Β.S. Beteiligungsgesellschaft mbH ν. Bryanston Resources AG κ.α., Αρ. Αγωγής: 2797/2018, 22/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2797/2018 Μεταξύ: Β.S. Beteiligungsgesellschaft mbH Εναγόντων -και-
- Bryanston Resources AG
- Belkacar Limited
- F.K. Beteiligungsgesellschaft mbH
- Bryanston Group AG
- XXXXX Kroeher
- XXXXX Tencati
- XXXXX Brickenstein
- XXXXX Nowak
- XXXXX Azmukhanov Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 11.10.2018 Interim Order Ημερομηνία: 22.03.2019 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Χρ. Κότσαπα για M. Korelis & Co LLC. Για εναγόμενο 2, καθ' ου η αίτηση αρ. 2: κ. Δ. Κάτσης για D. Katsis LLC. Για εναγόμενους 3 - 9, καθ' ων η αίτηση αρ. 3 έως 9: κ. Γ. Μίτλετον για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.10.2018, οι εναγόντες δρομολόγησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρησαν, αξιώνουν διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσσει τη μεταβίβαση του 52,47% που η εναγομένη αρ.4 κατέχει στην εναγομένη αρ.2, πίσω στην εναγομένη αρ.1 εταιρεία. Διαζευκτικά με το πιο πάνω, απόφαση για το ποσό των €26.857.845,00 ως γενικές αποζημιώσεις εναντίον όλων των εναγομένων για συνωμοσία προς εξαπάτηση των εναγόντων και/ή της εναγομένης αρ.1 και/ή για απάτη και/ή δόλο. Περαιτέρω, αξιώνουν διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται ή/και εμποδίζεται η εναγομένη αρ.2 από το να μειώσει, με οποιοδήποτε τρόπο, την αξία των μετοχών που αυτή άμεσα ή έμμεσα κατέχει στη Ρωσική εταιρεία Carsharing JSC, οι οποίες ανέρχονται στο 52,47% του κεφαλαίου της, μέχρι του ποσού των €26.857.845,00, ως επίσης διάταγμα που να απαγορεύει ή να εμποδίζει τους εναγομένους αρ.1 έως 9 από το να μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν ή/και καταστήσουν διαθέσιμα με οποιοδήποτε τρόπο, περιουσιακά τους στοιχεία εντός ή εκτός Κύπρου, είτε κατέχονται άμεσα είτε έμμεσα από τους ίδιους τους εναγόμενους και/ή είτε κατέχονται επ' ονόματι τους είτε όχι ή/και από κοινού με οποιαδήποτε τρίτα μέρη μέχρι του ποσού των €26.857.845,
- Την ίδια μέρα που οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, προώθησαν και την υπό συζήτηση αίτηση, στα πλαίσια της οποίας, στις 15.10.2018, εξασφάλισαν μονομερώς, διάταγμα του δικαστηρίου το οποίο: «
- ................ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ AΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ την εναγόμενη 2 ή/και τους συμβούλους ή/και αξιωματούχους ή/και τον γραμματέα ή/και υπαλλήλους ή/και εκπροσώπους ή/και εντολοδόχους ή/και υπηρέτες της εναγόμενης 2 από το να εκχωρήσουν ή/και διανέμουν ή/και αποξενώσουν ή/και επιβαρύνουν ή/και διαθέσουν με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ή/και να μειώσουν την αξία ή/και να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας των μετοχών που κατέχει η εναγόμενη 2, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στην Carsharing JSC εκ Ρωσίας, και οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 52,47% του κεφαλαίου της μέχρι του ποσού των €26.857.845, μέχρι την τελική απόφαση επί της αίτησης ή/και άλλο διάταγμα του Δικαστηρίου.
- ΚΑΙ ........... ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ τους εναγόμενους 1-8 ή/και τους συμβούλους ή/και αξιωματούχους ή/και τον γραμματέα ή/και υπαλλήλους ή/και εκπροσώπους ή/και εντολοδόχους ή/και υπηρέτες τους από το να πωλήσουν ή/και μεταβιβάσουν ή/και προβούν σε δωρεά ή/και ενεχυριάσουν ή/και με οποιονδήποτε τρόπο καταστήσουν διαθέσιμα ή/και αποξενώσουν ή/και επιβαρύνουν όλα ή οποιαδήποτε από τα περιουσιακά τους στοιχεία, είτε κινητά είτε ακίνητα, τα οποία βρίσκονται εντός ή εκτός Κύπρου, είτε κατέχονται άμεσα είτε έμμεσα από τους ίδιους τους εναγόμενους και είτε κατέχονται επ' ονόματι τους είτε όχι ή/και από κοινού με οποιαδήποτε τρίτα μέρη ή/και τα δικαιώματα τους μέχρι του ποσού των €26.857.845, μέχρι την τελική απόφαση επί της απαίτησης ή/και άλλο διάταγμα του Δικαστηρίου». Στο πλαίσιο της ως άνω μονομερούς αίτησης τους, οι ενάγοντες αξιώνουν επίσης διάταγμα προσδιορισμού και αποκάλυψης των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων εντός και εκτός Δημοκρατίας, θεραπεία για την οποία δόθηκαν οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί σε όλους τους εναγομένους - καθ' ων η αίτηση. Η ως άνω εξέλιξη προκάλεσε την αντίδραση των ως άνω εναγομένων - καθ' ων η αίτηση. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι αρ.3 έως 9, οι οποίοι εμφανίστηκαν και συμμετέχουν στη διαδικασία υπό διαμαρτυρία, προχώρησαν στην καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στις 29.11.
- Ομοίως, η εναγόμενη εταιρεία αρ.2 καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 04.12.
- Παρεμβάλλεται ότι σε σχέση με την εναγομένη αρ.1 εταιρεία, δηλώθηκε προς το δικαστήριο πως καθ' ην έκταση αυτή είναι ιδιοκτησίας της ενάγουσας και της εναγομένης αρ.3 εταιρείας, (κατά το ½ έκαστη) δεν θα συμμετάσχει στη διαδικασία που αφορά η υπό συζήτηση αίτηση και ότι θα ακολουθήσει το αποτέλεσμα της. Ως οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, στην ένσταση της εναγομένης αρ.2 εταιρείας, πέραν από τη νομική της βάση, προβάλλονται και οι λόγοι επί των οποίων αυτή εδράζεται. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προτάσσεται από την πλευρά της εναγομένης αρ.2 εταιρείας: «1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), αφού οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή καλή συζητήσιμη υπόθεση και/ή ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη αν δεν εκδοθούν και/ή οριστικοποιηθούν τα διατάγματα, ούτε οι προϋποθέσεις της σχετικής επί του θέματος Νομολογίας πληρούνται, δηλαδή: i. Δεν αποδεικνύεται ότι εάν δεν εκδοθούν η οριστικοποιηθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα σε μεταγενέστερο στάδιο. ii. To ισοζύγιο της ευχέρειας (THE BALANCE OF CONVENIENCE) γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και/ή δεν δικαιολογεί την διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος. 2) Δεν καταδείχθηκε από τους Αιτητές πραγματικός ή επικείμενος κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση
- 3) Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή παραβίασαν και/ή απέτυχαν να συμμορφωθούν με το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή παρουσίασαν μια παραπλανητική και/ή αναληθή και/ή διαστρεβλωμένη εικόνα των γεγονότων. 4) Ο Αιτητές δεν προέβηκαν σε περαιτέρω αποκάλυψη γεγονότων και/ή στοιχείων τα οποία έλαβαν χώρα και/ή έγιναν γνωστά σε αυτούς μετά την καταχώρηση της Αίτησης. 5) Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της παρούσας διαφοράς και/ή στερούνται εξουσίας και/ή δεν είναι δικαιοδοτικά αρμόδια (forum conveniens) για εκδίκαση της παρούσας διαδικασίας. 6) Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει και/ή τεκμηριώσει καλή βάση αγωγής και/ή βάση για παράγωγη αγωγή και/ή δεν έχουν αποδείξει την διάπραξη απάτης και/ή συνομωσίας και/ή την ύπαρξη δόλου. 7) Η Αίτηση είναι ελλιπής και/ή ανεπαρκής και/ή ασαφής και/ή παράτυπη και αντικανονική και/ή εξισούται με κατάχρηση και/ή κακή πίστη και έχει καταχωρηθεί για εξυπηρέτηση αλλότριων και/ή άλλων σκοπών και/ή για την εξάσκηση πίεσης και/ή για την ταλαιπωρία των Καθ' ων η Αίτηση. 8) Οι Αιτητές δεν απέδειξαν ότι το ζήτημα είναι κατεπείγον και ως εκ τούτου το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να εκδώσει τα διατάγματα χωρίς ειδοποίηση. 9) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης και/ή τύπου «Norwich Pharmacal» δοθέντος του ότι οι Αιτητές με τους ισχυρισμούς τους και την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και της Αίτησης, έχουν καταδείξει το αδίκημα στο οποίο εδράζεται το παράπονο τους, όπως επίσης και την ταυτότητα των καθ' ισχυρισμό φερόμενων αδικοπραγούντων και ως εκ τούτου το αποτέλεσμα -ης αποκάλυψης σε καμία περίπτωση δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς που το Δίκαιο της Επιείκειας (Law of Equity) και η σχετική επί του θέματος νομολογία έχει καθορίσει και/ή η θεραπεία της αποκάλυψης στοχεύει στην εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και/ή η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση δεν μπορεί να στηρίξει θεραπείες τέτοιου τύπου. 10) Η Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Κορέλλη ημερομηνίας 11/10/2018 η οποία συνοδεύει την Αίτηση (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΕΔ Κορέλλη») είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή γενική και/ή αόριστη και/ή τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτήν δεν αποτελούν επαρκές και ικανοποιητικό νομικό και πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και οι Αιτητές δεν απέσεισαν το βάρος που ήταν επιφορτισμένοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. 11) Η ΕΔ Κορέλλη περιέχει άσχετους και/ή παραπλανητικούς και/ή ανακριβείς ισχυρισμούς ενώ έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται σε αυτή δεν έχουν μεταφραστεί και/ή δεν επιβεβαιώνεται η μετάφρασή τους. 12) Οι Αιτητές είναι ένοχοι κατάχρησης διαδικασίας (abuse of process), καθώς θα μπορούσαν να είχαν επιδιώξει τον ίδιο σκοπό με διαδικασίες στο εξωτερικό τις οποίες έχουν ήδη προωθήσει και/ή συνεχίζουν να προωθούν εναντίον κάποιων εκ των Εναγομένων / Καθ' ων η Αίτηση. 13) Οι Αιτητές βαρύνονται με αδικαιολόγητη και/ή μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία προς τούτο. 14) Η Αίτηση έχει επηρεάσει και συνεχίζει να επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση
- 15) Το λεκτικό του εκδοθέντος διατάγματος είναι ασαφές και/ή γενικό και/ή αόριστο και χρησιμοποιείται από τους Αιτήτές για αλλότριους και/ή άλλους σκοπούς. 16) Η τραπεζική εγγύηση που έχει δοθεί από τους Αιτητές είναι ανεπαρκής και δεν μπορεί να καλύψει και/ή να εξασφαλίσει τις ενδεχόμενες ζημιές και απώλειες που θα υποστούν οι Καθ' ων η Αίτηση 2 συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 15/10/2018 και σε περίπτωση που τα εκδοθέντα διατάγματα δεν ακυρωθούν και/ή καταστούν απόλυτα, η εγγύηση θα πρέπει να αυξηθεί». Ικανό αριθμό λόγων ένστασης προτάσσει επίσης η πλευρά των εναγομένων αρ. 3 έως
- Ως ειδικότερα προκρίνεται από την πλευρά των τελευταίων στη σχετική ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους: «
- Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και/ή του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και/ή της νομολογίας δεν πληρούνται και/ή ικανοποιούνται.
