RODINA κ.α. ν. ΒANWORAD HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1887/2010, 14/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A134 Αρ. Αγωγής: 1887/2010 Μεταξύ:
- XXXXX VIKTOROVNA RODINA
- BALTISKY ISSUING UNION OJSC
- REGISTRONIX OJSC
- POLIGRAFOFORMLENIE OJSC
- ATOMSTROYINVEST CJSC
- ATOMINVESTPROJECT CJSC Ενάγοντες και
- ΒANWORAD HOLDINGS LIMITED
- RMG HOLDINGS LIMITED
- FUTUREQUEST HOLDINGS LIMITED
- XXXXX PETROVICH SEMENEKO
- XXXXX SERGEEVICH SKATERSCHIKOV
- RADDENE VENTURES LIMITED Εναγόμενοι Αίτηση ημερ. 26/11/2018 υπό εναγομένων 1, 2 & 3 - αιτητών για διαγραφή έκθεσης απαίτησης. Ημερομηνία: 14 Μαρτίου 2019 Για εναγόμενους 1, 2 & 3 - αιτητές: κος Σώτος Κάσινος για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κος Μιχάλης Βορκάς για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες αιτούνται εναντίον των εναγομένων, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις που ανέρχονται σε 1,200,000,000 Ρωσικά Ρούβλια (€29.453.795,78) για κατ' ισχυρισμό απάτη συνομωσία, δόλο και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι εναγόμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό την παράνομη μεταβίβαση προς τους εναγομένους 1, 2 και 3, περιουσιακών στοιχείων της Ρωσικής εταιρείας XXXXX Zavod (στο εξής η «ΚΖ») και ειδικότερα, μετοχών που η εν λόγω εταιρεία κατείχε σε τρεις θυγατρικές της εταιρείες. Οι ενάγοντες αιτούνται επιπλέον δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό την παράνομη μεταβίβαση των μετοχών της ΚΖ προς τους εναγόμενους 1, 2 & 3 καθώς και διάταγμα το οποίο να διατάσσει τους εναγόμενους 1, 2 και 3 να επιστρέψουν και/ή μεταβιβάσουν τις μετοχές της ως άνω εταιρείας στους αρχικούς και/ή νόμιμους δικαιούχους τους. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή. Στην συνέχεια με αίτηση τους ημ. 10.5.13, ζήτησαν την διαγραφή της έκθεσης απαίτησης ως μη συνάδουσας με τους δικονομικούς κανόνες. Αδελφός Δικαστής που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης, διέταξε εκ συμφώνου την διαγραφή της έκθεσης απαίτησης, δίδοντας οδηγίες όπως καταχωρηθεί νέα έκθεση απαίτησης στις εντός 14 ημερών. Η ενάγουσα καταχώρησε νέα έκθεση απαίτησης στις 25.6.
- Είχαν προηγηθεί δύο αιτήσεις από τους εναγομένους για διαγραφή του κλητηρίου και απόρριψη της αγωγής, οι οποίες αμφότερες απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Η παρούσα αίτηση Ακολούθησε στις 26.11.18, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία οι εναγόμενοι ζητούν την διαγραφή και της νέας έκθεσης απαίτησης ημ.25.6.2018, με το αιτιολογικό ότι είναι σκανδαλώδης, επιπόλαιη, ενοχλητική, καταπιεστική και/ή έχει συνταχθεί κατά παράβαση των κανόνων σύνταξης δικογράφων και/ή τείνει να περιπλέξει και να καθυστερήσει και να δυσχεράνει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή παραβλάπτει τα δικαιώματα των αιτητών. Επιζητείται επίσης διαζευκτικά, διάταγμα που να διατάζει για τους ιδίους λόγους, την διαγραφή των παραγράφων 44
(1)-
(5), 45
(1)-
(3), 46
(1)-
(5), 47(xxxiii), 50, 52-59, 61, 62, 64, 67-98, 101, 103-114 και 116 από την πιο πάνω έκθεση απαίτησης. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου, στο γραφείο των συνηγόρων των αιτητών. Σε αυτήν αναφέρει ότι η έκθεση απαίτησης είναι αδικαιολόγητα μακροσκελής. Συγκεκριμένα, αποτελείται από 37 σελίδες στις οποίες περιλαμβάνονται πολλοί αχρείαστοι, άσχετοι, επαναλαμβανόμενοι και ακατανόητοι ισχυρισμοί ενώ σε πολλές περιπτώσεις παρατίθεται αδικαιολόγητα και κατά παράβαση των κανόνων σύνταξης δικογράφων, μαρτυρία, νομική ανάλυση και επιχειρηματολογία. Περιλαμβάνονται επίσης ακόμα και παραπομπές σε νομικά συγγράμματα, νομοθετήματα και νομολογία, με παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων και υποσημειώσεων. Γίνεται ειδικά μνεία στα πιο κάτω: · Στις υποπαραγράφους 44
(1)-
(5), 45
(1)-
(3)και 46
(1)-
(5), που συνιστούν κατά τους αιτητές την μαρτυρία των εναγόντων για σκοπούς τεκμηρίωσης των ισχυρισμών τους που εκτίθενται στις πρώτες προτάσεις των παραγράφων 44, 45 και 46. · Στην παράγραφο 47(xxxiii), όπου περιλαμβάνονται ισχυρισμοί οι οποίοι είναι παντελώς άσχετοι κατά τους αιτητές με τις «λεπτομέρειες δόλου και απάτης» που αφορούν τις επίδικες μεταβιβάσεις μετοχών και οι οποίοι δεν συνοδεύονται από οποιεσδήποτε λεπτομέρειες έτσι ώστε να επιτρέψουν στους αιτητές να τοποθετηθούν και να απαντήσουν. · Στις παραγράφους 50, 52-59, 61, 62, 64, 67-98, 101, 103-114 και 116 παρατίθεται ως εάν να επρόκειτο για αγόρευση, ευρεία ανασκόπηση και ανάλυση του Κυπριακού, Αγγλικού και Ρωσικού δικαίου που οι ενάγοντες θεωρούν σχετικό, με εκτεταμένη επιχειρηματολογία ως προς την εφαρμογή τους, η οποία μάλιστα περιλαμβάνει παραπομπές σε συγγράμματα, νομολογία και νομοθετήματα, και παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων και υποσημειώσεων. Τα πιο πάνω δεν επιτρέπεται κατά την ομνύουσα δυνάμει των διαδικαστικών κανονισμών να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα. Η ομνύουσα δέχθηκε ότι η αναφορά στα δικόγραφα του αλλοδαπού δικαίου, ενδεχομένως να είναι αρμόζουσα, όμως το μόνο που μπορεί να δικογραφηθεί είναι κατά την άποψη της, η ισχυριζόμενη ανάγκη εφαρμογής του και οι σχετικές νομοθετικές ή άλλες πρόνοιες που τυγχάνουν εφαρμογής στα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η ευρεία ανάλυση στην οποία έχει προβεί η πλευρά των εναγόντων, η οποία επεκτείνεται σε παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων από νομοθετήματα, νομολογία και συγγράμματα είναι κατά την ομνύουσα, ανεπίτρεπτη. Επιπλέον, με αυτό τον τρόπο δικογράφησης, προκαλείται σοβαρή αδικία και ταλαιπωρία στους αιτητές, οι οποίοι σύμφωνα με την ομνύουσα, καλούνται ουσιαστικά να απαντήσουν και να καταρρίψουν αυτούς τους νομικούς ισχυρισμούς, αναπτύσσοντας αντίστοιχη νομική επιχειρηματολογία για αλλοδαπό δίκαιο σε ένα πολύ πρόωρο στάδιο όπου το μόνο που απαιτείται κανονικά, είναι η λιτή παρουσίαση των ουσιωδών ισχυρισμών της κάθε πλευράς. Ήταν η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι τα πιο πάνω, συνιστούν ξεκάθαρες παραβάσεις των κανόνων σύνταξης δικογράφων ενώ καθιστούν την έκθεση απαίτησης σκανδαλώδη, επιπόλαιη, ενοχλητική και καταπιεστική, η οποία περιπλέκει, καθυστερεί και δυσχεραίνει την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, παραβλάπτοντας με τον τρόπο αυτό, τα δικαιώματα των αιτητών. Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι αν και οι παράγραφοι που έχουν δικογραφηθεί με αυτόν τον τρόπο μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν, θεωρεί ότι η αφαίρεση τόσων πολλών παραγράφων θα καταστήσει το δικόγραφο ασύνδετο και ακόμη πιο δυσνόητο κάτι που θα φέρει τους αιτητές σε ακόμη πιο δύσκολη θέση στην προσπάθεια τους να το απαντήσουν αλλά και το Δικαστήριο που θα κληθεί να λάβει υπόψη, ένα τέτοιο δικόγραφο κατά την ακροαματική διαδικασία. Ήταν ως εκ τούτου η θέση της ομνύουσας ότι η πιο πρόσφορη επιλογή υπό τις περιστάσεις θα ήταν η διαγραφή ολόκληρης της έκθεσης απαίτησης με οδηγίες για καταχώρηση νέας εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Κάτι τέτοιο δεν θα επηρεάσει δυσμενώς κατά την ομνύουσα τα συμφέροντα των εναγόντων, οι οποίοι θα έχουν την ευκαιρία να συντάξουν εκ νέου την έκθεση απαίτησης τους σύμφωνα με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων, διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο την εφαρμογή τους και παράλληλα την δίκαιη και ευχερέστερη εκδίκαση της υπόθεσης. Η ειδοποίηση ένστασης Οι ενάγοντες καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης, στο αίτημα διαγραφής της έκθεσης απαίτησης. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Επιπλέον, η παρούσα αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ασαφής και/ή μη τεκμηριωμένη και δεν επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, αποσκοπεί στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς την ουσία της υπόθεσης. Επί της ουσίας, στους λόγους ένστασης αναφέρεται ότι η έκθεση απαίτησης δεν είναι ούτε ενοχλητική, ούτε σκανδαλώδης, ούτε παραβιάζει τους κανόνες σύνταξης δικογράφων και εν πάση περιπτώσει δεν τείνει να περιπλέξει ούτε να δυσχεράνει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και καταχρηστική, καθότι η πραγματική πρόθεση των αιτητών, έγκειται στην χρήση ένδικων μέσων που αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Την ειδοποίηση ένστασης, συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων του ενάγοντα. Σε αυτήν αναφέρει ότι τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης, θεμελιώνουν μια πολύ καλή υπόθεση επί της ουσίας αφού αυτή στηρίζεται στην διάπραξη απάτης από μέρους του εναγομένου 4, ο οποίος μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην υπόθεση παρά το ότι η αγωγή, του έχει δεόντως επιδοθεί. Στηρίζεται επίσης επί της συνομωσίας του με τους εναγόμενους 1 έως 3 προς καταδολίευση των εναγόντων που είναι μέτοχοι της ΚΖ. Είναι η θέση των εναγόντων πως για το σκοπό αυτό, οι εναγόμενοι χρησιμοποιήσαν διάφορα συνδεδεμένα με αυτούς φυσικά και νομικά πρόσωπα στην Ρωσία, τα οποία ελέγχονταν εξολοκλήρου από τους ιδίους. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών έκανε αναφορά στις επίδικες παραγράφους 44
(1)-
(5), 45
(1)-
(3)και 46
(1)-
(5)της έκθεσης απαίτησης που φέρουν τον τίτλο υπότιτλο «Έλεγχος των ρωσικών - μεσολαβητικών εταιρειών από τον εναγόμενο 4 και τους Συνωμότες». Ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω παράγραφοι, θέτουν ξεκάθαρα τους ισχυρισμούς των εναγόντων, προβάλλοντας γεγονότα αναφορικά με τον χρόνο, τόπο, πρόσωπα και συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι διάφορες ενέργειες και δοσοληψίες. Συνεπώς, τα όσα ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση της αίτησης, απορρίπτονται ως ανυπόστατα. Ο ομνύοντας απέρριψε την θέση των αιτητών αναφορικά και με την υποπαράγραφο 47(xxxiii) της έκθεσης απαίτησης. Ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες στην εν λόγω υποπαράγραφο που αποτελεί μέρος των «Λεπτομερειών Δόλου και Απάτης» και που συνίσταται συνολικά από 33 υποπαραγράφους, θέτουν ξεκάθαρα τον ισχυρισμό τους περί της εμπλοκής των εναγομένων και τρίτων προσώπων για τον δανεισμό ποσού ύψους περίπου 19,5 δισεκατομμυρίων ρουβλιών, γεγονός για το οποίο έχουν ήδη αναφερθεί ειδικώς στις υποπαραγράφους (xxv) και (xvi). Στην συνέχεια, ο ομνύοντας αναφέρθηκε στην θέση των αιτητών ότι γίνεται ευρεία ανάλυση αλλοδαπών δικαίων, ήτοι του Αγγλικού και Ρωσικού στις παραγράφους 50, 52-59, 61, 62, 64, 67-98, 101, 103-114 και 116 της έκθεσης απαίτησης με τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο» και ότι αυτό, τους προκαλεί αδικία και ταλαιπωρία. Ο ομνύοντας υπέδειξε ότι οι ενάγοντες αξιώνουν μεταξύ άλλων, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι μετοχές βρίσκονταν στην κατοχή των εναγόμενων 1 έως 3 σε καταπίστευμα για τους ενάγοντες και/ή την ΚΖ ή/και ως αντιπρόσωποι του εναγόμενου 4. Ειδικότερα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα καθήκοντα καταπιστευματοδόχου που οφείλονται στους ενάγοντες, διέπονται από το Ρωσικό δίκαιο. Εντούτοις, το Ρωσικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει την δημιουργία δίκαιων συμφερόντων (equitable interests). Αναγνωρίζονται όμως, καταπιστεύματα αλλοδαπού δικαίου. Κατά τον ομνύοντα, με τις πιο πάνω παραγράφους τίθενται ουσιώδη γεγονότα σχετικά με την ορθή διάσταση του εφαρμοστέου δικαίου. Με αυτήν την έννοια, τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους, συνιστούν ουσιώδη γεγονότα που οι ενάγοντες όφειλαν να συμπεριλάβουν στην έκθεση απαίτησης τους. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι η ανάγκη όπως όλα τα ουσιώδη γεγονότα περιλαμβάνονται στα δικόγραφα, και δη η ανάγκη να δικογραφούνται οι διατάξεις αλλοδαπών νομοθετημάτων, είναι επιτακτική σύμφωνα με την νομολογία για να αποφεύγεται η πιθανότητα πρόκλησης αιφνιδιασμού στην άλλη πλευρά. Κατά τον ομνύοντα, η ανάγκη για εκτενή αναφορά στο εφαρμοστέο δίκαιο, προκύπτει και από τον επιπρόσθετο λόγο ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν ιδία γνώση του ξένου νομοθετήματος και θα στηριχθούν σε μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, την οποία θα προσκομίσει η κάθε πλευρά. Η καταγραφή ως εκ τούτου των εν λόγω προνοιών των Ρωσικών Νόμων και νομολογίας, μπορεί να γίνεται εκτεταμένα αλλά το γεγονός τούτο και μόνο δεν είναι αρκετό για να διαγραφούν, οι εν λόγω ισχυρισμοί από την έκθεση απαίτησης. Ο ομνύοντας αρνήθηκε ότι προκαλείται αδικία και ταλαιπωρία στην άλλη πλευρά. Αντίθετα, ήταν η θέση του ότι με το να δοθούν λεπτομερώς οι θέσεις των εναγόντων αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο, το βάρος απόδειξης το οποίο βαραίνει τους ενάγοντες, όχι μόνο δεν καθίσταται δυσκολότερο το έργο της υπεράσπισης αλλά δίδεται στους εναγομένους την ευκαιρία να γνωρίζουν τι θα έχουν να αντιμετωπίσουν κατά την ακρόαση ώστε να μην βρεθούν προ αιφνιδιασμού. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης, παρόλο που είναι μεγάλο, εκθέτει με σαφήνεια γεγονότα που διαπλέκονται με το φάσμα των απαιτήσεων των εναγόντων. Δεν μπορεί ως εκ τούτου σε αυτό το στάδιο να αποκλεισθούν οι ενάγοντες να θέσουν την εκδοχή τους αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο. Ειδικότερα, την στιγμή που οι ίδιοι οι εναγόμενοι παραδέχτηκαν στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης τους για παραμερισμό της αγωγής ημερομηνίας 10/5/2013 ότι για να μπορέσουν οι ενάγοντες να πετύχουν την αγωγή τους θα πρέπει το Κυπριακό Δικαστήριο να αποφασίσει σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο. Επίσης, οι ίδιοι οι εναγόμενοι στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, ισχυρίζονται ότι η υπόθεση αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή του Ρωσικού Νόμου. Ο ομνύοντας αρνήθηκε στην συνέχεια, τους ισχυρισμούς των αιτητών για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας από τους ενάγοντες. Αντιθέτως, ήταν η θέση του ότι η παρούσα αίτηση, αποτελεί ακόμη ένα καταχρηστικό διάβημα εκ μέρους των εναγομένων. Υπέδειξε ότι οι αιτητές, καταχώρησαν δύο αιτήσεις για απόρριψη της αγωγής, που αμφότερες απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο στις 3.4.13 και 31.5.16 αντίστοιχα. Στην συνέχεια, καταχώρησαν πανομοιότυπη με την παρούσα αίτηση στις 10.5.13 για διαγραφή της έκθεσης απαίτησης ημερ. 8.11.11, ήτοι 2 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Οι ενάγοντες αποδέχτηκαν διάταγμα στην εν λόγω αίτηση για διαγραφή της έκθεσης απαίτησης και καταχώρησαν στις 25/6/18 την επίδικη τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Ακολούθως, οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, αιτούμενοι και πάλι την διαγραφή της νέας έκθεσης απαίτησης. Είναι ενδεικτικό κατά τον ομνύοντα ότι από το 2010 μέχρι και σήμερα, οι εναγόμενοι παραλείπουν να καταχωρήσουν υπεράσπιση και να προβάλουν οποιοδήποτε γεγονός που να αντικρούει τις θέσεις των εναγόντων όπως προκύπτουν από την έκθεση απαίτησης. Ουσιαστικά, εκείνο το οποίο πράττουν κατά τον ομνύοντα οι εναγόμενοι, είναι να αποφεύγουν να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η πλήρης εικόνα οποιουδήποτε επιχειρήματος ή γεγονότος που να απαντά στις θέσεις των εναγόντων, στοχεύοντας σκόπιμα στην διαστρέβλωση και παραπλάνηση του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και την καθυστέρηση εκδίκασης της αγωγής. Ο ομνύοντας παρέπεμψε στην πιο πάνω ενδιάμεση απόφασή του Δικαστηρίου ημ. 3/4/2013 με την οποία απορρίφθηκε αίτημα των εναγομένων για διαγραφή της αγωγής. Σε αυτήν, ξεκάθαρα τονίζεται ότι η όποια πορεία καταχώρισης νέας παρόμοιας αίτησης για διαγραφή της αγωγής θα πρέπει να ακολουθηθεί μόνο στις πλέον κατάλληλες περιπτώσεις με προοπτική να αποφεύγεται η αχρείαστη σπατάλη δικαστικού χρόνου και εξόδων. Εντούτοις, οι εναγόμενοι καταχώρησαν πανομοιότυπη αίτηση στις 10/5/13 για να απορριφθεί και αυτή αργότερα από το Δικαστήριο, προκαλώντας όμως τεράστια καθυστέρηση στην υπόθεση που ανέρχεται στα 6 έτη από την καταχώρηση της αγωγής. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του ομνύοντα ότι και η παρούσα αίτηση αντικατοπτρίζει την πραγματική πρόθεση των αιτητών, η οποία στην χρήση ένδικων μέσων που αποσκοπούν αποκλειστικά στην καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας με παραπομπή σε νομολογία, τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως πηγάζουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων, προκειμένου να γίνουν περαιτέρω κατανοητές οι θέσεις των δύο πλευρών επί των επιδίκων θεμάτων της παρούσας αίτησης. Η αγόρευση του συνηγόρου για τους εναγομένους 1-3 αιτητές Ο συνήγορος των αιτητών στην αγόρευση του, αναφέρθηκε αρχικά στην νομική πτυχή της αίτησης και στην νομολογία που ερμηνεύει την Δ.19, Θ.26, η οποία δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να διαγράψει ισχυρισμούς από δικόγραφα που είναι ενοχλητικοί, αχρείαστοι και σκανδαλώδεις και τείνουν να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο θα πρέπει να διαγράψει ισχυρισμούς που δεν περιέχουν μόνο γεγονότα, αλλά συμπεριλαμβάνουν και μαρτυρία που θα προσκομιστεί στο Δικαστήριο ή νομικά ζητήματα όπως τον εφαρμοστέο Νόμο. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το δικόγραφο πρέπει να περιέχει γεγονότα και όχι τον Νόμο. Εντούτοις δέχθηκε ότι στο ζήτημα αυτό, δίδεται μια εξαίρεση αναφορικά με τον αλλοδαπό Νόμο, για τον οποίο νομολογήθηκε ότι συνιστά γεγονός και σαν τέτοιο πρέπει να δικογραφείται. Ήταν όμως η θέση του συνηγόρου ότι ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, η δικογράφηση του αλλοδαπού δικαίου θα πρέπει να γίνεται, με συμμόρφωση προς τους καθιερωμένους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Ήτοι να περιλαμβάνει μόνο τα ουσιαστικά και απαραίτητα στοιχεία, χωρίς μαρτυρία και επιχειρηματολογία, να είναι ξεκάθαρη, λιτή και χωρίς πλατειασμούς και γενικότερα να μην δύναται να επηρεάσει δυσμενώς ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι αυτό που μπορεί μόνο να δικογραφηθεί από το αλλοδαπό δίκαιο, είναι το απόφθεγμα των σχετικών προνοιών του όπως εφαρμόζονται στα γεγονότα της υπόθεσης. Η αυτούσια παράθεση διατάξεων και προνοιών του αλλοδαπού Νόμου, συνιστά μαρτυρία που μαζί με άλλα στοιχεία θα μπορεί να παρουσιαστεί για να αποδείξει το αλλοδαπό δίκαιο κατά τη Δίκη και είναι αχρείαστο και ανεπίτρεπτο να εμπεριέχεται στη δικογραφία. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ούτε επιχειρηματολογία σε σχέση με το αλλοδαπό δίκαιο είναι επιτρεπτό να συμπεριλαμβάνεται στα δικόγραφα. Ακολούθως, ο συνήγορος παρέπεμψε στην επίδικη έκθεση απαίτησης, που αποτελείται από 37 σελίδες και αριθμεί 127 παραγράφους και στην οποία κατά την άποψη του, έχουν παραβιαστεί όλοι οι πιο πάνω κανόνες σύνταξης δικογράφων. Ο συνήγορος χαρακτήρισε την πιο πάνω έκθεση απαίτησης ως ένα αδικαιολόγητα μακροσκελές κείμενο που παραβιάζει κατάφορα τους κανόνες σύνταξης δικογράφων αφού περιλαμβάνει περιττούς ισχυρισμούς, πλατειασμούς, μαρτυρία, εκτεταμένη επιχειρηματολογία και ευρεία νομική ανάλυση με αποσπάσματα από νομοθετήματα και παραπομπές σε νομικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις. Περαιτέρω, σε αρκετά σημεία η δικογράφηση γίνεται με ακατανόητο και διφορούμενο τρόπο κάτι που κατά τον συνήγορο, αναπόφευκτα καθιστά αδύνατο ή έστω πολύ δύσκολο, τόσο το έργο της υπεράσπισης που καλείται να απαντήσει, όσο και το έργο του Δικαστηρίου που θα κληθεί κατά την ακροαματική διαδικασία να επιβεβαιώσει ότι η μαρτυρία που θα παρουσιαστεί πράγματι έχει δικογραφηθεί. Ακολούθως, ο συνήγορος αναφέρθηκε στις παραγράφους 44-46, 47(xxxiii) 50, 52-59, 61, 62, 64, 67-98, 101, 103-114 και 116 της έκθεσης απαίτησης, τις οποίες εξειδικεύει στην αίτηση του και τις οποίες θεωρεί ως τα πιο σοβαρά παραδείγματα παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων. Επαναλαμβάνει επί του προκειμένου, τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της αίτησης ως προς την παράθεση μαρτυρίας και νομικής επιχειρηματολογίας στις εν λόγω παραγράφους. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι σύμφωνα με την νομολογία δεν είναι απαραίτητη η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο για να διαγραφεί ένα δικόγραφο που παραβιάζει τους κανόνες. Ανεξαρτήτως τούτου, στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται κατά τον συνήγορο και ζημιά αφού η παράβαση των κανόνων, επηρεάζει δυσμενώς τόσον τα δικαιώματα των εναγομένων όσο και την εκδίκαση της υπόθεσης και το κύρος της διαδικασίας γενικότερα. Συγκεκριμένα, αν επιτραπεί αυτή η ευρεία νομική ανάλυση και επιχειρηματολογία των εναγόντων, οι εναγόμενοι θα κληθούν να την απαντήσουν και να την αντικρούσουν, αναπτύσσοντας αντίστοιχη εκτεταμένη νομική επιχειρηματολογία σε ένα πολύ πρόωρο στάδιο της διαδικασίας όπου το μόνο που απαιτείται κανονικά, είναι η λιτή παρουσίαση των ουσιωδών ισχυρισμών τους. Αυτό θα τους προκαλέσει σημαντική ταλαιπωρία και έξοδα, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι η ανάλυση αυτή θα πρέπει αναγκαστικά να αφορά και ζητήματα αλλοδαπού δικαίου για τα οποία θα χρειαστεί μία εκτεταμένη πλέον απαντητική γνωμάτευση ξένων δικηγόρων. Κάτι που θα επιφέρει και αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι πέραν της ταλαιπωρίας και των εξόδων, οι εναγόμενοι θα υποστούν και σημαντική αδικία αφού θα κληθούν να αναπτύξουν την επιχειρηματολογία τους πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, παραχωρώντας με αυτό τον τρόπο ένα σοβαρό πλεονέκτημα στους ενάγοντες. Το πλεονέκτημα αυτό δεν θα το είχαν οι ενάγοντες υπό κανονικές προϋποθέσεις, δηλαδή να μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων όλες τις νομικές θέσεις των εναγομένων και να προσαρμόσουν τη μαρτυρία τους αναλόγως. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι η διαγραφή της επίδικης έκθεσης απαίτησης ή έστω των παραγράφων εκείνων που παραβιάζουν κατάφωρα τους κανόνες σύνταξης δικογράφων, δικαιολογείται και απαιτείται υπό τις περιστάσεις ενώ δεν θα προκαλέσει οποιοδήποτε πρόβλημα στους ενάγοντες, οι οποίοι θα μπορούν να καταχωρίσουν εκ νέου το δικόγραφο τους, συμμορφούμενοι πλέον με τους δικονομικούς κανόνες. Παράλληλα, το δικαίωμα των εναγόντων να παραθέσουν τις απόψεις τους και τις νομικές τους αναλύσεις επί των επίδικων θεμάτων θα διατηρηθεί κατά τον συνήγορο για το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων όπως ακριβώς καθορίζεται στους θεσμούς. Η αγόρευση του συνηγόρου για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση. Ο συνήγορος των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση στην δική του αγόρευση, αναφέρθηκε αρχικά στην νομική πτυχή της υπόθεσης, αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου. Στην συνέχεια, ανέλυσε κάθε μια ξεχωριστά τις επίδικες διατάξεις της έκθεσης απαίτησης για τις οποίες οι αιτητές ισχυρίζονται ότι εντοπίζονται οι πιο σοβαρές παραβάσεις των κανόνων σύνταξης δικογράφων. Σε σχέση με τις παραγράφους 44
(1)-
(5), 45
(1)-
(3)και 46
(1)-
(5)της έκθεσης απαίτησης κάτω από τον υπότιτλο «Έλεγχος των ρωσικών - μεσολαβητικών εταιρειών από τον Εναγόμενο 4 και τους Συνωμότες» οι ενάγοντες θέτουν κατά τον συνήγορο ξεκάθαρα τους ισχυρισμούς τους, προβάλλοντας γεγονότα αναφορικά με τον χρόνο, τόπο, πρόσωπα και συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι διάφορες δοσοληψίες. Προβάλλονται επίσης ισχυρισμοί αναφορικά με την συγγενική σχέση που είχαν τα αναμειγμένα πρόσωπα, με τον εναγόμενο 4 και την οικογένεια του. Ο συνήγορος με παραπομπή σε αγγλικά συγγράμματα και σχετική νομολογία, υποστήριξε ότι δεν είναι πάντοτε εύκολο να τεθεί μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ γεγονότων και μαρτυρίας. Ισχυρίστηκε ταυτόχρονα ότι κατά την παράθεση γεγονότων στα δικόγραφα δεν είναι απαγορευτική η αναγραφή των ονομάτων μαρτύρων, τους οποίους ο διάδικος προτίθεται να καλέσει να καταθέσουν στην Δίκη. Σε σχέση με την παράγραφο 47(xxxiii), ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι σε αυτήν, η οποία συνιστά μέρος των Λεπτομερειών Δόλου και Απάτης που αποτελείται συνολικά από 33 υποπαραγράφους, οι ενάγοντες θέτουν ξεκάθαρα τον ισχυρισμό τους περί της εμπλοκής των εναγομένων και τρίτων προσώπων για τον δανεισμό ποσού ύψους περίπου 19,5 δισεκατομμυρίων ρουβλιών, γεγονός για το οποίο έχουν ήδη αναφερθεί ειδικώς στις υποπαραγράφους (xxv) και (xvi). Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι για την εν λόγω παράγραφο θα μπορούσαν να ζητηθούν λεπτομέρειες από τους αιτητές, αν όντως ευσταθεί η θέση τους ότι δεν παρέχονται επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να μπορούν να απαντήσουν. Πλην όμως, αυτό δεν συνιστά βάσιμο λόγο διαγραφής της παραγράφου αυτής. Αναφορικά με τις παραγράφους 50, 52-59, 61, 62, 64, 67-98, 101, 103-114 και 116 κάτω από τον τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο», ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτές θέτουν ουσιώδη γεγονότα σχετικά με την ορθή διάσταση του εφαρμοστέου δικαίου. Επιπλέον, παραθέτουν την νομοθεσία και τις πρόνοιες που έχουν κατ' ισχυρισμό παραβεί οι εναγόμενοι, γεγονός που τους παρέχει το αγώγιμο δικαίωμα και την νομική βάση έγερσης της παρούσας αγωγής. Ο συνήγορος επανέλαβε την θέση των εναγόντων που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι η ανάγκη όπως όλα τα ουσιώδη γεγονότα περιλαμβάνονται στα δικόγραφα, και δη η ανάγκη να δικογραφούνται οι διατάξεις αλλοδαπών νομοθετημάτων, είναι επιτακτική σύμφωνα με την νομολογία για να αποφεύγεται η πιθανότητα πρόκλησης αιφνιδιασμού στην άλλη πλευρά. Περαιτέρω με παραπομπή σε αγγλικά συγγράμματα, ο συνήγορος ανέφερε ότι δεν είναι απαγορευτική η αναφορά στα δικόγραφα σε νομικά σημεία και νομικές αρχές επί των οποίων ο διάδικος προτίθεται να στηριχθεί κατά την ακρόαση. Αντιθέτως, τούτο επιβάλλεται προκειμένου να μην τεθεί η άλλη πλευρά προ απροόπτου. Κατά τον συνήγορο, προκύπτει από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και συγγράμματα ότι η σύγχρονη τάση είναι να μην διαγράφονται αποσπάσματα δικογράφων που παραθέτουν ακόμη και νομική επιχειρηματολογία, φτάνει βεβαίως να μην ξεπερνούν το εύλογο και υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένο μέτρο. Ως εκ τούτου, η παράθεση της νομοθεσίας ή των κανονισμών επί των οποίων στηρίζεται η νομική βάση της αξίωσης των εναγόντων, από μόνη της δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για διαγραφή, του μέρους εκείνου που γίνεται η σχετική αναφορά. Επαναλήφθηκαν επί του προκειμένου οι ισχυρισμοί της ένστασης ότι με το να δοθούν λεπτομερώς οι θέσεις των εναγόντων αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο, το βάρος απόδειξης του οποίου βαραίνει τους ενάγοντες, όχι μόνο δεν καθιστούν δυσκολότερο το έργο της υπεράσπισης αλλά δίδουν στους εναγόμενους την ευκαιρία να γνωρίζουν τι θα έχουν να αντιμετωπίσουν κατά την ακρόαση και να μη βρεθούν προ αιφνιδιασμού. Ο συνήγορος επανέλαβε τέλος την θέση ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Με παραπομπή στις μέχρι σήμερα ενδιάμεσες διαδικασίες που οι εναγόμενοι καταχώρησαν και εκδικάστηκαν από το Δικαστήριο, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αίτηση, αντικατοπτρίζει την πραγματική πρόθεση των εναγομένων που έγκειται στην χρήση ένδικων μέσων, με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στις Δ.19 Θ.26 και Δ.27 Θ.3 που αφορούν διαγραφή δικογράφου. Η Δ.19 Θ.26 αφορά την διαγραφή μέρους δικογράφου σε αντίθεση με την Δ.27 Θ.3 επί της οποίας επίσης στηρίζεται αίτηση και η οποία είναι πιο δραστική αφού αναφέρεται σε διαγραφή ολόκληρου δικογράφου που μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής ή την έκδοση απόφασης ανάλογα με το δικόγραφο που διαγράφεται. Στην παρούσα περίπτωση, εφαρμόζεται η Δ.19 Θ.26 αφού με την αίτηση δεν επιζητείται η απόρριψη της αγωγής λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος στην έκθεση απαίτησης, δυνάμει της Δ.27 Θ.3. Αντιθέτως, σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος διαγραφής ολόκληρης της έκθεσης απαίτησης, οι αιτητές ζητούν την παροχή οδηγιών για καταχώρηση νέας που να συνάδει με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Ο ίδιος εξάλλου ο συνήγορος των αιτητών στην αγόρευση του, εστίασε την επιχειρηματολογία του, στην Δ.19 Θ.26, η οποία έχει ως εξής: "The court or a judge may at any stage of the proceedings order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tent to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action" Η πιο πάνω διάταξη είναι πανομοιότυπη με την Or.19, R.27 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, με αποτέλεσμα η Αγγλική Νομολογία να είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Στην υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών ν. Σοφοκλή Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ 685, το Ανώτατο δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι η παρουσίαση της υπόθεσης στα δικόγραφα, πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Παρατέθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από τα σύγγραμμα Bullen & Leake 12η έκδοση σελ. 147 σε σχέση με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να προκαλεί σύγχυση. " Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises irrelevant issues which may involve expenses, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Εντούτοις, μελέτη της νομολογίας, καταδεικνύει ότι η διαγραφή δικογράφου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Πρόσθετα, στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του (βλ. Ιn Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246, 255). Ιδιαίτερα όσον αφορά την διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Θ.26, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση ναυτοδικείου Vector Onega A.G. v. του πλοίου Μ / V Girvas κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ 16, όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: « Η εξουσία διαγραφής που παρέχει η Δ.19 Θ26 την οποία παραθέσαμε προηγουμένως αυτούσια, είναι διακριτικής μορφής. Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι συνθήκες υπαγορεύουν στένεμα της εξουσίας για να ασκηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο, όπως όταν επιζητείται διαγραφή υλικού και Δικογράφου λόγω δεδικασμένου, η εξουσία αυτή δεν χάνει ολότελα τον διακριτικό της χαρακτήρα.» Στη πιο πάνω υπόθεση, γίνεται επίσης αναφορά σε Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία όπου τονίζεται το δικαίωμα των διαδίκων να καθορίζουν ελεύθερα τα δικόγραφα τους και η αρχή ότι διαγραφή μπορεί να γίνει μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (βλ. Carl - Zeiss - Stiftung v. Rayner & Another
(1969)3 All ER 697 και Fasili v. Sun Boat
(1984)1 CLR 679). Έτσι στην πιο πάνω υπόθεση Vector Onega, η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση διαγραφής, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αυτό, παρά την διαπίστωση ότι το επίδικο δικόγραφο περιττολογούσε σε ορισμένα σημεία. Λέχθηκε ότι πλατειασμός που δεν οδηγεί σε αοριστίες ή σε διφορούμενες θέσεις ή είναι αβλαβής δεν αποτελεί λόγο διαγραφής. Ομοίως στην Athina Leatherdoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ 787, λέχθηκε ότι απλή πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Τονίστηκε επίσης ότι οι φράσεις "tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial" της Δ.19 Θ.26, έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια ούτως ώστε να μην περιορίζεται το δικαίωμα του διαδίκου να διαμορφώνει όπως επιθυμεί τα δικόγραφα του. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα πιο κάτω: «Σύμφωνα με το Annual Practice 1960, σελ. 478-479 οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις.» Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση, Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Λέχθηκε περαιτέρω ότι κατά την εκδίκαση αίτησης δυνάμει της Δ.19 Θ.26 δεν εξετάζεται η εγκυρότητα του δικογράφου. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Θ.
- Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του. Είναι σαφές βέβαια ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν γεγονότα και όχι μαρτυρία ή κανόνες δικαίου. Όμως, το αλλοδαπό δίκαιο θεωρείται από την νομολογία μας ως ζήτημα πραγματικό. Ως εκ τούτου, ο κανόνας της μη συμπερίληψης στα δικόγραφα του Νόμου ή κανόνων δικαίου, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αλλοδαπού δικαίου. Το αλλοδαπό δίκαιο υπόκειται στην εξαίρεση του κανόνα μη δικογράφησης κανόνων δικαίου, καθότι αυτό θεωρείται ζήτημα γεγονότος και σαν τέτοιο πρέπει να δικογραφείται. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Bank of Scotland ν. Geodrill Ltd κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 753: «Τα κυπριακά δικαστήρια εκλαμβάνουν το ξένο νόμο ως απλό πραγματικό γεγονός. Από το δεδομένο αυτό προκύπτει η υποχρέωση του διαδίκου, που επικαλείται τις διατάξεις του, να τις αναφέρει στο δικόγραφο του, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό των έγγραφων προτάσεων, για να μπορούν να καταστούν αντικείμενο απόδειξης αργότερα κατά τη δίκη.» Έχει επιπλέον νομολογηθεί ότι η αναφορά σε αλλοδαπό δίκαιο στα δικόγραφα, πρέπει να είναι λεπτομερής. Ο διάδικος που στηρίζει την υπόθεση του σε αλλοδαπό δίκαιο, οφείλει να παραθέσει πλήρεις λεπτομέρειες των διατάξεων του αλλοδαπού δικαίου όπως των συγκεκριμένων Νόμων, Κανονισμών αλλά και νομολογίας. Σχετική είναι η υπόθεση Ναυτοδικείου Williams Glyn's Bank v. The Ship "Maria"
(1984)CLR 821, η οποία αφορούσε όπως και η παρούσα, αίτηση για διαγραφή (strike out) μέρους δικογράφου και συγκεκριμένα της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Υποστηρίχθηκε ότι το μέρος αυτό της υπεράσπισης, συμπεριλάμβανε ανεπίτρεπτα πλήρεις λεπτομέρειες για το Ελληνικό δίκαιο όπως αποφάσεις Ελληνικών Δικαστηρίων και αποσπάσματα από Ελληνικά νομικά συγγράμματα. Λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ορθά συμπεριλήφθηκαν αυτές οι λεπτομέρειες του αλλοδαπού δικαίου γιατί παράλειψη του εναγομένου να τις συμπεριλάβει, θα του στερούσε το δικαίωμα να τις παρουσιάσει στην ακρόαση υπό μορφή μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Αυτό γιατί το αλλοδαπό δίκαιο ως ζήτημα γεγονότων θα πρέπει να δικογραφείται όπως όλα τα γεγονότα, προκειμένου να μην τεθεί προ εκπλήξεων η άλλη πλευρά κατά την ακρόαση. Παρατέθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake - Jacob's Precedents of Pleadings, 12th Ed, pp. 1071, 1072, κάτω από τον τίτλο "Foreign Law": "Where a party relies on foreign law to support his claim or as a ground of defence thereto, he must specially plead the foreign law relied on in his Statement of Claim or Defence, as the case maybe, and he should give full particulars of the precise statute, code, rule, regulation, ordinance or case law relied on with the material sections, clauses or provisions thereof." Στην ίδια απόφαση, λέχθηκε ότι παρότι η αίτηση για διαγραφή δικογράφου μπορεί να καταχωρηθεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις πρέπει να καταχωρείται άμεσα και μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις θα πρέπει να καταχωρείται μετά το κλείσιμο των δικογράφων. Αυτό, προκειμένου να αποφευχθεί η καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: « It is a well settled rule that, although the application may be made at any stage of the proceedings, it should always be made promptly. In Attorney-General of the Duchy of Lancaster v. London and North Western Railway Company [1892] 3 Ch.274, it was held that an application to strike out pleadings should be made by the defendant before filing his defence. It is only in exceptional circumstances that it may be made after the close, of pleadings but in any event the Court may refuse to hear such an application after the action is set down for trial. In Cross v. Earl Howe [1892] 62 L.J (N.S.) Ch. 342, an application to have plaintiff's statement of claim struck out as frivolous and vexatious, the Court refused the motion, which would otherwise have been acceded to, on the ground of delay once the action was set down for hearing. North, J. had this to say in his judgment: "My only difficulty is the lateness of the application. I do not think I can stop the action at this stage". Allowing applications of this kind after such long delay and after the action is set down for hearing, or the hearing has commenced would amount to availing a party, wishing to postpone the hearing, the opportunity of achieving his target by taking steps to have any averment in the pleadings struck out.» Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και αφού μελέτησα με προσοχή την έκθεση απαίτησης, κρίνω ότι αυτή, παρότι σε κάποια σημεία πλατειάζει, στο σύνολο της δεν είναι αδικαιολόγητα μακροσκελής, αντιφατική και σκανδαλώδης ώστε να δικαιολογείται το δραστικό μέτρο της εξ' ολοκλήρου διαγραφής της δυνάμει της Δ.19 Θ.26, όπως εισηγούνται οι αιτητές. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην εξέταση των υπό κρίση παραγράφων της έκθεσης απαίτησης για τις οποίες οι αιτητές ισχυρίζονται ειδικά ότι δεν έχουν τηρηθεί οι κανόνες σύνταξης δικογράφων. Παράγραφοι 44
(1)-
(5), 45
(1)-
(3)και 46
(1)-
(5)Οι πιο πάνω παράγραφοι φέρουν τον υπότιτλο «Έλεγχος των ρωσικών - μεσολαβητικών εταιρειών από τον εναγόμενο 4 και τους συνωμότες». Παρατίθενται λεπτομερώς, ισχυρισμοί σε σχέση με τον χρόνο, τόπο, πρόσωπα και συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν διάφορες δοσοληψίες των εναγομένων. Προβάλλονται επίσης ισχυρισμοί, αναφορικά με την συγγενική σχέση που είχαν τα αναμειγμένα πρόσωπα, με τον εναγόμενο 4 και την οικογένεια του. Η πλευρά των αιτητών ισχυρίζεται ότι στις εν λόγω παραγράφους, παρατίθεται ανεπίτρεπτα, η μαρτυρία των εναγόντων για σκοπούς τεκμηρίωσης των αντίστοιχων ισχυρισμών τους, οι οποίες εκτίθενται στις πρώτες προτάσεις των παραγράφων 44, 45 και 46 και συγκεκριμένα ότι ο εναγόμενος 4, ήλεγχε τις ρωσικές μεσολαβητικές εταιρείες με άλλα πρόσωπα που συνωμότησαν μαζί του. Είναι γεγονός ότι στις εν λόγω παραγράφους, παρατίθενται με περισσή λεπτομέρεια διάφορα γεγονότα σε σχέση μεταξύ άλλων με τις μεταβιβάσεις και μετοχικές συνθέσεις συγκεκριμένων ρωσικών εταιρειών που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ήταν τα εργαλεία που μεσολάβησαν στην συνομωσία προς εξαπάτηση τους και οι οποίες κατ' ισχυρισμό ελέγχονταν από τον εναγόμενο 4 μαζί με άλλα πρόσωπα. Όμως δεν συμφωνώ με την θέση των αιτητών ότι στις εν λόγω παραγράφους, η έκθεση απαίτησης πλατειάζει ανεπίτρεπτα σε βαθμό που να προκαλεί σύγχυση και να τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Αυτό που στην ουσία παραθέτουν οι ενάγοντες, είναι κατ' ισχυρισμόν γεγονότα που τείνουν να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό για έλεγχο των υπό κρίση ρωσικών εταιρειών από συγκεκριμένα πρόσωπα. Παρά την λεπτομερή παράθεση των ισχυρισμών των εναγόντων στις πιο πάνω παραγράφους, τα γεγονότα αυτά δεν συνιστούν κατά την κρίση μου, μαρτυρία που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τις διατάξεις της Δ.19 Θ.26 ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή τους. Παράγραφος 47(xxxiii) Είναι η θέση των αιτητών ότι στην εν λόγω υποπαράγραφο, περιλαμβάνονται ισχυρισμοί οι οποίοι είναι παντελώς άσχετοι με τις «λεπτομέρειες δόλου και απάτης» που αφορούν τις επίδικες μεταβιβάσεις μετοχών και οι οποίοι δεν συνοδεύονται από οποιεσδήποτε λεπτομέρειες έτσι ώστε να επιτρέψουν στους αιτητές να τοποθετηθούν και να απαντήσουν. Από την άλλη, οι ενάγοντες αντιτείνουν ότι με την εν λόγω υποπαράγραφο, θέτουν ξεκάθαρα τον ισχυρισμό τους περί της εμπλοκής των εναγομένων και τρίτων προσώπων για τον δανεισμό ποσού ύψους περίπου 19,5 δισεκατομμυρίων ρουβλιών, γεγονός για το οποίο έχουν ήδη αναφερθεί ειδικά στις υποπαραγράφους (xxv) και (xvi), της πιο πάνω παραγράφου. Η εν λόγω υποπαράγραφος 47(xxxiii), έχει ως εξής « Οι Εναγόμενοι χρησιμοποίησαν τον εταιρικό έλεγχο της KZ OJSC προς δικό τους συμφέρον και εις βάρος των συμφερόντων της KZ OJSC και των μετόχων της μέσω συνωμοσίας και/ή απάτης και/ή εταιρικής απάτης (company fraud) και/ή οικονομικής απάτης (financial fraud), λαμβάνοντας αποφάσεις εκ μέρους της KZ OJSC και/ή του ομίλου της KZ OJSC για τον δανεισμό από τρίτα πρόσωπα στο ποσό των περίπου 19,5 δισεκατομμυρίων ρουβλιών ή $ 650 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ και ταυτόχρονα την απόσυρση σημαντικού μέρους αυτών των χρηματικών πόρων για ίδιον όφελος.» Δεν συμφωνώ με την θέση των αιτητών ότι η πιο πάνω υποπαράγραφος είναι εντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα. Η βασική πτυχή της απαίτησης των εναγόντων, είναι η κατ' ισχυρισμό συνομωσία των εναγομένων για τον εταιρικό έλεγχο της της Ρωσικής εταιρείας «ΚΖ» και ειδικότερα, μετοχών που η εν λόγω εταιρεία κατείχε σε τρεις θυγατρικές της εταιρείες. Ζητούν περαιτέρω αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστησαν από την εν λόγω συνομωσία. Υπό τας περιστάσεις δεν είναι εντελώς άσχετος με τα επίδικα θέματα, ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην πιο πάνω υποπαράγραφο, στον οποίον γίνεται αναφορά στο κίνητρο που είχαν οι εναγόμενοι να ελέγξουν την Ρωσική Εταιρεία «ΚΖ» ήτοι να αποκομίσουν κατά τους ενάγοντες παράνομα οφέλη μεταξύ άλλων και την οικειοποίηση σημαντικών ποσών που η εταιρεία δανείσθηκε από τρίτα πρόσωπα. Οι αιτητές, ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν παρατίθενται επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τον κατ' ισχυρισμό δανεισμό από τρίτα πρόσωπα του ποσού των περίπου 19,5 δισεκατομμυρίων ρουβλιών και ταυτόχρονα την απόσυρση σημαντικού μέρους του για ίδιον όφελος. Είναι όμως σωστή η θέση των εναγόντων επί του προκειμένου ότι οι αιτητές θα μπορούσαν να ζητήσουν σχετικές λεπτομέρειες δυνάμει της Δ.19 Θ.6 για το ζήτημα αυτό. Εν πάση περιπτώσει, η μη παράθεση επαρκών λεπτομερειών ενός ισχυρισμού από μόνης της, δεν δικαιολογεί διαγραφή του ισχυρισμού αυτού από δικόγραφο δυνάμει της Δ.19 Θ.
- Ούτε προκαλείται οιαδήποτε σύγχυση στους εναγομένους από τον τρόπο με τον οποίο συντάχθηκε η εν λόγω υποπαράγραφος. Παράγραφοι 50, 52-59, 61, 62, 64, 67-98, 101, 103-114 και 116 Οι παράγραφοι 50 μέχρι και 112 της έκθεσης απαίτησης φέρουν τον τίτλο «εφαρμοστέο δίκαιο». Προκύπτει αρχικά ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι μεταβιβάσεις των μετοχών στις Κυπριακές εταιρείες, ήτοι στις εναγόμενες 1, 2 και 3, διέπονταν από το Κυπριακό δίκαιο και/ή τις νομολογημένες αρχές του αγγλικού δικαίου που εκάστοτε ισχύουν και/ή εφαρμόζονται από τα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. παρ. 50 & 60 της Ε.Α). Αυτό γιατί οι μετοχές μεταβιβάστηκαν στις Ρωσικές διαμεσολαβήτριες εταιρείες και αργότερα στις εναγόμενες εταιρείες, στο πλαίσιο συμφωνιών εμπιστεύματος (trust deeds) αφού οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι των εναγόμενων εταιρειών, είναι εντολοδόχοι (nominee shareholders). Παρά την θέση ότι οι μεταβιβάσεις διέπονται από το Κυπριακό δίκαιο, οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην συνέχεια στην παράγραφο 99 της έκθεσης απαίτησης ότι μετά τις μεταβιβάσεις, η σχέση μεταξύ των εναγόντων, της KZ, του εναγομένου 4 και των εναγομένων εταιρειών, διέπεται από το Ρωσικό δίκαιο. Το Ρωσικό δίκαιο όμως δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη ή τη δημιουργία δίκαιων συμφερόντων (equitable interests). Στην παράγραφο 53 της έκθεσης απαίτησης, αναφέρεται ότι δεν υπήρξε ρητό καταπίστευμα που προέκυψε από την αρχική μεταβίβαση των μετοχών, αλλά σημειώθηκε παραβίαση του καθήκοντος καταπιστευματοδόχου (fiduciary duty) που διέπεται από το Ρωσικό δίκαιο. Στην συνέχεια στην παράγραφο 63, αναφέρεται ότι οι ρωσικές διαμεσολαβητικές εταιρείες και ο εναγόμενος 4, όφειλαν καθήκοντα καταπιστευματοδόχου (fiduciary duties) στους ενάγοντες ως διαχειριστικό όργανο, σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο. Αυτά τα καθήκοντα προκύπτουν βάσει του άρθρου 56 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα και του άρθρου 71 του Ρωσικού Εταιρικού Νόμου Περί Εταιρειών Κοινής Συμμετοχής. Ακολούθως, στην παράγραφο 66 της έκθεσης απαίτησης, παρουσιάζεται η θέση ότι αν δεν υπήρχε καταπίστευμα, τα καθήκοντα καταπιστευματοδόχου που οφείλονται στους ενάγοντες διέπονται από το Ρωσικό δίκαιο. Το Ρωσικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει όμως δίκαια συμφέροντα καθ' εαυτόν (per se). Ο όρος "καθήκον καταπιστευματοδόχου" απουσιάζει εντελώς από το Ρωσικό δίκαιο. Είναι εντούτοις η θέση των εναγόντων ότι τόσο ο Ρωσικός Αστικός Κώδικας όσο και το εξειδικευμένο καταστατικό της εταιρείας «ΚΖ», προβλέπουν ειδικά καθήκοντα διευθυντών και διαχείρισης εταιρείας, δυνάμενα να εκτελεστούν με νομικά μέσα. Είναι παρόμοιο σύμφωνα με τους ενάγοντες καθήκον, σε έννοια και αποτέλεσμα, με το καθεστώς του καθήκοντος καταπιστευματοδόχου στη δικαιοδοσία του κοινοδικαίου. Η έκθεση απαίτησης δεν μένει όμως μέχρι εκεί. Στην συνέχεια γίνεται μια εκτενής ανάλυση του Ρωσικού δικαίου επί του θέματος με παραπομπή σε άρθρα του Αστικού Κώδικα της Ρωσίας. Οι αναφορές, υποδιαιρούνται σε κεφάλαια όπως «Διαχείριση σε Κοινοπραξία» δυνάμει του άρθρου 103 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα, «όργανα νομικής οντότητας» δυνάμει του άρθρου 53, «ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου» δυνάμει του άρθρου 71 και δημιουργία ιδιοκτησιακού συμφέροντος ως αποτέλεσμα παραβίασης του καθήκοντος καταπιστευματοδόχου που οφείλεται στους ενάγοντες. Ακολούθως, στις παραγράφους 108 έως 111 προβάλλεται ο ισχυρισμός με παραπομπή σε Αγγλική Νομολογία ότι οι εμπλεκόμενες Ρωσικές και Κυπριακές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των εναγομένων 1-3, δεν ήταν καλόπιστοι αγοραστές για αξίωση χωρίς ειδοποίηση της παραβίασης του καθήκοντος καταπιστευματοδόχου, ώστε να παρέχουν υπεράσπιση σε ιδιοκτησιακή αξίωση εν γνώσης παραλαβής (proprietary knowing receipt claim). Ακολουθεί στις παραγράφους 112 έως 116, παραπομπή σε άρθρα του Ρωσικού Αστικού Κώδικα, αναφορικά με τις θεραπείες που κατ' ισχυρισμό δικαιούνται οι ενάγοντες σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο για παραβίαση του «καθήκοντος καταπιστευματοδόχου». Είναι σαφές από τα πιο πάνω, και αναφέρεται ειδικά στο άρθρο 123 της έκθεσης απαίτησης ότι η θέση των εναγόντων είναι ότι παρόλο που τα εξ επαγωγής και εξ αποτελέσματος καταπιστεύματα είναι άγνωστα στο Ρωσικό δίκαιο, υπάρχουν θεραπείες βάσει του Ρωσικού δικαίου στις οποίες οι ενάγοντες μπορούν να επιτύχουν την ίδια ή ανάλογη θεραπεία με εκείνη που επιδιώκεται στην παρούσα αγωγή. Το ερώτημα που προκύπτει, και που πρέπει να απαντηθεί από Το Δικαστήριο, είναι το κατά πόσον η πιο πάνω εξαντλητική αναφορά και ερμηνεία του Ρωσικού δικαίου, συνιστά περιττολογία σε βαθμό που να προκαλεί σύγχυση στους αιτητές και τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Έχω μελετήσει με προσοχή τις πιο πάνω παραγράφους της έκθεσης απαίτησης σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες νομικές αρχές. Κρίνω καθοδηγούμενος από την απόφαση Williams & & Glyn's Bank v. The Ship "Maria" (ανωτέρω) ότι όχι μόνον δεν ήταν επιτρεπτό να δοθούν λεπτομέρειες του Ρωσικού δικαίου επί του θέματος αλλά ήταν και επιβεβλημένο. Από την στιγμή που οι ενάγοντες στηρίζουν την απαίτηση τους σε συγκριμένες πρόνοιες του Ρωσικού δικαίου, έχουν την υποχρέωση να τις αναφέρουν ρητά και λεπτομερώς στην έκθεση απαίτησης τους και να τις αποδείξουν με σχετική μαρτυρία ως ζήτημα γεγονότος, κατά την ακρόαση της αγωγής. 'Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην πιο πάνω υπόθεση Williams & & Glyn's Bank v. The Ship "Maria" δεν είναι δυνατόν να μην αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, γεγονός για το οποίο το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του ενάγοντα. Περαιτέρω, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η αναφορά στο αλλοδαπό δίκαιο πλατειάζει με εκτεταμένη παραπομπή σε συγγράμματα και νομικές αρχές δεν μπορεί σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία να υποστηριχθεί ότι το γεγονός αυτό από μόνο του, προκαλεί αμηχανία στην άλλη πλευρά. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση με βρίσκει σύμφωνο η θέση των εναγόντων ότι με την εκτενή παρουσίαση της θέσης τους επί του θέματος, οι αιτητές δεν θα βρεθούν προ εκπλήξεων στην ακρόαση και θα είναι σε θέση να προετοιμάσουν την υπεράσπιση τους, στο ζήτημα της εφαρμογής του Ρωσικού δικαίου στα γεγονότα της υπόθεσης. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι ισχύουν στην παρούσα περίπτωση, οι προϋποθέσεις διαγραφής της υπό κρίση έκθεσης απαίτησης δυνάμει της Δ.19 Θ.
- Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1, 2 & 3 - αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο