← Κύπρος

Παπακόκκινου κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αγωγής: 741/19, 22/3/2019

Παπακόκκινου κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αγωγής: 741/19, 22/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A155 Αρ. Αγωγής: 741/19 Μεταξύ:

  1. XXXXX Παπακόκκινου
  2. XXXXX Παπακόκκινου ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Παπακόκκινου και Εκτελεστού της Διαθήκης της Εναγουσών Και Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) Εναγομένης Αίτηση ημερ. 15.3.19 υπό εναγουσών - αιτητριών για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 22 Μαρτίου 2019 Για ενάγουσες - αιτήτριες: κα Αλέκα Παπακοκκίνου Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κος Διομήδης Καλλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγουσες αιτούνται αναγνωριστικά διατάγματα με τα οποία να κηρύσσεται άκυρη και παράνομη η διαδικασία πλειστηριασμού, 4 ακινήτων ιδιοκτησίας τους που προωθείται από την εναγομένη δυνάμει των διατάξεων του μέρους VIA του Νόμου 9/
  3. Αιτούνται επίσης ακύρωση των σχετικών ειδοποιήσεων τύπου Θ, Ι, ΙΑ, ΙΒ που τους επιδόθηκαν για τον σκοπό αυτό. Οι ενάγουσες αιτούνται τέλος με την αγωγή τους, διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι όλα τα έγγραφα και ειδικά οι καταστάσεις λογαριασμών που επισυνάφθηκαν στις εν λόγω ειδοποιήσεις, είναι λανθασμένα και επιπλέον διάταγμα που να διατάσσει την εναγομένη να τους παραδώσει κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το κεφάλαιο και τους τόκους αναφορικά με το επίδικο ενυπόθηκο δάνειο. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής στις 14.3.19, καταχωρήθηκε και η παρούσα μονομερής αίτηση με την οποία οι ενάγουσες αιτούνται την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής, η διαδικασία πλειστηριασμού η οποία είναι ορισμένη να διεξαχθεί στις 26.3.19 στην Πάφο για τα τρία από τα τέσσερα ακίνητα, τα οποία βρίσκονται στην επαρχία της Πάφου. Αιτούνται επίσης διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται κάθε περαιτέρω διαδικασία και η επίδοση οιασδήποτε άλλης ειδοποίησης σε σχέση με τον επίδικο πλειστηριασμό. Κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης, έδωσα οδηγίες όπως γίνει επίδοση της στην εναγομένη, προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις της πριν την εξέταση του αιτήματος. Με την επίδοση της αίτησης, η εναγομένη καταχώρησε ένσταση στην έκδοση των υπό κρίση προσωρινών διαταγμάτων. Η αίτηση ορίστηκε άμεσα για ακρόαση λόγω της επείγουσας φύσης της αφού ο υπό κρίση πλειστηριασμός ήταν προγραμματισμένος να διεξαχθεί εντός ολίγων ημερών. Συγκεκριμένα, ο πλειστηριασμός είναι ορισμένος στις 26.3.19 ήτοι την επόμενη εργάσιμο ημέρα από σήμερα, δεδομένου ότι μεσολαβεί σαββατοκύριακο και η αργία της 25ης Μαρτίου. Στο σημείο αυτό, σημειώνω το απαράδεκτο φαινόμενο που παρατηρείται τελευταία, να καταχωρούνται αιτήματα αναστολής εκποίησης σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από την ημερομηνία πλειστηριασμού. Το γεγονός αυτό, εκτρέπει το πρόγραμμα του Δικαστηρίου εις βάρος της εκδίκασης άλλων εξίσου σοβαρών υποθέσεων αφού καθηκόντως, τα αιτήματα αυτά δικάζονται κατά προτεραιότητα, πριν την ημερομηνία της εκποίησης. Θα παραθέσω στην συνέχεια, σύνοψη των θέσεων των δύο πλευρών όπως πηγάζουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, προκειμένου να γίνουν κατανοητά τα επίδικα θέματα της παρούσας. Η παρούσα αίτηση Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της ενάγουσας
  4. Αναφέρει ότι στις 30.3.2018 της επιδόθηκαν οι σχετικές ειδοποιήσεις τύπου Θ και Ι δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/
  5. Όμως κατά την ομνύουσα δεν συνοδεύονταν από κατάσταση λογαριασμού όπως απαιτεί ο Νόμος αλλά από ένα υπόλοιπο, το οποίο δεν είναι αποδεκτό. Θα έπρεπε κατά την ενάγουσα να επισυναφθεί πλήρης κατάσταση λογαριασμού με αναλυτικές χρεώσεις και πιστώσεις. Ήταν η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι δεν είναι γνωστό πως προέκυψε το συνολικό ποσόν που απαιτεί η εναγομένη. Πλην του τελικού ποσού δεν έχει αποσταλεί καμία κατάσταση λογαριασμού που να καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αυτό το τελικό ποσό προέκυψε. Επιπρόσθετα, οι ειδοποιήσεις τύπου Ι ημ. 12.12.17 απευθύνονται και στην αδελφή της, η οποία είναι συνοφειλέτιδα της στο επίδικο χρέος και η οποία απεβίωσε από τις 15.12.
  6. Συνεπώς, η εν λόγω ειδοποίηση τύπου Ι είναι άκυρη και συμπαρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη την διαδικασία. Ακολούθως επιδόθηκαν στην ίδια στις 20.9.18, τρεις ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ που καθορίζουν τον χώρο και χρόνο πλειστηριασμού των τριών υπό κρίση ακινήτων. Ήταν η θέση της ομνύουσας ότι οι εναγόμενοι, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 44Δ

(3)του Νόμου 9/65, παρέλειψαν να επιδώσουν εκθέσεις εκτιμήσεων για τα επίδικα ανυπόθηκα ακίνητα. Ως εκ τούτου, η ομνύουσα βρίσκεται στο σκοτάδι για το πως προέκυψε η επιφυλαχθείσα τιμή που αναφέρεται στα έγγραφα που της επιδόθηκαν. Ισχυρίστηκε δε ότι η αξία των επιδίκων ακινήτων, ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ και δεν ανταποκρίνεται καθόλου στις επιφυλαχθείσες τιμές που καθόρισε η εναγομένη. Η παράλειψη επίδοσης των εκτιμήσεων, αποτελεί κατά την ομνύουσα έκδηλη παρανομία, η οποία συμπαρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη την διαδικασία εκποίησης. Σε περίπτωση δε απόρριψης της αίτησης, η εναγομένη θα αφεθεί να προχωρήσει σε εκποίηση των ακινήτων, βασιζόμενη σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις. Στη συνέχεια, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίστηκε ότι στέλεχος των εναγομένων σε συνεργασία με συγγενικά του πρόσωπο που είναι κτηματομεσίτης, επιδιώκουν είτε την πώληση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων είτε την άσκηση πίεσης σε αυτή, προκειμένου να την πείσουν να υποθηκεύσει και άλλα ακίνητα μεγάλης αξίας για να γίνει αποδεκτή η αναδιάρθρωση του χρέους της. Το εν λόγω στέλεχος της εναγομένης, έχει κατά την ομνύουσα υπό τον έλεγχο του την ακίνητη ιδιοκτησία των δανειοληπτών της Συνεργατικής Τράπεζας και ταυτόχρονα ο αδελφός του ως κτηματομεσίτης, διαπραγματεύεται επαγγελματικά αγοραπωλησίες ακινήτων. Πρόθεση της ενόρκως δηλούσας είναι να πωλήσει κάποιο κτήμα για να εξοφληθούν πλήρως τα νομίμως οφειλόμενα προς τη Συνεργατική Τράπεζα χωρίς όμως τις παράνομες επιβαρύνσεις. Η θέση όμως της εναγομένης, ήταν ότι έπρεπε να παραχωρήσει υποθήκες και για άλλα κτήματα πολλών εκατομμυρίων, προκειμένου να γίνει η αναδιάρθρωση. Τα κτήματα που προσφέρει η ενάγουσα για πώληση δεν μπορούσαν να διατεθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ζήτησε ως εκ τούτου παράταση 6 μηνών, την οποία όμως η εναγομένη αρνήθηκε. Η ενόρκως δηλούσα επανέλαβε ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων, είναι πολλαπλάσια της αξίας των δανείων. Ως εκ τούτου δεν είναι δίκαιο να πωληθεί κανένα ακίνητο σε πλειστηριασμό, δεδομένης και της πρόθεσης της να εξοφλήσει το επίδικο χρέος. Η ομνύουσα ανέφερε στη συνέχεια πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι δικαιούται τις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Περαιτέρω αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο εάν όχι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού αν πωληθούν τα ακίνητα, η ίδια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η στέρηση του δικαιώματος στην περιουσία της δεν μπορεί κατά την ομνύουσα να αποζημιωθεί σε χρήμα. Ενδεχόμενη δε απόφαση υπέρ της στην αγωγή θα παραμείνει ανικανοποίητη. Η ειδοποίηση ένστασης Η εναγομένη καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι δεν ισχύει στην παρούσα καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Περαιτέρω, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει σαφώς υπέρ της εναγομένης. Υπό τα περιστάσεις δεν είναι δίκαιη και εύλογη, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αυτό γιατί τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα προκαλέσει δυσανάλογη ζημιά στην εναγομένη ενώ σε αντίθετη περίπτωση δεν θα δημιουργηθεί καμιά ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατά τον ομνύοντα, ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, εκείνο που θα αποφασιστεί είναι το ύψος του τελικού οφειλόμενου ποσού. Όμως, οποιεσδήποτε τυχόν παράνομες χρεώσεις δεν ακυρώνουν τις επίδικες υποθήκες. Αναφέρεται ακόμη στους λόγους ένστασης ότι στην διαδικασία πλειστηριασμού, ακολουθήθηκαν ορθά και νομότυπα όλα τα προβλεπόμενα από το Νόμο, προδικαστικά διαβήματα. Αναφέρεται ακόμα ότι στην αίτηση δεν υπάρχει πλήρης αποκάλυψη όλων των γεγονότων και γίνεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Αναφέρεται τέλος ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και για μόνο τον λόγο αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση προσώπου που εργάζεται σε εταιρεία, η οποία έχει αναλάβει τη διαχείριση των δανείων της εναγομένης. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Εγείρεται στην συνέχεια προδικαστική ένσταση αφού κατά τον ομνύοντα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης λόγω του ότι τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα βρίσκονται στην Επαρχία Πάφου. Ως εκ τούτου και δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 9/65, η δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής ανήκει αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Όσον αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού, ο ενόρκως δηλών αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της αίτησης, ισχυριζόμενος ότι σε αυτές αναφέρονται επακριβώς τα όσα προβλέπει ο Νόμος 9/65. Επιπλέον όπως πληροφορείται, στα πλαίσια συναντήσεων που είχαν συνάδελφοι του με την ενάγουσα 1 για σκοπούς αναδιάρθρωσης των δανείων και συγκεκριμένα στις 6.4.17, την είχαν εφοδιάσει με καταστάσεις λογαριασμού για όλα τα δάνεια. Επισυνάπτεται επί του προκειμένου ως τεκμήριο Β, βεβαίωση υπογραμμένη από την ενάγουσα 1 ότι έχει παραλάβει τις καταστάσεις λογαριασμού των επίδικων δανείων. Στη συνέχεια, ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει ότι στις 20.9.18 επιδόθηκαν στην ενάγουσα 1, οι ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και ΙΒ για τα υπό κρίση 3 ενυπόθηκα κτήματα. Επιπλέον, στις 29.1.19 επιδόθηκαν τα Δελτία Α σε σχέση και με την εκτιμημένη αξία των ακινήτων. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η υποχρέωση του ενυπόθηκου δανειστή να κοινοποιήσει τις εκτιμήσεις, ισχύει μόνο στην περίπτωση που ο οφειλέτης προχωρούσε στο διορισμό δικού του εκτιμητή. Εν πάση περιπτώσει, με την ειδοποίηση ΙΒ η εναγομένη κάλεσε την ενάγουσα 1, όπως εντός 10 ημερών διορίσει εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των ακινήτων. Η ενάγουσα αμέλησε να πράξει κάτι τέτοιο. Ως εκ τούτου, η εναγομένη προχώρησε σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 44(δ)
(2), στο διορισμό δυο εκτιμητών για τον καθορισμό της αγοραίας αξία των ενυπόθηκων ακινήτων. Όσον αφορά την αξία που επικαλείται η ενάγουσα 1, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι αυτή είναι αυθαίρετη και δεν στηρίζεται σε καμία έκθεση εκτίμησης. Ακολούθως, ο ομνύοντας αρνήθηκε τους ισχυρισμούς περί σκόπιμης πώλησης των ακινήτων σε συνεργασία με συγγενικά πρόσωπα, στελέχους της εναγομένης. Τα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα 1, είναι κατά τον ομνύοντα δικές της αόριστες εικασίες και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της. Αποτελούν δε σκέψεις εκ των υστέρων προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή των ποσών που οφείλονται προς την εναγομένη. Ο ομνύοντας αρνήθηκε επίσης τον ισχυρισμό ότι η εναγομένη επέμενε κατά τις συζητήσεις αναδιάρθρωσης του χρέους, στην υποθήκευση ακόμη ενός ακινήτου μεγάλης οικονομικής αξίας. Αυτό που έγινε, είναι ότι μετά από αλλεπάλληλες συναντήσεις και διαβουλεύσεις, υπήρξε κατάληξη με την ενάγουσα
  1. Συγκεκριμένα, στις 8.2.17 δόθηκε στην ενάγουσα 1 πρόταση ρύθμισης των υποχρεώσεων της που προνοούσε την παραχώρηση περιόδου για να μπορέσει να ρευστοποιήσει ακίνητη ιδιοκτησία ενώ παράλληλα, ζητήθηκε η ενίσχυση των υφιστάμενων εξασφαλίσεων. Η πρόταση αυτή έτυχε θετικής αντιμετώπισης από την ενάγουσα 1 όμως στη διαδικασία ετοιμασίας των εγγράφων, διαπιστώθηκε ότι ολόκληρη η ακίνητη περιουσία της ενάγουσας 1, βαρυνόταν με εμπράγματα βάρη (memo) που είχαν καταχωρήσει τρίτα πρόσωπα. Η ενάγουσα 1 δεν προέβηκε σε καμία διευθέτηση με τα πρόσωπα αυτά, αναφέροντας ότι οι επιβαρύνσεις ήταν παράνομες και ότι ανέμενε είσπραξη μεγάλων ποσών ως αποζημίωση για τις εν λόγω υποθέσεις. Ως εκ τούτου, η διευθέτηση αναδιάρθρωσης δεν μπόρεσε τελικά να προχωρήσει. Ο ομνύοντας αναφέρει στη συνέχεια ότι στις 25.1.2019, ήταν προγραμματισμένος πλειστηριασμός για άλλα ενυπόθηκα κτήματα των εναγουσών αλλά κατόπιν γραπτής παράκλησης της ενάγουσας 1, η εναγομένη δείχνοντας καλή θέληση στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης και αναδιάρθρωσης των δανείων, ακύρωσε τον πλειστηριασμό. Η ενάγουσα 1 ζήτησε χρόνο μέχρι τις 26.3.19 για να εξοφλήσει τα επίδικα δάνεια. Το αίτημα της εγκρίθηκε με την προϋπόθεση να γίνει διευθέτηση των δανείων μέχρι την ημερομηνία εκποίησης ήτοι στις 26.3.
  2. Επισυνάπτονται επί του προκειμένου ως τεκμήρια Ε και Στ, όλη η σχετική αλληλογραφία και τα σχετικά έγγραφα που επιδόθηκαν για τον πλειστηριασμό ημ. 25.1.
  3. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι αν η εναγομένη ήθελε να πιέσει την ενάγουσα 1 ή να ζητήσει όπως η ίδια λέει «την κεφαλή της επί πίνακι» δεν υπήρχε λόγος να ακυρώσει τον πλειστηριασμό που ήταν ορισμένος στις 25.1.
  4. Ήταν ενόψει των πιο πάνω η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Ν.14/
  5. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Περαιτέρω δεν έχει αποδειχθεί ότι με την απόρριψη της αίτησης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αντίθετα σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η εναγομένη θα υποστεί ζημιά αφού θα απωλέσει το δικαίωμα που της παρέχεται από τις συμβάσεις υποθήκης και το Νόμο για εκποίηση των ακινήτων και θα στερηθεί τον μοναδικό μέσο που έχει να εισπράξει το οφειλόμενο σε αυτήν χρέος. Περαιτέρω, η καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας και η εν γένει αδικαιολόγητη συμπεριφορά της ενάγουσας 1, καταδεικνύουν περιφρόνηση των Δικαστικών διαδικασιών που από μόνη της, συνηγορεί στην απόρριψη του αιτήματος. Αναφέρεται τέλος ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, ενοχλητική και εκδικητική καθότι καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό την αποστέρηση των δικαιωμάτων της εναγομένης όπως πηγάζουν από τις επίδικες συμβάσεις υποθήκης και τον Νόμο 9/
  6. Αγορεύσεις Όρισα άμεσα την υπόθεση για αγορεύσεις δεδομένου ότι η πλειστηριασμός είναι ορισμένος στις 26.3.19 ήτοι την επόμενη εργάσιμο ημέρα από σήμερα, δεδομένου ότι μεσολαβεί σαββατοκύριακο και η αργία της 25ης Μαρτίου. Οι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον μου, υποστηρίζοντας τις πιο πάνω θέσεις τους όπως πηγάζουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω την εκτεταμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία θα γίνει όπου χρειάζεται στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  7. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου είναι: • Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. • Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. • Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της διαφοράς και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ.
  2. «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ 1791. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος σχετική είναι η απόφαση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα.» Όσον αφορά την επίδικη διαδικασία εκποίησης, αυτή ρυθμίζεται από το μέρος VIA του Νόμου 9/65 που φέρει τίτλο «Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου από τον Ενυπόθηκο Δανειστή». Το μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, εισήχθη στον εν λόγω Νόμο με τον τροποποιητικό Ν.142(Ι)/
  1. Η προβλεπόμενη διαδικασία πλειστηριασμού που περιλαμβάνεται στα άρθρα 44Α έως 44ΙΑΑ, είναι πιο απλοποιημένη και διαφέρει από τις διατάξεις εκποίησης του Κεφ. 6 αλλά και του μέρους VI του Νόμου 9/
  2. Πρόκειται στην ουσία για διαδικασία αναγκαστικής πώλησης ακινήτου που διεξάγεται από τον ίδιο τον ενυπόθηκο δανειστή. Σύμφωνα με το άρθρο 44Β, σε περίπτωση υπερημερίας για περίοδο που δεν είναι μικρότερη των 120 ημερών, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου εκτός εάν η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης ανασταλεί με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων Νόμων ή Κανονισμών. Συγκεκριμένα, επιδίδεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη δυνάμει του άρθρου 44Β
(2), η ειδοποίηση «Θ» ως προς την παρατηρηθείσα υπερημερία και η ειδοποίηση υπό τον τύπο «I» δυνάμει του άρθρου 44Γ
(1), με τη οποία ενυπόθηκος οφειλέτης, καλείται εντός 30 ημερών να εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος. Στην εν λόγω ειδοποίηση, επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με το ενυπόθηκο χρέος. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται ως ανωτέρω, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να του επιδώσει δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ», στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Η εν λόγω ειδοποίηση θα πρέπει να επιδίδεται εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3)όπως έχει τροποποιηθεί από τον Νόμο 87(Ι)/2018, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης «ΙΑ», δύναται να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, επικαλούμενος τα πιο κάτω: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις- (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή- (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση του άρθρου 44Γ
(3), δεν απαιτείται να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω λόγοι για την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης. Αρκεί να αποδειχθεί ένας από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3), ώστε η έφεση να πετύχει και να διαταχθεί από το Δικαστήριο η ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 44Α
(4)όπως έχει τροποποιηθεί δεν αποκλείεται το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει ταυτόχρονα με την έγερση πολιτικής αγωγής και σε διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 9/
  1. Συμπεράσματα Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή την αίτηση και ένσταση όσον και τις αντίστοιχες αγορεύσεις των συνηγόρων. Κρίνω από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  2. Οι ενάγουσες με την αγωγή τους, ζητούν στην ουσία την ακύρωση ως παράτυπων, των σχετικών ειδοποιήσεων που τους επιδόθηκαν δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 και συνεπακόλουθα, αιτούνται την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης που ξεκίνησε με την επίδοση των πιο πάνω ειδοποιήσεων. Δεν έχουμε δηλαδή στην παρούσα όπως συμβαίνει σε άλλες παρόμοιες υποθέσεις, αγωγή για ακύρωση δανειακών και υποθηκευτικών συμβάσεων που στα πλαίσια τους, επιδιώκεται η έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναστολής εκποίησης, των ενυπόθηκων ακινήτων. Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγουσες επιδιώκουν στην ουσία, την ακύρωση των σχετικών ειδοποιήσεων και της ίδιαw της διαδικασίας πλειστηριασμού που η εναγομένη ξεκίνησε δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/
  3. Στους λόγους δε ακύρωσης των ειδοποιήσεων, προβάλουν μεταξύ άλλων και λόγους που θα μπορούσαν να προβληθούν σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου 9/65. Σύμφωνα όμως με το πιο πάνω άρθρο, ο παραμερισμός της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, μπορεί να επιδιωχθεί μόνο μέσω έφεσης - αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, εντός καθορισμένης προθεσμίας και για λόγους που περιοριστικά αναφέρονται, στον εν λόγω άρθρο. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να παραμεριστεί η ειδοποίηση του πλειστηριασμού με αγωγή όπως επιδιώκουν οι ενάγουσες με την παρούσα διαδικασία. Οι απαιτήσεις της παρούσας αγωγής για ακύρωση των ειδοποιήσεων που προβλέπει το μέρος VIA του Νόμου 9/65 δεν συνιστούν κατά την κρίση μου καλή βάση αγωγής ούτε και αποδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας τους. Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το μέρος VIA του Νόμου 9/65, ακύρωση των εν λόγω ειδοποιήσεων και της συνακόλουθης διαδικασίας εκποίησης μπορεί να γίνει μόνο με αίτηση - έφεση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Ως εκ τούτου δεν παρέχεται ευχέρεια για ακύρωση των εν λόγω ειδοποιήσεων με αγωγή όπως επιδιώκουν οι ενάγουσες με την παρούσα αγωγή τους. Είναι γεγονός ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης διατηρεί πάντα το δικαίωμα να αμφισβητήσει γενικά με αγωγή το κύρος υποθήκης και να ζητήσει στα πλαίσια αυτής, προσωρινή ενδιάμεση θεραπεία για την γενική αναστολή εκποίησης. Όμως όσον αφορά ειδικά τις ειδοποιήσεις που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου 9/65, η αμφισβήτηση τους και συνεπακόλουθα η ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού δυνάμει του πιο πάνω Μέρους, γίνεται μόνον με αίτηση - έφεση, όπως ειδικά προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις. Δεν παρέχεται ως εκ τούτου ευχέρεια για ακύρωση ειδοποιήσεων δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 με το ένδικο μέσο της αγωγής, όπως αιτούνται οι ενάγουσες με την παρούσα αγωγή τους. Ούτε είναι ορθή βέβαια η θέση που εκφράστηκε από την ενάγουσα 1 κατά την αγόρευση της ότι θα μπορούσε η παρούσα αίτηση για συντηρητικό διάταγμα να εκληφθεί ως η έφεση που προβλέπει το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου 9/65. Οι δύο διαδικασίες είναι εντελώς διαφορετικές, τόσον από δικονομική άποψη όσον και από άποψη ουσίας και δεν μπορούν να ταυτιστούν σε καμία περίπτωση. Ανεξαρτήτως τούτου, ακόμα και να γινόταν αποδεκτός αυτός ο ισχυρισμός, η παρούσα αίτηση δεν καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο Νόμος για καταχώρηση της σχετικής έφεσης. Ενόψει τούτου δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, τα αιτήματα των εναγουσών για ακυρότητα λόγω αντικανονικότητας των σχετικών ειδοποιήσεων και του συνεπακόλουθου πλειστηριασμού. Ανεξαρτήτως τούτου και επί της ουσίας, δεν ισχύει η θέση που εκφράστηκε από πλευράς εναγουσών για ακύρωση της ειδοποίησης Ι λόγω του ότι δεν συνοδεύεται από αναλυτική κατάσταση λογαριασμού. Όπως προκύπτει ξεκάθαρα από την ανάγνωση του άρθρου 44(Γ) του Νόμου 9/65, η υποχρέωση του ενυπόθηκου δανειστή είναι να συμπεριλάβει στην ειδοποίηση τύπου Ι, κατάσταση λογαριασμού με την οποία να ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης για το ύψος του ενυπόθηκου χρέους που οφείλει να εξοφλήσει, προκειμένου να τερματιστεί η διαδικασία εκποίησης. Η θέση των εναγουσών ότι στην παρούσα περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου γιατί δεν συνοδεύεται η ειδοποίηση Ι από αναλυτικές χρεοπιστώσεις δεν είναι ορθή. Ο Νόμος δεν καθορίζει ποια μορφή πρέπει να έχει ένα έγγραφο για να συνιστά κατάσταση λογαριασμού για τους σκοπούς του άρθρου 44(Γ)
(1). Οι μόνες προϋποθέσεις που τίθενται, είναι ότι πρέπει το συγκεκριμένο έγγραφο, να αναφέρει το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος, τους τόκους και όλα τα έξοδα. Στην παρούσα περίπτωση, τα έγγραφα που συνοδεύουν τις ειδοποιήσεις τύπου Ι, πληρούν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η εναγομένη έχει συμμορφωθεί με όλες τις υποχρεώσεις που δημιουργεί το άρθρο 44(Γ)
(1)του Νόμου, αναφορικά με τον τύπο και το περιεχόμενο της ειδοποίησης τύπου Ι. Αλλά ούτε η θέση των εναγουσών για παρατυπία ως προς τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη η εναγομένη, είναι ορθή. Προκύπτει ότι με την ειδοποίηση ΙΒ, η εναγομένη κάλεσε την ενάγουσα 1 όπως εντός 10 ημερών διορίσει εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των ακινήτων. Η ενάγουσα 1 δεν διόρισε κανένα εκτιμητή και έτσι η εναγομένη σύμφωνα με την πρώτη επιφύλαξη του άρθρου 44Δ
(2), διόρισε δύο εκτιμητές για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων. Επιπλέον, η θέση για συγγενική σχέση στελέχους της εναγομένης με κτηματομεσίτη στην Πάφο, δεν αφορά τα επίδικα θέματα της παρούσας και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποδείξει από μόνη της, παρατυπία στην επίδικη διαδικασία εκποίησης. Ένα άλλο στοιχείο που επισημάνθηκε και από πλευράς εναγομένης, είναι η έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Είναι σαφές ότι η βάση αγωγής, σχετίζεται με τα επίδικα ακίνητα και όχι με τις δανειακές συμβάσεις, την ακύρωση των οποίων δεν ζητούν οι ενάγουσες με την υπό κρίση αγωγή τους. Ως εκ τούτου, εφαρμόζεται στην παρούσα αγωγή, η αποκλειστική τοπική δικαιοδοσία της επαρχίας του ακινήτου, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου που στην παρούσα περίπτωση, είναι η Επαρχία της Πάφου. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ακόμη και να αποδεικνυόταν καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της και πάλιν η αίτηση δεν θα πετύχαινε λόγω του ότι δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Νόμου 14/
  1. Ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το επίδικο διάταγμα αναστολής του πλειστηριασμού. Είναι σαφές ότι η ζημιά που οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, είναι απομιμητή σε χρήμα. Εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί ότι η εναγομένη δεν θα είναι σε θέση να τις αποζημιώσει, στην περίπτωση που οι ενάγουσες πετύχουν στην αγωγή τους. Είναι περαιτέρω σαφές από την προαναφερθείσα νομολογία ότι για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι ενάγουσες είχαν καθήκον να πείσουν το Δικαστήριο ότι δεν θα είναι σε θέση να αποζημιωθούν στην περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή τους. Οι ενάγουσες στην παρούσα, απέτυχαν σε αυτή τους την υποχρέωση. Δεν υπάρχει τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η εναγομένη δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει σε χρήμα τις ενάγουσες, σε περίπτωση που πετύχουν στις αιτούμενες θεραπείες της παρούσας αγωγής. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί η εναγομένη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματος της να προχωρήσει σε εκποίηση συμβατικής ενυπόθηκης εξασφάλισης, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστούν οι ενάγουσες σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Το ισοζύγιο της ευχέρειας αποφασίζεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία και με την εξέταση της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) σε συνδυασμό με τυχόν καθυστέρηση του ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι οι ειδοποιήσεις τύπου Θ και Ι επιδόθηκαν στην ενάγουσα 1 από τον 30.3.
  2. Ήταν δηλαδή σε γνώση της ενάγουσας 1 εδώ και ένα χρόνο ότι η διαδικασία πλειστηριασμού των επίδικων ακινήτων, είχε ξεκινήσει από την εναγομένη. Η ενάγουσα 1 δεν προέβηκε σε κανένα δικαστικό διάβημα, προκειμένου να παραμερίσει αυτήν την διαδικασία. Ούτε όταν στις 20.9.18, της επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ που καθόριζαν την ημερομηνία και τον χώρο του πλειστηριασμού, καταχώρησε έφεση για παραμερισμό της διαδικασίας εκποίησης εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο Νόμος. Αντιθέτως, σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, ζήτησε από την εναγομένη, την αναστολή της εκποίησης άλλου πλειστηριασμού που ήταν ορισμένος στις 25.1.2019, αιτούμενη ταυτόχρονα χρόνο μέχρι τις 26.3.19 που ορίστηκε ο επίδικος πλειστηριασμός για να εξοφλήσει τα επίδικα δάνεια (βλ. τεκμ. Ε της ένστασης). Λίγες μέρες όμως πριν την διεξαγωγή του επίδικου πλειστηριασμού, ήτοι στις 14.3.2019, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και την υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι ενάγουσες αιτούνται προσωρινό διάταγμα αναστολής της εκποίησης των ακινήτων. Η μεγάλη καθυστέρηση και αδράνεια της ενάγουσας 1 να ζητήσει δικαστικά μέτρα ακύρωσης του πλειστηριασμού ενώ γνώριζε εδώ και ένα χρόνο ότι η διαδικασία εκποίησης ξεκίνησε, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες εξόφλησης των επίδικων δανείων, δημιουργούν μια κατάσταση πραγμάτων που μεταφέρει το ισοζύγιο της ευχέρειας υπέρ της εναγομένης. Ούτε αποτελεί επαρκή δικαιολογία, η θέση που εκφράστηκε στην αγόρευση για τις ενάγουσες ότι η καθυστέρηση οφείλεται στις διαπραγματεύσεις και τις υποσχέσεις της εναγομένης. Με την επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ, ήταν πλέον ξεκάθαρη η πρόθεση της εναγομένης να προωθήσει τον επίδικο πλειστηριασμό, ανεξαρτήτως οιωνδήποτε διαπραγματεύσεων είχαν διεξαχθεί στο μεταξύ. Η παράλειψη προσβολής της ειδοποίησης ΙΑ με έφεση εντός της προβλεπόμενης από τον Νόμο 9/65 προθεσμίας, έδωσε την εντύπωση ότι οι ενάγουσες δεν είχαν πρόθεση να ζητήσουν ακύρωση της εκποίησης. Η καταχώρηση της αγωγής και της παρούσας αίτησης λίγες μέρες πριν το πλειστηριασμό, έγινε ως εκ τούτου με μεγάλη καθυστέρηση και κρίνεται μοιραία ως προς της έγκριση του αιτήματος. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγουσες απέτυχαν να αποδείξουν τις προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και της σχετικής νομολογίας. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγουσών - αιτητριών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.