- Οι Αιτητές έχουν αποτύχει να τεκμηριώσουν εύλογη και/ή αξιόπιστη και/ή καλή αγωγής και/ή ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον των Καθ'- Αίτηση, ή ότι υπάρχει πιθανότητα να επιτύχουν στην Αγωγή.
- Άνευ βλάβης και χωρίς περιορισμό, οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν αντανακλαστική ζημιά (reflective loss), ενώ η (διαζευκτική) παράγωγη φύση της Αγωγής εκ μέρους της Εναγόμενης/ Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν είναι επιτρεπτή καθότι η Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν είναι Κυπριακή Εταιρεία και/ή καθότι με βάση το Ελβετικό δίκαιο τυχόν δικαιώματα των Αιτητών ως μετόχων της Εναγόμενης/ Καθ' ης η Αίτηση 1 είναι ανενεργό και/ή τελούν υπό αναστολή δυνάμει των άρθρων 697i-697m του Ελβετικού Κώδικα Υποχρεώσεων.
- Οι Αιτητές έχουν αποτύχει να καταδείξουν ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν απορριφθεί η Αίτηση και/ή απορριφθούν και/ή ακυρωθούν τα ενδιάμεσα προσωρινά διατάγματα ημερ. 15.10.2018 («Διατάγματα»)
- Άνευ βλάβης των προαναφερθέντων, οι Αιτητές έχουν αποτύχει να παρουσιάσουν μαρτυρία και/ή επαρκή και/ή πειστική και/ή ξεκάθαρη τεκμηρίωση ως προς το ότι οι Καθ' ων η Αίτηση γενικά και/ή καθ' ένας από αυτούς δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση εναντίον τους στο τέλος της δίκης χωρίς εν τω μεταξύ οποιαδήποτε διατάγματα και/ή τα Διατάγματα να βρίσκονται σε ισχύ. Εν πάση περιπτώσει, κατά την εκδοχή των Αιτητών, το 52,47% της Εναγόμενης/ Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι αξίας €26.720.347,50 και δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία ότι η Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση 4 προτίθεται με οιονδήποτε τρόπο να αποξενώσει τούτο.
- Οι Αιτητές έχουν αποτύχει να ικανοποιήσουν τη δικαιοδοτική προϋπόθεση του κατεπείγοντος και/η έχουν αδικαιολόγητα καθυστερήσει στην έγερση της παρούσας Αγωγής και στην διεκδίκηση μονομερών διαταγμάτων.
- Άνευ βλάβης και χωρίς περιορισμό, οι Αιτητές παραπονιούνται για μια καθ' όλα νομότυπη συνδιαλλαγή που έλαβε χώρα 20 μήνες πριν την έγερση της Αγωγής και της καταχώρισης της Αίτησης και/ή σε πληροφορίες και/ή έγγραφα που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά σε αυτή για πολλούς μήνες.
- Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή έχουν παραβιάσει την υποχρέωσή τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο Δικαστήριο και έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο σημαντικά και ουσιώδη έγγραφα και πληροφορίες που ήταν στην κατοχή τους και/ή που πιθανόν να ήταν στην κατοχή τους αν είχαν προβεί σε εύλογες έρευνες κατά των ουσιώδη χρόνο και/ή απέτυχαν να παρουσιάσουν ορθή και πλήρη εικόνα των γεγονότων και/ή έχουν παραπλανήσει το Δικαστήριο.
- Άνευ βλάβης των προαναφερθέντων. οι Αιτητές απέτυχαν να παρουσιάσουν και/ή να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο τα ακόλουθα γεγονότα ή αποδεικτικά στοιχεία: (α) ότι ο κατ' ισχυρισμό τελικός δικαιούχος των Αιτητών («SB») γνώριζε από τον Μάρτιο του 2017 για τις μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων από την Καθ' ης η Αίτηση 1 προς την Καθ' ης η Αίτηση 4 όπως επιβεβαιώνεται και από τις προσωπικές τους επαφές με τον Καθ' ου η Αίτηση 6 μέσω της εφαρμογής WhatsApp. (β) ότι το Τεκμήριο 29 ΕΔ Κορέλλη, δηλαδή εκτύπωση από ανακοίνωση της εξαγοράς μεριδίου στην Καθ' ης η Αίτηση 2 από την Καθ' ης η Αίτηση 4 είναι αναρτημένο στο διαδίκτυο, όπως φαίνεται από το ίδιο το σχετικό τεκμήριο, από την 12.4.2017 δηλαδή 1.5 χρόνο πριν την καταχώριση της Αίτησης και ότι συνεπώς από τότε οι Αιτητές θα μπορούσαν να λάβουν γνώση της εν λόγω εξαγοράς ή. στο κατ' ελάχιστον, ότι αυτή η ανακοίνωση καταδεικνύει και το ανυπόστατο του υπαινιγμού ότι η εξαγορά έγινε «μυστικά». (γ) τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Καθ' ης η Αίτηση 2 (διαθέσιμες στο κοινό) οι οποίες καταδεικνύουν το ανυπόστατο της κατ' ισχυρισμό εκτίμησης που επισυνάπτεται στην Αίτηση και συνεπώς των αξιώσεων των Αιτητών στην Κυρίως Αγωγή και στην Αίτηση. (δ) το γεγονός ότι οι Αιτητές και ο SB απέτυχαν να συμμορφωθούν με Ελβετικές νομοθετικές πρόνοιες που αφορούν την αποκάλυψη των τελικών δικαιούχων μιας Ελβετικής εταιρείας και ότι αυτή η μη συμμόρφωση κατά τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση 1 αναστέλλει τυχόν δικαιώματα του εν λόγω μετόχου. Το γεγονός ότι οι Αιτητές επισύναψαν ως Τεκμήριο 25 ΕΔ Κορέλλη μια κατ' ισχυρισμό περίληψη του περιεχομένου της Απάντησης στην Υπεράσπιση της Καθ' ης η Αίτηση 1 εμφανώς δεν είναι σύμφωνο με την υποχρέωση τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων (ε) το Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της Καθ' ης η Αίτηση 2 (διαθέσιμο στο κοινό) το οποίο καταδεικνύει περιορισμούς στην αποξένωση ή μεταβίβαση μετοχών στην εταιρεία. (στ) ότι ο SB διαφωνούσε με την επένδυση της Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Καθ' ης η Αίτηση 2 και ότι χρησιμοποιούσε τις σχέσεις του με πελάτες της Καθ' ης η Αίτηση 1 ως μοχλό πίεσης για σκοπούς διαπραγμάτευσης με τους Καθ' ων η - αναγκάζοντας τους τελευταίους ουσιαστικά να εγκαθιδρύσουν την ". Καθ ης η Αίτηση
- (η) το μεταφρασμένο περιεχόμενο των συμβολαίων μετοχικών δανείων, ως επίσης κα δικογράφων της Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Γερμανική Αγωγή. (θ) ότι αμέσως μετά την έκδοση των Διαταγμάτων, προτίθεντο να καταχωρήσουν Καταγγελία εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση στις Ελβετικές διωκτικές αρχές αλλά και να αποστείλουν τα Διατάγματα σε άλλους μέτοχους των Εναγομένων
- χρησιμοποιώντας έτσι τα Διατάγματα καταχρηστικά. (ι) το ότι σήμερα η Καθ' ης η Αίτηση 4 (και οι θυγατρικές αυτής) εργοδοτεί σερ σου 50 εξειδικευμένους υπαλλήλους και προσφέρει τις υπηρεσίες της σε μεγάλο αριθμό πελατών, καθότι τα Διατάγματα που ζητήθηκαν και εξασφαλίστηκαν από τους Αιτητές δεν εμπεριέχουν εξαίρεση για καθημερινά λειτουργικά έξοδα λειτουργίας της Καθ' ης η Αίτηση 4 ή οποιουδήποτε άλλου Καθ ου η Αίτηση.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και της ακύρωσης και/ή παραμερισμού των Διαταγμάτων καθ' ότι μεταξύ άλλων και χωρίς περιορισμό: (α) τα Διατάγματα δεν εμπεριέχουν εξαίρεση ως προς λειτουργικά και/ή χρηματοδοτικά και/ή άλλα έξοδα των νομικών προσώπων ή έξοδα διαβίωσης των φυσικών προσώπων, (β) ο συνδυασμός των παρ. 1 και 2 των Διαταγμάτων ουσιαστικά παγιοποιείται περιουσία δυσανάλογη της απαίτησης των Αιτητών στην Αγωγή. (γ) με βάση την προσφερθείσα μαρτυρία, το παράπονο των Αιτητών είναι πολύ μικρότερο των αξιώσεων τους ως εμφαίνεται στην Αγωγή. (δ) Επιπρόσθετα και χωρίς περιορισμό, η καταχώρηση της παρούσας Αγωγής είναι επιπόλαια, κακόβουλη, αποτελεί προσπάθεια επιβολής αθέμιτης πίεσης στους Καθ' ων η Αίτηση να ενδώσουν σε παράλογες και/ή άδικες απαιτήσεις, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από τις ενέργειες των Αιτητών μετά την έκδοση των Διαταγμάτων. (ε) η εγγύηση ύψους €100.000 είναι ανεπαρκής για να καλύψει τυχόν ζημιές εννιά εναγομένων ενόψει του ύψους της απαγόρευσης με τα Διατάγματα ως επίσης και του γεγονότος ότι δεν εξαιρούνται έξοδα διαβίωσης ή λειτουργίας υπό το φως των ειδικών περιστατικών του κάθε καθ' ου η αίτηση.
- Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και/η δεν είναι το πιο κατάλληλο (forum) για εκδίκαση της παρούσας διαδικασίας εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Πιο συγκεκριμένα αλλά χωρίς περιορισμό, η βάση της αγωγής σύμφωνα με τη μαρτυρία των Αιτητών δεν προέκυψε εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ η Εναγόμενη/Καθ'ης η Αίτηση 2 ως η μοναδικός Κύπριος διάδικος δεν έχει επαρκή και/ή ουσιαστική σχέση με το παράπονο των Αιτητών. Αντίθετα, είναι εμφανές ότι το παράπονο των Αιτητών εστιάζεται σε κατ' ισχυρισμό πράξεις και/ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα κατά τον ισχυρισμό των Αιτητών στο εξωτερικό (και οι σχετικοί ισχυρισμοί απορρίπτονται) ενώ η πλειοψηφία των μαρτύρων είναι αλλοδαποί. Εν πάση περιπτώσει, ο διαφορές μεταξύ των μερών ήδη είναι αντικείμενο διαδικασιών στο εξωτερικό (Γερμανία και Ελβετία).
- Το περιεχόμενο και/ή διάταξη της Αίτησης και/ή της ένορκης δήλωσης και/ή η όλη διαδικασία που ακολούθησαν οι Αιτητές είναι τεχνικά και/ή διαδικαστικά ελαττωματική και/ή ελλιπής. Άνευ βλάβης και χωρίς επηρεασμό των προαναφερθέντων, οι Αιτητές επισυνάπτουν έγγραφα μη μεταφρασμένα στην Αγγλική ή Ελληνική γλώσσα και/ή όσον αφορά τα έγγραφα που επισυνάπτονται ένορκη δήλωση του κ. Κορέλλη ως μεταφράσεις εγγράφων σε άλλες γλώσσες δεν συνοδεύονται από οιανδήποτε επιβεβαίωση και/ή βεβαίωση ως προς την ορθότητα σχετικών των μεταφράσεων από άτομο με επαρκή γνώση και/ή προσόντα και/ή άλλως πως, με αποτέλεσμα να δημιουργείται νεφελώδες κατάσταση και/ή αβεβαιότητα και/ή μη ασφαλές πραγματικό υπόβαθρο για χορήγηση οιασδήποτε θεραπείας είτε μονομερώς είτε σε δια κλήσεως βάση.
- Ο Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ζητούν την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης και/ή οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης δεν ικανοποιούνται». Παρέλκει η αναγκαιότητα επανάληψης των πολυσέλιδων ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν και υποστηρίζουν τόσο την αίτηση όσο και τις ενστάσεις. Σημειώνοντας ότι μέσω τους τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου αριθμός τεκμηρίων στα οποία οι ομνύοντες παραπέμπουν προς υποστήριξη των θέσεων τους, φαίνεται χρησιμότερη μια αδρομερής παράθεση των θέσεων των πλευρών ως αυτές αναδύονται από τις ως άνω δηλώσεις, αποτυπώνουσα ταυτόχρονα τον πυρήνα της υπόθεσης και των θέσεων της κάθε πλευράς όπως αυτές προωθούνται στο δικαστήριο, χωρίς ασφαλώς να σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη κάθε σχετική λεπτομέρεια, στοιχείο και γεγονός που στις σχετικές ένορκες δηλώσεις καταγράφεται και παρατίθεται. Την ως άνω αίτηση των εναγόντων, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Κορέλλη, ίδιας ημερομηνίας, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες - αιτητές. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου, ημερομηνίας 15.10.2018, η οποία καταχωρήθηκε μετά την εξασφάλιση σχετικής άδειας του δικαστηρίου προς τούτο. Σύμφωνα με τον ως άνω ομνύοντα, ο XXXXX Sobotka (στο εξής S.B.) και ο XXXXX Kroeher (εναγόμενος αρ.5), φίλοι και συνεργάτες, ίδρυσαν το 2011 την εναγομένη αρ.1 εταιρεία, στην πόλη Zug της Ελβετίας, καταλήγοντας να κατέχουν το συμφέρον τους σε αυτή μέσω Γερμανικών ιθυνουσών εταιρειών τους. Ειδικότερα, ο S.B μέσω της ενάγουσας - αιτήτριας και ο καθ' ου η αίτηση αρ.5 μέσω της εναγομένης αρ.3 - καθ' ης η αίτηση. Τον Οκτώβριο του 2014, ο S.B, έχοντας στο μεταξύ αναλάβει πρόεδρος του συμβουλίου της Eurasian Resources Group S.ar.I (ERG), (εταιρεία εξόρυξης μετάλλων με εγκαταστάσεις παραγωγής στην Ασία, Αφρική και Βραζιλία) αποσύρθηκε από τη διαχείριση της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας, αφήνοντας τον καθ' ου η αίτηση αρ.5 να συνεχίσει να τη διευθύνει ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, ιδιότητα που εξακολουθεί να κατέχει μέχρι και σήμερα, με εξουσιοδότηση αποκλειστικής υπογραφής. Το Σεπτέμβριο του 2015, κατόπιν παρότρυνσης του καθ' ου η αίτηση αρ.5, διορίστηκαν στο Διοικητικό Συμβούλιο της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας, οι καθ' ων η αίτηση αρ. 6, 7 και 8, χωρίς να έχουν μερίδιο στο μετοχικό της κεφάλαιο. Αναφερόμενος γενικότερα στο τρόπο λειτουργίας της εναγομένης αρ. 1 και εξηγώντας ειδικότερα το σύστημα διανομής κερδών στους μετόχους και διευθυντές της, υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι υιοθετήθηκε ένα ειδικότερο σύστημα επιμερισμού των κερδών που είχε να κάνει με το ποιος εξασφάλιζε συμβόλαια και έργα για την εναγόμενη αρ.1, ενώ τα κέρδη από τα διαθέσιμα κεφάλαια, ως καθορίζονταν αυτά από το ως άνω σύστημα, αποδίδονταν έγκαιρα και χωρίς περίπλοκες διαδικασίες στους μετόχους αλλά και στους διευθυντές της εναγομένης αρ.1, με τους παραλήπτες-δικαιούχους να έχουν δικαίωμα να επιλέξουν τον τρόπο που τα κέρδη θα κατέληγαν σε αυτούς. Μια από αυτές τις επιλογές ήταν και το «προσωρινό δάνειο», μέθοδο την οποία επέλεγε πάντα η ενάγουσα. Ως εξηγεί ο ομνύων, με την μέθοδο αυτή, το ποσό της πληρωμής καταχωρείτο από την εναγομένη αρ.1 προς όφελος του δικαιούμενου σε ξεχωριστό λογαριασμό στην εναγομένη αρ.1 και παρέμενε εκεί μέχρις ότου ο δικαιούχος εκφράσει την επιθυμία να λάβει μία πληρωμή, η οποία γινόταν υπό μορφή δανείου. Αποτελεί θέση του ότι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας, δεν θεώρησαν ποτέ τις διανομές κερδών υπό μορφή δανείων ως πραγματικές δανειακές συμφωνίες. Ήταν σαφές, υποδεικνύει, ότι τα μέρη δεν είχαν την πρόθεση να αποπληρώσουν τα ισχυριζόμενα δάνεια στην εναγομένη αρ.1 αφού σκοπός των «δανειακών συμφωνιών» ήταν αποκλειστικά η νομική κάλυψη των προτιθέμενων διανομών κερδών, πρακτική που διασφάλιζε φορολογικό πλεονέκτημα αλλά και πλεονέκτημα ρευστότητας. Το όλο σύστημα άλλωστε, ως εξηγεί, παρείχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν σε μεταγενέστερο στάδιο επίσημα καθιερωμένα δικαιώματα των μετόχων σε μέρισμα για να «αντισταθμιστούν» με τις ισχυριζόμενες δανειακές απαιτήσεις. Ο εναγόμενος αρ.5, προβάλει ο ομνύων, σε κάποιο στάδιο θεώρησε άδικο το γεγονός ότι στη βάση του ειδικότερου συστήματος διανομής κερδών και πληρωμών της καθ' ης η αίτηση αρ.1, λάμβανε στο τέλος της ημέρας χαμηλότερες διανομές κερδών από ότι ο S.B. Ως αποτέλεσμα, οι δυο πραγματικοί ιδιοκτήτες της καθ' ης η αίτηση αρ.1, ήτοι ο S.B. και εναγόμενος αρ.5, κατέβαλαν διάφορες προσπάθειες να επιλύσουν το ζήτημα με αμοιβαία συμφωνία. Παρά το γεγονός ότι οι ως άνω προσπάθειες συνεχιζόταν για περίοδο ενάμισι έτους, μέχρι το Μάιο του 2018, δεν είχαν τελικά επιτυχή έκβαση. Τον Απρίλιο του 2018, υπεβλήθη «τελική προσφορά» προς την ενάγουσα για την αγορά του συμφέροντός της στην εναγομένη αρ.1 εταιρεία, για το ποσό των 2.590.000,00 CHF, το οποίο όμως θα έπρεπε να αντισταθμιστεί έναντι των απαιτήσεων αποπληρωμής των «δανειακών συμβάσεων» που η ενάγουσα έλαβε στα πλαίσια του ως άνω συστήματος διάθεσης των κερδών στους μετόχους και διευθυντές της καθ' ης η αίτηση αρ.1, αφήνοντας στην ενάγουσα ένα ποσό μετρητών, ύψους 200.000,00 CHF. Ταυτόχρονα με την ως άνω «προσφορά», στις 11.05.2018, οι εναγόμενοι αρ. 3, 5, 6, 7, και 8 προώθησαν εκ μέρους της εναγομένης αρ.1 την καταχώρηση αγωγής σε δικαστήριο της Γερμανίας, ειδικότερα στο Μόναχο, αξιώνοντας από την ενάγουσα την ανάκτηση των ποσών που αφορούν τα πιο πάνω «δάνεια». Τούτο παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι αρ.5 έως 8 γνωρίζουν ότι οι πληρωμές που έγιναν στην ενάγουσα με την πιο πάνω μέθοδο, ουδέποτε συμφωνήθηκε να επιστραφούν. Αποτελεί θέση του ομνύοντος ότι η καταχώρηση εκ μέρους της εναγομένης αρ.1 της ως άνω απαίτησης, αποτελεί δόλια ενέργεια, σε μια προσπάθεια αποστέρησης με δόλο από την ενάγουσα του μεριδίου και του συμφέροντός της στον όμιλο. Εν πάση περιπτώσει, προκρίνει ο ομνύοντας, η ως άνω προσφορά για αγορά του συμφέροντος της ενάγουσας στην εναγομένη αρ.1 εταιρεία είναι αβάσιμη και παράλογη, αφού πέραν από το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εκτιμηθεί η αξία των θυγατρικών εταιριών της εναγομένης αρ.1 που μεταβιβάστηκαν πλέον στην εναγόμενη αρ.4, επισημαίνει τις πωλήσεις ύψους CHF 11,7 εκατομμυρίων και κέρδη CHF 3,7 εκατομμυρίων που σύμφωνα με τον εναγόμενο αρ.5 η εναγομένη αρ.1 πραγματοποίησε το
- Άλλωστε, παραπέμποντας σε σχετική αποτίμηση της σημερινής αξίας της εναγομένη αρ.2, (της οποίας η εναγομένη αρ.1 ήταν μέτοχος πλειοψηφίας, κατέχοντας το 52.47% των μετοχών της) η οποία ως εξηγεί εκπονήθηκε από αδειοδοτημένο ελεγκτικό οίκο, υποδεικνύει ότι αυτή ανέρχεται σε €50.925.000,
- Η άρνηση εξάλλου των εναγομένων αρ.5 έως 8 να συγκαλέσουν γενική συνέλευση της εναγομένης αρ.1 προς έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της τελευταίας για τα έτη 2016 και 2017, συμπεριφορά που ο ομνύων εντάσσει στην προσπάθεια του εναγομένου αρ.5 να καθυστερήσει να γνωστοποιήσει τις ενέργειες στις οποίες προέβη παράνομα και αντίθετα προς τα συμφέροντα της ενάγουσας τον τελευταίο ενάμισι χρόνο σε σχέση με την εναγομένη αρ.1, οδήγησαν την ενάγουσα, τον Αύγουστο του 2018, στην καταχώρηση σχετικής αγωγής σε δικαστήριο της Ελβετίας για τον πιο πάνω σκοπό, διαδικασία στην οποία η υπεράσπιση που καταχωρήθηκε περιορίζεται σε νομικές υπερασπίσεις, κατά τρόπο που δημιουργούνται ακόμα περισσότερες υποψίες αναφορικά με τις αποξενώσεις σε σχέση με την εναγόμενη αρ.2 εταιρεία. Στο μεταξύ, τον Ιανουάριο του 2017, ο εναγόμενος αρ.5 μαζί με τα άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης αρ.1, τους εναγομένους αρ.6, 7 και 8, ίδρυσαν την εναγομένη αρ.4 εταιρεία, η οποία καταχωρήθηκε στο Εμπορικό Μητρώο του Καντονίου της Zug στην Ελβετία. Κάθε ένας από αυτούς κατείχε το 25% των μετοχών της εναγομένης αρ.4, κατέχοντας επίσης μια θέση στο διοικητικό της συμβούλιο. Παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων αναφέρθηκε ότι η εναγομένη αρ.4 ιδρύθηκε ως όχημα ειδικού σκοπού για την εξαγορά των μετοχών της ενάγουσας εταιρείας στην εναγομένη αρ.1 για το ποσό που θα συμφωνείτο μεταξύ των μερών, τελικά, ως υποστηρίζει ο ομνύων, η εναγομένη αρ.4 εταιρεία αποτέλεσε το όχημα που θα χρησιμοποιείτο εν αγνοία της ενάγουσας για την απορρόφηση του 100% των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης αρ.
- Αποτελεί θέση του ότι κατά τη διάρκεια του 2017, ενώ ο εναγόμενος αρ.5 και οι συνεργάτες του προσποιούνταν ότι διαπραγματεύονται με τον S.B. την πώληση του μεριδίου του στην εναγομένη αρ.1, η τελευταία στην ουσία καταληστεύθηκε, αφού ουσιώδη μετοχικά μερίδια της σε άλλες εταιρείες μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη αρ.4 και επιχειρηματικές ευκαιρίες δεν αξιοποιήθηκαν προς όφελος της εναγόμενης αρ.1 αλλά έτυχαν εκμετάλλευσης αποκλειστικά προς όφελος της εναγομένης αρ.4 της οποίας οι ίδιοι είναι μέτοχοι και σύμβουλοι. Οι επί μακρόν άλλωστε διαπραγματεύσεις εκ μέρους των εναγομένων, υποστηρίζει ότι έγιναν με σκοπό να διασφαλιστεί ότι ο S.B., ως ο γενικός διευθυντής της ERG, - του μεγαλύτερου πελάτη της εναγομένης αρ.1 - θα συνέχιζε να προβαίνει σε πληρωμές προς την τελευταία. Οι καθ' ων η αίτηση αρ.3 έως 8, υποστηρίζει, έστησαν ολόκληρη πλεκτάνη για να απογυμνώσουν την καθ' ης η αίτηση αρ.1 με αποτέλεσμα να αποστερήσουν από τον ίδιο το μερίδιο του σε αυτή. Ο S.B., υποστηρίζει, μόλις τον Αύγουστο του 2018 αντιλήφθηκε ότι η καθ' ης η αίτηση αρ.1 δεν κατείχε πλέον μερίδιο στην καθ' ης η αίτηση αρ.2 και ότι αυτό μεταβιβάστηκε στην καθ' ης η αίτηση αρ.
- Κατά τον ίδιο τρόπο αποξενώθηκαν διάφορα άλλα περιουσιακά στοιχεία της καθ' ης η αίτηση αρ.1 προς την εναγομένη αρ.4, χωρίς οποιαδήποτε γνωστοποίηση προς την ενάγουσα, όπως η μεταβίβαση του συμφέροντος ύψους 50% της εναγομένης αρ.1 στην Bryanston (South Africa) (Pty) Ltd, θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης αρ.1, το συμφέρον που η εναγομένη αρ.1 κατείχε στην εταιρεία Bryanston CIS, ως επίσης μετοχές στο επενδυτικό κεφάλαιο BID Equity, που αποκτήθηκαν αρχικά από την εναγομένη αρ.1 και μεταβιβάστηκαν επίσης στην εναγομένη αρ.
- Εν όψει της άρνησης της εναγομένης αρ.1, όχι μόνο να συγκαλέσει γενική συνέλευση αλλά και να ζητήσει την επαναφορά των μεριδίων της που κατέχονταν σε διάφορες εταιρείες τα οποία αποξενώθηκαν, κατέστη εμφανές ότι η εναγόμενη αρ.1 δεν μπορεί να κινηθεί δικαστικά εναντίον των αδικοπραγούντων εναγομένων 5 έως 8, αφού οι τελευταίοι ελέγχουν το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης αρ.
- Είναι γι' αυτό, εξηγεί, που η ενάγουσα δεν είχε άλλη επιλογή παρά να κινήσει η ίδια την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, τόσο προσωπικά όσο και υπό μορφή παράγωγης αγωγής για λογαριασμό της εναγομένης αρ.
- Τούτο για να αποκατασταθεί η ζημιά που έχει υποστεί προσωπικά η ενάγουσα αλλά και η ίδια η εναγομένη αρ.1 αποτέλεσμα της συνωμοσίας και των δόλιων πράξεων των εναγομένων αρ.3 -
- Αποτελεί θέση του ομνύοντος ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του νόμου για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας, για τους λόγους που εισηγείται, κλίνει σαφώς υπέρ της έκδοσης τους. Αναφερόμενος ειδικότερα στο κατεπείγον του ζητήματος, σημειώνει ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως συνέπεια την απώλεια εξ' ολοκλήρου του περιουσιακού στοιχείου της ενάγουσας στην εταιρεία Carsharing JSC η οποία ως εξήγησε ανήκει στην εναγόμενη αρ.2, σημειώνοντας ταυτόχρονα πως αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι εναγόμενοι, ανεξάρτητα από το ότι έχουν αποκαλυφθεί, δεν θα σταματήσουν τις δόλιες πράξεις τους. Η υπό συζήτηση αγωγή, υποστηρίζει, καταχωρήθηκε αμέσως μόλις οι αιτητές μπόρεσαν να αντιληφθούν ποιος σχεδίασε την όλη απάτη, όταν τεκμηριώθηκε το αδίκημα της συνωμοσίας και επιβεβαιώθηκε η έκταση τους εναντίον της ενάγουσας. Το γεγονός υποδεικνύει ότι η ενάγουσα έχει καταχωρήσει αγωγή για τη σύγκλιση της γενικής συνέλευσης της εναγομένης αρ.1 στην Ελβετία και υπερασπίζεται την αγωγή του Μονάχου όσον αφορά την αποπληρωμή των δήθεν «δανείων», ως ισχυρίζεται η πλευρά των εναγομένων, αποτελεί ξεχωριστή και διακριτή διαδικασία από την παρούσα αγωγή, η οποία αφορά αποκλειστικά τη συνωμοσία των εναγομένων για αποστέρηση της ενάγουσας, με δόλιο τρόπο, του μεριδίου της στην εναγόμενη αρ.
- Παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα άρχισε να διερευνά την οικονομική κατάσταση της εναγομένης αρ.2 εταιρείας σε προγενέστερο στάδιο, κατέστη προφανές ότι η ενάγουσα δεν είχε άλλη επιλογή από το να εγείρει την παρούσα αγωγή ενώπιον των Κυπριακών δικαστηρίων μόνο όταν οι δικηγόροι της εναγομένης αρ.1, στις 02.10.2018, μέσω απαντητικής επιστολής, την ενημέρωσαν ότι λαμβάνουν υπόψη τις παρατηρήσεις της πλευράς της ενάγουσας αναφορικά με την υποτιθέμενη «παράλληλη οντότητα», δηλαδή την εναγομένη αρ.4 πλην όμως, δεν έχουν γενική εντολή να διαφυλάσσουν τα συμφέροντα της εναγομένης αρ.1 αλλά να λαμβάνουν οδηγίες από το Διοικητικό της Συμβούλιο. Η αναγκαιότητα άλλωστε να εξασφαλιστούν διάφορα στοιχεία, όπως η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης αρ.2 αλλά και ο αναγκαίος χρόνος για την ετοιμασία της απαίτησης και της μετάφρασης πολλών τεκμηρίων, ως επίσης η αναγκαιότητα συντονισμού διαφόρων δικηγόρων από διαφορετικές δικαιοδοσίες, αποτελούν παράγοντες που δικαιολογούν κατά τον ομνύοντα την πάροδο του χρόνου μέχρι την προώθηση τελικά της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και της υπό συζήτηση αίτησης. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση της εναγομένης αρ.2 εταιρείας, παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Γεωργίου, εκ των διευθυντών ως η ίδια αναφέρει της ως άνω εταιρείας. Αποτελεί θέση της ότι το υπόβαθρο των γεγονότων που παρουσίασαν οι αιτητές μέσω των ενόρκων δηλώσεων Κορέλλη που υποστηρίζουν την αίτηση, είναι άκρως παραπλανητικό. Εάν οι αιτητές, συμπληρώνει, αποκάλυπταν τα αληθή και ακριβή στοιχεία στο δικαστήριο, το τελευταίο θα διαμόρφωνε μια εντελώς διαφορετική άποψη για την κατάσταση και δεν θα προχωρούσε στην έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. Ξεκαθαρίζοντας ότι η πλευρά της εναγομένης αρ.2 δεν είχε οποιαδήποτε γνώση ή ενημέρωση για τα γεγονότα που αφορούσαν τη σχέση των αιτητών με τους υπόλοιπους εναγομένους, εξηγεί ότι η ίδια μεταφέρει στο δικαστήριο την ενημέρωση της οποίας έτυχε επί τούτων από τους εναγομένους αρ.7 και 8, με τους οποίους επικοινώνησε μετά την παραλαβή της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και του ενδιάμεσου διατάγματος. Η εναγομένη αρ.2 εταιρεία, προβάλλει, ιδρύθηκε στις 15.09.2016, έχοντας το εγγεγραμμένο της γραφείο στη Λευκωσία. Είναι σε ποσοστό 100% μέτοχος της Ρωσικής εταιρείας Carsharing η οποία δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη καινοτόμων ιδεών και έργων στον τομέα των μεταφορών. Τον Δεκέμβριο του 2016, η εναγόμενη αρ.1 εταιρεία επένδυσε στην εναγομένη αρ.2, αποκτώντας το 52,47% του μετοχικού της κεφαλαίου. Παρά τις προσπάθειες της εναγομένης αρ.2 να εξασφαλίσει, ως όφειλε, πληροφορίες σε σχέση με τους τελικούς δικαιούχους της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, τούτο δεν κατέστη δυνατό. Ως πληροφορήθηκε από την εναγομένη αρ.1 εταιρεία, ο Benedikt Sobotka (S.B.) αρνιόταν κατηγορηματικά να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο με το οποίο θα αναγνωριζόταν ως ο τελικός δικαιούχος μέρους των μετοχών της εναγομένης αρ.
- Με δεδομένα και ανοικτά τα πιο πάνω ζητήματα και προβλήματα, το Διοικητικό Συμβούλιο της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας, τον Φεβρουάριο του 2017, αποφάσισε την πώληση του μετοχικού κεφαλαίου που κατείχε στην καθ' ης η αίτηση αρ.2 εταιρεία, στην εναγομένη αρ.4 εταιρεία. Για την εν λόγω πώληση δεν καταβλήθηκε ποσό σε μετρητά, παρά μόνο, το δάνειο το οποίο είχε συνάψει η καθ' ης η αίτηση αρ.1 για την αγορά του 52,47% στην καθ' ης η αίτηση αρ.2, εκχωρήθηκε στην καθ' ης η αίτηση αρ.
- Με αυτό τον τρόπο, το δάνειο και οι μετοχές μεταφέρθηκαν στην καθ' ης η αίτηση αρ.
- Η καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, υποδεικνύει, ουσιαστικά επαναφέρθηκε ακριβώς στην ίδια θέση στην οποία βρισκόταν πριν την επένδυσή της στην καθ' ης η αίτηση αρ.2, αφού οι μετοχές που είχαν αποκτηθεί από αυτήν πουλήθηκαν ακριβώς στην ίδια τιμή που αγοράστηκαν ενάμιση (1½) περίπου μήνα προηγουμένως. Σε κάθε περίπτωση, συμπληρώνει, η ως άνω συμφωνία πώλησης μετοχών, ημερομηνίας 01.02.2017, ήταν απόλυτη συμβατή με το καταστατικό έγγραφο και τους κανόνες διοίκησης της εναγομένης αρ.2 εταιρείας. Αναφερόμενη στη σχετική έκθεση εκτίμησης της αξίας της εναγομένης αρ.2 εταιρείας, η οποία παρουσιάστηκε με την ένορκη δήλωση Κορέλλη από την πλευρά των αιτητών, πέραν του γεγονότος ότι αμφισβητεί τις δυνατότητες της εταιρείας που προέβηκε στη σχετική εκτίμηση να πράξει τούτο, υποστηρίζει ότι αποτελεί έγγραφο που καταρτίστηκε βασιζόμενο σε υποθέσεις και πιθανολογήσεις εκ προοιμίου λανθασμένες, με αποκλειστικό σκοπό να διογκωθεί η αξία των καθ' ων η αίτηση αρ.2, ούτως ώστε οι αιτητές να μεγιστοποιήσουν αφενός την απαίτηση τους και αφετέρου να διευρύνουν τα απαγορευτικά διατάγματα που οι τελευταίοι προτίθεντο να ζητήσουν από το δικαστήριο. Μεταξύ άλλων, σημειώνει, θεωρήθηκε ως δεδομένο πως η εταιρεία Carsharing διαθέτει στην ιδιοκτησία της 2875 αυτοκίνητα, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού η ως άνω εταιρεία η οποία ανήκει στην καθ' ης η αίτηση αρ.2, ενοικιάζει τα ως άνω οχήματα. Παράλληλα, παραπέμποντας στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης αρ.2 εταιρείας για το έτος 2017, οι οποίες ως σημειώνει είναι ήδη κατατεθειμένες στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών στη Δημοκρατία, υποστηρίζει ότι αυτές φανερώνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτή που παραπλανητικά και εσφαλμένα επιχείρησαν οι αιτητές να παρουσιάσουν επί του θέματος. Για τους λόγους που εξηγεί, αποτελεί θέση της ομνύουσας ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν ικανοποιείται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ως αυτές καθορίζονται από τη σχετική νομοθεσία και τη νομολογία. Με δεδομένο ότι τα απαγορευτικά διατάγματα δεν θα πρέπει να λειτουργούν ως μηχανισμοί καταπίεσης ούτε να παρεμποδίζουν την ομαλή εξέλιξη και δραστηριότητα των επιχειρήσεων των καθ' ων η αίτηση, υποστηρίζει επίσης ότι στην υπό εξέταση περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν μπορεί παρά να λειτουργεί προς όφελος της πλευράς των καθ' ων η αίτηση. Οι αιτητές, προκρίνει, σε αντίθεση με τους καθ' ων η αίτηση, δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά ούτε θα βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση, στην περίπτωση που δεν εκδοθούν ή ακυρωθούν τα σχετικά διατάγματα. Θα συνεχίσουν να διατηρούν τις μετοχές τους στην καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, ενώ σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης και ακύρωσης των ενδιάμεσων διαταγμάτων θα μπορούν να εκτελέσουν την οποιαδήποτε απόφαση τυχόν εκδοθεί σε βάρος των εναγομένων, οι οποίοι αποτελούν διαδίκους με ευρεία οικονομική επιφάνεια. Αντίθετα, κατά τον τρόπο που εξηγεί, η διατήρηση σε ισχύ και η εφαρμογή των εκδοθέντων διαταγμάτων, δύναται δυσμενώς να επηρεάσει την επιχειρησιακή δυνατότητα και λειτουργία της εταιρείας Carsharing. Αποτελεί θέση της ομνύουσας ότι τα διατάγματα εξασφαλίστηκαν μονομερώς, όχι μόνο χωρίς οι αιτητές να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη γεγονότων, ως είχαν υποχρέωση, αλλά και παρουσιάζοντας οι τελευταίοι μια παραπλανητική εικόνα της υπόθεσης, ψευδή και ελλιπή στοιχεία, ως ειδικότερα εξηγεί στην ως άνω δήλωσή της. Τα Κυπριακά δικαστήρια, υποστηρίζει, στερούνται δικαιοδοσίας να επιληφθούν της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, αφού καμία ουσιαστική διαφορά δεν εκκρεμεί μεταξύ των μερών στην Κύπρο. Αντίθετα, παραπέμποντας σε σχετική νομική γνωμάτευση υποστηρίζει ότι το Ελβετικό δίκαιο και τα Ελβετικά δικαστήρια είναι αρμόδια για επίλυση της διαφοράς, ενώ προκρίνει ότι η υπό συζήτηση διαδικασία, προωθείται καταχρηστικά, αφού οι αιτούμενες θεραπείες θα μπορούσαν να επιδιωχθούν στα πλαίσια διαδικασιών οι οποίες εκκρεμούν ήδη στο εξωτερικό. Υπό το σύνολο άλλωστε των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί θέση της ομνύουσας ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση του κατεπείγοντος, κάτι που θα έδινε την ευκαιρία στην πλευρά των αιτητών να απευθυνθούν μονομερώς στο δικαστήριο. Αντίθετα, για τους λόγους που προβάλλει, υποστηρίζει ότι οι αιτητές βαρύνονται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης τους, υποδεικνύοντας καταληκτικά ότι τα ενδιάμεσα διατάγματα θα πρέπει ούτως ή άλλως να ακυρωθούν, ενόψει της ανεπάρκειας της εγγύησης η οποία έχει κατατεθεί από την πλευρά των αιτητών. Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ένσταση των εναγομένων αρ.3 έως 9, παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Μακρίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ως άνω εναγομένους - καθ' ων η αίτηση. Ο ως άνω ομνύων, σημειώνοντας ότι οι πιο πάνω εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους, εφόσον τους επιδοθεί κανονικά η αγωγή και τα συναφή δικαστικά έγγραφα, να λάβουν τα απαραίτητα διαβήματα προκειμένου, μεταξύ άλλων για να προσβάλουν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, απορρίπτει ως αβάσιμους, ανυπόστατους και ψευδείς όλους τους ισχυρισμούς των αιτητών περί συνομωσίας, ή άλλων δόλιων, παράνομων ή εσφαλμένων ενεργειών των εναγομένων. Αναφερόμενος στην εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση, σημειώνει ότι ο S.B. και ο XXXXX Kroeher (εναγόμενος αρ.5), πράγματι το 2011 εγκαθίδρυσαν στην πόλη Zug της Ελβετίας, την εταιρεία Bryanston Resources GmbH, ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Την 01.01.2014, ο S.B. διορίστηκε διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Eurasian Resources Group Srl (ERG) η οποία αποτέλεσε τον ανάδοχο της εταιρείας Eurasian Natural Resources Corporation Plc (ENRC), μιας από τους μεγαλύτερους πελάτες της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας. Στην εξέλιξη των πραγμάτων, τα δυο πιο πάνω πρόσωπα συμφώνησαν να λαμβάνουν τυχόν επιπρόσθετη ρευστότητα της εταιρείας υπό μορφή προσωρινών μετοχικών δανείων. Στις 13.06.2014, η Bryanston Resources GmbH μετατράπηκε σε Δημόσια Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στην Ελβετία, ήτοι στην εναγόμενη αρ.1 εταιρεία. Από τις 13.06.2014, ο S.B. ουσιαστικά επέλεξε να μην ασχολείται και να παραμένει αμέτοχος στη λήψη αποφάσεων της εναγομένης εταιρείας αρ.1 παραιτούμενος από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της και χωρίς να μετέχει στο διοικητικό της συμβούλιο. Μέτοχοι της τελευταίας είναι η καθ' ης η αίτηση αρ.3 (την οποία ελέγχει ο εναγόμενος αρ.5) και η αιτήτρια εταιρεία. Ο S.B., υποδεικνύει ο ομνύων, εκμεταλλευόμενος την ιδιαίτερη σχέση και θέση του στο μεγαλύτερο πελάτη της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας, την ERG, ζήτησε και λάμβανε μεγαλύτερα ποσά ως μετοχικά δάνεια από ότι ο εναγόμενος αρ.5, παρά το γεγονός ότι οι δυο παρέμειναν ίσοι μέτοχοι κατά 50% στην εταιρεία. Στην εξέλιξη των πραγμάτων και ενόψει του γεγονότος ότι οι αιτητές δεν έχουν αποπληρώσει τα μετοχικά δάνειά τους στην εναγομένη αρ.1 εταιρεία, (αντίθετα με ότι έπραξε η καθ' ης η αίτηση αρ.3 εταιρεία) η τελευταία προχώρησε στην καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 30 0 6494/2018 ενώπιον των Γερμανικών δικαστηρίων για αποπληρωμή τους. Η αιτήτρια εταιρεία, μέχρι σήμερα παραλείπει να καταχωρήσει την αναγκαία ειδοποίηση αναφορικά με την ταυτότητα του τελικού δικαιούχου των μετοχών της, ως επιβάλλει τούτο το Ελβετικό δίκαιο, με αποτέλεσμα, ως η σχετική νομική γνωμάτευση επί του ζητήματος στην οποία ο ομνύων παραπέμπει, να μην δικαιούται να εξασκήσει μετοχικά δικαιώματα στην εναγόμενη αρ.
- Το γεγονός τούτο, σημειώνει, αποκρύβεται εντέχνως από το δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι αποτελεί καίριο ζήτημα το οποίο, μεταξύ άλλων, αφορά άμεσα τυχόν δικαιώματα των αιτητών να προωθούν παράγωγη αγωγή εκ μέρους και προς όφελος της εναγομένης αρ.1 εταιρείας. Ως προβάλλει ο ομνύων, το 2016 ο S.B. εξέφρασε την πρόθεση να πωλήσει το συμφέρον του στην καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία, χρησιμοποιώντας παράλληλα διάφορους μοχλούς πίεσης, όπως την απειλή ότι η καθ' ης η αίτηση αρ.1 θα έχανε από πελάτη της την εταιρεία κολοσσό ERG της οποίας ο S.B. ήταν διευθύνον σύμβουλος ή ότι η τελευταία θα κατακρατούσε πληρωμές συμφωνηθείσας αμοιβής προς την καθ' ης η αίτηση αρ.
- Περαιτέρω, αρνείται να κοινοποιήσει προς την εναγομένη αρ.1 εταιρεία ότι είναι ο τελικός ιδιοκτήτης των αιτητών και κατ' επέκταση ένας από τους τελικούς δικαιούχους της εναγομένης αρ.1, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία της εναγόμενης αρ.1 εταιρείας. Διαπραγματεύσεις οι οποίες ξεκίνησαν περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2016 για τον πιο πάνω σκοπό, κατέρρευσαν τελικά κατά ή περί τον Φεβρουάριο του
- Στις 13.12.2016, κατόπιν ομόφωνης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας, η τελευταία απέκτησε το 52,47% των μετοχών της Belkacar Limited (εναγομένης αρ.2 εταιρείας), μετόχου κατά 100% της Ρωσικής εταιρείας Carsharing JSC, για περίπου 2.000.000,00 υπό μορφή αύξησης κεφαλαίου, πληρωτέου σε στάδια μέχρι τον 05/
- Παραπέμποντας επί του θέματος σε σχετική γνωμάτευση επί του Ελβετικού δικαίου, ο ομνύων υποδεικνύει ότι μία Ελβετική εταιρεία, ως η εναγομένη αρ.1, δεν έχει υποχρέωση εξασφάλισης έγκρισης από μετόχους για επενδύσεις ή για συνδιαλλαγές αγοράς ή πώλησης περιουσιακών στοιχείων της, ούτε και υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης των μετόχων για κάθε τέτοια συνδιαλλαγή. Τούτο, υποδεικνύει, επιβεβαιώνεται και από την απόφαση των Ελβετικών διωκτικών αρχών, ημερομηνίας 14.11.2018, την οποία και παραθέτει στο δικαστήριο, η οποία ήταν το αποτέλεσμα καταγγελίας στην οποία προέβησαν η αιτήτρια και ο S.B. στις Ελβετικές διωκτικές αρχές, αμέσως μετά τη σύνταξη των επίδικων διαταγμάτων. Επί τούτου, παρεμβάλλει ότι οι αιτητές καθ' ον χρόνο απευθύνθηκαν στο δικαστήριο, ήτοι στις 15.10.2018, δεν έθεσαν, ως όφειλαν, οτιδήποτε στο δικαστήριο σε σχέση με την πρόθεσή τους να προωθήσουν ποινική υπόθεση εναντίον των καθ' ων η αίτηση ενώπιον αλλοδαπών αρχών για τα ίδια παράπονα και βασιζόμενοι στα ίδια γεγονότα. Ενόψει διαφόρων προβλημάτων που ο S.B. δημιουργούσε στην υλοποίηση και διαχείριση της επένδυσης στην Belkacar Limited, (εναγόμενη αρ.2) για την οποία εξ' αρχής ήταν αρνητικός, την 01.02.2017 αποφασίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης αρ.1, ομόφωνα, η πώληση των ως άνω μετοχών στην εναγόμενη εταιρεία αρ.4, στην ίδια τιμή που αυτές είχαν αποκτηθεί εβδομάδες προηγουμένως, με την εκχώρηση ουσιαστικά των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της καθ' ης η αίτηση αρ.
- Η εγκαθίδρυση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας αρ.4 τον Ιανουάριο του 2017, υποδεικνύει, δεν επηρέασε την εκτέλεση των υφιστάμενων συμβολαίων της καθ' ης η αίτηση αρ.1 η οποία συνέχισε τις εργασίες της. Οι αιτητές, προβάλλει ο ομνύων, καμία ζημιά δεν έχουν υποστεί από την πώληση του συμφέροντος της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας στην εναγομένη αρ.2 εταιρεία, αφού η αγορά και η πώληση τους έγινε μόλις σε διάστημα έξι εβδομάδων στην ίδια ακριβώς τιμή. Με την υλοποίηση της συμφωνίας πώλησης του μεριδίου στην Belkacar Limited στην εναγομένη αρ.4 εταιρεία, η οποία υπογράφηκε την 01.02.2017, η καθ' ης η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση αρ.1 εταιρεία επαναφέρθηκε στην ίδια ακριβώς θέση στην οποία βρισκόταν στις 13.12.2016, όταν αρχικά απέκτησε τις ως άνω μετοχές χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή στην αξία της. Αποτελεί θέση του ότι η εκτίμηση η οποία παρουσιάστηκε σε σχέση με την αξία της εναγομένης αρ.2 και κατ' επέκταση της Carsharing JSC, για σκοπούς υπολογισμού της ζημιάς της εναγομένης αρ.1, αποτελεί εσφαλμένη και παραπλανητική εκτίμηση, χρησιμοποιώντας λανθασμένες υποθέσεις και ότι εκπονήθηκε «κατά παραγγελία» προς εξυπηρέτηση της υπόθεσης των αιτητών. Είκοσι μήνες μετά από τα ως άνω γεγονότα, σημειώνει ο ομνύων, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή ενώ στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης εκδόθηκαν μονομερώς διατάγματα στη βάση της ένορκης δήλωσης Κορέλλη, με τους αιτητές να ισχυρίζονται, αυθαίρετα, ότι δήθεν διαπίστωσαν για πρώτη φορά πως περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης αρ.1 μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη αρ.4 τον Αύγουστο του 2018, θέση την οποία κατηγορηματικά απορρίπτει. Πέραν από το γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση αρ. 5 έως 8, ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης αρ.1 εταιρείας δεν είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν ένα μέτοχο, ως είναι οι αιτητές, για την πώληση των μετοχών της εναγομένης αρ.2, σημειώνει ότι τηλεφωνικά μηνύματα που αντηλλάγησαν μεταξύ του S.B. και του καθ' ου η αίτηση αρ.6, ένα εκ των οποίων ημερομηνίας 01.03.2017, επιβεβαιώνουν τη γνώση του S.B. για το ζήτημα των μετακινήσεων περιουσιακών στοιχείων από την εναγομένη αρ.
- Είναι φανερό, προκρίνει, ότι οι αιτητές ήδη από το Μάρτιο του 2017 παραπονέθηκαν για «απογύμνωση» της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας από τα περιουσιακά της στοιχεία, χωρίς έκτοτε να προβούν σε έρευνα στο φάκελο του Εφόρου Εταιρειών ή να λάβουν μέτρα για να επιθεωρήσουν το μητρώο μελών της εναγομένης αρ.2 εταιρείας. Παράλληλα, αγνόησαν δημοσιεύματα και ανακοινώσεις στο διαδίκτυο που χρονολογούνταν ήδη από το Φεβρουάριο του 2017 που αποκάλυπταν και ανακοίνωναν την εξαγορά μεριδίου της εναγομένης αρ.2 από την εναγομένη αρ.4, στις οποίες και παραπέμπει. Αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι η επίκληση πρόσφατης γνώσης από τους αιτητές εκφράστηκε όταν κατέστη ξεκάθαρο ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν οδηγούσαν σε οριστική συμφωνία. Τούτο, προς εξασφάλιση δικαιοδοτικής βάσης για έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. Στη βάση των πιο πάνω, προκρίνει ότι δεν έχει ικανοποιηθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος, αφού το παράπονο των αιτητών στρέφεται κατά συνδιαλλαγής που έλαβε χώρα είκοσι περίπου μήνες πριν από την καταχώρηση της αίτησης, ενώ παρά τις απέλπιδες προσπάθειες των αιτητών να αποδείξουν το αντίθετο, είναι εμφανές ότι γνώριζαν για την πώληση των μετοχών της εναγομένης αρ.2 από την εναγομένη αρ.1 στην εναγομένη αρ.4 από τα μέσα του 2017, δηλαδή εδώ και ενάμισι περίπου χρόνο. Την προοπτική της ακύρωσης των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων δικαιολογεί επίσης, κατά τον ομνύοντα, η παραβίαση από την πλευρά της αιτήτριας του καθήκοντος πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης που ενυπάρχει σε μονομερείς αιτήσεις. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υποστηρίζει, οι αιτητές παραβίασαν τη σχετική υποχρέωσή τους με την προσκόμιση παραπλανητικών στοιχείων αλλά και με την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, εγγράφων και πληροφοριών. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύει, καμία από τις τρεις προϋποθέσεις που ο νόμος και η νομολογία θέτουν ικανοποιείται για την έκδοση των υπό συζήτηση διαταγμάτων. Ούτε το ισοζύγιο της ευχέρειας εξυπηρετεί την πλευρά των αιτητών. Αντίθετα, για τους λόγους που παραθέτει κλείνει σαφέστατα υπέρ της απόρριψης της αίτησης και της ακύρωσης των διαταγμάτων. Άλλωστε, συμπληρώνει, η εγγύηση ύψους €100.000,00 που τέθηκε ως προϋπόθεση για την έκδοση των διαταγμάτων, είναι εντελώς ανεπαρκής για να καλύψει τυχόν ζημιές των εναγομένων. Ουσιαστικός στόχος και σκοπός των αιτητών με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, καταλήγει, ήταν να εξασφαλίσουν μονομερώς διατάγματα για να εξασκήσουν πίεση στην πλευρά των καθ' ων η αίτηση, μεγιστοποιώντας τυχόν τιμή πώλησης του συμφέροντός τους στην εναγόμενη αρ.1 εταιρεία. Η προσπάθεια από την πλευρά του S.B. να χρησιμοποιήσει μια δίμηνη επένδυση στην εναγόμενη αρ.2, χρησιμοποιώντας τα ίδια επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ανεπιτυχώς στην Ελβετία, καταδεικνύει - ως ένα επιπρόσθετο λόγο απόρριψης της αίτησης και ακύρωσης των διαταγμάτων - κατάχρηση της διαδικασίας. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά η πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides ν. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, Μ & M Transport ν. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται αίτηση του είδους τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, ενώ δεδομένη είναι πάντα η δυνατότητα αντεξέτασης ως προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Ότι κατά προτεραιότητα αισθάνομαι θα πρέπει να εξεταστεί στην υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί το ζήτημα της ισχυριζόμενης από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και στοιχείων εκ μέρους των αιτητών καθ' ον χρόνο οι τελευταίοι απευθύνθηκαν μονομερώς στο δικαστήριο εξασφαλίζοντας το υπό συζήτηση διάταγμα. Γεγονότα και στοιχεία που ως προκρίνεται αφορούν, όχι μόνο το ζήτημα της κατάδειξης του στοιχείου του κατεπείγοντος, κατά τρόπο που να δικαιολογείται η εξέταση του ζητήματος της παροχής ενδιάμεσης θεραπείας στην απουσία του εναγομένου, άλλα και γεγονότων που θα μπορούσαν να επενεργήσουν στην άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου για παροχή ή μη των αιτούμενων ενδιάμεσων θεραπειών μονομερώς. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία «όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» να εκδώσει διάταγμα, μονομερώς, χωρίς ειδοποίηση προς τον άλλο διάδικο. Η χρησιμότητα του εν λόγο άρθρου στη σύγχρονη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα είναι δεδομένη και ενίοτε ανεκτίμητη, αφού παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης σε κατεπείγουσες περιπτώσεις. Παράλληλα η «επικινδυνότητα» τέτοιων διαταγμάτων δεν θα πρέπει να παραβλέπεται, αφού το άλλο μέρος δεν ακούγεται έστω και μέχρι το στάδιο που το διάταγμα είναι επιστρεπτέο. Η υπερφαλάγγιση της βασικής αρχής δικαίου όπως εκφράζεται με το λατινικό «Auti alterem partem», πρέπει να γίνεται πάντα με πολλή φειδώ και με την επίκληση της υπερισχύουσας αρχής της δικαιοσύνης, η οποία δίδει την ευχέρεια στο δικαστήριο να ενεργοποιηθεί αμέσως όταν φαίνεται πιθανόν ότι σε αντίθετη περίπτωση θα δημιουργηθεί αδικία. Το δικαστήριο εξετάζοντας αιτήσεις του είδους ως η υπό συζήτηση, στηριζόμενο μεταξύ άλλων και στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, θα πρέπει πρωταρχικά να εντοπίζει το κατ' επείγον ή τις άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Το στοιχείο αυτό είναι ουσιώδης για να προσδώσει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος. Εάν δεν στοιχειοθετείται το κατ' επείγον ή οποιεσδήποτε άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, το Δικαστήριο ουσιαστικά δεν έχει καν τη δικαιοδοτική βάση να εκδώσει συντηρητικό διάταγμα με βάση το Κεφ. 6 και ιδιαίτερα το άρθρο 9 του ίδιου Νόμου. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1(B) ΑΑΔ 598 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ. σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ 836, In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 861, το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του Κεφ. 6. Στη Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, 1462, τονίστηκε ότι: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.»» Είναι άλλωστε σημαντικό να σημειωθεί ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος και γενικότερα του χρόνου ως κρίσιμου στοιχείου για το συζητούμενο, κρίνεται με αφετηρία όχι τον χρόνο έγερσης της αιτίας μιας αγωγής αλλά τον χρόνο πληροφόρησης ενός διαδίκου προς τούτο. (Χριστοδούλου v. Antonious M.F.M Vraets
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1475) Είναι εξ' άλλου καλά θεμελιωμένο ότι διάδικος που επιδιώκει μέσω μονομερούς αίτησης χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία δύνανται να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου και να επενεργήσουν στην άσκηση των εξουσιών του για την παροχή της θεραπείας. Η υποχρέωση αυτή του αιτητή έλκει την καταβολή της στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η βάση του διατάγματος ανατρέπεται από τη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, καθιστώντας το διάταγμα ακυρωτέο. (M and Ch. Mitsigas Trading Ltd v. Timberland Co of USA
(1987)1AAΔ 1791, Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 και Brink's Mat Ltd v Elcombe (C.A.)
(1988)3 ALL ER 188). Με άλλα λόγια, όποιος επιδιώκει θεραπεία από το δικαστήριο κατά τον πιο πάνω τρόπο, θα πρέπει να παρουσιάζει τα γεγονότα πλήρως και με δίκαιο τρόπο, ακόμα και σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ του αιτητή. Γεγονότα μάλιστα, που όχι μόνο ήταν γνωστά στον ίδιο αλλά και εκείνα τα οποία θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα. Η ευρύτητα της υποχρέωσης του αυτής είναι τέτοια, που περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (Linsen International Ltd v Hambus Sea Transport PTE Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Άλλωστε, κατ' επανάληψη έχει υποδειχτεί ότι η απλή επισύναψη εγγράφων, χωρίς την επισήμανση ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου που περιέχονται σε αυτά, δεν αποτελεί επαρκή αποκάλυψη. Εν πάση περιπτώσει είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος, αφού παραμένει ζήτημα ουδέτερο και άσχετο αν η παράλειψη αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτησης. Όπως άλλωστε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zin Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, ακόμα και απόκρυψη γεγονότων που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, με δεδομένο ότι αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην απουσία του εναγομένου, αποτελούν επίσης λόγο για την ακύρωση του διατάγματος. (Βλ. Δήμος Πάφου ν Βοσκού
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168). (Βλ. γενικότερη ανάλυση στα συγγράμματα «Mareva Injuctions and Anton Piller Relief» του Steven Gee, 3η έκδ. σελ. 98-100 και «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη σελ, 163 -166 και 336 -337). Η ένθεση αυτούσιου του λόγου της απόφασης στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27.02.2015, εξυπηρετεί την κατανόηση του ζητήματος και αναδεικνύει την απαιτούμενη προσέγγιση από τα δικαστήρια. Ως σημειώθηκε στην εν λόγω υπόθεση: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. την υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D) 199» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, η πλευρά των αιτητών, στοχεύοντας προφανώς στην ικανοποίηση της δικαιοδοτικής προϋπόθεσης του κατεπείγοντος κατά τρόπο που να δικαιολογείται η εξέταση του αιτήματός τους μονομερώς, μέσω της ένορκης δήλωσης Κορέλλη, ημερομηνίας 11.10.2018, προέβαλαν τη θέση ότι η υπό συζήτηση αγωγή καταχωρήθηκε αμέσως μόλις οι αιτητές μπόρεσαν να αντιληφθούν ποιος σχεδίασε την ισχυριζόμενη απάτη, όταν τεκμηριώθηκε το αδίκημα της συνωμοσίας και επιβεβαιώθηκε η έκταση της συνωμοσίας ή/και απάτης εναντίον της ενάγουσας. Ως χαρακτηριστικά υποδεικνύεται στην παράγραφο αρ. 55, ειδικότερα στο σημείο (ο) της ως άνω δήλωσης Κορέλλη: «Τον Αύγουστο του 2018 η ενάγουσα ξεκίνησε να διερευνά τις ενέργειες των εναγομένων και διαπίστωσε για πρώτη φόρα ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 1 έχουν αποξενωθεί και πιο συγκεκριμένα μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη 4». Το γεγονός άλλωστε ότι τον Ιούλιο του 2018, η ενάγουσα προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να συγκαλέσει γενική συνέλευση της εναγομένης αρ.1, με αποτέλεσμα να δρομολογήσει προς τούτο σχετικές δικαστικές διαδικασίες στην Ελβετία, ως επίσης ότι τον Αύγουστο του ίδιου έτους θα έπρεπε να καταχωρήσει υπεράσπιση στη διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον της στο Μόναχο σε σχέση με τα «ισχυριζόμενα δάνεια» από την εναγόμενη αρ.1 εταιρεία, αποσυνδέονται εντελώς από την πλευρά της από την προώθηση της παρούσας διαδικασίας ενώπιον των Κυπριακών δικαστηρίων. Ως προκρίνεται, η πλευρά των αιτητών, μόλις τον Αύγουστο του 2018 ερεύνησε και αντιλήφθηκε το μηχανισμό του δόλιου σχεδίου, διαπιστώνοντας τότε για πρώτη φορά, ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης αρ.1 έχουν αποξενωθεί και κατά τον τρόπο που εξηγείται στην δήλωση Κορέλλη, μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη αρ.
- Την προώθηση τελικά της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και της υπό συζήτηση αίτησης μόλις τον Οκτώβριο του 2018, δικαιολογούν επίσης, όχι μόνο από την αναγκαιότητα που προέκυψε να διοριστούν δικηγόροι σε διάφορες δικαιοδοσίες αλλά και από το γεγονός ότι θα έπρεπε να αποτιμηθεί η αξία περιουσιακών στοιχείων που αποξενώθηκαν. Προώθηση που εν πάση περιπτώσει δρομολογήθηκε μετά την απάντηση που λήφθηκε από τους δικηγόρους της εναγομένης αρ.1 μέσω της επιστολής των τελευταίων, ημερομηνίας 02.10.
- Ωστόσο, ως τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, χωρίς τούτο με οποιοδήποτε τρόπο να αμφισβητηθεί, τα παράπονα εκ μέρους των αιτητών για απογύμνωση της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας από τα περιουσιακά της στοιχεία, φαίνεται να καταγράφονται ήδη από την 01.03.
- Τούτο επιβεβαιώνει γραπτό μήνυμα που ο S.B. αντάλλαξε με τον εναγόμενο αρ.6 κατά την ως άνω ημερομηνία, λίγες μόλις μέρες μετά τη συνομολόγηση της ως άνω συμφωνίας πώλησης των μετοχών της εναγομένης αρ.2 που η εναγομένη αρ.1 κατείχε, στην εναγομένη αρ.4 (βλέπε τεκμήριο 26 στην ένορκη δήλωση Μακρίδη που υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων αρ.3 έως 9). Ως προκύπτει άλλωστε από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, σχετική ανάρτηση στην ιστοσελίδα της εναγομένης αρ. 4 εταιρείας, ήδη από τις 12.04.2017, αναφέρεται στην εξαγορά των ως άνω μετοχών από την εναγομένη αρ.
- Ως καταδεικνύει δε σχετικό στιγμιότυπο οθόνης (screen shot) στο οποίο ο Κορέλλης παραπέμπει στην ως άνω δήλωσή του, (τεκμήριο 29 στην ένορκη δήλωση Κορέλλη ημερ. 11.10.2018) τούτο εκτυπώθηκε σε χρόνο προγενέστερο του Αύγουστου του 2018, ειδικότερα στις 04.07.
- Με δεδομένο άλλωστε το παράπονο και ανησυχία των αιτητών - ήδη από το Μάρτιο του 2017 ως αποκαλύπτεται στο ως άνω έγγραφο μήνυμα του S.B. - ότι οι καθ' ων η αίτηση άρχισαν να απογυμνώνουν την εναγόμενη αρ.1 εταιρεία από τα περιουσιακά της στοιχεία, σε συνδυασμό θεωρούμενο με τα προβλήματα που υπήρχαν στην εταιρική συνύπαρξη στο πλαίσιο της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, εύλογα θα ανέμενε κανείς οι αιτητές να προβούν σε ανάλογη και σχετική έρευνα, στα πλαίσια της οποίας με ευκολία θα εντόπιζαν σχετικές αναρτήσεις και ανακοινώσεις στο διαδίκτυο σε σχέση τουλάχιστον με την εξαγορά των μετοχών της εναγομένης αρ.2 εταιρείας, όπως αυτή της εναγομένης αρ. 4, (τεκμήριο 29 στην ένορκη δήλωση Κορέλλη ημερ. 11.10.2018) αλλά και της εναγομένης αρ.2, η οποία, στις 07.02.2017, μέρες μόλις μετά τη μεταβίβαση των μετοχών της από την εναγομένη αρ.1 στην εναγομένη αρ.4, αναφέρεται στη σχετική επένδυση της εναγομένης αρ.4 (τεκμήριο 27 στην ένορκη δήλωση Μακρίδη, ημερ. 29.11.2018). Ακόμα και οι ελεγμένοι λογαριασμοί της εναγομένης αρ.2 εταιρείας για το έτος 2017, οι οποίοι καταγράφουν την πώληση και απόκτηση των σχετικών μετοχών της εν λόγο εταιρείας, ήταν διαθέσιμοι στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών για το ευρύ κοινό, σε χρόνο προγενέστερο από τον Αύγουστο του
- Έχοντας κατά νου το σύνολο των γεγονότων που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η παράθεση των γεγονότων από την πλευρά των αιτητών, επί του ειδικότερου τούτου ζητήματος, εντάσσεται στην προσπάθεια των τελευταίων να δημιουργήσουν ουσιαστικά το στοιχείο του κατεπείγοντος, κατά τρόπο που θα εξυπηρετούσε το σχηματισμό της επιθυμητής εικόνας εκ μέρους τους προς ικανοποίηση του ως άνω δικαιοδοτικού όρου. Πράττοντας όμως έτσι, δεν αποκάλυψαν με πληρότητα και καθαρότητα ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία που προφανώς θα έπρεπε να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου, έστω και εάν στο τέλος της ημέρας κρινόταν από το δικαστήριο ότι δεν εξυπηρετούσαν την ως άνω επιθυμητή για τους ίδιους εικόνα. Ορισμένα μάλιστα από αυτά ήταν ήδη σε γνώση τους ενώ άλλα θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν μετά από εύλογη από την πλευρά τους έρευνα. Γεγονότα και στοιχεία που εντασσόμενα στο σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν επουσιώδη όσον αφορά τουλάχιστον την κατάληξη του δικαστηρίου περί συνδρομής ή μη του στοιχείου του κατεπείγοντος. Παρά το γεγονός ότι οι ως άνω επισημάνσεις του δικαστηρίου είναι δυνατόν από μόνες τους, στη βάση καλά καθιερωμένων αρχών να λειτουργήσουν καταλυτικά, σφραγίζοντας στην υπό συζήτηση περίπτωση την τύχη του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, το ζήτημα της ικανοποίησης της υποχρέωσης για επαρκή αποκάλυψη ουσιωδών για την υπόθεση στοιχείων και γεγονότων, δεν φαίνεται να εξαντλείται. Έχει ήδη σημειωθεί ότι η παράλειψη αποκάλυψης εκ μέρους των εναγόντων του γεγονότος ότι ο S.B. γνώριζε ήδη από το Μάρτιο του 2017 για τις μεταβιβάσεις των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης αρ.1, όπως τούτο επιβεβαιώνεται και από τις επαφές που ο τελευταίος είχε με τον καθ' ου η αίτηση αρ.6, αποτελεί γεγονός που δεν μπορεί να κριθεί αδιάφορο. Υπάρχουν όμως και άλλα στοιχεία που οι αιτητές παρέλειψαν να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου ή πλήρως να αποκαλύψουν στα πλαίσια του καθήκοντός του για πλήρη και επαρκή αποκάλυψη καθ' ον χρόνο απευθύνθηκαν μονομερώς στο δικαστήριο. Τέτοιο, σημαντικό για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου στοιχείο, αποτελεί αναμφίβολα και το γεγονός ότι οι αιτητές και ο S.B. απέτυχαν να συμμορφωθούν με τις Ελβετικές νομοθετικές πρόνοιες που αφορούν την αποκάλυψη των τελικών δικαιούχων μιας Ελβετικής εταιρείας όπως η ενάγουσα και η εναγομένη αρ.
- Τούτο, με δεδομένες τις συνέπειες που η μη συμμόρφωση αυτή επιφέρει, ως ειδικότερα έχει εξηγηθεί στο δικαστήριο από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση με την παράθεση σχετικής επί τούτου μαρτυρίας (νομική γνωμάτευση) η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ανάμεσα στις οποίες είναι η αναστολή ουσιαστικά των δικαιωμάτων τους ως μετόχων στην καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρεία. Ομοίως, το γεγονός ότι δεν έθεσαν υπόψη του δικαστηρίου τις διαθέσιμες στο κοινό ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της εναγόμενης αρ.2 εταιρείας, περιοριζόμενοι μόνο σε έκθεση εκτίμησης της αξίας της πιο πάνω εταιρείας που ετοιμάστηκε για λογαριασμό τους, όπως και η παρασιώπηση από την πλευρά τους του γεγονότος ότι σύμφωνα με το καταστατικό της εναγόμενης αρ.1 εταιρείας αλλά και τον Ελβετικό νόμο οι αιτητές δεν είχαν οποιοδήποτε δικαίωμα στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης αρ.1 εταιρείας σε σχέση με τη διάθεση ή αγορά μετοχών, αποτελούν επίσης στοιχεία που η μη αποκάλυψη τους, αντικειμενικά ορωμένων των πραγμάτων, θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του δικαστηρίου ως προς τον τρόπο χειρισμού του αιτήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του διατάγματος αλλά και την κρίση του κατά πόσο ήταν ορθό να εκδώσει το σχετικό διάταγμα μονομερώς ή αν θα έπρεπε να ακούσει και την άλλη πλευρά. Το κριτήριο της ικανοποίησης της υποχρέωσης αποκάλυψης είναι αντικειμενικό. Αν ένα στοιχείο είναι επουσιώδες ή όχι εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου. Με δεδομένη τη φύση του διατάγματος οι ενάγοντες είχαν ύψιστο καθήκον να αποκαλύψουν κατά το στάδιο που μονομερώς απευθύνθηκαν στο δικαστήριο τα πιο πάνω, δίδοντας έτσι την ευκαιρία στο δικαστήριο να τα αξιολογήσει κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποφαινόμενο για την αποδοχή ή όχι της μονομερώς προωθούμενης αίτησης τους για έκδοση των διαταγμάτων. Το ποια θα ήταν η κατάληξη του δικαστηρίου και ποιες οι σκέψεις του εάν και αυτά τα γεγονότα παρουσιάζονταν ενώπιον του δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αφού αποτελεί μεταβλητή που δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να λεχθεί ποια επίδραση θα είχε η παράθεσή της ενώπιον του δικαστηρίου. Οι αιτητές παραθέτοντας με τον τρόπο που επέλεξαν τα γεγονότα και τα στοιχεία που περιβάλλουν την υπόθεση, έπραξαν τούτο χωρίς να αποκαλύψουν με την απαιτούμενη καθαρότητα γεγονότα της υπόθεσης, παρουσιάζοντας μια εικόνα που εξυπηρετούσε ασφαλώς την προώθηση της αίτησης και μάλιστα μονομερώς, παραλείποντας όμως να αποκαλύψουν στοιχεία που εκ των πραγμάτων θα μπορούσαν να έχουν τη δική τους, ουσιαστική σημασία στην αντιμετώπιση της αίτησης από το δικαστήριο και στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Εν όψει της ως άνω κατάληξης του δικαστηρίου, η ενασχόληση με άλλες πτυχές που αφορούν το δικαιολογημένο ή μη της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, όχι μόνο δεν επιβάλλεται αλλά αντίθετα, ως η νομολογία υποστηρίζει, αντενδείκνυται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583, Banka Turco Romana SA v. Cortuk and another
(2018)EWHC 662 (Comm), Γρηγορίου και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Συνακόλουθα, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 15.10.2018 θα πρέπει να ακυρωθεί. Τούτο και γίνεται διά της παρούσας. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επιδικάζονται προς όφελος των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο