2nd Edition σελ.58. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο μόλις πιο πάνω νομικό πλαίσιο Διεξήλθα, τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση, καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν (περιλαμβανομένων και των διαφόρων τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές), έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Συνεπεία του γεγονότος ότι ένα από τα παράπονα του Εναγομένου που προβάλλεται ως λόγος για απόρριψη της επίδικης αίτησης είναι η κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της επίδοσης της αγωγής, και με δεδομένη την αρχή ότι, σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο υποχρεούται να παραμερίσει την απόφαση χωρίς να έχει δικαίωμα εξέτασης της αίτησης επί της ουσίας της, κρίνω ορθότερο όπως καταπιαστώ, αρχικά, με το ζήτημα αυτό, και μόνο στην περίπτωση που κριθεί ότι η επίδοση έγινε κανονικά, να προχωρήσω και να εξετάσω τις λοιπές αιτιάσεις του Εναγόμενου. Εξ' αρχής σημειώνω ότι η σχετική εισήγηση του Εναγόμενου δεν με βρίσκει σύμφωνο. Στον φάκελο του Δικαστηρίου είναι κατατεθειμένη η ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη χχχ Αργυρού, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η αγωγή παραλήφθηκε από κατονομαζόμενο επ' αυτής αδελφό του Εναγόμενου, ο οποίος (αδελφός) τυγχάνει διευθυντής στον χώρο εργασίας του τελευταίου. Το βάρος ανατροπής των όσων, με θετικό τρόπο, προβάλλονται μέσω της ένορκης δήλωσης του πιο πάνω αναφερόμενου επιδότη ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής, φέρει ο Εναγόμενος, ο οποίος προβάλλει τη θέση ότι τα όσα εκεί αναφέρονται δεν είναι αληθή. Το βάρος αυτό, κατά την γνώμη μου, δεν αποσείεται απλά με την παρουσίαση αντίθετων θέσεων από τον φερόμενο ως παραλήπτη του Κλητηρίου Εντάλματος. Πόσο μάλλον, όταν, με τα όσα ο αδελφός του Εναγόμενου προβάλλει, από τη μια, δεν ισχυρίζεται ότι δεν παρέλαβε το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσης αγωγής, αλλά κάποια μπλε έγγραφα για το περιεχόμενο των οποίων προβάλει πλήρη αγνοία και από την άλλη δεν ταυτίζει τον επιδότη χχχ Αργυρού με το επιδότη που, κατά τον ίδιο, αναζητούσε τον Ενάγοντα. Στη βάση των όσων η, σχετική με το ζήτημα της επίδοσης εγγράφων, νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου αναφέρει (ειδικότερα εκεί που επιχειρείται να ανατραπούν τα όσα αναφέρονται σε ένορκη δήλωση επιδότη που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης αναφορικά με τον τρόπο επίδοσης δικαστικών εγγράφων - βλ. Marfin Popular Bank Public Ltd v. Ανδρούλας Γεωργίου Κωστή
(2012)1 ΑΑΔ 1528), το Δικαστήριο θα πρέπει να καθοδηγείται από το περιεχόμενο μιας τέτοιας ένορκης δήλωσης, εκτός εάν, με πειστικό τρόπο, το περιεχόμενο της τεθεί εν αμφιβόλω. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εναγόμενος είχε το δικαίωμα, στη βάση των προνοιών της Δ.39 Θ.1 να αποταθεί στο Δικαστήριο και να επιδιώξει την αντεξέταση του δικαστικού επιδότη, ώστε να αμφισβητήσει τα όσα ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Κάτι τέτοιο δεν έπραξε. Τουναντίον, με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο, προέβαλε τη θέση περί αναληθών αναφορών του επιδότη, χωρίς καν, στην προσπάθεια του αυτή, να ισχυριστεί ότι τα όσα αιτιάται περί ενός επιδότη που αναζητούσε τον Εναγόμενο κατά τον Μάιο 2018 σχετίζονται με τον επιδότη που ισχυρίζεται ότι επέδωσε το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσης αγωγής, μιας και, ως σημειώθηκε ανωτέρω, οι όποιες σχετικές αναφορές, τόσο του Εναγόμενου, όσο και του αδελφού του, αναφέρονται σε έναν επιδότη τον οποίο δεν κατονομάζουν και σε κάποια μπλε έγγραφα, τα οποία δεν ταυτίζουν με το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσης αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, δεν δίδεται καν εξήγηση από πλευράς του Εναγόμενου και του αδελφού του για το πώς ένα έγγραφο, το οποίο ουδέποτε παραλήφθηκε, ως ισχυρίζονται, βρέθηκε σε φάκελο του εστιατορίου του Εναγόμενου στον οποίο τοποθετούνται έγγραφα από τους υπαλλήλους του εστιατορίου. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι, κατά τον Εναγόμενο, οι υπάλληλοι του εστιατορίου, αλλά και ο ίδιος ο αδελφός του, δήλωσαν άγνοια ως προς το πώς βρέθηκε το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής στον συγκεκριμένο φάκελο. Επομένως, το Δικαστήριο για σκοπούς εξέτασης του επίδικου ζητήματος, έχει, από την μια, ξεκάθαρη, σαφέστατη θέση ότι το κλητήριο ένταλμα παραλήφθηκε από τον αδελφό του Εναγόμενου υπό συγκεκριμένες συνθήκες, σε συγκεκριμένο χώρο και με συγκεκριμένη ιδιότητα του παραλήπτη σε σχέση με τον χώρο εργασίας του Εναγόμενου, ενώ, από την άλλη, εντελώς γενικούς, αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι παρέμειναν εντελώς ασύνδετοι με την παρούσα αγωγή και/ή το Κλητήριο Ένταλμα στο οποίο αφορά. Θεωρώ υπό τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη, ως σημείωσα και ανωτέρω, ότι το βάρος ανατροπής των σχετικών ισχυρισμών του επιδότη φέρει ο Εναγόμενος, ότι, με τη μαρτυρία που παρουσίασε, δεν κατάφερε να αποσείσει τούτο. Έχοντας δε υπόψη (ανεξαρτήτως των όσων ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ως προς τα ακριβή του καθήκοντα σε σχέση με το εστιατόριο και γενικότερα την εκεί παρουσία του), στη βάση των όσων σχετικών αναφέρει ο αδελφός του, ότι ο Εναγόμενος φέρεται να επισκέπτεται το εστιατόριο, έστω και τα βράδια, αλλά και τη παραδοχή του Εναγόμενου ότι είναι ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου (βλ. Παράγραφος 5 της ενόρκου δηλώσεως του), καθώς επίσης και το γεγονός ότι είναι διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας, ιδιοκτήτριας, του ρηθέντος εστιατορίου, κρίνω ότι η αναφορά του επιδότη στην ένορκη του δήλωση ότι το συγκεκριμένο εστιατόριο αποτελεί τον χώρο εργασίας του Εναγόμενου επιβεβαιώνεται. Είναι, επίσης, αβίαστα που καταλήγω ότι, ανεξαρτήτως των όσων ο αδελφός του Εναγόμενου ισχυρίζεται ως προς τα ακριβή καθήκοντα του στη λειτουργία του εστιατορίου, στη βάση, (α) της ιδιότητας του ως γραμματέας και μέτοχος της ιδιοκτήτριας (εταιρείας) του εστιατορίου, (β) το ότι δηλώνει εργοδοτούμενος στο εστιατόριο με υπεύθυνες ιδιότητες, διαφορετικές από αυτές των υπαλλήλων που εργάζονται εκεί (σχετικές είναι οι αναφορές του στην παράγραφο 2 της ένορκης δηλώσεως του ημερομηνίας 21.08.2018) και (γ) την μη ανατραπείσα θέση του ιδιώτη επιδότη που θέλει τούτον να ενεργεί ως διευθυντής του εστιατορίου, κρίνω ότι η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος διά της παραλαβής του από τον αδελφό του Εναγόμενου εμπίπτει εντός των επιτρεπόμενων από την Δ.5 Θ.2 μεθόδων επίδοσης και κατά συνέπεια κρίνεται ως ορθή, μιας και έγινε στη βάση των προνοιών της Δ.5 Θ.2
(1)(ii)[1], και δη δια παράδοσή του σε υπεύθυνο πρόσωπο στο χώρο εργασίας του Εναγομένου. Κατά συνέπεια, η θέση του Εναγόμενου ότι δικαιούται σε παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης δικαιωματικά (ex debito justitiae) δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, στρέφομαι τώρα, ως η σχετική με το ζήτημα νομολογία επιβάλλει, να εξετάσω κατά πόσο, αφενός ο Εναγόμενος έχει αποκαλύψει, με την μαρτυρία του, καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να επανανοιχτεί η υπόθεση και να του δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί, και αφετέρου, κατά πόσο, ως αιτιάται η Ενάγουσα, ο Εναγόμενος επέδειξε περιφρονητική προς τις δικαστικές διαδικασίες συμπεριφορά, με αποτέλεσμα, ανεξάρτητα του εάν αποκαλύπτει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το αίτημά του να απορριφθεί. Θεωρώ ότι ο Εναγόμενος δεν κατάφερε, στον βαθμό που οφείλει, να πείσει ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όλοι, ανεξαιρέτως, οι σχετικοί με το ζήτημα ισχυρισμοί του, καλύπτονται από νεφελώδεις περιστάσεις, χαρακτηρίζονται από αοριστία και προβάλλονται με εντελώς γενικό τρόπο, με αποτέλεσμα να κρίνεται η όλη προσπάθεια του ανεπαρκής για να θεωρηθεί ότι απέσεισε το βάρος που τον βαραίνει. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά για προφορική συμφωνία του ίδιου με την Ενάγουσα για μη καταβολή των ενοικίων του Δεκέμβρη 2017, Ιανουαρίου 2018 και Φεβρουαρίου 2018, την στιγμή που η πρόσθεση των ενοικίων των τριών αυτών μηνών δεν οδηγεί στο άθροισμα του κατ' ισχυρισμό συμφωνημένου να μη καταβληθεί ποσού των €
  1. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι, οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί του ότι το μειωμένο ενοίκιο των €650 θα καταβαλλόταν από τον Εναγόμενο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2017, όταν και ακολούθως, από Ιανουάριο του 2018 και επέκεινα θα επανερχόταν στα €700, ως ο όρος της συμφωνίας ενοικιάσεως, δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο. Επομένως, το ενοίκιο για τον Δεκέμβριο 2017 (€650) και τους Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2018 (2 Χ €700), ανέρχεται στο ποσό των €2050 και όχι €2000 ως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται. Επίσης, με δεδομένους τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, διερωτάται κανείς, γιατί δεν αντέδρασε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, μετά που παρέλαβε την επιστολή των συνηγόρων της Ενάγουσας με την οποία, μεταξύ άλλων, του απέδιδε μη καταβολή του ενοικίου των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2017 και Ιανουαρίου 2018, για την οποία επιστολή (του επιδόθηκε προσωπικά στις 2.2.2018[2], και δη δύο περίπου μήνες πριν τη καταχώρηση της αγωγής), σε καμία αναφορά δεν προβαίνει; Ακόμα, γιατί, μετά την παραλαβή της προμνησθείσας επιστολής, κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των €700 έναντι των οφειλόμενων ενοικίων[3], αν πράγματι, πέραν των κατ' ισχυρισμό €2000 που η Ενάγουσα δέχτηκε να μην της καταβληθούν, ξόδεψε επιπρόσθετα χρήματα για τα οποία σκοπεύει να προωθήσει ανταπαίτηση; Στην ήδη εκφρασθείσα κρίση μου περί του ότι η προβαλλόμενη από τον Εναγόμενο υπεράσπιση δεν φαίνεται λογικοφανής, συνυπολογίζεται και το γεγονός ότι, ενώ από την μια, στην παράγραφο 11 της ένορκής του δήλωσης, ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με την Ενάγουσα να μην καταβάλλει τα ενοίκια για τους μήνες Δεκέμβριο 2017, Ιανουάριο 2018 και Φεβρουάριο 2018 (προφανώς σε χρόνο μετά την καταβολή των ενοικίων των προηγούμενων μηνών[4] - υπενθυμίζω ότι το ενοίκιο του Νοεμβρίου 2017 εξοφλήθηκε με τη καταβολή των €700 μετά την επίδοση της προμνησθείσας επιστολής των συνηγόρων της Ενάγουσας και δη μετά τον Φεβρουάριο 2018), ώστε να πληρώσει ο ίδιος για την επιδιόρθωση διαφόρων βλαβών (ως εξάγεται αβίαστα από τις σχετικές αναφορές του Εναγόμενου στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεώς του, η πληρωμή για τις επιδιορθωτικές εργασίες θα γινόταν μετά την συνομολόγηση της, κατ' ισχυρισμό του Εναγομένου, προφορικής συμφωνίας), από την άλλη, για σκοπούς υποστήριξης της θέσης του ότι τα χρήματα αυτά καταβλήθηκαν σε τρίτους για τις συγκεκριμένες επιδιορθωτικές εργασίες, παραπέμπει σε κατ' ισχυρισμό εργασίες για τις οποίες εκδόθηκαν αποδείξεις είσπραξης τον Αύγουστο 2016 και τον Φεβρουάριο
  2. Ξενίζει ακόμη το γεγονός ότι, προς υποστήριξη της κατ' ισχυρισμό ανταπαίτηση του για ποσό €650, παρουσιάζει απόδειξη είσπραξης που εκδόθηκε στις 20.05.2017, με αποτέλεσμα να προκύπτει το εξής απλό λογικό ερώτημα. Γιατί τα έξοδα αυτά δεν συνυπολογίστηκαν στα πλαίσια της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας του με την Ενάγουσα ώστε να απαλλαχθεί και για το ποσό αυτό από την υποχρέωση του να καταβάλει ενοίκιο στην τελευταία; Δεν θεωρώ καθόλου τυχαία την αποφυγή από πλευράς του Εναγόμενου να αναφερθεί στον χρόνο που κατ' ισχυρισμό του έγινε η προφορική συμφωνία με την Ενάγουσα ,αλλά, γενικότερα, και στις ακριβείς συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες τούτη έλαβε χώρα. Διερωτώμαι, επίσης, πώς είναι δυνατό ο Εναγόμενος να αποδέχτηκε να προβεί σε μια τέτοια συμφωνία προφορικά, την στιγμή, που για παρόμοιο ζήτημα (απαλλαγή υποχρέωσης καταβολής μέρους του ενοικίου), τέσσερις μόλις μήνες μετά την συνομολόγηση της συμφωνίας ενοικιάσεως, ο Εναγόμενος απαίτησε να τροποποιηθεί γραπτώς η συμφωνία ενοικιάσεως[5]; Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι στα πλαίσια αίτησης ως η υπό εξέταση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και να επιδεικνύει προτίμηση στη μια εξ αυτών. Από την άλλη όμως, μια κατά κάποιον τρόπο εκτίμηση της δυναμικής της μαρτυρίας του Εναγόμενου θα πρέπει να γίνεται ώστε ακριβώς να διαφανεί εάν τούτος απέσεισε το βάρος που φέρει, και δη, με πειστικό τρόπο, να προβάλλει λογικοφανείς ισχυρισμούς που βασίζονται σε επαρκή γεγονότα που καθιστούν την προβαλλόμενη υπεράσπιση συζητήσιμη. Εάν ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση των στοιχείων αυτών, τότε, αίτηση, ως η υπό εξέταση, θα πρέπει να απορρίπτεται. Πρέπει ακριβώς να αποφεύγονται αοριστολογίες. Νοιώθω, ακόμα, την ανάγκη να σημειώσω ότι, οι πιο πάνω παρατηρήσεις μου δεν γίνονται στη βάση επιλογής θέσεων για τις οποίες οι διάδικοι προώθησαν συγκρουόμενους ισχυρισμούς, κάτι ανεπίτρεπτο, αλλά στη βάση των μη αμφισβητούμενων γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, αλλά και των νεφελωδών και αορίστων ισχυρισμών του Εναγομένου. Είμαι της γνώμης, την οποία εξέφρασα ανωτέρω, ότι, όπως και εάν ειδωθούν οι σχετικές με την υπεράσπιση αιτιάσεις του Εναγόμενου, τούτες στηρίζονται σε ομιχλώδεις ισχυρισμούς, επί μη στέρεες βάσεις και εν απουσία θετικών γεγονότων που να προωθούνται με πειστικό τρόπο. Είμαι ακριβώς της γνώμης ότι ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση για σκοπούς απόδειξης, στον βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο στα πλαίσια μιας αίτησης, ως η υπό εξέταση, της απαιτούμενης από την νομολογία συζητήσιμης υπεράσπισης. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί επιπρόσθετη κρίση μου ότι η όλη συμπεριφορά που επέδειξε ο Εναγόμενος, εν απουσία αιτιολόγησης της παράλειψης του να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης, ισοδυναμεί με περιφρόνηση, της δικαστικής διαδικασίας. Δεν παραγνωρίζω ότι η επίδοση έγινε στον αδελφό του και όχι στον ίδιο. Ωστόσο, η όποια δικαιολογία δόθηκε από πλευράς του Εναγόμενου για την μη εμπρόθεσμη καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης, εδράζεται στην απορριφθείσα εκδοχή του που ήθελε το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής να μην παραλαμβάνεται από τον αδελφό του και την τοποθέτηση του στον φάκελο του εστιατορίου να γίνεται υπό συνθήκες άγνωστες στον ίδιο και στον αδελφό του. Εκδοχή που, ως σημείωσα μόλις πιο πάνω, δεν έγινε δεκτή. Κατά συνέπεια, παρέμειναν εντελώς άγνωστοι οι λόγοι για τους οποίους ο Εναγόμενος δεν καταχώρησε Εμφάνιση στην αγωγή η οποία επιδόθηκε νομότυπα στις 14.05.2018, και η πρώτη του αντίδραση έλαβε χώρα με την καταχώρηση της επίδικης αίτησης μόλις στις 21.08.
  3. Εν απουσία αποδεκτής αιτιολογίας από πλευρά του Εναγόμενου ως προς τους λόγους που παρέλειψε, αφενός να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης και αφετέρου, να αποταθεί στο Δικαστήριο συντομότερα απ' ότι αποτάθηκε, η μόνη λογική κατάληξη είναι ότι η όλη συμπεριφορά του ισοδυναμεί με περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Στη βάση των ανωτέρω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν έχω κανέναν λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left‑ (i)............................................................................................................ (ii) With any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) .........................................» [2] Στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας που συνοδεύει την αίτηση επισυνάπτεται ένορκη δήλωση του επιδότη που επέδωσε τη ρηθείσα επιστολή στον Εναγόμενο. [3] Ο σχετικός ισχυρισμός της Ενάγουσας παρέμεινα αναντίλεκτος. Δεν προωθείται οποιοσδήποτε αντίθετος ή έστω συγκρουόμενος ισχυρισμός. [4] Δεν δίδεται οποιαδήποτε άλλη εξήγηση για την επιλογή των τριών αυτών μηνών. [5] Βλέπε τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 2 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας και του σχετικούς αναντίλεκτους ισχυρισμούς της τελευταίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.