← Κύπρος

OSTIA DEVELOPERS LIMITED ν. Δημάδη, Αρ. Αγωγής: 5722/16, 13/3/2019

OSTIA DEVELOPERS LIMITED ν. Δημάδη, Αρ. Αγωγής: 5722/16, 13/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5722/16 Μεταξύ: OSTIA DEVELOPERS LIMITED Εναγόντων και XXXXX Δημάδη Εναγόμενης Αίτηση Εναγόμενης ημερομηνίας 4.10.18 για Τροποποίηση Ημερομηνία: 13 Μαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κ. Παπαδόπουλος με κ. Πλατή Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κα Λαδά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Εναγόμενη (στο εξής η Αιτήτρια) αποσκοπεί σε τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της. Η Αίτηση - η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.20 θθ 1-5, Δ.25 θθ 1-6, Δ 48 θθ 1 -9 και Δ.64, στις αρχές της επιείκειας και συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Δημάδη ημερομηνίας 4.10.18 - προσέκρουσε σε ένσταση των Εναγόντων (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Βόντζου ημερομηνίας 17.12.

  1. Όπως διατείνεται ο XXXXX Δημάδης, είναι γιος της Αιτήτριας, η οποία, λόγω ηλικίας δεν ασχολείται με τις αναπτύξεις των ακινήτων της οικογένειας και έχει αναθέσει στον ίδιο και στην αδελφή του, τη διαχείριση της περιουσίας της, μεταξύ άλλων και του επίδικου ακίνητου. Μετά από συζητήσεις που είχε με την αδελφή του και τους δικηγόρους του σχετικά με την παρούσα υπόθεση και μετά την ανάγνωση της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση των Καθ' ων η αίτηση, ήλθαν στο μυαλό του νέα γεγονότα τα οποία δεν θυμόταν κατά το στάδιο των οδηγιών για τη σύνταξη της Υπεράσπισης. Επίσης διαφάνηκε ότι υπάρχουν μερικές ανακρίβειες στο δικόγραφο της Υπεράσπισης, οι οποίες χρήζουν διευκρίνησης. Πρόσθεσε ότι τόση είναι η σύγχυση που περιβάλλει τους επίδικους ισχυρισμούς - οι οποίοι χρονολογούνται - με αποτέλεσμα οι Καθ' ων η αίτηση στην παράγραφο 3 της Απάντησης τους, παραδέχονται τον ισχυρισμό της Αιτήτριας, ότι η προφορική συμφωνία έγινε το
  2. Ωστόσο, απ' ό,τι εξακρίβωσε, η εν λόγω συμφωνία φαίνεται να συνομολογήθηκε το
  3. Θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί για τους οποίους καλόπιστα επιζητείται η τροποποίηση, είναι σημαντικοί, ώστε να διορθωθούν μερικές ανακρίβειες και το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του το σωστό υπόβαθρο της υπόθεσης. Η εν λόγω τροποποίηση δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, εφόσον η υπόθεση βρίσκεται σε πολύ αρχικό στάδιο και ο ακριβέστερος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων θα διευκολύνει τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας και θα συντείνει στο να μην βρεθεί προ εκπλήξεως κανένας διάδικος. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η μη συμπερίληψη των ισχυρισμών για τους οποίους ζητείται η τροποποίηση ή προσαγωγή στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, βασίζεται σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου και είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι Καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους προέβαλαν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  4. Με βάση τη νέα Δ.25 Θ 1

(3)η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι επιτρεπτή, εφόσον η κλήση για οδηγίες εκδόθηκε στις 13.8.18, ενώ η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε στις 4.10.
  1. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο ή ισχυρισμός που να καταδεικνύει την ύπαρξη εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας.
  2. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν νέα γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.
  3. Εάν επιτραπεί η Αίτηση, θα αλλάξει ουσιωδώς η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, με πιθανό αποτέλεσμα να επηρεασθεί δυσμενώς η θέση των Καθ' ων η αίτηση, ιδιαίτερα αναφορικά με τις παραδοχές.
  4. Η Αίτηση είναι αβάσιμη και καταχρηστική και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Η XXXXX Βόντζου είναι διευθύντρια των Καθ' ων η αίτηση και με την ένορκη δήλωση της, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Στο στάδιο των αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται τις αρχές της τροποποίησης. Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις, έχοντας προς τούτο υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (βλ. Φοινιώτης ν Greenmar Navigation
(1998)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, Federal Bank of Lebanon v Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, Χρίστου ν Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Fereos v Martin Brothers
(1997)1 Α.Α.Δ. 370, Pelekanos v Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Τσαγγάρης ν Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156, Στυλιανού ν Λαϊκής
(2002)1 Α.Α.Δ. 746, Ταξί Κυριάκος ν Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 και άλλες), οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως. Η τροποποίηση ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων, όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ως και ο χρόνος υποβολής του αιτήματος. Ο χρόνος, όμως, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Θα πρέπει, όμως, να δικαιολογείται κάθε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, βάρος που επαυξάνει αναλόγως της καθυστέρησης. Ένας άλλος παράγοντας που συνεκτιμάται είναι και η δυνατότητα που είχε ο αιτητής για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, αλλά η σύγχρονη τάση είναι να εγκρίνονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις έστω και αν παρατηρήθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση. Επιγραμματικά, τέλος, η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα, εκτός στις περιπτώσεις που προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα. Στην Απόφαση Αντώνης Ανδρέου ν Adboard Media Ltd κ.ά στην Αγωγή αρ. 4/11 ημερ. 16.9.14, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνοψίστηκαν επίσης οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων και σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται και πρέπει να ασκείται φιλελεύθερα, χωρίς να διέπεται σε άκαμπτους κανόνες, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση επιβεβλημένη για την αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Έργο που επιτελείται μετά τη συνεκτίμηση όλων των παραγόντων που αφορούν στην κάθε περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων και επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν, στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237). Ακόμη και εκεί όπου η απαιτούμενη τροποποίηση είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, μπορεί να παραχωρηθεί η θεραπεία (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη κ.ά., Πολιτική Έφεση 79/2009, 4.5.2012). Προϋποθέτει βεβαίως η έγκριση του αιτήματος, ότι ο αιτητής, δεν ενεργεί κακόπιστα και ότι η αιτιολόγηση του αιτήματος για την όποια καθυστέρηση, η οποία ποικίλει αναλόγως με το στάδιο που υποβάλλεται η αίτηση, δεν προκαλεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά. Η εισαγωγή νέου ζητήματος, δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου πάντοτε, ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες στην άλλη πλευρά. Η διαχρονική γραμμή της νομολογίας επαναλαμβάνει ως θεμελιακή αρχή πως, τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση, όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και προς αποτροπή της πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών. Ακόμα και στην περίπτωση που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η αίτηση δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται πάντοτε υπό το πρίσμα των στοιχείων της κάθε περίπτωσης. Κυρίαρχος παράγοντας κατά πάντα χρόνο και σε κάθε περίπτωση ώστε να επιτραπεί η τροποποίηση, συνιστά το συμφέρον της δικαιοσύνης (IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014).» Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολ. Εφ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.2014 είναι επίσης σχετικό: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).» Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η αιτούμενη τροποποίηση διέπεται από τη νέα Δ.25 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία ορίζει ως ακολούθως: «Δ.25 1.
(1)Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείτε σε οποιοδήποτε εξ αυτών.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, τροποποιημένη απάντηση, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Ωστόσο, έχω την άποψη ότι η προαναφερθείσα νομολογία, προσαρμοσμένη κατά το μέτρο του δυνατού στη νέα Δ.25 - με την οποία προφανώς περιορίστηκε η δυνατότητα για τροποποίηση -εξακολουθεί να είναι σχετική και καθοδηγητική κατά την εφαρμογή της. Από το λεκτικό της νέας Δ.25 Θ 1
(3)προκύπτει ότι μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, καμιά τροποποίηση επιτρέπεται, παρά μόνο για τις δύο ειδικά προβλεφθείσες εξαιρέσεις: α) το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και β) όταν έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών εισηγήθηκε ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να εγκριθεί διότι η μη συμπερίληψη των σχετικών ισχυρισμών, οφείλεται σε «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας». Απέδωσε το καλόπιστο λάθος στο γεγονός ότι η Αιτήτρια λόγω ηλικίας δεν ασχολείται με τις αναπτύξεις ακινήτων της οικογενείας και ανέθεσε τη διαχείριση της περιουσίας της στον ενόρκως δηλούντα και στην αδελφή του. Μετά από συζητήσεις των δύο αδελφών μεταξύ τους και με τους δικηγόρους τους, ο ενόρκως δηλών θυμήθηκε γεγονότα τα οποία δεν θυμόταν όταν έδιδε οδηγίες για τη σύνταξη της Υπεράσπισης και επεσήμανε ανακρίβειες σ' αυτήν, οι οποίες χρήζουν διευκρίνησης, τονίζοντας ότι υπάρχει σύγχυση ως προς τους επίδικους ισχυρισμούς, οι οποίοι χρονολογούνται. Σ' ό,τι αφορά τον ορισμό της έννοιας «καλόπιστο», ανέφερε ότι δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί με παραδείγματα μέσα από τη νομολογία αλλά παραμένει αόριστη, ώστε να προσαρμόζεται και να ερμηνεύεται στα πλαίσια της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mogridge v Clapp
(1892)3 Ch 38 2 C A σελ. 391, όπου αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «What does "good faith" mean? What is meant by those two English words which are the exact equivalent in every sense of the expression which is perhaps more commonly used, though not more correctly or properly bona fides? I think that the best way of defining the expression so far as it is necessary or safe to define it is by saying that it is the absence of bad faith of mala fides» Σχετικό είναι και το απόσπασμα από την υπόθεση Associated Leisure Ltd v Others v Associated Newspaper Ltd
(1970)1 All ER 754: «I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter or right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση United Sea Transport Co. Ltd & Another v Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510, σελ. 515: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 130, αναφέρονται τα ακόλουθα: «. good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising 'the real question in controversy between the parties" and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused». Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι όπως προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ανωτέρω) σε σχέση με τη Δ.25 πριν την τροποποίηση της, αποτελούσε επίσης κριτήριο για έγκριση ή όχι αιτούμενης τροποποίησης, η «κακοπιστία» και «η γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή». Αντίθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, εισηγήθηκε ότι «το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» έχει την έννοια του λάθους εκ μέρους του συντάξαντος το δικόγραφο, δηλαδή του δικηγόρου του διαδίκου - αιτητή. Έχω εξετάσει τις θέσεις των δύο πλευρών επί του θέματος και η στενή και αυστηρή προσέγγιση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Έχω την άποψη ότι η έννοια του «καλόπιστου λάθους» θα πρέπει να ερμηνεύεται από το Δικαστήριο κατά τρόπο ευρύ και με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας ότι οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας δεν μπορεί να αποτελούν τροχοπέδη στην σωστή απονομή της δικαιοσύνης. Υπάρχουν Θεσμοί και Κανόνες πρωτίστως για να εξυπηρετούν την δικαιοσύνη και όχι για να αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης παρεκτρέποντας την δίκη από την ουσία της διαφοράς σε ένα παιχνίδι διαδικαστικών κανόνων που τελικά αντί να βοηθούν το πλαίσιο της δίκης, να το καταστρατηγούν. Είναι με αυτό το σκεπτικό στο μυαλό που πρέπει να ερμηνεύονται οι κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. Σχετική είναι υπόθεση Παναγιώτης Λουκά Λτδ ν Ηλία Ονουφρίου
(2004)1 ΑΑΔ 582, όπου αποφασίστηκε ότι «Οι δικονομικοί κανόνες υπάρχουν για να διευκολύνουν και προστατεύουν τους διαδίκους και όχι για να συνιστούν τροχοπέδη στην απονομή της δικαιοσύνης». Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο, η παράλειψη του ενόρκως δηλούντος για την Αιτήτρια, να αναφέρει στο δικηγόρο της Αιτήτριας κατά το χρόνο της σύνταξης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, γεγονότα τα οποία χρονολογούνται από το 2005 και δεν θυμόταν τότε, αλλά θυμήθηκε μετά από συζήτηση με την αδελφή του και τους δικηγόρους του, αποτελεί «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας». Έχοντας κατά νου την πιο πάνω νομολογία στην οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχέση με την ευρεία ερμηνεία του «καλόπιστου λάθους», καταλήγω ότι η πιο πάνω παράλειψη, εμπίπτει εντός της έννοιας του «καλόπιστου λάθους», με δεδομένο ότι, ελλείψει στοιχείων που συνηγορούν με κακοπιστία, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα Αίτηση με κακή πίστη. Συνεπώς, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αποτελούν περίπτωση «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους» στη σύνταξη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Αιτήτριας και συνεπώς εμπίπτει σε μια από τις εξαιρέσεις της Δ.25 Θ 3, που επιτρέπει την τροποποίηση μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου α) τις αιτούμενες τροποποιήσεις και τις λεπτομερείς εξηγήσεις που δόθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας στις σελίδες 10 - 12 της γραπτής του αγόρευσης, προκειμένου να καταδείξει ότι πρόκειται για ουσιαστικά αληθείς και σχετικούς ισχυρισμούς με τα επίδικα θέματα (substantially true and germane to the matters in controversy between the parties), τις οποίες (εξηγήσεις) και αποδέχομαι, τονίζοντας συγχρόνως ότι με αυτές δεν επιδιώκεται η εισαγωγή νέων ισχυρισμών ούτε και αλλοιώνεται η βάση της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, αλλά ούτε και η βάση της αγωγής, οι οποίες και κρίνονται ως αναγκαίες προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ορθότερα τα γεγονότα της υπόθεσης και να αποδοθεί ουσιαστικά η δικαιοσύνη, β) το γεγονός ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε σε πολύ αρχικό στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή στις 4.10.18, μόλις μετά πάροδο 2 μηνών από την καταχώριση της κλήσης για οδηγίες ημερομηνίας 13.8.18 και πριν την ημερομηνία 14.11.18 που ήταν ορισμένη η κλήση για οδηγίες, χωρίς να έχει εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα στο στάδιο της κλήσης για οδηγίες και γ) ότι η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, μπορεί να αποζημιωθεί με επιδίκαση εξόδων προς όφελος της και δεν επηρεάζεται δυσμενώς και με οποιοδήποτε τρόπο που δεν αποκαθίσταται με έξοδα. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο: Εκδίδεται Διάταγμα Τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως η παράγραφος 1 (α - ιδ) της Αίτησης. Η Αιτήτρια να καταχωρίσει τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος. Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Τροποποιημένη Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών στη συνέχεια. Τόσο τα έξοδα της Αίτησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, θα είναι σε βάρος της Αιτήτριας και προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση, τα οποία όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ...................................... Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.