Κόρτας ν. Γενικού Εισαγγελέα Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 9078/10, 7/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9078/10 Μεταξύ: XXXXX Κόρτας, ενάγοντας -ΚΑΙ- Γενικού Εισαγγελέα Κυπριακής Δημοκρατίας εναγόμενος Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Μ.Ν. Γεωργίου Για τους Εναγόμενους: κ. Χ. Καραολίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση: Με την υπό των ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, στη βάση επικαλούμενης αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων των υπαλλήλων του κράτους, ο Ενάγοντας απαιτεί από τον Εναγόμενο, υπό την ιδιότητά του ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τραυματισμό που υπέστη καθόν χρόνο υπηρετούσε ως εθνοφρουρός στην Εθνική Φρουρά. Η Υπεράσπιση Ο Εναγόμενος, παραδεχόμενος τη γενική ευθύνη της Κυπριακής Δημοκρατίας για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των υπαλλήλων της (όταν τούτες λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων τους), απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και επικαλείται εφαρμογή των αρχών volenti non fit injuria, και novus actus interviniens. Αρνείται δε ότι οι υπάλληλοι του κράτους υπήρξαν, έναντι του Ενάγοντα, καθ' οιονδήποτε τρόπο, αμελείς και/ή ότι παραβίασαν τα νόμιμα καθήκοντά τους και ζητεί την απόρριψη της αγωγής και την καταδίκη του Ενάγοντα στα έξοδα. Η Απάντηση Ο Ενάγοντας, με την Απάντησή του, απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου. Οι εκδοχές των μερών Η εκδοχή του Ενάγοντα Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του Ενάγοντα, αλλά και της μαρτυρίας που προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 21/04/09 και περί τις 10:30 π.μ. όντας κληρωτός εθνοφρουρός στην Εθνική Φρουρά διατάχτηκε όπως λάβει μέρος σε υπηρεσιακή άσκηση «μεταφοράς τραυματία», χωρίς φορείο και δη υποβασταζόμενος από άλλον στρατιώτη. Κατά τη μεταφορά του από τον συνάδελφό του, ο τελευταίος έχασε την ισορροπία του με αποτέλεσμα αμφότεροι να πέσουν στο ασφάλτινο οδόστρωμα του όρχου, στον οποίο διεξήχθη η άσκηση και επί του οποίου υπήρχαν χαλίκια και πέτρες. Από την πτώση του, τραυματίστηκε στο γόνατο και στην περιοχή του καρπού του δεξιού του χεριού. Λόγω του τραυματισμού του παραπέμφθηκε για εξέταση στον επί καθήκοντι γιατρό του Στρατιωτικού Νοσοκομείου, ο οποίος και προέβη σε επίδεση του καρπού του με ελαστικό επίδεσμο προβαίνοντας και σε σύσταση όπως, την επόμενη μέρα, διενεργηθεί ακτινολογικός έλεγχος και τύχει εξέτασης και από ορθοπεδικό ιατρό. Την επόμενη, και δη στις 22/04/09, ο Ενάγων μεταφέρθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Στρατιωτικού Νοσοκομείου όπου και εξετάστηκε από ορθοπεδικό γιατρό κατόπιν διενέργειας ακτινολογικού ελέγχου επί του δεξιού του καρπού, στα πλαίσια του οποίου ο ακτινολόγος απεφάνθη ότι ο Ενάγοντας δεν υπέστη κάταγμα. Η διάγνωση του ορθοπεδικού γιατρού ήταν ότι ο Ενάγοντας υπέστη κάκωση συνδέσμου και του έγινε εκ νέου επίδεση με ελαστικό επίδεσμο και του χορηγήθηκε αναλγητική φαρμακευτική αγωγή. Λόγω επιμονής του πόνου, ο Ενάγοντας ζήτησε και εξετάστηκε εκ νέου από τον ίδιο ορθοπεδικό γιατρό δύο μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 24/04/09, όπου, χωρίς να αλλάξει η αρχική διάγνωσή, του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια διάρκειας μιας εβδομάδας. Μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας, ο Ενάγοντας επέστρεψε στο στρατόπεδο που υπηρετούσε και άρχισε να ασκεί τα στρατιωτικά του καθήκοντα κανονικά, αντιμετωπίζοντας, ωστόσο, συνεχή πόνο, δυσκαμψία και αδυναμία στο δεξιό καρπό. Έχοντας ο Ενάγοντας υπόψη τις συστάσεις του ορθοπεδικού ιατρού του Στρατιωτικού Νοσοκομείου, τόσο αναφορικά με το είδος του τραυματισμού του, όσο και με το χρόνο που χρειάζεται για να υποχωρήσει ο πόνος (με δεδομένη τη λήψη αναλγητικής αγωγής), δεν προώθησε οποιοδήποτε νέο αίτημα για επανεξέτασή του . Ο χρόνος περνούσε και ο πόνος, η δυσκαμψία και η αδυναμία στο δεξιό καρπό του Ενάγοντα επέμεινε με αποτέλεσμα στις 27/05/09 να επισκεφτεί ιδιώτη ορθοπεδικό, ο οποίος και τον υπέβαλε εκ νέου σε ακτινολογικό έλεγχο του δεξιού του καρπού. Στη βάση των αποτελεσμάτων του ρηθέντος ακτινολογικού ελέγχου, αλλά και της κλινικής εικόνας του Ενάγοντα, ο ιδιώτης ορθοπεδικός γιατρός διέγνωσε ότι ο τούτος έφερε κάταγμα του δεξιού σκαφοειδούς οστού, με αποτέλεσμα να γίνει άμεσα ακινητοποίηση του καρπού με ειδικό νάρθηκα για 7 εβδομάδες. Μετά τη θεραπεία αυτή, ο Ενάγων εξακολούθησε να αντιμετωπίζει πόνο στον καρπό, με αποτέλεσμα να υποβληθεί, στη βάση σχετικής συμβουλής του ιδιώτη γιατρού του, σε αξονική τομογραφία (η οποία έλαβε χώρα στις 19/07/09), το αποτέλεσμα της οποίας ήταν να διαφανεί ότι υπέστη ψευδάρθρωση στο σημείο του κατάγματος του σκαφοειδούς οστού, η οποία μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο χειρουργικά. Συνεπεία τούτου, στις 28/07/09, υπό γενική νάρκωση, διενεργήθηκε χειρουργική επέμβαση δια στερέωση του κατάγματος του σκαφοειδούς οστού με ειδική βίδα και ακολούθως ο καρπός ακινητοποιήθηκε με γύψινο επίδεσμο και ο Ενάγοντας παρέμεινε μία μέρα στην κλινική και ακολούθως απολύθηκε. Ο γύψινος επίδεσμος αφαιρέθηκε τέσσερις εβδομάδες μετά και αντικαταστάθηκε με πλαστικό νάρθηκα για τις επόμενες τρεις εβδομάδες. Μετά την αφαίρεση του νάρθηκα και για διάρκεια ενός μηνός ο Ενάγοντας τύγχανε φυσικοθεραπείας στον καρπό στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο και συνάμα εκτελούσε και τα στρατιωτικά του καθήκοντα. Κατά τον Ενάγοντα, η άσκηση μεταφοράς τραυματία εμπεριείχε, ως εκ της φύσης της, προβλεπτό κίνδυνο πτώσης του μεταφορέα και κατά συνέπεια και του μεταφερόμενου, την ίδια στιγμή που και το έδαφος επί του οποίου τούτη λάμβανε χώρα είχε χαλίκια και πέτρες καθιστώντας την πιθανότητα τραυματισμού του προβλεπτή. Η δε συμμετοχή του στη συγκεκριμένη άσκηση δεν έγινε εθελοντικά, μιας και διατάχθηκε από τον λοχαγό του να ενεργήσει ως μεταφερόμενος τραυματίας. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι διετάχθη να λάβει μέρος σε επικίνδυνη άσκηση χωρίς οι υπάλληλοι του κράτους να λάβουν όλα τα ενδεικνυόμενα, υπό τις περιστάσεις, μέτρα προς αποφυγή του ατυχήματος και/ή του τραυματισμού του, τόσο αναφορικά με τον τρόπο που θα έπρεπε να διεξαχθεί η άσκηση, όσο και αναφορικά με τον χώρο στον οποίον τούτη διεξήχθη, αλλά και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τούτη έλαβε χώρα. Είναι επίσης η θέση του Ενάγοντα ότι, οι υπάλληλοι του κράτους παρέλειψαν να διαγνώσουν ορθά τον τραυματισμό του κατά τις πρώτες 3 εξετάσεις που διενεργήθηκαν σ' αυτόν από ιατρούς του δημοσίου, τραυματισμός ο οποίος ήταν εμφανής, τόσο από τον ακτινολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε σ' αυτόν στις 22/04/09, όσο και από την συμπτωματολογία που παρουσίασε, η οποία ήταν κλασική συμπτωματολογία κατάγματος του σκαφοειδούς οστού. Επίσης, πάντα κατά τον Ενάγοντα, οι υπάλληλοι του κράτους απέτυχαν και/ή αμέλησαν να παράσχουν σ' αυτόν την ορθή θεραπεία και/ή παρείχαν σ' αυτόν λανθασμένη θεραπεία με αποτέλεσμα τούτος να εξαναγκαστεί να εκτελεί, όντας τραυματισμένος, πλήρως τα στρατιωτικά του καθήκοντα και να επιδεινωθεί το τραύμα του και κατά συνέπεια να παρουσιάσει ψευδάρθρωση (επιπλοκή) και εν τέλει να καταστεί αναγκαία η χειρουργική επέμβαση για αντιμετώπιση της. Επικαλούμενος, ο Ενάγοντας, τον τραυματισμό του, τη μετέπειτα επιπλοκή της ψευδάρθρωσης, την τοπική ευαισθησία που μέχρι σήμερα παρουσιάζει στην περιοχή του σκαφοειδούς οστού, την ουλή μήκους 4 εκατοστών που φέρει στην κερκιδική έσω επιφάνεια του δεξιού καρπού, τη ψυχική ταλαιπωρία και άγχος για το μέλλον, το περιορισμό των κινήσεων του δεξιού του καρπού, καθώς επίσης και τον πόνο που υπόκειται κατά τους χειμερινούς μήνες, αλλά και μετά από διάφορες χειρωνακτικές και αθλητικές δραστηριότητες, επιζητεί την απόδοση σ' αυτόν γενικών και ειδικών αποζημιώσεων εναντίον του Εναγομένου. Επιζητεί επίσης, αποζημιώσεις για μελλοντική χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης της βίδας που τοποθετήθηκε για σκοπούς συγκράτησης του κατάγματος. Η εκδοχή του Εναγομένου Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του Εναγομένου, αλλά και της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από πλευράς του, η μεταφορά τραυματία στα πλαίσια της οποίας επήλθε η πτώση του Ενάγοντα αφορούσε σε πασχαλινό παιχνίδι το οποίο διενεργήθηκε από τη μονάδα στην οποία υπηρετούσε ο τελευταίος και στο οποίο παιχνίδι ο Ενάγοντας συμμετείχε εθελοντικά. Κατά συνέπεια, πάντα κατά την εκδοχή του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να παραπονείται για τον όποιον τραυματισμό υπέστη, μιας και επρόκειτο για παιχνίδι, που, ως εκ της φύσης του, εμπεριείχε τον κίνδυνο πτώσης. Όσο δε αφορά στον τραυματισμό του Ενάγοντα, τούτος έτυχε της ορθής διάγνωσης από τους ιατρούς/υπαλλήλους του κράτους και του χορηγήθηκε η ορθή, υπό τις περιστάσεις, θεραπευτική αγωγή. Αιτία δε της όποιας επιδείνωσης του τραυματισμού του, αποτελούν οι δικές του ενέργειες και παραλείψεις και ειδικότερα η μη αναζήτηση επανεξέτασής του από οιονδήποτε ιατρό μετά τη λήξη της άδεια ασθενείας που του χορήγησε ο ορθοπεδικός του Στρατιωτικού Νοσοκομείου, παρά μόνο μετά πάροδο ενάμιση περίπου μηνών από όταν και εξετάστηκε για από τον τελευταίο, όταν και, εν τέλει, έτυχε εξέτασης, για πρώτη φορά, από ιδιώτη ορθοπεδικό γιατρό. Διαζευκτικά (στη περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι έγινε λανθασμένη διάγνωση και λανθασμένη αντιμετώπιση του τραύματος), ο Εναγόμενος προβάλλει και τη θέση ότι, η ψευδάρθρωση αποτελεί επιπλοκή του συγκεκριμένου κατάγματος που μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και στη περίπτωση που το κάταγμα διαγνωστεί εξ αρχής και τύχει της ορθής αντιμετώπισης. Σε καμία περίπτωση οι αξιωματικοί της μονάδας στην οποία υπηρετούσε ο Ενάγοντας ήταν αμελείς, ούτε και υπέβαλαν αυτόν σε οποιονδήποτε κίνδυνο. Παρομοίως, ούτε οι γιατροί/υπαλλήλοι του κράτους ήταν, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, αμελείς έναντι του Ενάγοντα. Περιορισμός των επίδικων ζητημάτων Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των μερών προέβησαν στην πιο κάτω δήλωση, την οποία και ζήτησαν και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Δήλωση‑ παραδεκτά γεγονότα «Ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά στο 70 Τάγμα Μηχανικού, το οποίο έδρευε στο Στρατόπεδο Ν. Καποτά στην περιοχή γνωστή ως ΒΜΗ. Ο Εναγόμενος έχει τη γενική ευθύνη της Κυπριακής Δημοκρατίας για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των υπαλλήλων της όταν αυτές βεβαίως συμβαίνουν στα πλαίσια των καθηκόντων. Ο Εναγόμενος έχει τη γενική ευθύνη της Κυπριακής Δημοκρατίας να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτουμένους του. Στις 21/04/2009 ο Ενάγοντας τραυματίστηκε στο 70 Τάγμα Μηχανικού, αργότερα την ίδια ημέρα επισκέφθηκε το 106 ΣΝΕ (Στρατιωτικό Νοσοκομείο Εθνικής Φρουράς) όπου και εξετάστηκε από τον επικαθήκοντι ιατρό ο οποίος τον παράπεμψε σε εξέταση από ορθοπεδικό ιατρό την επόμενη ημέρα. Την επόμενη ημέρα και δη στις 22/04/2009 ο Ενάγων επισκέφθηκε τον ορθοπεδικό του 106 ΣΝΕ όπου και υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο. Διαγνώστηκε με κάκωση συνδέσμου δεξιάς πηχεοκαρπικής. Χορηγήθηκε σε αυτόν φαρμακευτική αγωγή και δέθηκε το χέρι του και έτυχε ελεύθερος ασκήσεων για 10 μέρες χωρίς χρήση όπλου. Στις 24/04/2009 επισκέφθηκε εκ νέου γιατρό του 106 ΣΝΕ και δόθηκαν στον Ενάγοντα 6 μέρες αναρρωτική άδεια μέχρι 01/05/2009 λόγω του ότι βρέθηκε να πάσχει από κάκωση συνδέσμων δεξιάς πηχεοκαρπικής σε ελαστική επίδεση. Στις 27/05/2009 ο Ενάγων επισκέφθηκε ιδιώτη γιατρό, ο οποίος διέγνωσε κάταγμα κάθοδος δεξιού καρπού. Ο Ενάγων στις 28/07/2009 υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση από τον Δρ. XXXXX Λοΐζίδου. Ο Ενάγων κατά την 27/09/2010 ξεκίνησε να φοιτά στην Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στις 25/04/2013 ο Ενάγων εξετάστηκε από ιατροσυμβούλιο και προς τον σκοπό αυτό έχει εκδοθεί σχετικό πιστοποιητικό. Κύριε Πρόεδρε, να σας δηλώσω ακόμη ότι, επί πλήρους ευθύνης Εναγόμενου, συμφωνούνται μεταξύ των δύο πλευρών οι ειδικές ζημιές του Ενάγων, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των €3001,
- Επομένως, αυτό που μένει ως επίδικο για το Δικαστήριο, είναι να αποφασίσει την ευθύνη κάθε διάδικου και να αποφανθεί επί το ύψος των γενικών ζημιών που τυχόν δικαιούται ο Ενάγοντας». Για τα μόλις πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ακροαματική διαδικασία Ο Ενάγοντας, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής του παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες. Πιο συγκεκριμένα, ως ΜΕ1, κατέθεσε ο Δρ. XXXXX Κετώνης, ως ΜΕ2, ο ίδιος ο Ενάγοντας, ως ΜΕ3, ο Δρ. XXXXX Μιχαηλίδη και ως ΜΕ4, ο Δρ. XXXXX Λοϊζίδης. Από πλευράς του Εναγομένου κατέθεσαν τρεις μάρτυρες και ειδικότερα, ως ΜΥ1, ο Δρ. XXXXX Κανακάς, ως ΜΥ2, ο Λοχαγός XXXXX Κώστα και ως ΜΥ3, ο Δρ. XXXXX Κωνσταντίνου. Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας Προτού παραθέσω συνοπτικά τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω απαραίτητο, στο σημείο αυτό, να σημειώσω ότι, διά δηλώσεων των συνηγόρων των δύο πλευρών, η ειδικότητα και εμπειρία ενός εκάστου των γιατρών/μαρτύρων έγινε παραδεκτή. ΜΕ1 Ο ΜΕ1 (ορθοπεδικός ιατρός με 47 χρόνια πείρα), εξέτασε για πρώτη φορά τον Ενάγοντα τη 01.09.10, με οδηγίες από τον τελευταίο όπως ετοιμάσει ιατρική έκθεση γι' αυτόν, στη βάση, αφενός, της κλινικής εικόνας του κατά τη ρηθείσα εξέταση και αφετέρου, των, μέχρι τότε, ιατρικών πιστοποιητικών και/ή άλλων συναφών εγγράφων (περιλαμβανομένων και των ακτινολογικών εξετάσεων), που εκδόθηκαν και/ή ετοιμάστηκαν και/ή διενεργήθηκαν από άλλους γιατρούς που εξέτασαν τον Ενάγοντα. Ήταν η βασική θέση του ΜΕ1 ότι ο Ενάγοντας, στις 21.04.09 υπέστη ρωγμώδες κάταγμα του σκαφοειδούς οστού του δεξιού άνω άκρου του, το οποίο, στις 22.04.09, όταν και εξετάστηκε από ορθοπεδικό γιατρό (τον MY3), ήταν εμφανές επί των ακτινογραφιών που λήφθηκαν εκείνη τη μέρα στο τμήμα ακτινογραφιών του Στρατιωτικού Νοσοκομείου (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με τον ΜΕ1, επί των απεικονίσεων του Τεκμηρίου 2 είναι ορατό το κάταγμα που υπέστη ο Ενάγοντας. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του αυτού, υπέδειξε μια άσπρη απεικόνιση σε σχήμα λοφίσκου στο μέσο περίπου του σκαφοειδούς οστού, καθώς επίσης και μια άλλη ένδειξη, την οποία το Δικαστήριο, κατά τη μεταφορά επί χάρτου των υποδείξεων του μάρτυρα κατά τις επί του προκειμένου αναφορές του, χαρακτήρισε ως «ρωγμή που παρατηρείται αρχομένη από αριστερά και καταλήγει δεξιά και τέμνει αυτόν τον λοφίσκο». Αναφερόμενος στην ψευδάρθρωση που αντιμετώπισε ο Ενάγοντας κάποιους μήνες μετά τον τραυματισμό του, ανέφερε ότι πρόκειται για επιπλοκή που προκύπτει όταν ένα κάταγμα δεν πωρώνεται επιτυχώς με αποτέλεσμα να σχηματίζεται ένα είδος μη ορθής άρθρωσης μεταξύ των κατεαγότων άκρων. Ως προς τις συνέπειες της ψευδάρθρωσης, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι τούτη δημιουργεί πόνο κατά την κίνηση, μιας και, ως ξένο σώμα, προκαλεί τριβή κατά τις κινήσεις και κατά συνέπεια και πόνο. Επίσης, κατά τον ΜΕ1, μια τέτοια εξέλιξη θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με χειρουργική επέμβαση, ως αυτή στην οποία υπεβλήθη ο Ενάγοντας. Ως προς το πώς δημιουργήθηκε η ψευδάρθρωση, ισχυρίστηκε ότι λόγω της μη ακινητοποίησης του κατάγματος με γύψινο νάρθηκα και τις μετέπειτα χειρονακτικές εργασίες που έκανε ο Ενάγοντας (όπως μεταφορά όπλου) και γενικά τη χρήση του χεριού του, «σιγά, σιγά μετακινήθηκε το κάταγμα και γωνιώθηκε. Ενώ ήταν σε καλή θέση να πούμε, δεκτή, στις αρχές και με τη πάροδο του χρόνου με τη συνεχή κίνηση του καρπού με χειρωνακτικές δραστηριότητες, άλλαξε η θέση του, μετακινήθηκε το κάταγμα. Εξάλλου εν γι' αυτό που πονούσε, έγινε τριβή των κατεαγότων σημείων». Πάντα αναφορικά με τη ψευδάρθρωση, ανάφερε ακόμα ότι, «Είχε πόνο. Είναι γραμμένα, δυσκαμψία και συνεχή καταστροφή της άρθρωσης. Δηλαδή ήταν μια επιφάνια η οποία ήταν ελεύθερη, κινείται μέσα στην όλη άρθρωση του καρπού και προκαλούσε πόνο, καταστροφή, με αποτέλεσμα τη ψευδάρθρωση». Αναφορικά με τη δυνατότητα διάγνωσης ενός κατάγματος σκαφοειδούς οστού στα πλαίσια κλινικής εξέτασης και μόνο, και της ορθής αντιμετώπισής του, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι, κατά την πίεση από τον γιατρό στο σημείο του σκαφοειδούς οστού, επειδή τούτο, λόγω του κατάγματος, είναι ευαίσθητο, ο ασθενής «Θα πηδήξει από τον πόνο στο λέω, άμα τον πιέσεις στην ανατομική ταμβακοθήκη το μέρος που λέγαμε, δεν υπάρχει περίπτωση, θα τραπηδήσει. Οπόταν όταν έρθει κοντά μου, και δεν μιλώ για τον παθολόγο, εντάξει είναι παθολόγος ο άνθρωπος, τόσα ήξερε τόσα έκανε, αλλά ο ορθοπεδικός όφειλε, ήρθε ένας άρρωστος μπροστά σου, δεν θα αγγίξεις, πονείς εδώ, εδώ, και είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνεις όταν ακούσεις όταν κάποιος έπεσε με τα χέρια κάτω. Θα το ψηλαφίσεις και ακόμα χωρίς ακτινογραφία θα πεις θα βάλω γύψο, για 2 εβδομάδες, θα μπει γύψος εφόσον έχει αυτόν τον έντονο πόνο κατά την πίεση. Έστω και διάστρεμμα να είναι εκ των υστέρων αν αποδειχθεί ότι δεν είναι κάταγμα, 2 εβδομάδες θα μπει γύψος, τελείωσε». Ερωτηθείς ειδικά για τη διάγνωσή του (στη βάση των δύο εξετάσεων του Ενάγοντα κατά το Σεπτέμβριο του 2010 και 2014), περί επώδυνης κινητικότητας στις ακραίες θέσεις, ισχυρίστηκε ότι όταν ο Ενάγοντας επιχειρεί, μέσω της λειτουργίας του καρπού του να κινήσει την παλάμη του πάνω, κάτω, δεξιά και αριστερά, στα τελικά στάδια των κινήσεων αυτών τούτες προκαλούν πόνο. Ανέφερε ακόμα ότι, συνεπεία του πόνου προκαλείται αδυναμία υπό την έννοια ότι ο Ενάγοντας, γνωρίζοντας ότι μια κίνηση θα του προκαλέσει πόνο, αποφεύγει να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες επιδεικνύοντας έτσι αδυναμία στην πλήρη χρήση του χεριού του. Μια άλλη θέση του ΜΕ1 ήταν ότι, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού, στο μέλλον, στην περιοχή του κατάγματος, αναμένεται να παρουσιαστούν οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις, αποδεχόμενος, ωστόσο, ότι, κατά τον Σεπτέμβριο του 2014, όταν και εξέτασε για τελευταία φορά τον Ενάγοντα, τούτος δεν παρουσίαζε τέτοιου είδους αλλοιώσεις. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, λόγω του πόνου που προκαλείται στον Ενάγοντα κατά τις ακραίες θέσεις της κινητικότητας του καρπού του δεξιού του χεριού, θα είναι δύσκολο να προβαίνει σε χειρονακτική ή άλλη «λεπτή», πλην όμως επαναλαμβανόμενη, εργασία. Στη βάση δε της θέσης του αυτής, ισχυρίστηκε ότι δεν θα ήταν δυνατή η ενασχόληση του Ενάγοντα (ο οποίος στο μεταξύ απέκτησε πτυχίο ιατρικής) να ασχοληθεί με τη νευροχειρουργική, ως ήταν και η επιθυμία του. Ερωτηθείς για την ανάγκη στο μέλλον να αφαιρεθεί η βίδα που τοποθετήθηκε για συγκράτηση των 2 τμημάτων του οστού (τοποθέτηση στην οποία προέβη ο ΜΕ4 στα πλαίσια επέμβασης που διενήργησε στο Ενάγοντα), ανέφερε ότι, κάποιοι ασθενείς αποφασίζουν να μην αφαιρέσουν ποτέ μια τέτοια βίδα, ενώ άλλοι επιλέγουν να την αφαιρέσουν για διάφορους λόγους. Μιαν τέτοια επέμβαση την χαρακτήρισε ως απλή και ως απολήγουσα σε ανακούφιση του όποιου τυχόν πόνου προκαλεί η βίδα στον ασθενή. Όσον αφορά στην επέμβαση που διενήργησε ο ΜΕ4 για σκοπούς αντιμετώπισης της ψευδάρθρωσης, χαρακτήρισε τούτη ως επιτυχή στη βάση του ότι, το κάταγμα, διά της τοποθέτησης της βίδας, εν τέλει πωρώθηκε. Κατά τον ΜΕ1, ο Ενάγοντας «υπέστη μεγάλη ταλαιπωρία, έντονους πόνους, δυσχέρειες και εγχείριση, που διάρκεσαν σχεδόν έξι μήνες, για ένα κάταγμα το οποίο αν αντιμετωπιζόταν ορθά, θα αποθεραπευόταν σε έξι βδομάδες». Κατά την αντεξέτασή του, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη θέση της συνηγόρου υπεράσπισης που τον ήθελε να συμμετέχει σε συνάντηση στο ιατρείο του ΜΥ1 (ακτινολόγος που παρουσιάστηκε ως μάρτυρας από πλευράς της υπεράσπισης) και εκεί να επιθεωρεί (μαζί με τον ΜΥ1), επί διαφανοσκοπίου τις ακτινογραφίες του τεκμηρίου 2 και να συμφωνεί με τον τελευταίο ότι επ' αυτών δεν απεικονίζεται εμφανές κάταγμα. Αφού επανέλαβε τη θέση του ότι το επίδικο κάταγμα επί των ακτινογραφιών, τεκμήριο 2, είναι εμφανές, ισχυρίστηκε ότι ενθυμείται τη συγκεκριμένη συνάντηση, καθώς επίσης και ότι κατά τη διάρκεια της, εξετάζοντας κάποιες ακτινογραφίες, συμφώνησε με τον ΜΥ1 ότι επ' αυτών δεν υπήρχε εμφανές κάταγμα. Ως εξήγηση για τις θέσεις που εξέφρασε κατά τη συγκεκριμένη συνάντηση, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι ακτινογραφίες που επιθεώρησε εκείνη την ημέρα ήταν άλλες από αυτές του Τεκμηρίου 2, επί των οποίων, το επίδικο κάταγμα, επανέλαβε, ήταν εμφανές. Χαρακτηριστικά, αναφερόμενος στην ακτινογραφία που είδε κατά τη συνάντηση του με τον ΜΥ1 ανέφερε «Υπήρχε πιθανώς τζιαί τζιαμέ μια γραμμή αδιόρατη, αλλά τίποτε το εμφανές που να πει ένας είναι κάταγμα, να φωνάζει. Ε, τούτο φωνάζει (Υποδεικνύει το Τεκμήριο 2). Φωνάζει που 10 μίλια». Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, αναφερόμενος, πάντα σε σχέση με τη συνάντηση του με τον ΜΥ1, ισχυρίστηκε ότι «Το βάλαμε στο διαφανοσκόπιο, φαίνετουν μια αδιόρατη γραμμή και λαλώ μα είναι τούτη η γραμμή, διότι πέρασαν και χρόνια. Εν τούτο που είδα λέω. [...] Αλλά θυμάμαι είδα κάταγμα, αυτό που βλέπω τώρα στο Τεκμήριο 2 μάλιστα είναι το κάταγμα, αυτό που είδα τότε όταν τον εξέτασα. Τώρα πώς συνέβηκε δεν ξέρω πραγματικά και μακάρι να έρθει ο κύριος Κανακάς να την δει να μας πει τη γνώμη του». Κατά την επανεξέταση του, επαναλαμβάνοντας θέση που προώθησε και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του περί το ότι το επίδικο κάταγμα χαρακτηρίζεται ως ύπουλο μιας και μεγάλος αριθμός τέτοιου είδους καταγμάτων δεν είναι ορατά κατά τον ακτινολογικό έλεγχο που διενεργείται αμέσως μετά τον τραυματισμό, ανέφερε ότι, ακόμα και εκεί που ο πρώτος ακτινολογικός έλεγχος δεν δεικνύει εμφανές κάταγμα, εντούτοις, λόγω, ακριβώς, αυτής της ιδιότητας του κατάγματος, θα πρέπει, «προληπτικά», να τεθεί το χέρι σε γύψινο επίδεσμο για 2 εβδομάδες και να διενεργηθεί νέος ακτινολογικός έλεγχος μετά την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος για να διαφανεί κατά πόσο όντως υπέστη ο ασθενής κάταγμα ή όχι. Ανάλογα δε με τα αποτελέσματα του νέου αυτού ακτινολογικού ελέγχου θα ακολουθηθεί και η σχετική πλέον θεραπευτική αγωγή. ΜΕ2‑ Ενάγοντας Ο Ενάγοντας, μέσω της μαρτυρίας του, προώθησε ισχυρισμούς σύμφωνους με την πιο πάνω καταγραφείσα εκδοχή του, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται ανάγκη να επαναληφθούν λεπτομερώς στο σημείο αυτό. Κρίνω, ωστόσο, σημαντικό να σημειώσω ότι, αναφορικά με τον τρόπο που επήλθε η πτώση του, στην κυρίως εξέταση του, η ακριβής αναφορά του ήταν «Σε κάποιο στάδιο και ενώ κινείτο με γοργό βήμα ο τραυματιοφορέας μου, έχασε την ισορροπία του με αποτέλεσμα να καταπέσουμε και οι 2 στην άσφαλτο». Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε, με βάση τη μόλις πιο πάνω αυτουσίως παρατεθείσα θέση του, ανέφερε «Μπρουμουττίστηκε και έπεσε». Αναφορικά με τους λόγους που από τις 24.04.09, όταν και επισκέφθηκε για τελευταία φορά τον ΜΥ3 στο στρατιωτικό νοσοκομείο, μέχρι και τις 27.05.09, όταν και επισκέφθηκε τον ΜΕ4, δεν ζήτησε να εξεταστεί από οποιονδήποτε γιατρό, ισχυρίστηκε ότι, τούτο συνέβη για διάφορους λόγους. Πρώτο, τόνισε, ότι εντός 3 ημερών (από 21.04.09 μέχρι και 24.04.09), επισκέφθηκε τρεις φορές γιατρό του στρατού, και ότι και στις τρεις αυτές περιπτώσεις η διάγνωση των γιατρών ήταν κάκωση στον καρπό του δεξιού του χεριού (του κατάγματος αποκλειομένου[1]) με καθησυχαστικές από αυτούς υποδείξεις ότι ο πόνος θα υποχωρήσει με την πάροδο χρόνου, νοουμένου ότι θα λαμβάνει την αναλγητική θεραπεία που του χορηγήθηκε. Δεύτερο, κατά τη λήξη της άδειας ασθενείας που του χορήγησε ο ΜΥ3, ο πόνος στο τραύμα, λόγω προφανώς της λήψης αναλγητικής αγωγής, είχε αμβλυνθεί (σε σχέση με το πόνο που αντιμετώπιζε τις πρώτες μέρες του τραυματισμού του). Τρίτο, ότι η επιθυμία ενός στρατιώτη να επισκεφθεί γιατρό καθ' ον χρόνο υπηρετεί στην Εθνική Φρουρά δεν εξαρτάται από τον στρατιώτη και μόνο, αλλά πολύ περισσότερο, από τους αξιωματικούς του τμήματος στο οποίο υπηρετεί, προς τους οποίους θα πρέπει να υποβληθεί σχετικό αίτημα ώστε να τύχει εγκρίσεως. Τέταρτο, συναφώς, ωστόσο, με τα ανωτέρω, ότι οι στρατιώτες οι οποίοι αιτούνται, επί συνεχούς βάσης, να τύχουν ιατρικής εξέτασης (είχε ήδη ενεργήσει τοιουτοτρόπως τρεις φορές), δεν τυγχάνουν αποδοχής από τους συναδέλφους τους και τους αξιωματικούς τους, με αποτέλεσμα, με δεδομένη τη μέχρι τότε λήψη των αναλγητικών φαρμάκων και την επακόλουθη άμβλυνση του έντονου πόνου που ένιωθε στα αρχικά στάδια του τραυματισμού του να μη αιτηθεί για περαιτέρω εξέταση του από γιατρό του στρατού. Έχοντας δε υπόψη τα δεδομένα αυτά, ιδιαίτερα την κρίση των γιατρών που τον εξέτασαν στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο ότι ο πόνος θα υποχωρήσει με την πάροδο του χρόνου, δεν επιδίωξε, αμέσως, την επανεξέταση του και το έπραξε όταν ο πόνος, παρά τη πάροδο αρκετού χρόνου, δεν υποχωρούσε και συνέχιζε να αδυνατεί να χρησιμοποιεί πλήρως το χέρι του. Έτσι, αποφάσισε να λάβει και τρίτη γνώμη από ιδιώτη γιατρό και επεδίωξε να τύχει μιας τέτοιας εξέτασης από τον ΜΕ4, ο οποίος, λόγω βεβαρημένου προγράμματος καθόρισε την εξέταση του στις 27.05.09, όπου και τον εξέτασε. Καθ' όλη τη διάρκεια από όταν και υπέστη τον επίδικο τραυματισμό του μέχρι και την επέμβαση που διενήργησε ο ΜΕ4 στις 28.07.09, υπέφερε από συνεχείς πόνους οι οποίοι του προκαλούσαν αδυναμία χρήσης του χεριού του, και ανυποχώρητη δυσκαμψία. Μετά την εγχείριση και την τοποθέτηση της ειδικής βίδας, αλλά και την αποθεραπεία που ακολούθησε μέχρι και την αφαίρεση όλων των ναρθήκων που κατά καιρούς τοποθετούνταν στο χέρι του, αλλά και μετά τον έναν μήνα φυσιοθεραπεία που ακολούθησε, τα συμπτώματα άρχισαν να υποχωρούν, χωρίς ωστόσο τούτα να υποχωρήσουν τελείως. Έκτοτε, αντιμετωπίζει ενοχλήσεις και πόνους ιδιαίτερα κατά την εναλλαγή του καιρού ή μετά από μεταφορά βαρετών αντικειμένων ή κατόπιν συνεχούς χρήσης, αλλά και κατά τις ακραίες και στροφικές κινήσεις του καρπού. Είναι στα πλαίσια αυτών των συμπτωμάτων που επισκέφθηκε τον ΜΕ1, τόσο τον Σεπτέμβριο του 2010, όσο και τον Σεπτέμβριο του 2014, ώστε να του ετοιμάσει ιατρική έκθεση για την κατάσταση της υγείας του, αλλά και για να του δώσει περαιτέρω οδηγίες για αντιμετώπιση της συμπτωματολογίας του. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, για μεγάλο χρονικό διάστημα, η έγνοια του ως προς την κατάσταση του τραύματος του αλλά και τη δυνατότητα αποθεραπείας του, σε συνδυασμό με την ανησυχία του (συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του) ότι δεν θα μπορούσε στο μέλλον να ακολουθήσει την ιατρική επιστήμη ως ήταν και το όνειρο του, του προκάλεσαν μεγάλο άγχος. Τέλος, ως ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι, συνεπεία του πόνου και ενοχλήσεων που προκαλούνται κατά τις ακραίες κινήσεις και γενικά κατά τη περιστροφικότητας του καρπού του, επέλεξε να μην ακολουθήσει την ειδικότητα της νευροχειρουργικής, η οποία απαιτεί συνεχή λεπτή χρήση του χεριού του και ακολούθησε την ειδικότητα της παθολογικής ανατομίας. ΜΕ3 Ο ΜΕ3 είναι γιατρός ακτινολόγος με οκταετή πείρα. Είχε στο παρελθόν εξετάσει τις ακτινογραφίες, Τεκμήριο 2, τις οποίες και επιθεώρησε και ενώπιον του Δικαστηρίου[2] κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του. Αναφερόμενος στην μια εκ των δύο ακτινογραφιών του τεκμηρίου 2, επί της οποίας εμφαίνονται δύο απεικονίσεις του δεξιού άνω άκρου του Ενάγοντα και πιο συγκεκριμένα στην αριστερή εκ των δύο αυτών απεικονίσεων, υπέδειξε μια μαύρη γραμμή την οποία χαρακτήρισε ως ακτινοδιαυγή γραμμή, η οποία άρχεται από την αριστερή πλευρά του σκαφοειδούς οστού και αφού τέμνει τούτο, καταλήγει στη δεξιά πλευρά του, διαχωρίζοντας το σε δύο τμήματα. Ως ανέφερε, η ένδειξη αυτή επί της συγκεκριμένης ακτινογραφίας είναι ένδειξη ενός ρωγμώδους, μη μετατοπισμένου, κατάγματος. Η ακτινοδιαυγής αυτή γραμμή, είναι η ίδια που υπεδείχθη από τον ΜΕ1, και την οποία το Δικαστήριο, κατά τη μεταφορά των υποδείξεων του μάρτυρα επί χάρτου (στα πρακτικά) χαρακτήρισε ως «ρωγμή». Κατά την αντεξέταση του, παρά τις αντίθετες υποβολές που του τέθηκαν, επέμεινε στη θέση του ότι επί της συγκεκριμένης ακτινογραφίας υπάρχει ξεκάθαρη ένδειξη ακτινοδιαυγούς γραμμής που διαχωρίζει το κάταγμα σε δύο τμήματα και η οποία αποτελεί εμφανή ένδειξη κατάγματος. Διαφώνησε δε με την υποβληθείσα από πλευράς της συνηγόρου υπεράσπισης θέση ότι επί της συγκεκριμένης ακτινογραφίας δεν ήταν εμφανής η ακτινοδιαυγής γραμμή στην οποία ο ίδιος αναφέρθηκε και ότι δεν υπάρχει μια τέτοια ένδειξη επ' αυτής. Τέλος, συμφώνησε με τη συνήγορο υπεράσπισης ότι, το επίδικο κάταγμα, αρκετές φορές, δεν είναι εμφανές κατά την πρώτη ακτινογραφία στην οποία υποβάλλεται ο ασθενής αμέσως μετά τον τραυματισμό του. Κατά την επανεξέταση του, βρισκόμενος, αντιμέτωπος με το γεγονός ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου εξέταση και μελέτη του τεκμηρίου 2 έγινε χωρίς τη χρήση διαφανοσκοπίου, ισχυρίστηκε ότι με τη χρήση ενός τέτοιου οργάνου, απλά θα έβλεπε το κάταγμα (το οποίο, εν πάση περιπτώσει, είδε) καλύτερα. ΜΕ4 Ο ΜΕ4 είναι ορθοπεδικός χειρούργος με δεκαπενταετή πείρα στην ειδικότητα του. Αναγνώρισε την ιατρική έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 5(θ)), και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Ως ισχυρίστηκε, ο Ενάγοντας τον επισκέφθηκε στις 27.05.09 και του ανέφερε τους ισχυρισμούς του ως προς το πώς προκλήθηκε ο τραυματισμός του αλλά και τη μέχρι τότε αντιμετώπιση που έτυχε από τους διάφορους γιατρούς που τον εξέτασαν. Υπέβαλε τούτον σε αξονική τομογραφία του σκαφοειδούς οστού, η οποία έδειξε κάταγμα του συγκεκριμένου οστού και ακολούθως συνέστησε σε αυτόν χειρουργική θεραπεία. Χειρουργήθηκε στις 28.07.09 και στα πλαίσια της εγχείρησης τοποθετήθηκε ειδική βίδα επί του σκαφοειδούς οστού, καθώς επίσης και οστικό μόσχευμα. Το χέρι ακινητοποιήθηκε για 6 εβδομάδες και ακολούθως ακολουθήθηκε φυσικοθεραπεία. Εξέτασε τον Ενάγοντα εκ νέου στις 9.06.17, όπου διέγνωσε ότι το σκαφοειδές οστό είχε πωρωθεί πλήρως και ότι οι κινήσεις του ήταν αρκετά ικανοποιητικές, έχοντας ωστόσο έλλειμμα ραχιαίας έκτασης και παλαμιαίας κάμψης 10 μοιρών. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε, ένα φυσιολογικό χέρι έχει έκταση και κάμψη 75 μοιρών, ενώ ο Ενάγοντας, συνεπεία του τραύματος του, μπορεί να προβεί σε 65 μοίρες τέτοιων κινήσεων, χωρίς, ωστόσο, σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ4, αυτό να αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα στις καθημερινές του δραστηριότητες. Ανέφερε ακόμα ότι, τέτοιου είδους τραυματισμοί προκαλούν πόνο ιδιαίτερα κατά την αλλαγή των καιρικών συνθηκών με πιο συχνή εμφάνιση κατά τους χειμερινούς μήνες. Κατά την αντεξέταση του, συμφώνησε με τη συνήγορο υπεράσπισης ότι, κατάγματα, ως το επίδικο, παρουσιάζουν ψηλά ποσοστά μη πώρωσης, η οποία επιφέρει ψευδάρθρωση και ότι, τέτοια ψευδάρθρωση πιθανόν να παρουσιαστεί ακόμα και αν το κάταγμα αντιμετωπιστεί ορθά από την αρχή. Ανέφερε, ωστόσο, ότι, η παρουσία ψευδάρθρωσης εξαρτάται από το τμήμα του σκαφοειδούς που σπάζει, και ειδικότερα από την εγγύτητα του από το άλλο τμήμα του σπασμένου οστού. Συμφώνησε ακόμα με τη συνήγορο υπεράσπισης ότι, το συγκεκριμένο κάταγμα, αρκετές φορές, δεν είναι ορατό στον πρώτο ακτινολογικό έλεγχο που θα διενεργηθεί, συμπληρώνοντας ότι «Γι' αυτό και εμείς όταν πονάει ο άρρωστος στο συγκεκριμένο σημείο, το παρακολουθούμε και όταν υπάρχει υποψία ότι υπάρχει κάταγμα σκαφοειδούς προβαίνουμε σε πιο ειδικές εξετάσεις, οι οποίες είναι η αξονική και το MRI και προφανώς η ακινητοποίηση ως πρόληψη». ΜΥ1 Ο ΜΥ1 είναι ακτινολόγος, ο οποίος διετέλεσε για 32 χρόνια διευθυντής του ακτινολογικού τμήματος του Στρατιωτικού Νοσοκομείου και ο οποίος γενικότερα έχει τριανταπεντάχρονη πείρα στην ειδικότητα του. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, σε καμιά εκ των τριών ακτινογραφιών του τεκμηρίου 2 δεν εμφαίνεται το επίδικο κάταγμα του Ενάγοντα. Πρόκειται για τον ακτινολόγο, ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα στις 22.04.09 και εκτύπωσε τις ακτινογραφίες, τεκμήριο 2, καθώς επίσης και διέγνωσε επί του περιεχομένου τους και απέστειλε στο ΜΥ3 τη σχετική γνώμη του. Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ακόμα ότι είχε την ευκαιρία, σε δικό του χώρο, να επιθεωρήσει εκ νέου το τεκμήριο 2, μαζί με τον ΜΕ1, και αμφότεροι συμφώνησαν ότι επί των συγκεκριμένων ακτινογραφιών δεν υπάρχει εμφανές κάταγμα. Ως ισχυρίστηκε, σχετικά, αν και συμφώνησαν με τον ΜΕ1 επί του προκειμένου, εντούτοις, ο τελευταίος, τοποθετήθηκε επί του περιεχομένου του εν λόγω τεκμηρίου από την πλευρά της ειδικότητας του ορθοπεδικού και όχι του ακτινολόγου. Αναφερόμενος δε στην ιδιομορφία του επίδικου κατάγματος, ανέφερε ότι, βιβλιογραφικά, ένα ποσοστό μεταξύ 25% και 40% τέτοιων καταγμάτων δεν είναι ορατά στις πρώτες ακτινογραφίες που διενεργούνται και χρειάζεται να παρέλθει χρόνος μεταξύ 8 ‑ 15 μέρες από τον τραυματισμό και να επαναληφθεί ακτινολογικός έλεγχος για να διαφανεί αν όντως ο ασθενής υπέστη το υπό συζήτηση κάταγμα. Βρισκόμενος αντιμέτωπος, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, με τη θέση του Ενάγοντα ότι επί των ακτινογραφιών του τεκμηρίου 2 εμφαίνεται ένδειξη η οποία συνάδει με το επίδικο κάταγμα, υποδεικνύοντας την ακτινογραφία του τεκμηρίου 2 που φέρει μόνο μια απεικόνιση, ανέφερε «Είναι αυτό που σας είπα προηγουμένως. Ξέροντας πλέον ότι υπάρχει κάταγμα θα μπορούσε κάποιος να ξεγελαστεί με αυτό το δεδομένο. Με αυτήν όμως την απεικόνιση, αυτής της πρώτης πλάκας που κρατώ, δεν θα κατονομάζετουν αυτό ως κάταγμα». Κατά την αντεξέταση του, βρέθηκε, αρκετές φορές, αντιμέτωπος με τη θέση της συνηγόρου του Ενάγοντα ότι επί της ακτινογραφίας του τεκμηρίου 2, που φέρει δύο απεικονίσεις, υπάρχει εμφανής μαύρη γραμμή, η οποία διαχωρίζει το σκαφοειδές οστό και η οποία επαρκεί για να γίνει η διάγνωση ρωγμώδους κατάγματος του σκαφοειδούς οστού. Ο ΜΥ1, στις διάφορες τέτοιες υποβολές που του τέθηκαν, συμφώνησε περί του υπαρκτού της συγκεκριμένης ένδειξης, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι τούτη δύναται να συσχετιστεί με τον επίδικο τραυματισμό του Ενάγοντα μόνο κατόπιν γνώσης της μετέπειτα πορείας του τελευταίου και δη της ανεύρεσης (στα πλαίσια μετέπειτα ακτινολογικού και αξονικού ελέγχου) του κατάγματος και όχι στο αρχικό στάδιο όταν και διενεργηθεί ο υπό συζήτηση ακτινολογικός έλεγχος από τον ίδιο στις 22.04.
- Προς υποστήριξη της θέσης του, υπέδειξε, πέραν της μιας φοράς, την ακτινογραφία με μια και μόνο απεικόνιση του τεκμηρίου 2, αναφέροντας ότι πρόκειται για ακτινογραφία «που αθωώνει κάταγμα». Μία εκ των αναφορών του ΜΥ1, κατόπιν υπόδειξης από τη συνήγορο του Ενάγοντα της διαυγούς (μαύρης) γραμμής που υπέδειξαν ο ΜΕ1 και ο ΜΕ3 επί της διπλής απεικόνισης του τεκμηρίου 2 ήταν «Τούτο που φαίνεται μέσα, μπορεί να είναι και προβολικό λόγω της ανατομίας του σκαφοειδούς. Έτσι είναι η ανατομία του σκαφοειδούς. Βεβαίως εκ των υστέρων και γνωρίζοντας τι έγινε μετά από τρεις μήνες, μπορεί». Ακολούθως, ερωτηθείς αν συμφωνεί με το ότι η διαυγής μαύρη γραμμή διαχωρίζει το οστό, απάντησε «Τούτη θα μπορούσε να είναι γραμμή κατάγματος έχοντας υπόψη τα μετά δεδομένα». Όταν του υπεδείχθη εκ νέου η συγκεκριμένη μαύρη ένδειξη επί της ακτινογραφίας που φέρει 2 απεικονίσεις, χωρίς να αρνείται την ύπαρξη της και ότι τούτη φέρεται να χωρίζει το σκαφοειδές οστό σε 2 μέρη, ανέφερε «Μα εδώ δεν φαίνεται», υποδεικνύοντας την ακτινογραφία του τεκμηρίου 2 που φέρει μια απεικόνιση. Κατόπιν επιμονής της συνηγόρου του Ενάγοντα ότι οι ερωτήσεις της υποβάλλονται στη βάση των απεικονίσεων της ακτινογραφίας που φέρει δύο απεικονίσεις και όχι αυτής με τη μια απεικόνιση και ότι θα επιθυμούσε να έχει τη θέση του ΜΥ1 επί της εμφανούς επ' αυτών των απεικονίσεων μαύρης γραμμής, ο ΜΥ1 ανέφερε «Ε, αυτή όπου υπάρχει συμπροβολή του οστού, φαίνεται μια διαύγαση, η οποία κρίνοντας εκ των υστέρων μπορεί να είναι η γραμμή του κατάγματος. Όχι όμως στην αρχική εικόνα και προπάντως έχοντας τούτην μπροστά μας», υποδεικνύοντας, εκ νέου, την ακτινογραφία με τη μια απεικόνιση. Σε σχετική υποβολή που του τέθηκε ότι επί της ακτινογραφίας με τις δύο απεικονίσεις του τεκμηρίου 2 εμφαίνεται «ξεκάθαρα» η μαύρη γραμμή που διαχωρίζει το σκαφοειδές οστό και ότι αυτό οδηγεί σε διάγνωση περί κατάγματος, ανέφερε «Δεν συμφωνώ. Ειδικά ότι είναι ξεκάθαρο». Επί του κατά πόσο, συνεπεία της ιδιότητας του κατάγματος αυτού, αρκετές φορές, δεν εμφαίνεται επί των πρώτων ακτινολογικών ελέγχων, ανέφερε ότι, ο ασθενής που αντιμετωπίζει συμπτώματα που συνάδουν με κάταγμα στη συγκεκριμένη περιοχή θα πρέπει να τυγχάνει επανεξέτασης, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι αυτό δεν αποτελεί υποχρέωση ενός ακτινολόγου, ο οποίος περιορίζεται απλά στο να γνωματεύσει επί του περιεχομένου ακτινογραφίας, αφήνοντας να νοηθεί ότι αφορά σε ζήτημα που θα πρέπει να απασχολήσει τον ορθοπεδικό γιατρό που θα εξετάσει τον ασθενή. ΜΥ2 Ο ΜΥ2 είναι ο λοχαγός του Μηχανικού Τμήματος της Εθνικής Φρουράς, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν ο αξιωματικός υπό τις διαταγές του οποίου υπηρετούσε ο Ενάγοντας. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι λόγω των εορτών του Πάσχα του έτους 2009 το τμήμα του διατάχθηκε από ανωτέρους όπως διεξαγάγει συγκεκριμένες εκδηλώσεις στα πλαίσια των οποίων θα λάμβαναν μέρος όλοι οι στρατιώτες σε διάφορα παιχνίδια που ρητώς προβλέπονταν από τη σχετική διαταγή. Ένα εξ αυτών των παιχνιδιών ήταν και η μεταφορά τραυματία από συνάδελφο του στη βάση συγκεκριμένης μεθόδου που προβλέπεται από το Εγχειρίδιο Εκστρατείας 39 ‑ 5 και η οποία μέθοδος ονομάζεται ως μέθοδος πυροσβέστη, για την οποία οι στρατιώτες, περιλαμβανομένου και του Ενάγοντα, έτυχαν σχετικής εκπαίδευσης. Ο ίδιος, ως αξιωματικός του λόχου, επέλεξε δύο στρατιώτες, λόγω των σωματομετρικών τους χαρακτηριστικών μεταξύ των οποίων και o Ενάγοντας και τους πρότεινε όπως λάβουν μέρος στο συγκεκριμένο παιχνίδι, ο ένας ως μεταφορέας (ο έτερος στρατιώτης, ο οποίος ήταν σωματώδης), και o άλλος ως μεταφερόμενος τραυματίας (ο Ενάγοντας, ο οποίος ήταν λεπτής και βραχείας σωματικής διάπλασης). Αμφότεροι οι στρατιώτες συγκατατέθηκαν στην υπόδειξή του και έτσι δημιουργήθηκε το ένα εκ των ζευγαριών που θα λάμβανε μέρος στην άσκηση. Στην κυρίως εξέταση του, σε σχέση με την πτώση του Ενάγοντα και τον σχετικό με αυτήν τραυματισμό του, ανέφερε «Από τη γνώση μου και από την εμπειρία μου τέτοιου είδους περιστατικά συμβαίνουν συχνά στα πλαίσια τέτοιων εκδηλώσεων». Ερωτηθείς κατά πόσο ο Ενάγοντας αρνήθηκε ποτέ εντολή που του δόθηκε κατά τη θητεία του στον στρατό και ειδικότερα από τον ίδιο, ο ΜΥ2 συμφώνησε ότι ουδέποτε αρνήθηκε να εκτελέσει οποιανδήποτε εντολή του. Δέχθηκε επίσης ότι, στα πλαίσια των συγκεκριμένων αθλοπαιδιών που έλαβαν χώρα εκείνη την ημέρα τραυματίστηκαν, πέραν του Ενάγοντα, και δύο μόνιμοι υπαξιωματικοί, πλην όμως στα πλαίσια της άσκησης διελκυστίνδας και όχι μεταφοράς τραυματία. Αναφερόμενος στον χώρο που επιλέχθηκε για να διεξαχθεί η άσκηση μεταφοράς τραυματία, χαρακτήρισε τούτον ως τον καλύτερο και ασφαλέστερο που υπάρχει στο στρατόπεδο. Συμφώνησε με τη συνήγορο του Ενάγοντα ότι ο τελευταίος εκτέλεσε σωστά, από πλευράς του, την άσκηση της μεταφοράς τραυματία σύμφωνα με το σχετικό εγχειρίδιο, συμφωνώντας, επίσης, και με την έτερη θέση της συγκεκριμένης συνηγόρου ότι το επίδικο ατύχημα του Ενάγοντα έλαβε χώρα εν ώρα εντεταλμένης υπηρεσίας. Βρισκόμενος αντιμέτωπος με την υποβολή ότι στη βάση προγενέστερης γνώσης, αλλά και λογικής εκτίμησης, ότι ατυχήματα, ως το επίδικο, συμβαίνουν συχνά κατά τις ασκήσεις, ως αυτή στην οποία συμμετείχε ο Ενάγοντας, και κατά συνέπεια θα έπρεπε να ληφθούν απαραίτητα μέτρα προστασίας των στρατιωτών, ισχυρίστηκε ότι λήφθησαν τα αναγκαία μέτρα και δη επιλέχθηκε ο καταλληλότερος χώρος του στρατοπέδου για τη διεξαγωγή των παιχνιδιών. Βρισκόμενος, τέλος, αντιμέτωπος με την επακόλουθη θέση της συνηγόρου του Ενάγοντα ότι το ζητούμενο δεν είναι να επιλέγεται ο καταλληλότερος χώρος, αλλά, εν απουσία κατάλληλου χώρου, να μην διεξάγονται τέτοιου είδους ασκήσεις, απάντησε «Διαταχθήκαμε να διεξαχθούν τούτες οι εκδηλώσεις και λάβαμε όλα τα μέτρα ούτως ώστε να διεξαχθούν υπό τις καλύτερες συνθήκες». MY3 Ο MY3 είναι ο χειρούργος ορθοπεδικός, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, εξέτασε τον Ενάγοντα και συγκεκριμένα στις 22.04.09 και 24.04.
- Κατά τον MY3, στη βάση, αφενός, της γνωμάτευσης του ΜΥ1 επί του περιεχομένου των ακτινογραφιών, τεκμήριο 2 και αφετέρου της κλινικής εικόνας του Ενάγοντα όταν εξέταζε τούτον στις 22.04.09, κατέληξε ότι ο τελευταίος δεν έφερε κάταγμα και ότι ο τραυματισμός του αφορούσε σε κάκωση των συνδέσμων της πηχεοκαρπικής του δεξιού άνω άκρου του. Συνεπεία της διάγνωσης αυτής, στις 22.04.09, έδεσε την περιοχή του καρπού του δεξιού χεριού του Ενάγοντα με ελαστικό επίδεσμο και χορήγησε σε αυτόν αναλγητική φαρμακευτική αγωγή. Συνέστησε δε όπως ο Ενάγοντας παραμείνει ελεύθερος υπηρεσίας και όπλου για δέκα μέρες. Μετά πάροδο δύο ημερών, ο Ενάγοντας τον επισκέφθηκε, εκ νέου, επικαλούμενος πόνο, με αποτέλεσμα να του χορηγήσει εξαήμερη αναρρωτική άδεια εκτός στρατοπέδου, και ειδικότερα στην οικία του. Επανεξέτασε τον Ενάγοντα στις 14.10.09 και δη μετά τη χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη από ιδιώτη γιατρό για αντιμετώπιση της ψευδάρθρωσης. Ως προς το επίδικο κάταγμα, και αυτός ο μάρτυρας χαρακτήρισε τούτο ως ύπουλο, καθότι πρόκειται για κάταγμα, το οποίο δυνατόν να μην εμφανιστεί στον ακτινολογικό έλεγχο που διενεργείται αμέσως μετά τον τραυματισμό, αλλά κατόπιν νέου ακτινολογικού ελέγχου μετά από πάροδο 15 περίπου ημερών. Ήταν δε η θέση του ότι, ο Ενάγοντας, αν συνέχιζε να πονά στο συγκεκριμένο σημείο μετά την λήξη της αναρρωτικής του άδειας, όφειλε να τον επισκεφθεί εκ νέου για να τύχει επανεκτίμησης. Αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2, ισχυρίστηκε ότι επ' αυτού δεν υπάρχει ένδειξη κατάγματος και ότι η συγκεκριμένη μαύρη διαύγαση που υπέδειξαν οι λοιποί γιατροί/μάρτυρες, αφορά σε ανατομία του οστού και επ' ουδενί στο επίδικο κάταγμα. Ως προς τις συχνότερες επιπλοκές ενός κατάγματος σκαφοειδούς οστού, ανέφερε την ψευδάρθρωση και ως αντιμετώπισή της, τη χειρουργική επέμβαση διά της σταθεροποίησης του κατάγματος με ειδική βίδα. Η ψευδάρθρωση, πάντα κατά τον MY3, είναι μια συχνή επιπλοκή η οποία συμβαίνει ανεξαρτήτως του ορθού ή μη της αρχικής αντιμετώπισης του τραύματος. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι, αν το κάταγμα είναι ρωγμώδες και ατελές τότε δεν θα παρουσιάσει, μελλοντικά, ψευδάρθρωση. Ως ανέφερε, σχετικά, για να παρουσιαστεί ψευδάρθρωση πρέπει το κάταγμα να είναι πλήρες και παρεκτοπισμένο, κάτι που, κατά τον ίδιο, δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση. Κατά τον ΜΥ3, ο ίδιος προέβη στην ορθή, υπό τις περιστάσεις, διάγνωση και δη αυτή της κάκωσης συνδέσμου και χορήγησε στον Ενάγοντα την ενδεδειγμένη, υπό τις περιστάσεις, θεραπεία. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, η θεραπεία που παρασχέθηκε στον Ενάγοντα, και δη η ακινητοποίηση του τραύματος διά επίδεσης με ελαστικό επίδεσμο, είναι η ίδια θεραπεία που θα τύγχανε σε περίπτωση υποψίας κατάγματος σκαφοειδούς, αποδεχόμενος, ωστόσο, ότι η ακινητοποίηση με γύψινο νάρθηκα διαφέρει ως μέθοδος σταθερότητας του οστού από αυτή της ελαστικής επίδεσης, η οποία επίδεσης, αν είναι «καλή», παρέχει την απαραίτητη σταθερότητα. Όσον αφορά στον τρόπο που χειρίστηκε τον Ενάγοντα κατά τη δεύτερη επίσκεψή του, και δη στις 24.04.09, ισχυρίστηκε ότι του χορήγησε, πλέον, έξι μέρες αναρρωτική άδεια και ότι του συνέστησε όπως, στην περίπτωση που συνεχίζει να αντιμετωπίζει πόνους, να προσέλθει εκ νέου για επανεκτίμηση της κατάστασης του. Χαρακτήρισε δε την ισχυριζόμενη αυτή σύσταση του, ως την «πρακτική που τηρείτο σε κάθε περίπτωση που εξεταζόταν στρατιώτης‑ ασθενής». Προς αιτιολόγηση της μόλις πιο πάνω, αυτουσίως παρατεθείσας, αναφοράς του, ο MY3 ισχυρίστηκε ότι, η ιατρική εξέταση στρατιωτών έχει ιδιαιτερότητα, καθότι είναι συνεχόμενη λόγω των πολλών περιστατικών που συμβαίνουν καθημερινώς στα στρατόπεδα, με αποτέλεσμα, ο «θεράπων γιατρός να μην έχει την ευχέρεια να ψάξει ο ίδιος εκ νέου έναν ασθενή για να τον καλέσει σε επανεξέταση», καθότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, με αποτέλεσμα, όποτε οι στρατιώτες ασθενείς εγκαταλείπουν το ιατρείο, ο γιατρός να συστήνει ότι θα πρέπει να επανέλθουν για εξέταση όταν και εφόσον υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, λόγω της υπουλότητας του κατάγματος του σκαφοειδούς, μόνο αν ο Ενάγοντας επανερχόταν για επανεξέταση, στη βάση της πιο πάνω σύστασης του, θα μπορούσε να εντοπιστεί το κάταγμα, το οποίο, δεν ήτο εμφανές στις ακτινογραφίες τεκμήριο
- Με δεδομένη τη μη, εκ νέου, επίσκεψη του Ενάγοντα στον ίδιο, και την ανάληψη, μετά την αναρρωτική άδεια, των καθηκόντων του ως στρατιώτης, ο ΜΥ3 ισχυρίστηκε ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο Ενάγοντας να υπέστη νέα κάκωση μετά την ανάληψη των καθηκόντων του και να παρέλειψε να επισκεφθεί τον γιατρό για επανεκτίμηση. Νομική πτυχή Νομική Πτυχή Αποδοχής Μαρτυρίας Εμπειρογνώμονα Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Στην Αγγλική υπόθεση Bolitho v. City and Hackeney Health Authority [1998] A.C. 232 at 241-242 έχουν επίσης λεχθεί τα ακόλουθα: "The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied upon can demonstrate that such opinion has a logical basis. In particular, in cases involving, as they often do, the weighing of risks against benefits, the judge before accepting a body of opinion as being responsible, reasonable or respectable, will need to be satisfied that, in forming their views, the experts have directed their minds to the question of comparative risks and benefits and have reached a defensible conclusion on the matter." Νομική Πτυχή Ιατρικής Αμέλειας Αναφορικά με τα όσα ισχύουν στην Κύπρο, σε σχέση με επικαλούμενη ιατρική αμέλεια, στην υπόθεση Αγγελή ν. Βορκά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 761, σελ. 769 μέχρι 770, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Στην Κύπρο η ιατρική ευθύνη μπορεί να πάρει τη μορφή της,
(1)Ποινικής ευθύνης (criminal liability).
(2)Ευθύνης που πηγάζει από συμβατική υποχρέωση (contractual liability),.
(3)Αστικής Ευθύνης (tortuous liability) η οποία μπορεί να συνιστά:
(1)Επίθεση (Battery) ή
(2)Αμέλεια (Negligence). Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση του εφεσείοντα βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι, «Αμέλεια συνίσταται - (α) εις την τέλεσιν πράξεως ή υπό τας περιστάσεις δεν θα ετέλει λογικός συνετός άνθρωπος ή εις την παράλειψιν τελέσεως πράξεως ην υπό τας περιστάσεις ο λογικός συνετός άνθρωπος θα ετέλει, ή (β) εις την παράλειψιν καταβολής τοιαύτης δεξιότητος ή επιμελείας περί την άσκησιν του επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας ως λογικός συνετός άνθρωπος, έχων τα προς άσκησιν του τοιούτου επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας προσόντα, θα κατέβαλλεν υπό τας περιστάσεις, Και εις την ένεκεν ταύτης πρόκλησιν ζημιάς.» Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει: (
- i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού-ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
- ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά.» Στην ίδια υπόθεση, στη σελ. 770, επισημάνθηκε ότι: «Σήμερα ένας γιατρός δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του, όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής.» Στην εν λόγω υπόθεση, έχει υιοθετηθεί και το εξής απόσπασμα, σε μετάφραση, από την Αγγλική αυθεντία Bolam v. Friern Hospital Committee
(1957)2 All E.R. 118: «(
- i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
- ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία.» Ως προς τα κριτήρια που τέθηκαν στην υπόθεση Bolam (ανωτέρω), και ειδικότερα σε σχέση με την υποχρέωση ενός ιατρού να αποκαλύψει τους κινδύνους σε ένα ασθενή του, τούτα έτυχαν διαφοροποίησης από το Αγγλικό Εφετείο, στην υπόθεση Pearce v. United Bristol Healthcare NHS Trust [1999] 48 B.M.L.R 118. Σε ελληνική μετάφραση του σχετικού λόγου της ρηθείσας απόφασης από τον Ερωτοκρίτου Δ., (ως ήταν τότε) στο δικό του λόγο στην υπόθεση Αθηνά Βαριάνου ν. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541, 1578 και 1579, συναντάμε τα εξής: «Σε μια υπόθεση όπου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων έχει στερηθεί της ευκαιρίας να λάβει μια σωστή απόφαση ως προς το τι θεραπεία αυτός ή αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει, φαίνεται πως το δίκαιο ορίζει, όπως καταγράφεται στην υπόθεση που έχω μόλις αναφέρει, ότι εάν υπάρχει σημαντικός κίνδυνος που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση ενός λογικού ασθενούς, τότε κατά τη συνήθη πορεία είναι ευθύνη του ιατρού να ενημερώνει τον ασθενή του για αυτόν τον σημαντικό κίνδυνο, εάν η πληροφορία είναι απαραίτητη ούτως ώστε ο ασθενής να μπορέσει να καθορίσει τη θεραπεία την οποία αυτός ή αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει. .......................................................................................................... Προφανώς ο ιατρός όταν καθορίζει το τι θα πει σε ένα ασθενή, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες στους οποίους περιλαμβάνονται η ικανότητα του ασθενούς να κατανοήσει όσα θα του πει καθώς και την κατάσταση του ασθενούς κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τόσο από σωματικής άποψης όσο και από συναισθηματικής άποψης. Υπάρχουν συχνά περιπτώσεις όπου μια πορεία διαφορετική από την συνηθισμένη θα πρέπει να ακολουθηθεί. Όμως, όπου υπάρχει, αυτό που ρεαλιστικά μπορεί να αποκαλεστεί ως «σημαντικός κίνδυνος», τότε, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων, όπως έχω ήδη επισημάνει, ο ασθενής έχει δικαίωμα να ενημερωθεί για τον κίνδυνο αυτό.» Στην ίδια υπόθεση, και δη στην Βαριάνου (ανωτέρω), σημειώθηκαν και τα εξής σχετικά: «Τελικά, στην πιο πάνω υπόθεση, ο ιατρός δεν κρίθηκε ένοχος αμέλειας, επειδή ο αυξημένος κίνδυνος του 0.1-0.2% δεν θεωρήθηκε σημαντικός. Όμως, η υπόθεση σηματοδότησε διαφοροποίηση του «Bolam test». Φαίνεται ότι το νέο κριτήριο που διαμορφώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο με την απόφαση του Λόρδου Woοlf, είναι ότι σε περίπτωση που υπάρχει σημαντικός κίνδυνος, ένας λογικός ιατρός οφείλει να αποκαλύψει εκείνες τις πληροφορίες που ο μέσος λογικός ασθενής θα ήθελε να γνωρίζει προτού δώσει τη συγκατάθεσή του (Βλ. Medical Negligence, M. A. Jones, 4η Έκδοση
(2008)σελ. 651-662). Στην προκειμένη περίπτωση, το βασικό κριτήριο που θα έπρεπε να εφαρμοστεί, θα έπρεπε να ήταν αυτό στην υπόθεση Pearce, ανωτέρω, η οποία διαμόρφωσε το αρχικό κριτήριο Bolam, στις περιπτώσεις αποκάλυψης των κινδύνων σε ασθενείς. Το νέο κριτήριο κατά την άποψή μας είναι πολύ πιο λογικό, εφόσον κριτής του τι πρέπει να αποκαλυφθεί γίνεται πλέον ο μέσος λογικός ασθενής.» Αναφορικά τώρα με το κατά πόσο ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια, στην υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω), αναφέρθηκαν επίσης και τα ακόλουθα: «Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν με το ισοζύγιο πιθανοτήτων έχει αποδειχθεί ότι ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να ασκήσει την επιμέλεια που απαιτείται από έναν άνθρωπο που κατέχει και ασκεί ειδική επιδεξιότητα σε περιπτώσεις που απαιτείται η άσκηση μιας τέτοιας ειδικής επιδεξιότητας». Το τι συνιστά καλό, εύλογο και ικανό επίπεδο επιδεξιότητας, αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης των Αγγλικών Δικαστηρίων στις αποφάσεις Bolam (ανωτέρω) και Bolitho (ανωτέρω). Τα όσα σχετικά αποφασίστηκαν στην υπόθεση Bolam, αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η γραμμή όμως που ακολούθησε η Bolam διαφοροποιήθηκε κάπως, με την απόφαση στην Bolitho (πιο πάνω) όπου το ερώτημα, σύμφωνα με το σκεπτικό της, κατά πόσο ένας γιατρός έχει ενεργήσει αμελώς ή όχι, κρίνεται από το Δικαστήριο και όχι με βάση την αποδεκτή πρακτική που υιοθετεί ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα. Το Δικαστήριο, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, θα πρέπει να καταλήξει αν ο γιατρός είναι ένοχος αμέλειας. Δεν είναι αρκετό ένα σύνολο γιατρών να αποφανθεί ότι η θεραπεία που ακολουθήθηκε ή οι παραλείψεις του γιατρού, συνάδουν με αποδεκτή ιατρική πρακτική. Είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αξιολογήσει την οποιαδήποτε ενώπιον του μαρτυρία και να αποφασίσει το ίδιο αν η ιατρική πρακτική που ακολουθήθηκε έθεσε τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο. Ακολούθως, εάν και εφόσον αποδειχθεί ιατρική αμέλεια, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδειχθείσας ιατρικής αμέλειας και της απώλειας ή της επιδείνωσης της κατάστασης που επήλθε. Τούτο, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να επιδικαστούν αποζημιώσεις στον ενάγοντα. Θα πρέπει δηλαδή, ο ενάγοντας να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του ιατρικού λειτουργού και του τραύματος ή της ασθένειας ή της επιδείνωσης η οποία έχει επέλθει στην κατάσταση της υγείας του ή της οποιασδήποτε άλλης απώλειας. Στην περίπτωση όπου το ζημιογόνο αποτέλεσμα ή μια ασθένεια οφείλεται σε ένα αριθμό πιθανών λόγων, ένας από τους οποίους είναι και η αμέλεια ενός ιατρικού λειτουργού, θα πρέπει και πάλι να αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια. Η θετική συσχέτιση του αποτελέσματος προς την προηγηθείσα πλημμελή συμπεριφορά του γιατρού, συνιστά το sine qua non για την επιτυχία της αξίωσης του παθόντος (βλέπε Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 All ER 871, Gregg ν Scott
(2005)4 All ER 812 και Hotson ν East Berkshire Area Health Authority
(1987)2 All ER 909). Ωστόσο, εκείνο που κρίνεται σημαντικό για το κατά πόσο ένας ενάγοντας απέδειξε την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος και της παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας του εναγομένου, είναι το αν παρουσίασε μαρτυρία που να αποδεικνύει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η παράβαση της επιμέλειας καθήκοντος από πλευράς του εναγομένου συνέδραμε ουσιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα και όχι ότι αποτέλεσε τη μόνη αιτία πρόκλησής του. Όπως αναφέρθηκε από το Λόρδο Bridge of Harwich στην υπόθεση Hotson v. East Berkshire Area Health Authority
(1987), 2 All E.R. 909 (H.L.), «But if the plaintiff had proved on a balance of probabilities that the authority's negligent failure to diagnose and treat his injury promptly had materially contributed to the development of avascular necrosis, I know of no principle of English Law which would have entitled the authority to a discount from the full measure of damage to reflect the chance that, even given prompt treatment, avascular necrosis might well still have developed.» Στην ίδια απόφαση, ως μέρος του σκεπτικού για την αιτιώδη συνάφεια, υιοθετήθηκε και η εξής αναφορά από την υπόθεση Mallett v. McMonagle [1969] 2 All ER 178: «In determining what did happen in the past a court decides on the balance of probabilities. Anything that is more probable than not it treats as certain.» (βλέπε, επίσης, Gregg ν Scott (ανωτέρω)) Νομική πτυχή αμέλειας σε συνάφεια με ευθύνη εργοδότη Πλήρως κατατοπιστικά των όσων τυγχάνουν εφαρμογής εκεί που ο ενάγοντας επικαλείται αμέλεια του εναγομένου σε συσχέτιση με εργατικό ατύχημα, είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Χριστόφορου Χριστοφόρου, Πολ. Εφ. 82/2010 και 82Α/2010, απόφαση ημερομηνίας 5 Φεβρουαρίου 2015, τα οποία επιδοκιμάστηκαν και επαναλήφθηκαν και στην Άριστος Κυμίσης ν. Ανδρέα Χρυσοστόμου, Πολ. Εφ. 361/2011, απόφαση ημερομηνίας 24, Μαρτίου 2017, αλλά και στην Ελένη Κατσουράνη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 57/2012, απόφαση ημερομηνίας 27, Φεβρουαρίου 2018. Έχουν ως ακολούθως: «Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας, οι συσχετισμοί τους με τα εργατικά ατυχήματα, η ευθύνη εργοδότη προς τους εργοδοτούμενούς του, το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας που υπέχει ο εργοδότης, η υποχρέωσή του να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενό του σε «περιττό κίνδυνο» και να παρέχει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας, το καθήκον του για παροχή ασφαλούς συστήματος διεξαγωγής εργασίας και η υποχρέωση του να καθοδηγεί τους εργοδοτούμενούς του ως προς τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν για αποφυγή ατυχημάτων, έχουν γίνει αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Δήμος Λεμεσού ν. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 423, Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453, Metalco Heaters Ltd v. Νεοφύτου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 21, Αλεξάνδρου ν. Θεόδωρος Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 506, Μεταφορική Εταιρεία Γ. και Μ. Περικλέους Λτδ ν. Μιχαήλ κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 1661 , Σκυροποιία Λεωνίκ Λτδ ν. Παπαδόπουλου
(2000)1 ΑΑΔ 1855 , Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1 ΑΑΔ 219, Ευαγγελίδης ν. Aegeas Navigation Ltd κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 709, Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 918, Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 ΑΑΔ 447, Λαμπής ν. Shiptrans Ship. and Trad. Agency Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 370, Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 556, L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 304, Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Μιχαήλ
(2009)1 ΑΑΔ 113, Ευθυμίου ν. Αρτοποιεία Δημήτρη Γεωργίου & Υιών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 206). Αναφέρονται τα ακόλουθα στην απόφαση Κυριάκου (ανωτέρω): «Ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα του εργοδότη, που είναι απόλυτο, απέναντι στους υπαλλήλους του, είναι να τους παρέχει ασφαλή τόπο ή ασφαλές σύστημα εργασίας. Η τάση της νομολογίας τα τελευταία χρόνια ήταν η πλήρης εμπέδωση αυτής της προστασίας των εργαζομένων. Άλλωστε όπως τόνισε ο Πικής, Δ., στην υπόθεση United Brick Works Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123: "Στην Κύπρο η προστασία των εργαζομένων αποτελεί διακηρυγμένο συνταγματικό στόχο (Άρθρο 9) στο πλαίσιο εξασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου που αναμφίβολα περιλαμβάνουν και την ασφάλειά του στον τόπο της εργασίας του." Στην Αγγλία, όπου επικρατεί η ίδια τάση, ερμηνεύοντας σχετική νομοθετική πρόνοια στην υπόθεση Larner v. British Steel plc
(1993)ICR 551, το δικαστήριο έκρινε ότι το καθήκον του εργοδότη, που επέβαλλε η παραπάνω πρόνοια, ήταν να προσφέρει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας από κινδύνους, ανεξάρτητα αν αυτοί μπορούσαν να προβλεφθούν ή όχι. Η απόφαση επικροτήθηκε στην υπόθεση Mains ν. Uniroyal Englebert Tyres Ltd, ημερ. 1/6/95, από το Court of Session (Εφετείο Σκωτίας). Έτσι η προβλεπτικότητα δε θεωρήθηκε απαραίτητο κριτήριο.» Είναι καθήκον του εργοδότη να επινοήσει και να υποδείξει ένα κατάλληλο και ασφαλές σύστημα εργασίας. Η έννοια του όρου «σύστημα εργασίας» δίδεται στην απόφαση Αλέξάνδρου (ανωτέρω), στη σελίδα 512. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την παροχή οδηγιών, την οργάνωση της εργασίας, την λήψη προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και άλλα. Παρατίθεται ακολούθως το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παρa. 10-59 και 10-60: «Meaning of system of work. A system of work is the term used to describe: (
- i)the organization of the work; (
- ii)the way in which it is intended the work shall be carried out; (iii) the sequence of instructions (especially to inexperienced workers); (
- iv)the sequence of events; (
- v)the taking of precautions for the safety of the workers and at what stages; (
- vi)the number of such persons required to do the job; (vii) the part to be taken by each of the various persons employed; and (viii) the moment at which they shall perform their respective tasks. Duty to prescribe a safe system of work. It is a question of fact whether or not there is need for a system of work to be prescribed in any given circumstances. In deciding it, regard ought to be had to the nature of the work, i.e. whether properly it requires careful organization and supervision, in the interests of safety of all those persons carrying it out, or it can be left by a prudent employer confidently to the care of the particular man on the spot to do it reasonably safely. It follows that an employer is under a duty to prescribe a system of work, even where the operation is a single one, if it is necessary in the interests of safety.» Σε ελληνική μετάφραση: «Εννοια του συστήματος εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (
- i)της οργάνωσης της εργασίας, (
- ii)του τρόπου με τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (iii) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (
- iv)της σειράς των γεγονότων, (
- v)της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποια στάδια, (
- vi)του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (vii) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουμένους, (viii) και της στιγμής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους. Καθήκο υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας. Αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας, κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή μπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με τρόπο λογικά ασφαλή. Ακολουθεί ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστημα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και μόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας.» Το καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συμπεριλαμβάνει, λοιπόν, και τη λήψη εύλογων μέτρων προς διασφάλιση της επιτήρησης εφαρμογής του όλου συστήματος, μεταξύ των οποίων της επιτήρησης του χώρου και της εποπτείας του όλου συστήματος εργασίας. Στην απόφαση Χριστοδουλίδης (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκε ότι η παράλειψη του εργοδότη για επιτήρηση του χώρου στον οποίο ο εργοδοτούμενος έθεσε σε λειτουργία μηχανή χωρίς οδηγίες συνιστούσε παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος εκ μέρους του. Ανάλογα λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Transbeton (ανωτέρω), το σχετικό απόσπασμα στη σελίδα 313: «Η υποχρέωση επιμέλειας ενός εργοδότη προς τους εργοδοτουμένους του πηγάζει από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο βασίζεται στις αρχές του κοινού δικαίου. Ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό, να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (Δέστε: Χριστοφή κ.ά. v. Θεοδούλου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 512). Η φύση του καθήκοντος επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούμενους του αναλύεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παράγραφοι 965-971, σελ. 578-592. Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1953] A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας.»» Αναφορικά τώρα με την αναγκαία σύνδεση της αιτιώδους συνάφειας με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, στην υπόθεση Ζωή Κωνσταντίνου ν. The Cyprus Phassouri Plantations Co. Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 720, αναφέρθηκαν τα εξής, σχετικά: Είναι νομολογημένο πως, η αιτιώδης συνάφεια πρέπει να συνδέεται με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Για να αποδειχθεί ευθύνη για αστικό αδίκημα θα πρέπει να αποδεικνύεται αμέλεια ή παράβαση νομικού καθήκοντος, καθώς επίσης και ότι η παράβαση αυτή επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το βάρος της απόδειξης και των δυο αυτών στοιχείων βαρύνει τον ενάγοντα και δεν μετατοπίζεται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Κάποια νομολογία δημιούργησε κάποια διαφοροποίηση στον κανόνα αυτό, που όμως δεν χρειάζεται να αναλύσουμε, γιατί το όλο θέμα το ξεκαθάρισε από πιθανές παρερμηνείες η υπόθεση Wilsher v. Essex Area Health Authority [1988] 1 All E.R. 871, την οποία υιοθετούμε και στην οποία αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: "Where a plaintiff's injury was attributable to a number of possible causes, one of which was the defendant's negligence, the combination of the defendant's breach of duty and the plaintiff's injury did not give rise to a presumption that the defendant had caused the injury. Instead the burden remained on the plaintiff to prove the causative link between the defendant's negligence and his injury, although that link could legitimately be inferred from the evidence." Επίσης, στην υπόθεση Golfar v. Coggjns & Griffith (Liverpool) Ltd [1943] 76 Ll. L.Rep.1, 4· A.C. 197,203, που αναφέρθηκε στην υπόθεση Stavrou (ανωτέρω), στη σελ. 672, αναφέρονται τα εξής ως προς το τι πρέπει ο ενάγων να αποδείξει σχετικά με το ελαττωματικό σύστημα εργασίας για το οποίο παραπονείται. "... the plaintiff must allege and prove specifically what is the defect in the system of which he complains. In other words, it is not sufficient that the system adopted was in fact unsafe, he must show something which could reasonably have been done or omitted which would have made the system reasonably safe and that this failure was the cause of his accident.[3]" Η εφεσείουσα δεν απέδειξε, όπως είπαμε, ότι το σύστημα εργασίας ήταν ελαττωματικό, ούτε την αιτία της πτώσης. Ο δικηγόρος της εφεσείουσας, αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία του, εισηγήθηκε πως η αιτία της πτώσης οφειλόταν στο γεγονός ότι η σκάλα "έγειρε" επειδή βούλιαξε στο έδαφος που ήταν βρεγμένο και λασπωμένο από τη βροχή. Η εισήγηση αυτή μας προβλημάτισε. Όμως, από την όλη μαρτυρία, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Τουναντίον, το μόνο παράπονο που διατυπώθηκε ήταν ότι το βούλιαγμα δημιουργούσε πρόβλημα, γιατί η σκάλα γινόταν πιο βαριά και σε ορισμένες περιπτώσεις χρειαζόταν και η βοήθεια άλλης εργάτριας για τη μετακίνησή της. Δεν υπήρξε καμιά μαρτυρία ότι η σκάλα "έγειρε" επειδή βούλιαξε στο έδαφος ή επειδή γλίστρησε στη λάσπη. Παραπομπή, με επιδοκιμασία, στην Golfar v. Coggins & Griffith (Liverpool) Ltd (ανωτέρω), έγινε και στην Stavrou v. Orfanides & Murat and Others
(1982)1 C.L.R. 663. Συντρέχουσα Αμέλεια Η ευθύνη που αναζητείται ώστε να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αποτυχία λήψης μέτρων αυτοπροστασίας εκεί που τούτα, υπό τις περιστάσεις που προκαλείται η ζημιά στο διάδικο, αποτελούν εύλογα και δυνατά μέτρα που αναμενόμενο ήταν να ληφθούν από το μέσο συνετό άνθρωπο (ασθενή στη προκειμένη περίπτωση) που θα βρισκόταν στη θέση του. Το δε βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλεια, το φέρει ο διάδικος που την αιτιάται (βλέπε, Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ, v. Mohammad Al Sharif,
(2012)1 Α.Α.Δ. 28, Andreas Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, Πολ. Εφ. 189/11, ημερ. 15/5/17 και Ελένη Κατσουνάρη, ν Κυπριακή Δημοκρατία ECLI:CY:AD:2018:A93, Πολ. Εφ. 57/2012, ημερ. 27/2/2018). Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Ο ΜΕ1 γενικά μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και θεωρώ ότι ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε, στον βαθμό που δεν τον πρόδιδε η μνήμη του, την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που ήρθαν στην αντίληψη του. Όσον δε αφορά στην εμπειρογνωμοσύνη του και δη τη μαρτυρία του που αφορά στην ειδικότητα του ως ορθοπεδικός, θεωρώ τούτη αληθινή και αρκούντως κατατοπιστική και πληρούσα τα αναγκαία κριτήρια που έθεσε η Νομολογία ώστε να μπορεί να τύχει χρήσης από το Δικαστήριο για σκοπούς κατάληξης σε ανεξάρτητο, σχετικό, αντικειμενικό, εύρημα ή συμπέρασμα. Ωστόσο, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει δεχτό. Πιο συγκεκριμένα, η υπόδειξη του επί του τεκμηρίου 2 μίας άσπρης ένδειξη, την οποία ο ίδιος ερμήνευσε ως μετατόπιση φλοιού του οστού, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Και τούτο για περισσότερους από ένα λόγους. Πρώτο γιατί, η θέση του αυτή τέθηκε με εντελώς γενικό τρόπο χωρίς οποιανδήποτε σχετική με αυτήν επεξήγηση, δεύτερο γιατί, κανένας άλλος μάρτυρας/γιατρός δεν αναφέρθηκε σε αυτή την ένδειξη ως υποστηρικτική, σχετικού με τον επίδικο τραυματισμό του Ενάγοντα, ευρήματος, και τρίτο γιατί, ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν δύο γιατροί ακτινολόγοι και δη γιατροί με ειδικότητα άμεσα σχετιζόμενη με την ανάγνωση ακτινολογιών (εν αντιθέσει με την ειδικότητα του ΜΕ1), οι οποίοι περιόρισαν τις όποιες αναφορές τους σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής σε άλλη ένδειξη, μαύρης και όχι άσπρης απόχρωσης. Οι μόλις πιο πάνω παρατηρήσεις του Δικαστηρίου, δεν δικαιολογούν τη σχετική με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 θέση της συνηγόρου του Εναγόμενου, και δη ότι ο μάρτυρας αυτός, σε αντιδιαστολή με τους ΜΕ3 και ΜΥ1, υπέδειξε την άσπρη αυτή ένδειξη ως υποστηρικτική εμφάνισης κατάγματος επί των απεικονίσεων του τεκμηρίου
- Και τούτο γιατί, ως σημειώθηκε κατά την παράθεση της μαρτυρίας του, ο ΜΕ1, καθ' ον χρόνο αναφερόταν στην άσπρη ένδειξη σε σχήμα λοφίσκου, υποδείκνυε και τη μαύρη διαύγαση (στην οποία αναφέρθηκαν οι ακτινολόγοι), η οποία άρχεται από τη μια πλευρά του οστού, τέμνει τον άσπρο λοφίσκο και καταλήγει στην άλλη πλευρά του, χωρίς ωστόσο για τη μαύρη αυτή διαύγαση να της αποδώσει οποιονδήποτε χρωματισμό. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, και τούτο για περαιτέρω αιτιολόγηση της θέσης του Δικαστηρίου ότι η σχετική εισήγηση της συνηγόρου του Εναγόμενου περί αντιφατικής τοποθέτησης του μάρτυρα έναντι των σχετικών τοποθετήσεων του Μ.Ε 3 και ΜΥ1 δεν είναι ορθή, η αναφορά του ΜΕ1 σε άσπρη καμπυλωτή γραμμή δεν προωθήθηκε ως προσδιοριστική του σημείου του κατάγματος, αυτού κάθε αυτού, αλλά ως ενδεικτική αποκόλλησης φλοιού του οστού, συνεπεία του κατάγματος, για το οποίο κάταγμα, ο ΜΕ1 υπέδειξε επί των ακτινογραφιών, τεκμήριο 2 τη μαύρη διαύγαση στην οποία αναφέρθηκαν και οι άλλοι μάρτυρες. Αναφορικά με τη συνάντηση του με τον ΜΥ1 και την επιθεώρηση ακτινογραφιών, δέχομαι τη θέση του ότι η ακτινογραφία που συνεξέτασε με τον τελευταίο εκείνη τη ημέρα δεν έδειχνε εμφανές κάταγμα. Αυτό, ωστόσο, δεν καθιστά τρωτή τη θέση του ότι επί των ακτινογραφιών, τεκμήριο 2, εμφαίνεται, ξεκάθαρα, κάταγμα, μιας και η σχετική, ξεκάθαρη, κατά τον ΜΕ1 και ΜΕ3, ένδειξη, αφορά σε μία εκ των τριών απεικονίσεων του τεκμηρίου 2 (την αριστερή επί της ακτινογραφίας με τις δύο απεικονίσεις) και όχι όλες. Κατά συνέπεια, δεν αποκλείεται, εκείνη την ημέρα, η όποια τοποθέτησή του περί μη εμφανούς κατάγματος να έγινε αναφορικά με μία εκ των άλλων δύο απεικονίσεων. Ως δε θα διαφανεί και κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ1, δεν ξεκαθαρίστηκε αν η συνεκτίμηση των δύο μαρτύρων περί μη εμφανούς κατάγματος αφορούσε, π.χ., την μονή απεικόνιση του τεκμηρίου 2, για την οποία και η πλευρά του Ενάγοντα αναγνωρίζει ότι επ' αυτής δεν εμφαίνεται ξεκάθαρο κάταγμα[4]. Όσο δε αφορά στον ισχυρισμό του ότι επί του τεκμηρίου 2 εμφαίνεται ο επίδικος τραυματισμός του Ενάγοντα και δη το κάταγμα του σκαφοειδούς οστού, παρά το ότι η ειδικότητα του ΜΕ1 δεν είναι ακτινολόγος, αλλά ορθοπεδικός, εν τούτοις, η μαρτυρία του αυτή γίνεται δεκτή, μιας και συνάδει και με τη σχετική μαρτυρία του ΜΕ3 (ακτινολόγου), του οποίου η μαρτυρία, ως θα διαφανεί κατωτέρω, επίσης γίνεται δεκτή. Κατά συνέπεια, με εξαίρεση το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του ΜΕ1, στο οποίο, ειδικώς, αναφέρθηκα ανωτέρω (ερμηνεία άσπρου λοφίσκου επί του τεκμηρίου 2), η λοιπή μαρτυρία του γίνεται δεκτή. ΜΕ 2 - Ενάγοντας Ο Ενάγοντας μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο ανέφερε την αλήθεια σε σχέση με τα όσα έζησε και σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. Η μαρτυρία του ήταν σαφής, ανεπιτήδευτη και σε αρκετά σημεία της αρκούντως διαφωτιστική, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί, στη βάση της, να σχηματίσει εικόνα των πεπραγμένων. Η ειλικρίνεια του, δε, ήταν διάχυτη καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενδεικτικά και μόνο, επί του τελευταίου, σημειώνω ότι, ενώ καθ΄ ον χρόνο κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου είχε ήδη περατώσει τις σπουδές του στην ιατρική, εν τούτοις κατέθεσε αποκλειστικά και μόνο ως μάρτυρας γεγονότων αποφεύγοντας πλήρως να εκφράσει οποιαδήποτε ιατρική γνώμη επί των επίδικων ζητημάτων. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στην ολότητά της. ΜΕ3 Ο ΜΕ3 μου έκανε καταπληκτική εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του, όσο λιτή και σύντομη και αν ήταν, κρίνεται αρκούντως κατατοπιστική, μιας και θεωρώ ότι, μέσω της, τροφοδότησε το Δικαστήριο με όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, επιστημονικά κριτήρια, λεπτομέρειες και εχέγγυα, ώστε επ' αυτής να μπορεί να προκύψει ανεξάρτητη δικαστική κρίση, τόσο για σκοπούς εξέτασης της ορθότητας ή μη των ισχυρισμών του, όσο και αναφορικά με την ανάγνωση των ακτινογραφιών, τεκμήριο
- Με σαφήνεια υπέδειξε εκείνα τα στοιχεία και ενδείξεις επί των ακτινογραφιών που δικαιολογούν εύρημα ότι ο Ενάγοντας, στις 22/4/2009, όταν και του έγινε ο πρώτος ακτινολογικός έλεγχος, έφερε κάταγμα σκαφοειδούς οστού στο δεξιό άνω άκρο του. Εξάλλου, ως θα διαφανεί κατωτέρω, την ύπαρξη της ένδειξης της μαύρης διαύγασης την οποία ο ΜΕ3 υπέδειξε ως τη βάση για τη γνώμη του περί εμφανούς κατάγματος επί των ακτινογραφιών, δεν αμφισβήτησε ούτε ο ΜΥ1 (ακτινολόγος μάρτυρας), την οποία όμως ένδειξη, ο τελευταίος αναγιγνώσκει διαφορετικά, ως σημειώθηκε ανωτέρω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του. Πρέπει στο σημείο αυτό, πάντα σχετικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ3, να σημειώσω ότι, και η αντεξέταση του μάρτυρα ήταν εντελώς περιορισμένη, με μόνη, υπό μορφή αμφισβήτησης της μαρτυρίας του, την υποβολή ότι στις ακτινογραφίες, τεκμήριο 2, δεν απαντάται η μαύρη γραμμή (διαύγαση) την οποία επικαλέστηκε ο ΜΕ3, υποβολή, ωστόσο, που συγκρούεται και με τη σχετική θέση του ΜΥ1, που θέλει μια τέτοια διαύγαση ορατή επί των ρηθέντων ακτινογραφιών. Στη βάση των ανωτέρω η μαρτυρία του ΜΕ3 γίνεται δεκτή στην ολότητα της. ΜΕ4 Και ο ΜΕ 4 μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και θεωρώ ότι στο Δικαστήριο ανέφερε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που ήρθαν στην αντίληψη του, αλλά και βοήθησε (ως ένα βαθμό) με τη μαρτυρία του, ως εμπειρογνώμονας στην ειδικότητα του χειρούργου ορθοπεδικού, ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα ή/και συμπεράσματα. Εν πάση περιπτώσει, ο μάρτυρας αυτός δεν αμφισβητήθηκε, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, από τη συνήγορο υπεράσπισης, η οποία, στην ουσία, περιορίστηκε στο να θέσει σε αυτόν διευκρινιστικού και όχι αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεις, χωρίς να αμφισβητήσει, είτε τη γνώμη του ως προς την κλινική εικόνα του Ενάγοντα (όταν τον εξέταζε), είτε την ανάγκη να τον υποβάλει σε εγχείρηση για αντιμετώπιση της ψευδάρθρωσης. Εκείνο που στην ουσία επιχειρήθηκε από πλευράς της συνηγόρου υπεράσπισης, μέσω της αντεξέτασης του ΜΕ4, ήταν να προωθηθεί η θέση του Εναγόμενου ότι η ψευδάρθρωση, ως επιπλοκή, μπορεί να προκύψει σε κάταγμα, ως το επίδικο, ακόμα και στην περίπτωση που αντιμετωπιστεί εξαρχής ορθά από τον γιατρό που θα εξετάσει τον ασθενή, θέση με την οποία ο ΜΕ 4 συμφώνησε, καθιστώντας ωστόσο μια τέτοια ενδεχόμενη εξέλιξη εξαρτώμενη από το τμήμα του σκαφοειδούς οστού που σπάζει και συγκεκριμένα την εγγύτητα του με το άλλο τμήμα του οστού. Μέσω δε του μάρτυρα αυτού, πάντα στα πλαίσια διευκρινιστικών ερωτήσεων, επιβεβαιώθηκε η θέση που προώθησαν όλοι οι μάρτυρες/γιατροί ενώπιον του Δικαστηρίου, και δη ότι, το κάταγμα σκαφοειδούς οστού θεωρείται, βιβλιογραφικά, «ύπουλο» κάταγμα, υπό την έννοια ότι, αρκετές φορές, τούτο δεν εμφαίνεται στον αρχικό ακτινολογικό έλεγχο που διενεργείται στον ασθενή. Ο ΜΕ4, αποδεχόμενος την ιδιότητα αυτή του επίδικου κατάγματος, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, ανέφερε ότι, αυτός είναι και ο λόγος που οι ορθοπεδικοί, όταν ο ασθενής αιτιάται πόνο στο συγκεκριμένο σημείο, οφείλουν να τον παρακολουθούν και να προβαίνουν και σε πιο ειδικές εξετάσεις για να διαφανεί αν όντως υπέστη τούτος κάταγμα σκαφοειδούς οστού και, εν πάση περιπτώσει, να ακινητοποιούν το σημείο υπό μορφή πρόληψης μέχρι την τελική διάγνωση. Τη μαρτυρία του ΜΕ4 την αποδέχομαι στο σύνολο της, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι, η αναφορά του περί πιθανότητας παρουσίασης ψευδάρθρωσης σε κάταγμα σκαφοειδούς οστού έστω και αν αντιμετωπιστεί εξ αρχής ορθά, δεν κρίνεται βοηθητική για σχηματισμό σχετικής, ουσιαστικής για τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, δικαστικής κρίσης, γιατί έγινε με εντελώς γενικό τρόπο χωρίς ακριβή προσδιορισμό της αναγκαίας εγγύτητας του σπασμένου τμήματος του οστού που θα δικαιολογούσε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, και χωρίς η εγγύτητα αυτή να συσχετιστεί, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, με το κάταγμα του Ενάγοντα. ΜΥ1 Ο ΜΥ1, με τη μαρτυρία του, δεν βοήθησε, κατά τη γνώμη μου, τη γραμμή Υπεράσπισης. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι μέσω του επιδιώχθηκε από πλευράς του Εναγόμενου να προωθηθεί η βασική θέση της Υπεράσπισης ότι στις ακτινογραφίες Τεκμήριο 2 δεν εμφαίνεται το επίδικο κάταγμα του Ενάγοντα. Αν και οι αρχικές αναφορές του, τόσο κατά τον χρόνο που διενεργήθηκε ο ακτινολογικός έλεγχος, όσο και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ήταν σαφείς και απόλυτες, εν τούτοις, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του διαφάνηκε ότι η θέση του αυτή δεν ήταν απόλυτη και εν πάση περιπτώσει, η ενέργειά του να αναγνώσει το περιεχόμενο των ακτινογραφιών Τεκμηρίου 2 ως απαλλακτικό κατάγματος, λανθασμένη. Ως σημειώθηκε, κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας του ΜΥ1, τούτος αναγνωρίζει την ύπαρξη της υποδεικνυόμενης από τον ΜΕ1 και αναφερόμενης από τον ΜΕ3 διαύγασης επί των ακτινογραφιών, τεκμήριο 2, την οποία και ο ίδιος, συσχετίζει, στη βάση των όσων διεφάνησαν μεταγενεστέρως, με το επίδικο κάταγμα. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε πλειστάκις στο ότι θα πρέπει να εξεταστεί η διάγνωση του στη βάση των δεδομένων που ίσχυαν εκείνη την ημέρα (22/4/2009) και δη χωρίς να είναι ο ίδιος γνώστης της μετέπειτα κατάστασης της υγείας του Ενάγοντα. Με δεδομένο, ωστόσο, ότι, η ένδειξη αυτή ήταν υπαρκτή, τουλάχιστον στη μια εκ των απεικονίσεων της ακτινογραφίας με τις δύο απεικονίσεις (την αριστερή), και με δεδομένη τη δική του, επίσης, θέση, ότι κατάγματα του τύπου ως το επίδικο, πολλές φορές (σε ποσοστό μεταξύ 25% ‑ 40%), δεν εμφαίνονται στον πρώτο ακτινολογικό έλεγχο που διενεργείται, θεωρώ εσφαλμένο το μη συνυπολογισμό της ένδειξης αυτής κατά το σχηματισμό της γνώμης του και την επακόλουθη ανάγνωση του περιεχομένου του τεκμηρίου 2 ως απαλλακτικό κατάγματος. Και τούτο, πέραν του γεγονότος ότι, στη βάση της ήδη αποδέκτης ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, το επίδικο κάταγμα του Ενάγοντα ήταν εμφανές επί των εν λόγω ακτινογραφιών. Θεωρώ, συναφώς, ότι, ακόμα και στην περίπτωση που ο ΜΥ1 συνυπολόγιζε τη μαύρη (διαύγαση) και έκρινε τούτη ως μη ενδεικτική κατάγματος, και ως ένδειξη άσχετη με έναν τέτοιο τραυματισμό, όφειλε να εξηγήσει σε τι τούτη αφορά και γιατί ακριβώς κρίνεται μη σχετιζόμενη με τον τραυματισμό αυτό (στη βάση της υπουλότητας του υπό συζήτηση κατάγματος), και σε διαφορετική περίπτωση, τουλάχιστον, να καταλήξει στη γνώμη ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο Ενάγοντας να φέρει κάταγμα στο σκαφοειδές οστό. Είμαι της γνώμης ότι ο ΜΥ1, κατά τη διάγνωση του στις 22/04/2009, δεν προσέδωσε καμία σημασία στη κατά τα άλλα εμφανή διαύγαση, κρίση μου, η οποία εδράζεται στη βάση των όσων σχετικών ανέφερε ο ίδιος ο μάρτυρας. Δεν παραγνωρίζω τις αναφορές του ΜΥ1, αλλά και του ΜΕ1, αναφορικά με τη συνάντηση τους στο ιατρείο του πρώτου και την εκεί επιθεώρηση ακτινογραφιών και την κοινή κατάληξη τους περί μη εμφανούς κατάγματος. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσω, διά επανάληψης, επί τούτου, ότι, το Τεκμήριο 2 αποτελείται από δύο ακτινογραφίες με τρεις συνολικά απεικονίσεις, όπου στη μια εκ των ακτινογραφιών (αυτή με τη μια απεικόνιση), αποτελεί κοινό τόπο[5] ότι δεν είναι εμφανής η μαύρη διαύγαση. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι, στις όποιες αναφορές του ΜΥ1 αναφορικά με τα όσα έγιναν σε εκείνη τη συνάντηση, δεν συγκεκριμενοποιούνται οι απεικονίσεις του τεκμηρίου 2 επί των οποίων ο ΜΕ1 προέβηκε στην αναφορά περί μη εμφανούς κατάγματος. Ακόμα ότι, ερωτηθείς ο ΜΥ1 κατά πόσο στη συνάντηση αυτή είναι τις ακτινογραφίες, τεκμήριο 2 (οι οποίες υποδείχτηκαν, εκείνη τη στιγμή, στο μάρτυρα), που συνεξέτασε με τον ΜΕ1, δεν τοποθετήθηκε με σαφήνεια. Απάντησε, αυτολεξεί «Νομίζω, ναι.». Με δεδομένα τα πιο πάνω, αλλά και το γεγονός ότι και ο ίδιος ο ΜΥ1 αναγνώρισε την ύπαρξη της διαύγασης επί μιας εκ των απεικονίσεων του Τεκμηρίου 2, καθώς επίσης και της επιμονής του, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί μη εμφανούς κατάγματος, να παραπέμπει μόνο στη ακτινογραφία της μονής απεικόνισης, καθιστούν τις υπό συζήτηση αναφορές του ως προς το τι διημείφθη κατά τη εν λόγω συνάντηση του με τον ΜΕ1 στο ιατρείο του, ανεπαρκές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή συμπερασμάτων, αφενός, αναφορικά με τον τρόπο που πρέπει να αναγνωστεί το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 και αφετέρου, αναφορικά με την αξιοπιστία του ΜΕ
- Ας μη λησμονείται ότι, σε σχετική υποβολή που τέθηκε στον ΜΥ1 ότι σε μια εκ των τριών απεικονίσεων του τεκμηρίου 2 είναι «ξεκάθαρο» το κάταγμα, τούτος δεν απέρριψε την υποβολή, επί της ουσίας της, και περιορίστηκε απλά στο να αμφισβητήσει το ξεκάθαρο της ένδειξης, αναφέροντας, επακριβώς, «Δεν συμφωνώ. Ειδικά ότι είναι ξεκάθαρο.». Κατά συνέπεια, στον βαθμό που με τη μαρτυρία του ΜΥ1 προωθείται η θέση ότι οι ακτινογραφίες, τεκμήριο 2, είναι απαλλακτικές κατάγματος του σκαφοειδούς οστού του άνω δεξιού άκρου του Ενάγοντα, τούτη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. ΜΥ2 Ούτε ο ΜΥ2, βοήθησε, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, με τη μαρτυρία του τη γραμμή υπεράσπισης που ήθελε τον Ενάγοντα να λαμβάνει μέρος οικειοθελώς και εθελοντικά στην άσκηση μεταφοράς τραυματία. Τουναντίον, με τη μαρτυρία του, επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι, κατά τη μεταφορά του από τον συνάδελφό του στα πλαίσια της συγκεκριμένης άσκησης, βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία, θέση, την οποία συμμερίζεται και η συνήγορος του Εναγόμενου (βλέπε τελευταία πρόταση, σελίδας 2 της γραπτής αγόρευσης της). Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της συνηγόρου του Ενάγοντα, η οποία, στην ουσία, περιορίστηκε στην υποβολή διευκρινιστικού παρά αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεων, ώστε να υποδειχθεί, μέσα από τη μαρτυρία του, ότι ο χώρος στο οποίο έλαβε χώρα η άσκηση δεν ήταν ασφαλής. Επί του προκειμένου, ο ΜΥ2 δεν αμφισβήτησε τις σχετικές υποβολές, υποστηρίζοντας, ωστόσο, ότι, ο συγκεκριμένος χώρος ήταν ο ασφαλέστερος, στο στρατόπεδο, που μπορούσε να διεξαχθεί η επίδικη άσκηση. Γενικά ο ΜΥ2 μου δεν μου έκανε άσχημη εντύπωση ως μάρτυρας και στον βαθμό που με τη μαρτυρία του επιχείρησε να διαφωτίσει ως προς την κατάσταση του χώρου στην οποία έλαβε χώρα η υπό συζήτηση άσκηση, αλλά και τις συνθήκες υπό τις οποίες τούτη διεξήχθη, περιλαμβανομένου και του τρόπου που επιλέχθηκε ο Ενάγοντας να συμμετάσχει σε αυτήν, η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Δεν μπορώ, ωστόσο, να δεχτώ τις αρχικές αναφορές του και τούτες στη βάση της υποκειμενικής του αντίληψης, ότι ο Ενάγοντας, εθελοντικά, συμμετείχε στην άσκηση ή ότι είχε το δικαίωμα να αρνηθεί να συμμετάσχει σε αυτήν, αν όντως αυτό επιθυμούσε. Και τούτο γιατί, οι θέσεις του αυτές συγκρούονται με τους λοιπούς ισχυρισμούς του, που προέκυψαν, κυρίως, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, όπου, στην ουσία, επιβεβαιώθηκε ότι η επιλογή του Ενάγοντα, ως μεταφερόμενος, έγινε από τον ίδιο (ο οποίος τύγχανε Λοχαγός του) και στο οποίον Ενάγοντα, αφού αρχικά μετέφερε την πρόθεση του να τον επιλέξει ως μεταφερόμενο, απλά περιορίστηκε στο να τον ρωτήσει αν είναι, «εντάξει» με την επιλογή του αυτή. Θεωρώ τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η επιλογή, τον βαθμό του προσώπου που προέβη σε αυτήν και την ιδιότητα του Ενάγοντα ως απλού στρατιώτη στην Εθνική Φρουρά, τέτοιες, που δεν θεωρώ ότι η συμμετοχή του τελευταίου στην άσκηση ήταν, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, το αποτέλεσμα εθελοντικής επιλογής του ιδίου, ως τη χαρακτήρισε ο ΜΥ
- Ας μην λησμονείται ότι ο μάρτυρας, σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε από τη συνήγορο του Ενάγοντα, συμφώνησε ότι ο τελευταίος ουδέποτε αρνήθηκε να εκτελέσει εντολή που του δόθηκε από τους ανωτέρους του και ειδικότερα από τον άμεσα προϊστάμενο του που ήταν ο ίδιος. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του ΜΥ2, η οποία αφορά, (α) στον τρόπο επιλογής του Ενάγοντα για συμμετοχή του στην επίδικη άσκηση, (β) στην κατάσταση (όχι τους υποκειμενικούς χαρακτηρισμούς του) του χώρου στην οποία τούτη διεξήχθη, (γ) στην όποια επικινδυνότητα της συγκεκριμένης άσκησης και τέλος (δ) στο γεγονός ότι τούτη διεξήχθη στη βάση διαταγής ανώτερων αξιωματικών του στρατού η οποία διαβιβάστηκε προς τον ΜΥ2 με στόχο όλοι οι στρατιώτες να λάβουν μέρος σε συγκεκριμένες ασκήσεις (μεταξύ των οποίων και η επίδικη άσκηση), γίνεται δεκτή. ΜΥ3 Ο ΜΥ3 μου έκανε πολύ κακή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είπε την αλήθεια αναφορικά με τα όσα ήρθαν εις γνώση του και σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να προωθήσει ισχυρισμούς με μόνο στόχο την αποφυγή των όποιων ευθυνών του, τόσο αναφορικά με την αρχική του διάγνωση ως προς τον τραυματισμό του Ενάγοντα, όσο και αναφορικά με την αντιμετώπιση του. Τόσο εμφανής ήταν η προσπάθεια του αυτή, που έφτασε στο σημείο να επικαλεστεί ότι η ιατρική αντιμετώπιση του ασθενούς, αλλάζει ανάλογα με την ιδιότητα του, ισχυριζόμενος στην ουσία ότι οι γιατροί των στρατιωτικών νοσοκομείων δεν έχουν την ευχέρεια να αναλαμβάνουν την παρακολούθηση ενός τραυματισμού έστω και εάν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, λόγω του όγκου εργασίας τους και της ανάγκης να επιληφθούν πολλών περιστατικών με τραυματισμούς στρατιωτών, αναφορά, που εν πάση περιπτώσει, προωθήθηκε εντελώς γενικά, χωρίς καν να τεθεί σε αντιδιαστολή με το τι συμβαίνει στα νοσοκομεία γενικότερα και χωρίς να αναφερθεί, έστω, ο μέσος όρος των ασθενών που εξετάζει ένας γιατρός του στρατιωτικού νοσοκομείου καθημερινά. Οι αντιφάσεις που παρατηρούνται στη μαρτυρία του, αλλά και οι εναντίον της λογικής, σε κάποιες περιπτώσεις, θέσεις του, είναι διάχυτες στη μαρτυρία του. Δεν θεωρώ απαραίτητο να υποδείξω κάθε τέτοια αδυναμία της μαρτυρίας του προς υποστήριξη της ήδη εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του. Περιορίζομαι απλά να σημειώσω τα ακόλουθα: Αποτέλεσε βασική θέση του ΜΥ3 ότι κατά τις 22/4/2009, όταν και εξέτασε τον Ενάγοντα, τούτος δεν έφερε κάταγμα σκαφοειδούς οστού. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής αναφέρθηκε στη σχετική διάγνωση του ΜΥ1 επί του περιεχομένου του τεκμήριο 2, αλλά και στη δική του αντίληψη, στη βάση της κλινικής εξέτασης του Ενάγοντα. Ως ισχυρίστηκε, στη βάση των δύο αυτών δεδομένων, ο Ενάγοντας δεν έφερε το επίδικο κάταγμα στις 22/04/
- Είναι, δε, προφανώς, με αυτά τα δεδομένα, που σε άλλο σημείο της γραπτής του δήλωσης, προωθεί και τον ισχυρισμό ότι το επίδικο κάταγμα του Ενάγοντα είναι το αποτέλεσμα άλλης κάκωσης που πρέπει να προκλήθηκε μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας που χορήγησε σε αυτόν στις 24/4/
- Εν τούτοις, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, επιθεωρώντας προς τούτο ακτινογραφίες που λήφθηκαν στις 27/5/2009 και δη έναν μήνα και έξι μέρες μετά τον τραυματισμό του Ενάγοντα, ανέφερε ότι, «πιθανόν τη μέρα που εξέταζα για πρώτη φορά τον ασθενή να είχε όντως το κάταγμα». Επίσης, πάντα σε πλήρη αντίφαση με την πιο πάνω απόλυτη θέση του ότι, ούτε ακτινολογικά, ούτε κλινικά εξεταζόμενος, ο Ενάγοντας έφερε κάταγμα στις 22/4/2009, σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, πάντα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, σε συνάφεια με τη μόλις πιο πάνω αυτουσίως μεταφερόμενη δήλωσή του, ανέφερε ότι δεν αποκλείεται, όντως, κατά τη ρηθείσα εξέταση του Ενάγοντα να υπήρχε ένα τέτοιο κάταγμα. Και προκύπτει το εξής λογικό ερώτημα· αν όντως ο Ενάγοντας κατά την εν λόγω εξέταση του δυνατό έφερε το συγκεκριμένο κάταγμα, πώς ο ΜΥ3 δεν ανηύρε τούτο κατά την κλινική εξέταση του; Γιατί απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Πόσο μάλλον όταν και ο ίδιος χαρακτήρισε το επίδικο κάταγμα ως ύπουλο στη βάση του δεδομένου ότι, ακτινολογικά, αρκετές φορές, δεν είναι ορατό, παρά την ύπαρξη του; Στην προσπάθεια του ο ΜΥ3 να πείσει ότι η διάγνωση του περί κάκωσης των συνδέσμων του καρπού του δεξιού άνω άκρου του Ενάγοντα ήταν ορθή, πλειστάκις, ισχυρίστηκε ότι ο πόνος που προκαλείται από μια τέτοια συνδεσμική κάκωση, πολλές φορές, είναι ο ίδιος ή ακόμα και πιο έντονος από τον πόνο που προκαλεί το κάταγμα σκαφοειδούς οστού. Και τούτο, στην προσπάθεια του να αντιμετωπίσει την υποβαλλόμενη προς αυτόν θέση ότι, κατά την υπό συζήτηση κλινική εξέταση, στη βάση του εύρους του πόνου που αντιμετώπιζε ο Ενάγοντας (έντονος) θα έπρεπε να διαγνώσει ότι τούτος έφερε το επίδικο κάταγμα. Αν όντως ο ισχυρισμός αυτός του ΜΥ3 είναι ορθός και κατά συνέπεια το εύρος του πόνου κατά την κλινική εξέταση του ασθενούς δεν υπέχει ουσιαστικής σημασίας για τη διάγνωση περί κατάγματος σε αντιδιαστολή με τη διάγνωση για συνδεσμική κάκωση, τότε, με ποια λογική ο ΜΥ3 κατέληξε στην απόλυτη διάγνωση του περί συνδεσμικής κάκωσης και απέκλεισε τελείως το ενδεχόμενο κατάγματος; Πόσο μάλλον όταν, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, το συγκεκριμένο κάταγμα έχει την ιδιότητα να χαρακτηρίζεται ως ύπουλο. Το έκδηλο της προσπάθειας του ΜΥ3 να αποποιηθεί των όποιων ευθυνών του προκύπτει και από τον ισχυρισμό του ότι η αντιμετώπιση του τραύματος του Ενάγοντα με εφαρμογή ελαστικού επιδέσμου, αποτελεί την ορθή αντιμετώπιση του, ακόμα και αν επρόκειτο για κάταγμα σκαφοειδούς και όχι κάκωση συνδέσμου. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του προωθήθηκε με εντελώς γενικό τρόπο, χωρίς παραπομπή σε οποιανδήποτε βιβλιογραφία που να υποστηρίζει τούτο και χωρίς να δοθούν στο Δικαστήριο εκείνα τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, στοιχεία και εχέγγυα, ώστε ακριβώς να εξεταστεί η ορθότητα του. Την ίδια στιγμή, δεν συμβαδίζει και/ή καλύτερα αντικρούεται με τις σχετικές θέσεις που προωθήθηκαν από τους λοιπούς μάρτυρες/γιατρούς που τοποθετήθηκαν επί του θέματος, που θέλουν ως ορθή αντιμετώπιση ενός κατάγματος σκαφοειδούς ή ενός τραύματος με υποψία ενδεχόμενου κατάγματος σκαφοειδούς την άμεση ακινητοποίηση του διά γύψινου επιδέσμου για αποτροπή και αποφυγή των όποιων λειτουργιών του καρπού ώστε να αποφευχθεί η επιδείνωσης ή το ενδεχόμενο επιδείνωσης του τραύματος (ανάλογα με τη περίπτωση) και να επέλθει η πώρωση των κατεαγότων άκρων, και στη περίπτωση που πρόκειται για υποψία ενδεχόμενου κατάγματος του σκαφοειδούς οστού, την επανάληψη, τουλάχιστον, ακτινολογικού ελέγχου σε οκτώ με δεκαπέντε μέρες και επανεξέταση του ασθενούς από τον ορθοπεδικό ιατρό για να διαφανεί αν η υποψία επιβεβαιώνεται και εικονικά. Κρίνω ακόμα σημαντικό να σημειώσω ότι, η επαναλαμβανόμενη απόλυτη θέση του ΜΥ3 περί ορθής διάγνωσης για συνδεσμική κάκωση, επίσης προωθήθηκε με εντελώς γενικό τρόπο. Τίποτα δεν ανέφερε ο συγκεκριμένος μάρτυρας που να εξηγεί τους λόγους που προέβη στη συγκεκριμένη διάγνωση του. Παραδείγματος χάρη, ελλείπει από τη μαρτυρία του το υπόβαθρο της συμπτωματολογίας μιας τέτοιας κάκωσης ώστε να μπορεί να διαφανεί αν η συμπτωματολογία του Ενάγοντα, κατά την επίδικη εξέταση του από τον ΜΥ3, συνείδε με τη συμπτωματολογία της συνδεσμικής κάκωσης. Πόσο μάλλον όταν, στη βάση των όσων ο ίδιος ισχυρίστηκε, η συμπτωματολογία που παρουσίαζε ο Ενάγοντας κατ' εκείνην την ημέρα ήταν τέτοια που συνείδε τόσο με κάταγμα σκαφοειδούς, όσο και με συνδεσμική βλάβη. Μια σχετική αναφορά του έχει ως ακολούθως, «Δεύτερο, κάκωση υπήρχε, δεν λέει κάποιος ότι δεν υπήρχε κάκωση, επομένως όλα τα κλινικά σημεία είναι τα ίδια σε κάταγμα ή συνδεσμική βλάβη». Άλλη σχετική με το ζήτημα αναφορά του ήταν, «Επαναλαμβάνω, ο πόνος στο συγκεκριμένο οστό και να έχει κάταγμα δεν είναι διαφορετικός από μια συνδεσμική βλάβη στο συγκεκριμένο σημείο. Μπορεί ένας κομμένος σύνδεσμος να πονάει πολύ περισσότερο από μια ρωγμή σε ένα οστό». Είναι εντελώς αβίαστα που εξάγεται από την ίδια τη μαρτυρία του ΜΥ3, ιδιαίτερα τούτη που προέκυψε κατά την αντεξέταση του, ότι ο λόγος που δεν μερίμνησε ώστε ο Ενάγοντας να τύχει επανεξέτασης εντός των επόμενων δύο εβδομάδων, ώστε να διαφανεί αν όντως έφερε ή όχι το επίδικο κάταγμα (με δεδομένη την ενώπιον του γνώμη του ΜΥ1 περί μη εμφανούς κατάγματος επί των ακτινογραφιών, τεκμήριο 2), ήταν γιατί ουδέποτε έστρεψε την προσοχή του στο ενδεχόμενο ο Ενάγοντας να υπέστη κάταγμα σκαφοειδούς οστού. Τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι, ως ο ίδιος παραδέχθηκε, γνώριζε περί της υπουλότητας του εν λόγω κατάγματος, αλλά και από το γεγονός ότι, και πάλι ως ο ίδιος παραδέχτηκε, γνώριζε και την πρακτική που ακολουθείται σε μια τέτοια περίπτωση και δη την παρακολούθηση από τον γιατρό διά της σύστασης οδηγιών προς τον ασθενή για επανεξέταση του μετά πάροδο δύο περίπου εβδομάδων. Με δεδομένες τις γνώσεις του αυτές, η μόνη λογική εξήγηση για την απόλυτη διάγνωσή του και το μη προγραμματισμό επανεξέτασης του Ενάγοντα, είναι ότι ουδέποτε έστρεψε τη προσοχή του στο ενδεχόμενο ο τελευταίος να έφερε το επίδικο κάταγμα. Προκύπτει επίσης και από το γεγονός ότι ουδέποτε ενημέρωσε τον Ενάγοντα περί ενός τέτοιου ενδεχόμενου και περί ανάγκης αποφυγής χρήσης του χεριού του μέχρι την όποια μελλοντική επανεξέταση του, και περιορίστηκε απλά στο να ενημερώσει τούτον ότι ο πόνος θα υποχωρεί κλιμακωτά (σιγά σιγά) με την πάροδο των ημερών, στη βάση της λήψης αναλγητικής αγωγής. Κρίνεται, συναφώς, επίσης, σημαντικό να σημειωθεί ότι, ο Ενάγοντας επισκέφθηκε τον ΜΥ3 και δεύτερη φορά και δη δύο μέρες μετά την αρχική επίσκεψη του, επικαλούμενος μη υποχώρηση του πόνου στην περιοχή του καρπού, επίσκεψη η οποία είχε ως αποτέλεσμα ο ΜΥ3 να αντικαταστήσει την μέχρι τότε σύσταση του για απαλλαγή υπηρεσίας και μεταφοράς οπλισμού, με αναρρωτική άδεια διάρκειας 6 ημερών και δη ουσιωδώς διαφορετική της μέχρι τότε αντιμετώπισης. Και διερωτάται κανείς, ποιος ο λόγος της αλλαγής της συγκεκριμένης σύστασης αν όντως, ο Ενάγοντας, απλά αντιμετώπιζε συνδεσμική κάκωση ως ήταν και η προ δύο ημερών διάγνωση του ΜΥ3; Τι προέκυψε στο διάστημα αυτών των δύο ημερών, με δεδομένη την ανυπαρξία μαρτυρίας που να θέλει τον Ενάγοντα να μην ακολουθεί, κατά τη διάρκεια του χρονικού αυτού διαστήματος, τις συστάσεις του ΜΥ3, ώστε να καθίσταται αναγκαία η αλλαγή των οδηγιών του πρώτου, από εκτέλεση περιορισμένων καθηκόντων εντός στρατοπέδου, σε αναρρωτική άδεια στην οικία του; Κρίνω, επί του προκειμένου, σημαντικό να σημειώσω ότι, ο ΜΥ3 δεν διαφώτισε με τη μαρτυρία του ως προς την κλινική εικόνα του Ενάγοντα κατά τη δεύτερη αυτή επίσκεψη του, ούτε και τους λόγους που επέμεινε στη αρχική του διάγνωση και περιορίστηκε απλά στο να ισχυριστεί ότι αιτιάτο πόνο. Αναφορικά τώρα με το ενδεχόμενο ένας ασθενής να φέρει το επίδικο κάταγμα και τούτο να μην εμφαίνεται στον πρώτο ακτινολογικό έλεγχο, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, ο ΜΥ3 αναγνώρισε το ενδεχόμενο αυτό. Βρισκόμενος, ωστόσο, αντιμέτωπος με τη θέση ότι το ενδεχόμενο αυτό θα έπρεπε να τον οδηγήσει, τουλάχιστον, σε διάγνωση περί πιθανού κατάγματος, προσπάθησε να υποβαθμίσει τη σημασία του, περιορίζοντας την πιθανότητα ενός τέτοιου ενδεχόμενου στο 1%, επικαλούμενος προς τούτο σχετική βιβλιογραφία, στην οποία, ωστόσο, ουδέποτε παρέπεμψε το Δικαστήριο ή υπέδειξε στη συνήγορο Υπεράσπισης, που έθετε τις σχετικές ερωτήσεις. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός του περί ενός τόσο μικρού ποσοστού, αντικρούεται με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία, προερχόμενη από τους γιατρούς/μάρτυρες και των δύο διαδίκων, που θέλει τούτη να ανέρχεται μεταξύ 25% και 40%. Ακόμα, στην προσπάθεια του να αντιμετωπίσει την ικανότατη αντεξέταση από πλευράς της συνηγόρου του Ενάγοντα, προώθησε και τον ισχυρισμό ότι η ψευδάρθρωση δεν μπορεί να προκύψει ως επιπλοκή όταν το κάταγμα είναι ρωγμώδες ή γραμμοειδές και μη παρεκτοπισμένο. Πώς όμως μια τέτοια θέση του συμβαδίζει με τον έτερο σχετικό ισχυρισμό του ότι η ψευδάρθρωση που υπέστη ο Ενάγοντας αποτελεί αναμενόμενη επιπλοκή του κατάγματος που υπέστη; Αποτελεί κοινό τόπο και των δύο πλευρών (στη βάση των εκδοχών που προώθησαν), αλλά και εύρημα Δικαστηρίου στη βάση της αποδεκτής ενώπιον του μαρτυρίας ότι το κάταγμα του Ενάγοντα ήταν ρωγμώδες και μη παρεκτοπισμένο; Κρίνω σημαντικό, επί του προκειμένου, να σημειώσω ότι, μια άλλη σχετική θέση του ΜΥ3 ήταν ότι, ποτέ δεν έχει συναντήσει ψευδάρθρωση σε γραμμοειδές κάταγμα. Όταν σε μεταγενέστερο στάδιο της μαρτυρίας του η απόλυτη αυτή θέση του τέθηκε στον ίδιο ως βάση για να προωθηθεί άλλη υποβολή, αντιλαμβανόμενος, προφανώς, ότι η υπό συζήτηση θέση του δεν βοηθά τη γραμμή που επέλεξε να υποστηρίξει με τη μαρτυρία του, άλλαξε άρδην θέση και επικαλούμενος, εκ νέου, με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς σχετική παραπομπή, δήθεν βιβλιογραφία, ισχυρίστηκε ότι η πιθανότητα σε απαρεκτόπιστο κάταγμα στο οποίο εντάσσονται και τα ρωγμώδη κατάγματα να παρουσιάσουν ψευδάρθρωση, ανέρχεται στο 7%. Και τούτη η θέση του, προωθήθηκε τη στιγμή που σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, αποδέχτηκε ότι, το νεαρότερο του ασθενούς, το μικρότερο της πιθανότητας παρουσίασης ψευδάρθρωσης λόγω της καλύτερης αιμάτωσης και της καλύτερης οστικής ποιότητας, θέση που δεν αμφισβητήθηκε από τη συνήγορο του Ενάγοντα μιας και ο Ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν νεαρό πρόσωπο. Υποδεικνύω ακόμα ότι, κατά μια εκδοχή του ΜΥ3, στις 24/04/2009, όταν και εξέτασε για δεύτερη φορά τον Ενάγοντα, δεν διέταξε την επανάληψη ακτινολογικού ελέγχου, λόγω του ότι παρήλθαν μόνο δύο μέρες από τον τραυματισμό του και όχι οκτώ - δεκαπέντε, ως η πρακτική ορίζει. Κατά μία άλλη, όμως, σχετική εκδοχή του, στη βάση των όσων ο ίδιος αποκόμισε ως εικόνα κατά τις εξετάσεις του Ενάγοντα, δεν είχε κανέναν λόγο να μεριμνήσει ώστε ο Ενάγοντας να υποβληθεί εκ νέου σε ακτινογραφία, μιας και η διάγνωση της κάκωσης συνδέσμου ήταν ορθή. Τέλος, συναφώς, ωστόσο, με τη μόλις πιο πάνω αναφερόμενη παρατήρηση του Δικαστηρίου, ενώ από τη μια αποδεχόταν ως λογική συνέπεια την αναζήτηση επανεξέτασης του Ενάγοντα (με επανάληψη ακτινολογικού ελέγχου) λόγω της φύσης του τραύματος του, η οποία δεν ενδεικνυόταν να διενεργηθεί μόλις δύο μέρες μετά τον πρώτο ακτινολογικό έλεγχο, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι μια τέτοια επανεκτίμηση θα μπορούσε να προκύψει μόνο αν ο Ενάγοντας μεριμνούσε ώστε να τύχει επανεξέτασης, και όχι διά δικής του σχετικής μέριμνας. Δεν κρίνω αναγκαίο να παραθέσω και άλλες αδυναμίες, αντιφάσεις και ισχυρισμούς του ΜΥ3 που συγκρούονται με τη κοινή λογική, αλλά και τη λογική συνέπεια των πραγμάτων, που όντως παρατηρούνται στη μαρτυρία του, για να δικαιολογήσω του λόγου του ασφαλές της ήδη εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του, στον βαθμό που αμφισβητείται, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τελικά ευρήματα Πέραν των αρχικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, τα οποία προέκυψαν στη βάση των παραδεκτών γεγονότων, με γνώμονα την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, προβαίνω και στα εξής, επιπρόσθετα, ευρήματα: Στις 21/04/2009, ο ΜΥ2, όντας αξιωματικός του τμήματος στο οποίο υπηρετούσε ο ενάγοντας, ζήτησε από τον τελευταίο όπως συμμετέχει σε άσκηση, μεταφοράς τραυματία, έχοντας τον ρόλο του τραυματία. Με τον ίδιο τρόπο, ζήτησε και από έτερο συνάδελφο του Ενάγοντα, να υποδυθεί τον ρόλο του μεταφορέα. Ο ΜΥ2, επέλεξε ακόμα δύο στρατιώτες για να ενεργήσουν τοιουτοτρόπως και κατόπιν τούτου, διεξήχθη αγώνας μεταξύ των δύο ζευγών, υπό μορφή άσκησης/παιχνιδιού στα πλαίσια των πασχαλινών εορτών. Οι ασκήσεις αυτές, διεξήχθησαν κατόπιν διαταγής ανώτερων αξιωματικών του στρατού, η οποία διαβιβάστηκε στο στρατόπεδο που υπηρετούσε ο Ενάγοντας, δυνάμει της οποίας, κάθε στρατιώτης όφειλε να συμμετέχει σε συγκεκριμένα παιχνίδια/ασκήσεις, μεταξύ των οποίων και η άσκηση στην οποία συμμετείχε ο ενάγοντας. Κατά τη μεταφορά του Ενάγοντα από τον συνάδελφο του, ο τελευταίος έχασε την ισορροπία του και, τόσο ο ίδιος, όσο και ο Ενάγοντας έπεσαν στο έδαφος. Παρέμεινε άγνωστη η αιτία που προκάλεσε την απώλεια της ισορροπίας του μεταφορέα, μιας και καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, που να διαφωτίζει επί τούτου. Παρεμβάλω, στο σημείο αυτό, για να υπενθυμίσω ότι, μοναδική, σχετική, με το ζήτημα, μαρτυρία, προσκομίστηκε από τον Ενάγοντα και τον ΜΥ2, οι οποίοι περιορίστηκαν απλά στο να αναφέρουν ότι ο μεταφορέας έχασε την ισορροπία του, με αποτέλεσμα αυτός και ο Ενάγοντας να καταπέσουν στην άσφαλτο. Κατά την αντεξέταση του, αναφερόμενος, ο Ενάγοντας, επί του ζητήματος, πρόσθεσε ότι ο συνάδελφος του, «προυμουττύστηκε και έπεσε» χωρίς να αναφερθεί οτιδήποτε προσδιοριστικό της αιτίας που προκάλεσε την απώλεια της ισορροπίας του μεταφορέα. Παρέμεινε άγνωστο το κατά πόσο τα χαλίκια ή οι πέτρες στην επιφάνεια της ασφάλτου του όρχου, όπου και διεξήχθη η συγκεκριμένη άσκηση, σχετίζονται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την πτώση του μεταφορέα. Επανερχόμενος στα ευρήματα μου, συνεπεία της πτώσης του Ενάγοντα, τούτος, μεταξύ άλλων, τραυματίστηκε στο χέρι και ειδικότερα υπέστη ρωγμώδες κάταγμα του σκαφοειδούς οστού του δεξιού άνω άκρου του. Παρεμβάλλω, εκ νέου, για να σημειώσω ότι, παρέμεινε άγνωστο το κατά πόσο τα χαλίκια ή οι πέτρες στην επιφάνεια της ασφάλτου του όρχου, όπου και διεξήχθη η συγκεκριμένη άσκηση, σχετίζονται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την πρόκληση του επίδικου κατάγματος του Ενάγοντα, εννοώντας ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, η οποία να προσδιορίζει ή έστω να διαφωτίζει ως προς το σημείο με το οποίο ήρθε σε επαφή, κατά τη πτώση, το δεξί άνω άκρο του Ενάγοντα επί της ασφάλτου και κατά πόσο στο σημείο εκείνο υπήρχαν ή όχι χαλίκια ή πέτρες και πώς, ενδεχομένως, συνέβαλαν τούτα, στην πρόκληση του κατάγματος. Κατά τα λοιπά, στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι επί του δαπέδου του όρχου, το οποίο ήταν κατασκευασμένο με άσφαλτο, υπήρχαν χαλίκια και πέτρες. Μετά τον τραυματισμό του, ο ενάγοντας, με την άδεια του αρμόδιου αξιωματικού, επισκέφθηκε τον επί καθήκοντι γιατρό του Στρατιωτικού Νοσοκομείου, παθολόγος στην ειδικότητα, ο οποίος επίδεσε τον καρπό του δεξιού του χεριού με ελαστικό επίδεσμο και παρέπεμψε τούτον για ακτινολογικό έλεγχο στον οποίο θα υποβαλλόταν την επόμενη μέρα και εξέταση του από ορθοπεδικό γιατρό. Όντως, στις 22/04/2009, ο ενάγοντας υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο, τον οποίο διενήργησε ο ΜΥ1, στα πλαίσια του οποίου εκτυπώθηκαν δύο ακτινογραφίες με τρεις συνολικά απεικονίσεις, οι οποίες αποτελούν το τεκμήριο 2 ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ακτινογραφίες, τεκμήριο 2, καθώς επίσης και η διάγνωση του ΜΥ1, η οποία ήθελε τον Ενάγοντα να μην έχει υποστεί κάταγμα, παραπέμφθηκαν στον ΜΥ3, ο οποίος τύγχανε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ορθοπεδικός γιατρός στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο ο οποίος εξέτασε, την ίδια μέρα, τον Ενάγοντα. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, στη βάση της αποδεκτής ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, τουλάχιστον στη μία εκ των τριών απεικονίσεων του τεκμηρίου 2 εμφαίνεται ρωγμώδες κάταγμα του σκαφοειδούς οστού του δεξιού άνω άκρου του ενάγοντα. Επανερχόμενος στη ροή των γεγονότων, ως τούτα προκύπτουν από την αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ο ΜΥ3, κατά την κλινική εξέταση του Ενάγοντα στις 22/4/2009, στη βάση των όσων είχε ενώπιόν του, διέγνωσε ότι ο ενάγοντας δεν υπέφερε από κάταγμα και ότι αυτό που υπέστη ήταν κάκωση συνδέσμων δεξιάς πηχεοκαρπικής, και στη βάση της διάγνωσης του αυτής, προέβηκε σε ελαστική επίδεση του καρπού του δεξιού άνω άκρου του Ενάγοντα και χορήγησε στον τελευταίο αναλγητική φαρμακευτική αγωγή. Ανέφερε δε στον Ενάγοντα ότι ο πόνος, με τη λήψη της αναλγητικής φαρμακευτικής αγωγής, «σιγά, σιγά», θα υποχωρήσει. Χορήγησε δε στον Ενάγοντα άδεια, ώστε να είναι ελεύθερος ασκήσεων για 10 μέρες, χωρίς χρήση όπλου, χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε άλλο. Στις 24/04/2009, συνεπεία επιμονής του πόνου, ο ενάγοντας αιτήθηκε και επισκέφθηκε εκ νέου τον ΜΥ3, και παραπονέθηκε σε αυτόν για επιμονή του πόνου. Ο τελευταίος, έδεσε, εκ νέου, με ελαστικό επίδεσμο την πηχεοκαρπική περιοχή του δεξιού άνω άκρου του Ενάγοντα, αναφέροντάς του, εκ νέου, ότι αποτελεί διάγνωση του ότι έχει υποστεί κάκωση του συνδέσμου της δεξιάς πηχεοκαρπικής και ότι θα πρέπει να συνεχίσει να λαμβάνει την ίδια φαρμακευτική αναλγητική αγωγή, διαφοροποιώντας ωστόσο τις οδηγίες του, από ελευθερία ασκήσεων χωρίς χρήση όπλου, σε αναρρωτική άδεια διάρκειας έξι ημερών στην οικία του. Παρεμβάλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, στη βάση της αποδεκτής ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, το κάταγμα του σκαφοειδούς οστού, αντιμετωπίζεται με ακινητοποίηση του δια γύψινου νάρθηκα ώστε να περιοριστεί η δυνατότητα λειτουργίας του πηχεοκαρπικού μηχανισμού και να αφεθούν τα κατεαγότα άκρα των τμημάτων του οστού που προκάλεσε το κάταγμα να πωρωθούν. Η ίδια αντιμετώπιση επιβάλλεται και στη περίπτωση που η συμπτωματολογία του ασθενούς συνάδει με τέτοιο κάταγμα έστω και αν, αμέσως μετά τον τραυματισμό, ακτινολογικά, δεν επιβεβαιώνεται η πρόκλησή του, και σε μια τέτοια περίπτωση ο θεράπων ιατρός οφείλει να ορίσει ακτινολογική επανεξέταση του ασθενούς σε 8 - 15 μέρες ώστε να διαφανεί αν όντως τούτος υπέστη κάταγμα ή όχι. Και τούτο στη βάση του ότι το κάταγμα του σκαφοειδούς οστού θεωρείται ύπουλο λόγω της ιδιότητάς του, σε μεγάλο ποσοστό, να μην εμφαίνεται στο πρώτο ακτινολογικό έλεγχο. Επανερχόμενος στη ροή των γεγονότων, μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας, λόγω και της λήψης της αναλγητικής φαρμακευτικής αγωγής, ο πόνος αμβλύνθηκε και με γνώμονα τις κατά καιρούς διαγνώσεις του ΜΥ3, και δη ότι υπέφερε από κάκωση συνδέσμου πηχεοκαρπικής και ότι ο προκαλούμενος από αυτή πόνος, θα μειώνεται σταδιακά στη βάση της λήψης αναλγητικής αγωγής, ο Ενάγοντας ανάλαβε κανονικά τα καθήκοντα του ως στρατιώτης και δεν επιδίωξε την εκ νέου επανεξέταση του από γιατρό, παρά το γεγονός ότι συνέχιζε να αντιμετωπίζει πόνο και δυσκαμψία στο σημείο του κατάγματος. Ωστόσο, ενώ ο χρόνος κυλούσε και ο πόνος, η δυσκαμψία και η αδυναμία πλήρους χρήσης του χεριού του επέμεινε, ο ενάγοντας, σχημάτισε την άποψη ότι η μέχρι τότε θεραπεία και καθοδήγηση από τον ΜΥ3, δεν επέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα και αναζήτησε δεύτερη γνώμη από ιδιώτη, πλέον, γιατρό, και δη τον ΜΕ4, ο οποίος, λόγω φόρτου εργασίας, κατάφερε να εξετάσει τον Ενάγοντα στις 27/05/
- Κατ' εκείνη την ημέρα, ο ενάγοντας υπεβλήθη, εκ νέου, σε ακτινολογικό έλεγχο, στα πλαίσια του οποίου διεγνώσθη κάταγμα του σκαφοειδούς οστού του δεξιού άνω άκρου του και του τοποθετήθηκε, αμέσως, γύψινος νάρθηκας. Κατά την αφαίρεση του, διεφάνη ότι ο ενάγοντας, στο σημείο του κατάγματος, παρουσίαζε ψευδάρθρωση και δη επιπλοκή, η οποία μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο χειρουργικά, με αποτέλεσμα στις 28/07/2009, ο ΜΕ4 να υποβάλει τον Ενάγοντα σε χειρουργική επέμβαση διά της τοποθέτησης ειδικής βίδας για συγκράτηση των δύο τμημάτων του σπασμένου σκαφοειδούς οστού, επέμβαση η οποία στέφθηκε με επιτυχία, μιας και επιτεύχθηκε η πώρωση των δύο τμημάτων και απαλείφθηκε η ψευδάρθρωση. Μετά την εγχείρηση, και για τέσσερις βδομάδες, ο ενάγοντας έφερε γύψινο νάρθηκα, ο οποίος, ακολούθως, αντικαταστάθηκε από πλαστικό νάρθηκα για άλλες τρεις βδομάδες. Μετά την αφαίρεση και του πλαστικού νάρθηκα, ο ενάγοντας ακολούθησε φυσικοθεραπεία για ένα μήνα στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο εκτελώντας, συνάμα, τα στρατιωτικά του καθήκοντα σε άοπλη υπηρεσία. Με δεδομένο το γεγονός ότι το κάταγμα που υπέστη ο Ενάγοντας, ως τούτο εμφαίνεται επί της μιας τουλάχιστον απεικόνισης του τεκμηρίου 2, είναι ρογμώδες, γραμμοειδές, μη παρεκτοπισμένο, με αποτέλεσμα η εγγύτητα των δύο τμημάτων που τούτο (το κάταγμα) προκάλεσε να είναι μεγίστη και με δεδομένο ότι πρόκειται για νεαρό πρόσωπο με καλύτερη αιμάτωση και καλύτερη οστική ποιότητα από ότι ένα άλλο μεγαλύτερο πρόσωπο, και με δεδομένο ότι ο Ενάγοντας, στη βάση της ενώπιόν μου αποδεκτής μαρτυρίας, μόλις εννέα ημέρες μετά τον τραυματισμό του, ανέλαβε πλήρως τα καθήκοντά του ως στρατιώτης, προβαίνοντας προς τούτο σε ανεξέλεγκτη χρήση (στο βαθμό που ο πόνος το επέτρεπε) του χεριού του, είναι με μεγάλη ευκολία που καταλήγω, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η ψευδάρθρωση πολύ πιθανότερο είναι να οφείλεται στη μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας ανεξέλεγκτη χρήση του χεριού του, παρά όχι. Η ψευδάρθρωση, ως ξένο σώμα στο σημείο της άρθρωσης του πηχεοκαρπικού μηχανισμού του δεξιού άνω άκρου του Ενάγοντα, του προκαλούσε, κατά τη τριβή, πόνο και δυσκαμψία, με αποτέλεσμα να αντιμετωπιστεί, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, χειρουργικά. Αποτελεί, περαιτέρω, κρίση του Δικαστηρίου ότι, αν ο Ενάγοντας δεν προέβαινε σε ανεξέλεγκτη χρήση του χεριού του, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τα μη περεκτοπισμένα κατεαγότα άκρα του σπασμένου οστού θα πωρώνονταν και η αποθεραπεία του θα επιτυγχάνετο εντός έξι εβδομάδων με αποτέλεσμα ο πόνος και η ταλαιπωρία να μειώνονταν δραστικά, τόσο σε εύρος, όσο και σε διάρκεια. Επίσης, η ενημέρωση του Ενάγοντα από τον ΜΥ3 περί της πρόκλησης του κατάγματος ή περί υποψίας ενός τέτοιου κατάγματος σε συνδυασμό με την ακινητοποίηση του κατάγματος δια γύψινου νάρθηκα, θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της λειτουργιάς του πηχεοκαρπικού μηχανισμού, την αποφυγή της ανεξέλεγκτης χρήσης του χεριού του και κατά συνέπεια και την εξ αρχής άμβλυνση του πόνου. Αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι, ο Ενάγοντας, μέχρι και σήμερα, μετά από επίμονη χειρωνακτική εργασία και/ή μετά τις εναλλαγές των καιρικών συνθηκών, συνήθως τους χειμερινούς μήνες, αντιμετωπίζει πόνο και δυσκαμψία. Αντιμετωπίζει, επίσης, ως μόνιμη βλάβη (επιβεβαιώθηκε από εξέταση που διενήργησε ο ΜΕ4 κατά το έτος 2017 και δη οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά τον επίδικο τραυματισμό), περιορισμό στις ακραίες κινήσεις του δεξιού του καρπού (προς τα πάνω και προς τα κάτω) κατά 10°, ο οποίος περιορισμός, ωστόσο, δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την καθημερινότητά του. Ακόμα, ο ενάγοντας φέρει, υπό μορφή μόνιμης βλάβης, ουλή μήκους τεσσάρων εκατοστών στην κερκιδική έσω επιφάνεια του δεξιού καρπού. Τέλος, αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι, στη βάση του πόνου και της δυσκαμψίας που προκαλείται στον Ενάγοντα μετά από επίμονη χρήση του χεριού του ή μετά από ανασήκωμα βαρών ή κατά την εναλλαγή των καιρικών συνθηκών, φοβούμενος ότι τα κατάλοιπα αυτά, ενδεχομένως να επηρεάσουν τη δυνατότητά του να χειρουργεί στο μέλλον ασθενείς, κατά τη φοίτησή του στην ιατρική, ο Ενάγοντας επέλεξε να ακολουθήσει την ειδικότητα της παθολογικής ογκολογίας παρά της χειρουργικής, ως, ανέκαθεν, ήταν η πρόθεση και όνειρό του. Υπαγωγή των πιο πάνω ευρημάτων στο νομικό πλαίσιο στο οποίο αφορούν. Πρόκληση τραυματισμού Στη βάση των πιο πάνω τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου και με γνώμονα τη νομική πτυχή που τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση, είμαι της γνώμης ότι ο Ενάγοντας δεν κατάφερε να αποδείξει ότι για τον επίδικο τραυματισμό του ευθύνης υπέχει ο Εναγόμενος. Ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο επίδικος τραυματισμός του Ενάγοντα προκλήθηκε κατά την πτώση του καθ΄ ον χρόνο μεταφερόταν από τον συνάδελφο του στα πλαίσια της άσκησης μεταφορέα τραυματία. Για να ήταν δυνατή η επώμιση ευθύνης στον Εναγόμενο για την πρόκληση του επίδικου τραύματος στον Ενάγοντα, θα έπρεπε, ο τελευταίος, να παρουσιάσει μαρτυρία με την οποία να συνδέσει το επίδικο τραύμα του με την ισχυριζόμενη παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας από πλευράς του Εναγόμενου. Ωστόσο, ο Ενάγοντας δεν παρουσίασε μαρτυρία διαφωτιστική της αιτίας της πτώσης του. Τούτη, ως σημειώθηκε ανωτέρω, παρέμεινε εντελώς γενική και αόριστη στη βάση του ότι, για κάποιον λόγο, που παρέμεινε άγνωστος στο Δικαστήριο, ο μεταφορέας, συνάδελφος του, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος παρασύροντας και τον ίδιο μαζί του. Το ζητούμενο δεν είναι αν εκ της φύσεως της άσκησης ελλόχευε ο κίνδυνος πτώσης και κατά συνέπεια τραυματισμού του ενάγοντα, ερώτημα το οποίο, στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτής μαρτυρίας, απαντάται, αβίαστα, θετικά, αλλά αν η πτώση, που επέφερε το τραυματισμό του ενάγοντα, οφειλόταν σε μία, έστω, εκ των αιτιών που καθιστούσαν την άσκηση επικίνδυνη, ώστε να μεταφέρεται η ευθύνη (εργοδότη, κατόχου, εκ προστήσεως κ.ο.κ.) στο εναγόμενο, ή αν οφειλόταν σε άλλη αιτία, για την οποία ο τελευταίος δεν ήταν ενήμερος, ούτε και μπορούσε να προβλέψει και κατά συνέπεια να μην είναι δυνατό να προσδοθεί σ' αυτόν ευθύνη. Η μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγοντας δεν επαρκεί, έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, για ασφαλή κατάληξη ως προς την αιτία πτώσης και κατά συνέπεια δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να συμβαίνει το δεύτερο. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε που να θέλει τον μεταφορέα να είναι επιρρεπής σε πτώσεις ή να αδυνατεί να μεταφέρει τον ενάγοντα ή να έχει λόγο (οποιοδήποτε) να τον τραυματίσει (ως εξάγεται από τις, δικογραφικά, προωθούμενες λεπτομέρειες αμέλειας). Τουναντίον, στη βάση της αποδεκτής, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας, η σωματική διάπλαση του μεταφορέα, σε αντιδιαστολή με αυτή του ενάγοντα, δικαιολογούσε το ρόλο που ανατέθηκε στον πρώτο από τον ΜΥ
- Κατά τη γνώμη μου, η απόδειξη από πλευράς του ενάγοντα της αιτίας πτώσης, ήταν απαραίτητη για σκοπούς σύνδεσης του τραυματισμού του με την όποια ενέργεια ή παράληψη των υπαλλήλων του κράτους ή ακόμα και με τον, κατά τα άλλα, ανασφαλή χώρο στον οποίο διεξήχθη η άσκηση. Εν ολίγοις, ο ενάγοντας απέτυχε να υποδείξει τι ήταν εκείνο που θα έπρεπε ο εναγόμενος να πράξει ή που παρέλειψε να πράξει και συνεπεία του οποίου προκλήθηκε ο τραυματισμός του (Golfar v. Coggins & Griffith (Liverpool) Ltd (ανωτέρω)). Εκ του περισσού και εντελώς παρεμφερώς σημειώνω ότι, αν ο Ενάγοντας κατάφερνε να επωμίσει ευθύνη στον Εναγόμενο για της πτώση και τον επακόλουθο τραυματισμό του, στη βάση των ευρημάτων μου, αλλά, ακόμα, και της απορριφθείσας εκδοχής του Εναγομένου (περί εθελοντικής συμμετοχής του στην άσκηση), δεν θα ήταν δυνατή η κρίση περί εφαρμογής της αρχής Volenti Non Fit Injuria, μιας και δεν αποδίδεται στο Ενάγοντα αποποίηση του δικαιώματός του να διεκδικήσει αποζημιώσεις (βλ. Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014) Ιατρική Αμέλεια Όσον, όμως, αφορά στην επικαλούμενη ιατρική αμέλεια, είμαι της γνώμης ότι ο Ενάγοντας κατάφερε, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, να αποδείξει ότι ο ΜΥ3, αλλά και ο ΜΥ1, υπήρξαν αμελείς έναντι του και ότι συνεπεία της αμέλειας τους αυτής, υπέστη επιδείνωσης της κατάστασής του, η οποία του προκάλεσε πόνο, ταλαιπωρία αλλά και ειδικές ζημιές, τις οποίες δεν θα υπόκειτο αν και εφόσον οι λειτουργοί αυτοί του κράτους δεν ήτο αμελείς. Για σκοπούς αιτιολόγησης της μόλις πιο πάνω αναφερόμενης κρίσης μου, σημειώνω τα ακόλουθα: Επί, τουλάχιστον, μιας απεικόνισης του Τεκμηρίου 2 είναι εμφανές ότι στις 22.04.2009, και δη πριν ο Ενάγοντας εξεταστεί από τον ΜΥ3, τούτος έφερε ρωγμώδες κάταγμα του σκαφοειδούς οστού του δεξιού άνω άκρου του. Ο ΜΥ1, παρότι πρόκειται για γιατρό ακτινολόγο, πλέον αρμόδιο πρόσωπο για να αναγιγνώσκει και να αποφαίνεται επί των ενδείξεων ακτινολογικών εξετάσεων, απέτυχε, αδικαιολόγητα, κατά τη γνώμη μου,, να αντιληφθεί τούτο, με αποτέλεσμα να γνωματεύσει ότι ο Ενάγοντας δεν έφερε οποιοδήποτε κάταγμα, κάταγμα, που, εν πάση περιπτώσει, στη βάση των όσων γνώριζε (διαύγαση επί μιας απεικόνισης και υπουλότητα του επίδικου κατάγματος), θα έπρεπε, τουλάχιστον, να μην αποκλείσει. Όσο τώρα αφορά στον ΜΥ3, με δεδομένη και την αποδοχή του ιδίου, ότι διάγνωση περί ενδεχόμενου κατάγματος είναι δυνατόν να γίνει κατόπιν κλινικής εξέτασης του ασθενούς, εξέταση, που, ως ο ίδιος ανέφερε, διενήργησε, και με δεδομένη την κρίση του Δικαστηρίου ότι κατά τις 22.04.2009, όταν και ο ΜΥ3 εξέτασε, για πρώτη φορά, τον Ενάγοντα, ο τελευταίος έφερε κάταγμα σκαφοειδούς οστού, όφειλε να διαγνώσει τούτο ή, εν πάση περιπτώσει, να μην το αποκλείσει και τούτο γιατί, και αυτός ο μάρτυρας παρουσιάστηκε γνώστης του γεγονότος ότι το σκαφοειδές κάταγμα έχει την ιδιαιτερότητα, σε ένα μεγάλο ποσοστό, να μην εμφαίνεται επί του πρώτου ακτινολογικού ελέγχου. Με δεδομένη δε τη θέση του μάρτυρα αυτού ότι η συμπτωματολογία της κάκωσης συνδέσμο