P.G.M.S( Private Grammar & Modern Schools) Ltd ν. Λούη, Αρ. Αγωγής: 1305/18, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1305/18 P.G.M.S( Private Grammar & Modern Schools) Ltd Ενάγουσα- Αιτήτρια -και- XXXXX Λούη Εναγομένη - Καθ' ης η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας,
- 07.2018 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης Ημερομηνία : 28.02.2019 Εμφανίσεις : Για Ενάγουσα - Αιτήτρια : κα Θεοφάνους Για Εναγομένη - Καθ' ης η αίτηση: κ. Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση της Ενάγουσας, ημερομηνίας 6.7.2018, για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης- Καθ' ης η αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Νικολάου. Ο ομνύοντας δηλώνει ότι είναι οικονομικός προϊστάμενος του λογιστηρίου της Ενάγουσας και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτή να προβεί στην υπό κρίση ένορκη δήλωση. Έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωσή του κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το επίδικο γραμμάτιο και ως Τεκμήριο 2 την επίδικη σύμβαση και δήλωση υποθήκης. Εξέφρασε, τέλος, την πεποίθηση ότι η Εναγομένη δεν διατηρεί οποιαδήποτε υπεράσπιση. Η Εναγομένη - Καθ' ης η αίτηση την 10.12.2018 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω :
- Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη ή και είναι παράτυπη.
- Δεν τηρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις που θέτουν οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί και συγκεκριμένα η Διάταξη 18 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εις βάρος της εναγόμενης.
- Η εναγόμενη έχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και το Σεβαστό Δικαίωμα θα πρέπει να της δώσει δικαίωμα ή και να εξασκήσει το συνταγματικό της δικαίωμα να ακουστεί και αν τύχει δίκαιας δίκης.
- Τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης εις βάρος της εναγόμενης παραβιάζει το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α).
- Το ισχυριζόμενο γραμμάτιο συνήθους τύπου που παρουσιάζουν οι αιτητές είναι άκυρο αφού ουδέποτε η καθ' ης η αίτηση έλαβε οποιοδήποτε ποσό ή και το αναφερόμενο ποσό από τους αιτητές σε μετρητά.
- Οι αιτητές εξανάγκασαν την καθ' ης η αίτηση όπως υπογράψει το εν λόγω γραμμάτιο συνήθους τύπου για άλλους λόγους και όχι για να της παραχωρήσουν οποιοδήποτε ποσό τοις μετρητοίς. Η ένσταση της Εναγομένης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ίδιας. Η Εναγομένη- Καθ' ης η αίτηση αποδέχεται ότι υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο συνήθους τύπου, πλην όμως ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσό έλαβε σε μετρητά και ότι υπέγραψε αυτό κατόπιν πίεσης( duress). Προσδιόρισε την πίεση, που δέχθηκε, στο ότι της τέθηκε από την Ενάγουσα ότι εάν δεν αναλάμβανε τη δέσμευση να πληρώσει το ποσό των €35.575 σε αυτή, θα έδιωχναν από το ιδιωτικό σχολείο Grammar School, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, τα δύο της τέκνα. Παραδέχθηκε, όμως, ότι σε κάθε περίπτωση όφειλε το πιο πάνω ποσό ως δίδακτρα. Περαιτέρω στη βάση της πιο πάνω κατ΄ ισχυρισμόν πίεσης δέχθηκε όπως υπογράψει την επίδικη σύμβαση υποθήκης. Δήλωσε, παράλληλα, ότι η επίδικη σύμβαση υποθήκης εξασφαλίζει εικονικό γραμμάτιο συνήθους τύπου. Διαδικασία Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης έκαστης πλευράς. Σχετικές είναι οι αποφάσεις, Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 , Iacovou brothers (constructions) Ltd v. Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα Πολ. Έφεση 277/2007, ημερ. 18.2.2010 . Προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο στις 18.5.2018 και ότι η Εναγομένη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 8.6.2018. Νομική πτυχή - Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.18 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Οι αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Στην απόφαση Sensus Gymnasium Ltd v Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 1795 το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις σχετικές νομικές αρχές επί του θέματος ως ακολούθως : «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) A.A.Δ.1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818.) Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:
- Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο.
- Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Stavrinides, σελ. 136-138) και Δημητρίου σελ. 790-794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18 Καν. 3(α))» Σχετική επίσης είναι η απόφαση στην υπόθεση Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Π.Ε 60/2011, ημερομηνίας 12.7.2016. Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών θα προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Συνδρομή των προϋποθέσεων της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πληρούνται οι δυο πρώτες τυπικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ. 1 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Προκύπτει αβίαστα, ως συμπέρασμα, το ότι έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο και η Εναγομένη έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι ο ενόρκως δηλών δήλωσε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και μπορεί να ορκισθεί θετικά γι' αυτά. Παρέπεμψε προς επίρρωση των ισχυρισμών του τόσο στο επίδικο γραμμάτιο όσο και στην επίδικη σύμβαση υποθήκης. Περαιτέρω τονίζεται ότι η υπογραφή του επίδικου γραμματίου και σύμβασης υποθήκης είναι παραδεκτά από την Εναγομένη. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, ότι δηλαδή η ένορκη δήλωση γίνεται από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί για τα γεγονότα, επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης το βάρος, πλέον, μετατοπίζεται στην Εναγομένη να καταδείξει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή, ώστε να της δοθεί δυνατότητα καταχώρησης υπεράσπισης. Η Υπεράσπιση των Εναγομένης Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω με τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, η Εναγομένη οφείλει να καταδείξει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή, ώστε να της δοθεί δικαίωμα για υπεράσπιση. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: « Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD v. The Central Co-Operative Industries Co ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Ασφαλώς δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι οι πρόνοιες της Δ.18 πρέπει να διαβάζονται και υπό το φως του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να ασκείται με φειδώ, μόνο σε περιπτώσεις που είναι εμφανές ότι ο εναγόμενος δεν διατηρεί οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή. Σχετική είναι Zervos v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) 1968 . Ως προς την έννοια του τι αποτελεί αδιαμφισβήτητη περίπτωση, για σκοπούς έκδοσης συνοπτικής απόφασης, θεμελιακή είναι η απόφαση στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ( Υπό Εκκαθάριση ) κ.ά ν. Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος Α.Ε
(2001)1 ΑΑΔ 418, όπου κρίθηκαν τα εξής : «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1959, στη σελίδα 264 υπό τον τίτλο Question of Fact αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά : «Leave to defend should be given where the defendant raises any substantial question of fact which ought to be tried... or there is a fair dispute to be tried as to the meaning of the document on which the claim is based... or uncertainty as to the amount actually due.» Προκύπτει συνεπώς από το πιο πάνω σύγγραμμα ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσό, πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση. Επιπρόσθετα αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου, ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Σχετικές είναι οι αποφάσεις, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (ανωτέρω). Το γεγονός, όμως, ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, δεν συνεπάγεται ότι, για τη χορήγηση άδειας προς υπεράσπιση, αρκεί η προβολή αόριστων ή γενικών ισχυρισμών. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται η προβολή ισχυρισμών στην αναγκαία έκταση, πάντοτε σε συνάρτηση με το εκάστοτε επίδικο ζήτημα. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση στην υπόθεση Caterchef NV Ltd ν. PCP Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912 , όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου. Τη θέση μας ενισχύει το παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362; Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.).» Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 και New Orchidea Fashion Ltd v. Eργοληπτικής Εταιρείας Βαρνάβας Χ¨ Κυπριανού Λτδ
(1998)1(Α) ΑΑΔ 202. Στην υπό κρίση υπόθεση η απαίτηση της Ενάγουσας ερείδεται επί γραμματίου συνήθους τύπου, το οποίο αποτελεί εκ του νόμου μίαν ιδιότυπη ρύθμιση και χωρούν μόνο συγκεκριμένες υπερασπίσεις. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 79 του περί Συμβάσεων Νόμου, το γεγονός ότι αυτό εξασφαλίζεται με υποθήκη δεν το καθιστά άκυρο. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη, στο γραμμάτιο, αντιπαροχή. Σχετική είναι η απόφαση Λεωνίδου Πανίκος Α. και άλλη ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη
(2012)1 ΑΑΔ 1694, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733.» Οι πιο πάνω αρχές επανεπιβεβαιώθηκαν στις πρόσφατες αποφάσεις Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148 και Αντώνης Σαλαχώρη ν. Αργυρούλας Παναγιωτίδου, Πολ. Έφεση 257/2010, ημερομηνίας 1.3.2016. Στην υπό κρίση υπόθεση το επίδικο έγγραφο δεν αμφισβητείται ότι είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου και το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη σε αυτό αντιπαροχή. Συνεπώς η θέση της Εναγομένης ότι ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε ποσό ως μετρητά ή ότι αυτό είναι εικονικό δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο υπεράσπισης. Αυτό που εγείρει η Εναγομένη, ως υπεράσπιση, είναι το ότι υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο και την επίδικη σύμβαση υποθήκης, κατόπιν ψυχικής πίεσης. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας θα πρέπει να κριθεί το κατά πόσο ο πιο πάνω ισχυρισμός εγείρεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργεί δικάσιμο θέμα. Επί του προκειμένου, κατ΄αρχάς, παρατηρώ ότι είναι παραδεκτό από την Εναγομένη ότι όφειλε χρήματα στην Ενάγουσα σχετικά με απλήρωτα δίδακτρα των παιδιών της. Ο όλος ισχυρισμός περί ψυχικής πίεσης συνδέεται με την κατ΄ ισχυρισμόν απαίτηση εξόφλησης των οφειλομένων διδάκτρων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση ισχυρίστηκε, με παραπομπή στην υπόθεση, Πλοίο Παναγία Μυρτιδιώτισσα ν. Σιδηρόπουλου κ.ά.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1000, ότι η πιο πάνω ενέργεια συνιστά οικονομικό εξαναγκασμό. Όντως, προκύπτει από τη νομολογία ότι ο οικονομικός εξαναγκασμός συνιστά μορφή αθέμιτης επιρροής και καθιστά κάποια σύμβαση ακυρώσιμη. Όμως από την ίδια απόφαση προκύπτει ότι ουσιαστικό στοιχείο της έννοιας του οικονομικού εξαναγκασμού είναι η άσκηση αθέμιτης πίεσης. Τονίζεται, επιπλέον, ότι η παράνομη πίεση πρέπει να διαχωρίζεται από την ενίοτε σκληρή πίεση που προκύπτει από κανονικές εμπορικές δοσοληψίες. Σχετική είναι η Αγγλική απόφαση Bank Of India v. Riat [2014] EWHC 1775 (CH), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Illegitimate pressure must be distinguished from the rough and tumble of normal commercial bargaining and will depend upon a consideration of all of the circumstances in any given case.» Περαιτέρω στο σύγγραμμα Π.Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων 1η έκδοση τόμος Α σελ. 289 υπογραμμίζεται ότι το κεντρικό στοιχείο του δόγματος του οικονομικού εξαναγκασμού είναι η άσκηση αθέμιτης πίεσης. Στο ίδιο σύγγραμμα ο συγγραφέας καταγράφει ως συμπέρασμα της Αγγλικής και Κυπριακής νομολογίας τη θέση ότι οικονομικός εξαναγκασμός προκύπτει, όταν το ένα μέρος ασκεί πίεση εις βάρος του άλλου με σκοπό την εγκατάλειψη ή την τροποποίηση των συμβατικών του δικαιωμάτων. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχουν παρασχεθεί λεπτομέρειες στην αναγκαία έκταση για την πιο πάνω πτυχή της επικαλούμενης υπεράσπισης. Η απλή δήλωση της Εναγομένης- Καθ' ης η αίτηση ότι της ζητήθηκε να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο για να συνεχιστεί η φοίτηση των παιδιών της, δεν συνιστά και δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε αθέμιτη ενέργεια. Περαιτέρω υπογραμμίζεται ότι η Εναγομένη - Καθ' ης η αίτηση ουδεμία μαρτυρία προσέφερε σχετικά με την αξία του ακινήτου που υποθηκεύθηκε, ώστε να είναι δυνατόν να καταστεί συζητήσιμο το θεμιτό ή αθέμιτο της απαίτησης για υπογραφή της επίδικης σύμβασης και δήλωσης υποθήκης. Αντίθετα η Εναγομένη - Καθ' ης η αίτηση συνδέει την κατ' ισχυρισμόν πίεση προς υπογραφή της επίδικης σύμβασης υποθήκευσης με την εξασφάλιση του επίδικου γραμματίου. Παράλληλα τονίζεται ότι μέσα από την ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης η αίτηση δεν εντοπίζονται αναφορές τέτοιες που να δεικνύουν πίεση προς την Εναγομένη για τροποποίηση ή εγκατάλειψη των συμβατικών της δικαιωμάτων. Αυτό που προκύπτει είναι η απαίτηση για συμμόρφωση με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ως είχαν, τις οποίες και η ίδια αναγνώρισε και δεν αμφισβήτησε. Ακόμα και σκληρή να ήταν η απαίτηση της Ενάγουσας, για συμμόρφωση της Εναγομένης, δεν υφίστανται λεπτομέρειες σε τέτοια έκταση που να καθιστούν συζητήσιμο το ότι η απαίτηση της Ενάγουσας ξέφυγε από τα θεμιτά όρια της πίεσης που προκύπτει μέσα από κανονικές δοσοληψίες. Ο απλός ισχυρισμός περί απαίτησης για εξασφάλιση των οφειλομένων διδάκτρων μέσω του επίδικου γραμματίου και σύμβασης υποθήκης ως όρος για συνέχιση της φοίτησης σε ιδιωτικό σχολείο δεν μπορεί να συνιστά στοιχείο που να γεννά δικάσιμο θέμα, ως προς την ύπαρξη οικονομικού εξαναγκασμού. Ταυτόχρονα ούτε οι αναφορές της Εναγομένης - Καθ' ης η αίτηση περί χρημάτων που είχε να λαμβάνει από τον πρώην σύζυγό της έστω και εάν ήταν εις γνώση της Ενάγουσας δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν λεπτομέρεια ικανή να γεννήσει δικάσιμο θέμα ως προς την ύπαρξη οικονομικού εξαναγκασμού. Η πιο πάνω αναφορά δεν μπορεί να σχετιστεί με οποιαδήποτε απαίτηση προς την Εναγομένη για εγκατάλειψη ή τροποποίηση επί το χείρον των συμβατικών της δικαιωμάτων. Εφόσον, λοιπόν, δεν παρουσιάζονται λεπτομέρειες ως προς την κεντρική πτυχή της επικαλούμενης υπεράσπισης, ήτοι την άσκηση πίεσης για εγκατάλειψη ή τροποποίηση επί το χείρον των συμβατικών δικαιωμάτων της Εναγομένης, δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί της ύπαρξης δικάσιμου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων. Συνεπώς, μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν παρουσιάζονται λεπτομέρειες σε τέτοια έκταση ώστε, να κριθεί ότι εγείρεται δικάσιμο θέμα μεταξύ των διαδίκων, ώστε να δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης στην Εναγομένη. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση ως το Α,Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης πλέον έξοδα υπέρ της Ενάγουσας ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο