← Κύπρος

Αμιαντίτου ν. Γενικός Εισαγγελέας, Αρ. Αγωγής: 5142/09, 15/3/2019

Αμιαντίτου ν. Γενικός Εισαγγελέας, Αρ. Αγωγής: 5142/09, 15/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5142/09 χχχ Αμιαντίτου Ενάγουσα ν. Γενικός Εισαγγελέας Εναγόμενος Ημερομηνία: 15 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. χχχ. Διομήδους Για τον Εναγόμενο: κα χχχ. χχχ. Παπαστεφάνου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, στην βάση επικαλούμενης αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων των υπαλλήλων του κράτους και κατά συνέπεια του Εναγόμενου (παρατίθενται, στην Έκθεση Απαίτησης, σχετικές λεπτομέρειες), η Ενάγουσα, ούσα δημόσιος λειτουργός, απαιτεί από τον τελευταίο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τραυματισμό που υπέστη συνεπεία πτώσης της από κλιμακοστάσιο στον χώρο εργασίας της. Η Υπεράσπιση Με την Yπεράσπιση, ο Εναγόμενος αποδέχεται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι κατά την κατάβασή της από κλιμακοστάσιο, στον χώρο εργασίας της, έπεσε και τραυματίστηκε, πλην όμως αποδίδει την αποκλειστική ευθύνη για τη πτώση στην ίδια, προβάλλοντας την επιπρόσθετη θέση ότι ο Εναγόμενος προέβη σε όλα τα αναγκαία μέτρα προς πλήρη συμμόρφωση με τις εκ του νόμου προβλεπόμενες υποχρεώσεις του. Η Απάντηση Η Ενάγουσα, με την Απάντηση της, αφού, αρχικά, προβαίνει σε κάποιες παραδοχές δικογραφημένων θέσεων του Εναγόμενου (άλλες από αυτές που τη θέλουν να ευθύνεται για τη πτώση της), επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και ζητεί την έκδοση απόφασης υπέρ της. Οι εκδοχές των μερών Η εκδοχή της Ενάγουσας Στη βάση των δικογραφημένων θέσεών της αλλά και της μαρτυρίας που προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου, την 1.12.2008 η Ενάγουσα έπρεπε να μεταβεί σε γραφείο προϊσταμένου της για να έχει συνάντηση μαζί του σε σχέση με τον προϋπολογισμό του Τμήματος Αναδασμού (στο οποίο εργαζόταν) για το έτος

  1. Λόγω του ότι για τις ανάγκες όλων των εργοδοτουμένων, και στα δυο κτήρια στα οποία στεγαζόταν το Τμήμα Αναδασμού, υπηρεσίες βοηθού γραφείου/κλητήρα (στο εξής «ο κλητήρας») παρείχε μόνο ένας υπάλληλος, ο οποίος στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του, πολλές φορές, απουσίαζε από τον χώρο εργασίας (λ.χ. για μεταφορά αλληλογραφίας στο ταχυδρομείο, σε άλλα τμήματα ή Υπουργεία), είχαν δοθεί από τους προϊστάμενους οδηγίες προς τους λειτουργούς του Τμήματος όπως, εκεί που η εργασία η οποία θα πρέπει να εκτελεστεί είναι επείγουσα, οι ίδιοι λειτουργοί να μεταφέρουν τους φακέλους τους και να μην αναμένουν όπως τούτοι μεταφερθούν από τον κλητήρα. Στη βάση των οδηγιών αυτών, πάντα κατά την εκδοχή της Ενάγουσας, την 1.12.2008, αφού αρχικά αναζήτησε και δεν ανηύρε τον κλητήρα και με δεδομένο ότι η συνάντηση της με τον προϊστάμενο της θα έπρεπε να λάβει χώρα στο διπλανό από το κτήριο στο οποίο η ίδια στεγαζόταν (για σκοπούς ευκολίας, στο εξής θα καλούνται «το κτήριο 129» και «το κτήριο 131[1]»), και με δεδομένο ότι η συνάντηση αυτή ήταν επείγουσας φύσης, η Ενάγουσα πήρε και μετέφερε τους σχετικούς με την συνάντηση της φακέλους στο γραφείο του προϊσταμένου της. Για να μεταβεί στο ρηθέν γραφείο, έπρεπε, ως ήταν η τότε πρακτική όλων των λειτουργών του τμήματος, να εξέλθει από κάποιο σημείο του πρώτου ορόφου του κτηρίου 131 και να βρεθεί επί της ταράτσας ενδιάμεσου κτηρίου, να περπατήσει επί αυτής και ακολούθως να εισέλθει από συγκεκριμένη πόρτα στον πρώτο όροφο του κτηρίου
  2. Έπειτα, θα έπρεπε, μέσω του κλιμακοστασίου του κτηρίου 129, να ανέβει στον δεύτερο όροφο που βρισκόταν το γραφείο του προϊσταμένου της, πράγμα το οποίο και έπραξε. Μετά το πέρας της συνάντησης της, ακολούθησε αντίστροφη πορεία. Κατά την κατάβαση της από το κλιμακοστάσιο του κτηρίου 129, 5 - 6 περίπου σκαλιά πριν την βάση του στο πρώτο όροφο, γλίστρησε, έχασε την ισορροπία της και έπεσε με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, πάρα την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης[2] με δήλωση του συνηγόρου της Ενάγουσας, οι σωματικές της βλάβες, καθώς επίσης και ο πόνος, οδύνη και ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία της πτώσης της περιορίστηκαν στις σχετικές αναφορές της στην αρχική Έκθεση Απαίτησης. Επανερχόμενος στη ροή των γεγονότων, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της Ενάγουσας, οι φάκελοι που κρατούσε και μετέφερε ήταν ογκώδεις και βαρετοί, με αποτέλεσμα, για την μεταφορά τους να ήταν αναγκαίο να χρησιμοποιεί και τα δυο της χέρια ακουμπώντας τους στο στέρνο της εις τρόπο που περιόριζε την ορατότητα της προς τα εμπρός. Κατά την Ενάγουσα, κατά την κάθοδο της στο κλιμακοστάσιο την συγκεκριμένη μέρα, δεν ήταν δυνατή η ορατότητα της προς τα σκαλιά τα οποία θα έπρεπε να κατεβεί. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι, ουδέποτε, οι προϊστάμενοι της προέβησαν σε εκτίμηση κινδύνου αναφορικά με διακίνηση φορτίου στην εργασία και ειδικότερα επί κλιμακοστασίου, ούτε και ενημερώθηκαν οι λειτουργοί του τμήματος για οποιουσδήποτε σχετικούς κινδύνους, ούτε και δόθηκαν σε αυτούς οποιεσδήποτε συμβουλές ή οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο που θα πρέπει να διακινούν φακέλους. Πάντα κατά την Ενάγουσα, εάν οι προϊστάμενοι της προέβαιναν σε εκτίμηση κινδύνου στον χώρο εργασίας, θα προέκυπτε ότι η μεταφορά φορτίου στο μέγεθος των φακέλων που η ίδια μετέφερε εκείνην την μέρα, και που γενικότερα μετέφεραν όλοι οι λειτουργοί του τμήματος κατόπιν οδηγιών των προϊσταμένων τους, πόσο μάλλον επί κλιμακοστασίου, εμπεριείχε κινδύνους για τους οποίους θα έπρεπε, αφενός να ληφθούν μέτρα προστασίας των εργαζομένων και αφετέρου να τύχουν ενημέρωσης και καθοδήγησης οι τελευταίοι περί της μεθόδου για την ασφαλέστερη μεταφορά τέτοιων φορτίων, μεταξύ άλλων και για αποφυγή περιορισμού της ορατότητα τους κατά τη μεταφορά τους. Στη βάση των πιο πάνω θέσεων, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η πτώση της οφειλόταν στη αμέλεια και/ή την παράβαση των εκ του νόμου προβλεπόμενων υποχρεώσεων του Εναγόμενου, και επιζητεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τον τραυματισμό τον οποίο υπέστη. Η εκδοχή του Εναγόμενου Στην αντίπερα όχθη, στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του αλλά και της μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της εκδοχής του, ο Εναγόμενος προβάλλει ότι η ενέργεια της Ενάγουσας να μεταφέρει φακέλους καθ' ον χρόνο χρησιμοποιούσε το κλιμακοστάσιο αποτελεί μια καθημερινή πράξη ενός μέσου συνετού ανθρώπου η οποία δεν εμπεριέχει οποιοδήποτε ορατό κίνδυνο και για την οποία δεν είναι αναγκαία η έκδοση οποιωνδήποτε οδηγιών από τον εργοδότη. Εν πάση περιπτώσει, ο όγκος και το βάρος των φακέλων που μετέφερε η Ενάγουσα είναι κατά πολύ μικρότερα από όσο ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Είναι επίσης η θέση του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα, με βάση την κοινή λογική και μόνο, θα έπρεπε να μεταφέρει τους φακέλους εις τρόπον που να μην περιορίζεται η ορατότητα της, και, συναφώς, ότι, η ενέργεια της Ενάγουσας να θέσει τους φακέλους σε σημείο που περιόριζε την ορατότητα της, αποτελεί αμελή πράξη της ίδιας έναντι της ασφάλειας της. Το επίδικο κλιμακοστάσιο, πάντα κατά την εκδοχή του Εναγόμενου, πληρούσε όλους ανεξαιρέτως τους κανόνες ασφαλείας σύμφωνα με τους σχετικούς με τα κλιμακοστάσια κανονισμούς, το δε δάπεδο των σκαλοπατιών δεν ήταν ολισθηρό και υπήρχε και ο κατάλληλος φωτισμός. Δεν υπήρχαν δε, οποιεσδήποτε φθορές, ενώ έφερε χειρολισθήρες και στις δυο πλευρές. Τα δε σκαλοπάτια είχαν ύψος 17 εκατοστά και δη ύψος εντός των σχετικών προδιαγραφών. Όποια, δε, οδηγία έπρεπε, υπό τις περιστάσεις, να δοθεί από τους προϊσταμένους στους λειτουργούς του Τμήματος Αναδασμού, είχε δοθεί και ο επίδικος τραυματισμός της Ενάγουσας, το εύρος του οποίου αμφισβητείται από πλευράς του Εναγόμενου, οφείλεται σε λόγους που δεν αφορούν στον Εναγόμενο και γενικά τους προϊσταμένους του Τμήματος Αναδασμού. Περιορισμός των επίδικων ζητημάτων Τόσο πριν, όσο και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δια δηλώσεων των συνηγόρων των δυο πλευρών, περιορίστηκαν τα επίδικα ζητήματα. Πιο συγκεκριμένα, και τούτο εν είδει επανάληψης, οι σωματικές βλάβες, πόνος, οδύνη και ταλαιπωρία της Ενάγουσας για τις οποίες η ίδια επιζητεί αποζημιώσεις περιορίστηκαν στις σχετικές με το ζήτημα αναφορές στην αρχική Έκθεση Απαίτησης. Συναφώς, εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5, 6, 9, 10, 33 (α) και 33 (β), τα οποία αφορούν σε ιατρικές γνώμες και/ή διαγνώσεις κατόπιν εξετάσεων, σε σχέση με τα επίδικα τραύματα της Ενάγουσας. Επίσης, υπό μορφή παραδεκτού γεγονότος έγινε και η πιο κάτω δήλωση του συνηγόρου της Ενάγουσας με την οποία συμφώνησε η συνήγορος του Εναγομένου. «κ. Διομήδους: Κύριε Πρόεδρε, συμφωνώ, και δηλώνω ότι έχουμε συνεννοηθεί με την κυρία Παπαστεφάνου, και συμφώνησε όπως αναφορικά με το ποσό των €3.500,00 για μελλοντική εγχείρηση της Ενάγουσας (επί πλήρους ευθύνης του Εναγόμενου ή κατ' αναλογία της όποιας ευθύνης της Ενάγουσας, τυχόν της αποδοθεί από την απόφαση που θα εκδοθεί), τούτο θα καταβληθεί από τον Εναγόμενο προς την Ενάγουσα, μόνο στην περίπτωση που η τελευταία προσκομίσει στον πρώτο και/ή εκπρόσωπο αυτού απόδειξη περί διενέργεια της. Έχουμε συμφωνήσει ακόμα ότι, στην περίπτωση που μια τέτοια εγχείρηση θα έχει κόστος μεγαλύτερο των €3.500,00, και ο Εναγόμενος, ήθελε κριθεί υπεύθυνος για καταβολή σχετικών αποζημιώσεων, θα υπέχει ευθύνης μόνο για το ποσό των €3.500,00 ή στο ποσοστό επί του εν λόγω ποσού που ενδεχομένως θα του αποδοθεί υπό μορφή ευθύνης. Στην περίπτωση που η ρηθείσα μελλοντική εγχείρηση έχει κόστος μικρότερο των €3.500,00 ο Εναγόμενος, εάν ήθελε κριθεί υπεύθυνος για καταβολή σχετικών αποζημιώσεων, θα καταβάλει το χαμηλότερο αυτό κόστος ή ποσοστό επί του εν λόγω κόστους σύμφωνα με την αναλογία της ευθύνης του.» Αναφορικά τώρα με τις ειδικές ζημιές, κατόπιν δήλωσης της συνηγόρου του Εναγόμενου, εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο των τεκμηρίων 14, 15, 16, 18, 19 και 21, τα οποία αφορούν σε αποδείξεις που εκδόθηκαν από γιατρούς, διαγνωστικά κέντρα και θεραπευτικά ιδρύματα, αναφορικά με τις επίδικες σωματικές βλάβες της Ενάγουσας. Τα Τεκμήρια αυτά αφορούν στο συνολικό ποσό των €1.
  3. Τέλος, στη βάση σχετικών δηλώσεων του συνηγόρου της Ενάγουσας, το ύψος των σκαλοπατιών, η ύπαρξη ή μη χειρολισθήρων και η καταλληλότητα ή μη του δαπέδου των σκαλοπατιών δεν αποτελούν το λόγο ή μέρος των λόγων για τους οποίους επήλθε η πτώση της. Για τα μόλις πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και/ή παραδεκτά γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ακροαματική διαδικασία Η Ενάγουσα για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες. Πιο συγκεκριμένα, ως ΜΕ1, κατέθεσε η ίδια, ως ΜΕ2, η χχχ Παπαγιάννη, ως ΜΕ3, η χχχ Χρυσού και ως ΜΕ4, η χχχ Λοΐζου. Από πλευράς του Εναγόμενου κατέθεσαν δύο μάρτυρες και ειδικότερα, ως ΜΥ1, η χχχ Θεοδουλίδου και ως ΜΥ2, ο χχχ Οικονομίδης. Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας ΜΕ1‑ Ενάγουσα Η Ενάγουσα, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της (στη γραπτή δήλωσή της - Έγγραφο Α) προώθησε μαρτυρία σύμφωνα με την πιο πάνω αναφερόμενη εκδοχή της, τονίζοντας τη θέση της ότι η ενέργειά της, εκείνη τη μέρα, να μεταφέρει ογκώδεις φακέλους, ήταν ενέργεια σύμφωνη με τις σχετικές οδηγίες των προϊσταμένων της, στη βάση του δεδομένου ότι η επίδικη συνάντησή της με τον προϊστάμενό της αφορούσε επείγον ζήτημα και για τη μεταφορά των φακέλων δεν ήταν δυνατή, τη δεδομένη στιγμή, η όποια βοήθεια από τον μοναδικό κλητήρα της υπηρεσίας. Τόνισε ότι, συνεπεία του όγκου και του βάρους των φακέλων προέβη, κατά τη μεταφορά τους, σε χρήση αμφοτέρων των χεριών της, με αποτέλεσμα να μην έχει δυνατότητα να κρατά (κατά την ανάβαση και κατάβαση) το χειρολισθήρα του κλιμακοστασίου. Επίσης ότι, το μέγεθος των φακέλων ήταν τέτοιο που εμπόδιζε την προς τα εμπρός ορατότητά της, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να δει τα σκαλιά που θα έπρεπε να κατέβει. Επειδή όμως κατά την αντεξέτασή της προώθησε συγκρουόμενους ισχυρισμούς αναφορικά με τον τρόπο δράσης της επί του κλιμακοστασίου, κρίνω αναγκαίο να παραθέσω αυτούσιες τις σχετικές αναφορές της, αρχίζοντας από αυτές που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της γραπτής της δήλωσης. Στην παράγραφο 10 τούτης, αναφέρει: «Τελειώνοντας την εργασία μου που είχα με τον κ. χχχ Οικονομίδη και κατεβαίνοντας στο κλιμακοστάσιο του κτηρίου στην υπ. Αρ. 129, γλίστρησα, έχασα την ισορροπία μου και έπεσα 5 ‑ 6 σκαλοπάτια στο δάπεδο και ανατράπηκα επανειλημμένα, με αποτέλεσμα από την πτώση να τραυματιστώ σε διάφορα μέρη του σώματος μου.» Επί του ιδίου θέματος, πάντα στη γραπτή της δήλωση, η Ενάγουσα, στην παράγραφο
  4. 9 μέχρι και την παράγραφο
  5. 11, αλλά και στην παράγραφο
  6. 13 ανέφερε τα εξής: «17.
  7. Ενόψει τούτου είχαμε ρητές οδηγίες όπως η μεταφορά φακέλων από γραφείο σε γραφείο γίνεται από εμάς αντί να περιμένουμε τον ένα και μοναδικό βοηθό γραφείου, για την γρήγορη διεκπεραίωση των εργασιών μας. 17.
  8. Για να σχηματίσει καλύτερη εικόνα το Δικαστήριο πρέπει να εξηγήσω ότι το κλιμακοστάσιο του κτηρίου με αριθμό 129, ξεκινά σε ευθεία κατεύθυνση για τα πρώτα 3 περίπου σκαλοπάτια και γίνεται κυκλικό στο τέλος του, εξού και τα σκαλοπάτια στα οποία γλίστρησα ήταν τριγωνικού σχήματος. 17.11 Δηλαδή εκείνη τη μέρα κρατούσα και με τα 2 μου χέρια προς το στήθος μου, αρκετά ογκώδης φακέλους που αφορούσαν τον ετήσιο προϋπολογισμό και λόγω του όγκου τους η ορατότητα μου ήταν περιορισμένη, η χρήση των χειρολαβών του κλιμακοστασίου αδύνατη, το βάρος αρκετό και υπήρχε αρκετή πίεση να εκτελεστεί η εργασία, εξού και γλίστρησα στο 5‑ 6 σκαλοπάτι όπου έχασα την ισορροπία μου και χτύπησα. 17.12.......................................................................................................... 17.13 Ενώ κατέβαινα τη σκάλα φορτωμένη με τα δύο χέρια με τους φακέλους και έγγραφα, στο ύψος του 5ου ή 6ου τριγωνικού σκαλοπατιού γλίστρησα έχασα τον βηματισμό που (πρόκειται περί εμφανούς τυπογραφικού λάθους - εννοείτο, προφανώς, «μου») και μετά από επανειλημμένες ανατροπές έπεσα στο δάπεδο». Κατά στην αντεξέτασή της, ερωτώμενη, επί του προκειμένου, από τη συνήγορο του Εναγομένου ανέφερε τα ακόλουθα: «Ε. Και φτάνετε στην άκρη αυτής της σκάλας που είναι τα 19 σκαλιά. Σταματήσατε καθόλου; Α. Σίγουρα για να ανεβούμε πάνω πρέπει να βάλουμε τους φακέλους στο αριστερό χέρι, να κρατάμε τη χειρολαβή, εγώ προσωπικά και ανέβηκα τα σκαλιά στην άκρια, γιατί προς τα μέσα στενεύουν πάρα πολύ και πρέπει να είσαι προσεκτικός να περπατάς όσο πιο άκρια της άλλης γωνιάς, για να πατά το πόδι σου. Ε. Άρα η ανοδική σας πορεία είναι στάση, κρατώ πιο σταθερά τους φακέλους από το αριστερό χέρι, κρατώ τη χειρολαβή από το δεξί χέρι και ανεβαίνω στο γραφείο του προϊστάμενου μου; Α. Ναι. Ε............................................................................................................ Α.......................................................................................................... Ε. Εξέρχεστε από το γραφείο του προϊστάμενου σας και ποια η πορεία που κάνατε; Πείτε μας. Α. Για να κατέβουμε στις σκάλες κρατούμε τους φακέλους στο δεξί και πάλι πρέπει να είμαστε στην αριστερή πλευρά, να κρατούμε τη χειρολαβή, διότι όπως σας είπα και πριν, στενεύουν πάρα πολύ στη μία μεριά οπότε πρέπει να‑‑ Ε. Αυτό κάνατε κατά πάγια πρακτική, το κάνατε και εκείνη τη μέρα; Α. Εάν κρατώ φακέλους θα κρατώ τη δεξιά πλευρά για να κρατώ τη χειρολαβή από αριστερά όταν κατεβαίνω. Ε. Άρα έτσι κατεβήκατε τη σκάλα εκείνη τη μέρα; Α. Προς το τέλος απλά γλίστρησα. Ε. Μισό λεπτό. Ποια ήταν η φορά; Έχετε φορά την ώρα που κατεβαίνετε τη σκάλα; Α. Κανονικό βηματισμό. Ε. Σας είπε ο προϊστάμενος σας να πάτε να κάνετε κάτι επείγον στο γραφείο σας; Α. Δεν θυμάμαι ακριβώς τα λόγια του αλλά έπρεπε να γίνουν κάποιες διορθώσεις και να σταλούν στο Υπουργείο Οικονομικών. Ε. Και είχατε, όταν λέτε: "Στα τελευταία 5‑6 σκαλιά γλίστρησα". Πώς γλιστρήσατε; Α. Δεν θυμάμαι τι έγινε. Θυμούμαι ότι γλίστρησα και έπεσα κάτω. Έχασα το βηματισμό μου και έπεσα. Ε. Κυρία μάρτυρα σου υποβάλλω ότι θα έπρεπε να εσείς να είσαστε πιο προσεχτική και να κρατάτε πιο σφιχτά τη χειρολαβή. Α. Την κρατούσα όσο μου επέτρεπε όπως κατέβαινα. Ε. Είσαστε σίγουρη ότι την κρατούσατε σφιχτά; Α. Πάντα κρατώ τις χειρολαβές όταν υπάρχουν, όταν ανεβαίνω και κατεβαίνω. Ε. Ακόμη και στη συγκεκριμένη περίπτωση; Α. Ναι.» Όταν, ακολούθως, η συνήγορος του Εναγόμενου υπέδειξε στην Ενάγουσα ότι στη γραπτή της δήλωση αναφέρει ότι κατά την ανάβαση και κατάβασή της στο κλιμακοστάσιο, δεν κρατούσε τις χειρολαβές καθότι κρατούσε τους φακέλους και με τα δύο της χέρια, αυτή απάντησε: «Μπορεί να έκανα λάθος. Απολογούμαι. Σίγουρα όταν έκανα τη γραπτή δήλωση είχα πιο ξεκάθαρη εικόνα, γιατί έχουν περάσει από τότε 10 χρόνια. Μπορεί να έχω κάνει λάθος τώρα.» Σε μεταγενέστερη δε ερώτηση που της τέθηκε με βάση την οποία θα έπρεπε να προβεί σε χρήση της χειρολαβής, η Ενάγουσα απάντησε: «Το πιο πιθανό να μην μπορούσα τότε να τη χρησιμοποιήσω γιατί ήταν αρκετά βαρετοί οι φάκελοι. ». Αναφορικά με τη διαδρομή που ακολούθησε την επίδικη μέρα από το γραφείο της προς τον προϊστάμενό της και πίσω, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι την έκανε δύο, ίσως τρεις, ή ακόμα και τέσσερις φορές την ημέρα και ήταν πάντα η ίδια διαδρομή, και στις πλείστες των περιπτώσεων, κατά τη διαδρομή αυτή, μετέφερε φακέλους. Αναφερόμενη στον όγκο των φακέλων που μετέφερε εκείνη την ημέρα, και αφού προηγουμένως η συνήγορος του Εναγόμενου της υπέδειξε φάκελο που είχε στο έδρανο πάχους 7 περίπου εκατοστών, απάντησε ότι μετέφερε 3 ‑ 4 τέτοιου μεγέθους φακέλους, προσδιορίζοντας το συνολικό πάχος των φακέλων, στα 25 περίπου εκατοστά. Ερωτηθείσα δε να προσδιορίσει σε βάρος τους φακέλους που μετέφερε εκείνη την ημέρα και που γενικότερα μετέφερε κατά τις διακινήσεις της από το ένα κτήριο στο άλλο, η Ενάγουσα ανέφερε ότι έχουν περίπου το βάρος μιας συσκευασίας εξάδας επιτραπέζιου νερού, η οποία προσδιορίστηκε περί τα 7½ με 8 κιλά. Όσον τώρα αφορά στον πόνο, οδύνη και ταλαιπωρία, που υπέστη λόγω της πτώσης της, πέραν των όσων αναφέρονται στο αρχικό δικόγραφό της, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι μέχρι σήμερα οι πόνοι δεν έχουν υποχωρήσει, τόσο στα γόνατα, όσο και στη μέση. Και παρά το γεγονός ότι κατά την ημέρα του ατυχήματος ήταν ηλικίας 25 ετών, απόλυτα υγιές, ενεργητικό και εργατικό άτομο, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού της, η ικανότητα της προς ψυχαγωγία και απόλαυση των αξιών της ζωής επηρεάστηκε δυσμενώς και σε μεγάλο βαθμό. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, έκτοτε, αντιμετωπίζει πόνους στα γόνατα και στη μέση, μουδιάζουν τα πόδια της και δυσκολεύεται να περπατά, να γυμνάζεται, να ανεβαίνει σκαλιά και γενικά η κινητικότητα και η δραστηριότητα της είναι μειωμένη. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να αποφεύγει όλες αυτές τις δραστηριότητες, για να μην υποτροπιάσουν τα συμπτώματά της. Κατά την Ενάγουσα, είναι ακριβώς συνεπεία αυτής της αδυναμίας της, που, ενώ ήταν λάτρης του χορού και παρακολουθούσε σχετικά μαθήματα για οκτώ έτη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ενασχόλησή της αυτή, γεγονός που της προκαλεί μεγάλη θλίψη. Όσον δε αφορά στις εργασίες που απαιτούνται για την καθαριότητα της οικίας της αλλά και του κήπου της, ως ανέφερε, αναγκάζεται να ζητά βοήθεια από τρίτα πρόσωπα, είτε του οικογενειακού, είτε του φιλικού περιβάλλοντός της, στα οποία, εκ των πραγμάτων, προκαλεί ταλαιπωρία, και τούτο γιατί στερείται των οικονομικών πόρων για πρόσληψη οικιακής βοηθού ή κηπουρού. ΜΕ2 Η ΜΕ2 ανέφερε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν στα κεντρικά γραφεία του Τμήματος Αναδασμού και από το 2007 κατείχε τη θέση της Προέδρου της Επιτροπής Ασφάλειας, η οποία συστάθηκε κατά το έτος εκείνο. Ως ανέφερε, στα κτίρια 129 και 131, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργοδοτούντο 44 άτομα και υπήρχε μόνο ένας κλητήρας. Ανέφερε ακόμα ότι, στα πλαίσια εκτέλεσης των υπηρεσιακών της καθηκόντων, διακινούσε και η ίδια προσωπικούς φακέλους προς τους προϊσταμένους της. Ερωτηθείσα ως προς τον λόγο που μετέφερε προσωπικά φακέλους και δεν ζητούσε τη βοήθεια κλητήρα ανέφερε ότι, κάποιες φορές ο κλητήρας ήταν εκτός γραφείου και ήταν ευκολότερο και πιο άμεσο να τον διακινήσει η ίδια. Έτυχε αρκετές φορές να δει και άλλους εργαζομένους στο τμήμα Αναδασμού να μεταφέρουν φακέλους κατά τις διακινήσεις τους, ωστόσο δεν ήταν σε θέση να ενθυμηθεί κατά πόσον η ενέργειά της να διακινεί φακέλους ήταν κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας ή οδηγιών τρίτων. Όσον αφορά στο κατά ποσό, ως Πρόεδρος της Επιτροπής Ασφάλειας, εκτίμησε οποιονδήποτε κίνδυνο αναφορικά με τη διακίνηση φακέλων από εργοδοτούμενους, απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι, ουδέποτε υπεβλήθη σχετικό παράπονο προς διερεύνηση. Ανέφερε, συναφώς, ότι, δεν παρατήρησε η ίδια οτιδήποτε το επικίνδυνο στη μεταφορά φακέλων και ότι, συνεπεία του δεδομένου αυτού, αλλά και του ότι ουδέποτε υπεβλήθη οποιοδήποτε παράπονο, δεν έγινε ποτέ πρόβλεψη περί ενδεχόμενου σχετικού κινδύνου. Καθ' όλη δε τη διάρκεια που η ΜΕ2 εργαζόταν στα κτήρια 129 και 131, και δη από το 2004 μέχρι και το 2013, ποτέ δεν ήρθε στην αντίληψή της οποιοδήποτε περιστατικό πτώσης από κλιμακοστάσιο των εν λόγω κτηρίων. Όσον αφορά στο ενδεχόμενο να σύστηνε η ίδια, ως Πρόεδρος της Επιτροπής Ασφάλειας, την τοποθέτηση αντιολισθητικής ταινίας στα σκαλοπάτια του κλιμακοστασίου, ανέφερε ότι αν η Δημόσια Υπηρεσία είχε τέτοια δυνατότητα και ήταν κάτι εύκολο θα το σύστηνε, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει οτιδήποτε άλλο σχετικό, με το ζήτημα αυτό. Κατά την αντεξέτασή της, της υπεδείχθησαν πέντε επιστολές (Τεκμήρια 27(α)‑ 27(ε)), που συνέταξε η Επιτροπή Ασφάλειας και οι οποίες φέρουν την υπογραφή της και αναγνώρισε τούτες ως επιστολές μέσω των οποίων η Επιτροπή ενημέρωνε για τα κατά καιρούς διαβήματα, αλλά και διορθωτικά μέτρα που λάμβανε, κατόπιν κινδύνων τους οποίους εκτιμούσε. Αποδέχθηκε δε ότι, από την 01.06.2007, όταν και συνετάχθη η πρώτη χρονικά επιστολή (τεκμήριο 27(α)), μέχρι και τις 26.09.2009, όταν και συνετάχθη η τελευταία (τεκμήριο 27(ε)), ουδέποτε έγινε οποιανδήποτε εισήγηση περί τοποθέτησης ανελκυστήρα, εξ' ου και ουδέποτε απασχόλησε την επιτροπή ένα τέτοιο ζήτημα. Ήταν δε η θέση της ότι, οι επιστολές αυτές, στην ολότητά τους, αφορούν σε κάθε κίνδυνο ή πρόβλημα το οποίο ήρθε στη γνώση της Επιτροπής και για το οποίο κρίθηκε αναγκαία η λήψη διαβημάτων ή διορθωτικών μέτρων. Αποδέχθηκε, επίσης, ότι, ουδέποτε εκδόθηκε οποιαδήποτε εγκύκλιος από τους προϊσταμένους της υπηρεσίας για διακίνηση φακέλων από τους εργοδοτούμενους. Ερωτηθείσα αναφορικά με τα όσα η Ενάγουσα της ανέφερε ως προς την αιτία πτώσης της, και ειδικότερα ως προς το κατά πόσο η Ενάγουσα της ανέφερε ότι έχασε τον βηματισμό της, η ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι αυτό που της ειπώθηκε από την Ενάγουσα ήταν «ότι γλίστρησε και έπεσε». Ανέφερε ακόμα ότι από δικό της έλεγχο δεν διεφάνη να υπήρχε οτιδήποτε το ολισθηρό επί του κλιμακοστασίου, ούτε είχαν προηγηθεί οποιεσδήποτε εργασίες επ' αυτού που να το καθιστούσαν ολισθηρό. Όσο δε αφορά στο κατά πόσον είχαν δοθεί έστω και προφορικές οδηγίες από τους προϊσταμένους για μεταφορά, κατά τη διακίνηση, φακέλων από τους εργοδοτούμενους του τμήματος, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται αν δόθηκαν ποτέ τέτοιες οδηγίες. Τέλος, αναφορικά με τους φακέλους που η ίδια διακινούσε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, προσδιόρισε τούτους σε φακέλους πάχους περίπου 10 εκατοστά, η μεταφορά των οποίων δεν της δημιούργησε ποτέ οποιοδήποτε πρόβλημα. ΜΕ3 Η ΜΕ3 είναι η λειτουργός που διερεύνησε το επίδικο ατύχημα και ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τα ευρήματά της, στη βάση αναφορών που της έγιναν από διάφορους εμπλεκόμενους, τους οποίους αναφέρει στην έκθεσή της, διαπίστωσε ότι στο Τμήμα Αναδασμού δεν υπήρχε σύστημα διαχείρισης κινδύνων στο οποίο να περιγράφονται οι διευθετήσεις για τον αποτελεσματικό προγραμματισμό, την οργάνωση, τον έλεγχο, καθώς και την παρακολούθηση και την αναθεώρηση των προληπτικών και προστατευτικών μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται στον χώρο εργασίας του τμήματος. Δεν υπήρχαν, επίσης, γραπτές εκτιμήσεις κινδύνων, για την ασφάλεια και υγεία των εργοδοτουμένων με αποτέλεσμα τούτοι να εκτίθενται σε κίνδυνο τραυματισμού ή βλάβης της υγείας τους λόγω του μη έγκαιρου εντοπισμού και εκτίμησης των κινδύνων, καθώς επίσης και λόγω της μη λήψης των αναγκαίων προστατευτικών και προληπτικών μέτρων. Διαπίστωσε ακόμα ότι υπήρχε προφορική ενημέρωση από τον διευθυντή και τους υπεύθυνους του Τμήματος Αναδασμού για τα καθήκοντα, δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εργοδοτουμένων, καθώς επίσης και ότι δεν υπήρχε Επιτροπή Ασφάλειας. Αναφορικά με το κλιμακοστάσιο, αποτέλεσε διαπίστωσή της ότι τούτο φέρει χειρολισθήρες και στις δύο του πλευρές, το ύψος των σκαλοπατιών του πληροί τις προδιαγραφές, μιας και ανέρχεται στα 17 εκατοστά, περίπου, το δε δάπεδο των σκαλοπατιών είναι επικαλυμμένο με μωσαϊκά χωρίς οποιεσδήποτε φθορές και το κλιμακοστάσιο φωτιζόταν κατάλληλα. Η επίσκεψή της στο χώρο έγινε στις 05.02.09 και δη δύο περίπου μήνες, μετά το επίδικο ατύχημα. Ερωτηθείσα ειδικά ως προς το κατά πόσο η μεταφορά φακέλων βάρους που ξεπερνά τα 5 κιλά χρίζει εκτίμησης κινδύνου, η μάρτυρας απάντησε: «Όλες οι διεργασίες που διεξάγονται σε ένα χώρο εργασίας πρέπει να εκτιμούνται και μέσα από την εκτίμηση συλλέγεις στοιχεία, για να μπορέσεις να μειώσεις τον κίνδυνο, στον οποίο θα εκτεθεί ο κάθε εργοδοτούμενος για την εργασία που διεξάγει, υπάρχουν και κανονισμοί για τη χειρωνακτική διακίνηση φορτίων, εκεί μιλούμε για χώρους παραγωγής, στην προκειμένη περίπτωση για φάκελο, έχει σημασία το μέγεθός του, έχει σημασία και η αρτιμέλεια του ατόμου, το βάρος του, το ύψος του κλπ, αν είναι ένας μικροκαμωμένος και κράτα ογκώδη φάκελο κλπ, όλα αυτά πρέπει να ληφθούν υπόψη και αν μεταφέρονται στο ίδιο επίπεδο, από σκάλες με ανελκυστήρες έχει, έχει σημασία. Τέτοιου είδους εκτιμήσεις κινδύνου δεν έγιναν στο τμήμα αναδασμού.» Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ3 ισχυρίστηκε ότι στα πλαίσια της διερεύνησης του επίδικου ατυχήματος έλαβε κατάθεση από την Ενάγουσα. Ερωτηθείσα αναφορικά με το τι η τελευταία της ανέφερε ως προς το επίδικο ατύχημα, ανέφερε ότι η Ενάγουσα της είπε: «Για να μεταβώ στο γραφείο μου και ενώ κατέβαινα το κλιμακοστάσιο από τον 2ο όροφο προς τον 1ο όροφο, γλίστρησα, με αποτέλεσμα να χάσω τον βηματισμό μου και να πέσω κάτω και να τραυματιστώ σε διάφορα μέρη του σώματός μου.» Σε ερώτηση ως προς το κατά πόσο η Ενάγουσα παραπονέθηκε περί μεγάλου όγκου και βάρους φακέλων που την εμπόδιζαν κατά την κατάβασή της, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Αρνητικά απάντησε και στο κατά πόσον τυχόν τοποθέτηση αντιολισθητικής ταινίας επί των σκαλοπατιών του κλιμακοστασίου θα αναχαίτιζε τη πτώση της Ενάγουσας στη βάση των δεδομένων που η ίδια η Ενάγουσα της ανέφερε ως συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε τούτη. Ως προς την ευθύνη εργοδότη να διατηρεί σύστημα διαχείρισης κινδύνων και να προβαίνει σε γραπτές εκτιμήσεις τούτων, αλλά και να τηρεί μητρώα εκπαίδευσης του προσωπικού και συντήρησης του εξοπλισμού των κτηρίων, ανέφερε ότι, τούτη η υποχρέωση πρέπει να ικανοποιείται για να γίνεται πρόληψη των όποιων ατυχημάτων δια της λήψης προστατευτικών μέτρων, για κάθε διεργασία που θα διεξαχθεί. Σε ερώτηση που της τέθηκε από τη συνήγορο του Εναγόμενου, που ήθελε τη μεταφορά φακέλων κατά την κατάβαση από κλιμακοστάσια να αποτελεί μία απλή πράξη που δεν ενέχει οποιουσδήποτε κίνδυνους και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εκπαίδευση και απλά ότι τούτη, ως ενέργεια, πρέπει να λαμβάνει χώρα στη βάση της κοινής λογικής και να αποφεύγεται η τοποθέτηση των φακέλων από τον μεταφορέα τους σε σημείο που επηρεάζει την ορατότητά του, η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για ενέργεια που κάποιο πρόσωπο, στην οικία του, την διενεργεί στη βάση της κοινής λογικής, αφ' ης στιγμής η ενέργεια αυτή λαμβάνει χώρα στον χώρο εργασίας, αν ως πράξη ενέχει κινδύνους, πλέον είναι υποχρέωση του εργοδότη να υποδείξει τον τρόπο που τούτη θα πρέπει να διενεργηθεί, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι, η Ενάγουσα, στην κατάθεσή που της έλαβε, ανέφερε «Να σημειωθεί ότι το κλιμακοστάσιο φέρει χειρολισθήρες και στις δύο πλευρές τους οποίους χρησιμοποιούσα κατά την κατάβασή μου», προχωρώντας, η μάρτυρας, στο σχόλιο, πώς είναι δυνατό να κρατούσε η Ενάγουσα τους φακέλους ως της υπέβαλε η συνήγορος υπεράσπισης, αφού η ίδια ισχυρίζεται, στην κατάθεσή της, ότι χρησιμοποίησε τους χειρολισθήρες. Τέλος, πάντα κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ3 επανέλαβε ότι το επίδικο κλιμακοστάσιο είχε τον κατάλληλο φωτισμό, το κατάλληλο ύψος και ήταν κατασκευασμένο σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές. ΜΕ4 Η ΜΕ4 παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας, σύμβουλος ασφάλειας και υγείας. Κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το βιογραφικό της, καθώς επίσης και αριθμό πτυχίων και πιστοποιητικών που έλαβε πάντα σε σχέση με την εμπειρογνωμοσύνη της. Ανέφερε επίσης ότι ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα τα τελευταία οκτώ χρόνια και ότι έχει βραβευτεί για τον άρτιο τρόπο με τον οποίο εκτελεί τα καθήκοντά της, καταθέτοντας προς τούτο σχετικό πιστοποιητικό βράβευσης. Κατά τη ΜΕ4, κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας προέβη σε εκτίμηση κινδύνου και ασφαλούς μεθόδου εργασίας, αναφορικά με μεταφορά φορτίου στο κλιμακοστάσιο του Τμήματος Αναδασμού (Τεκμήριο 30), στη βάση της εικόνας που απεκόμισε η ίδια στις 20 Νοεμβρίου 2017, όταν και επισκέφτηκε το χώρο, για πρώτη φορά, για σκοπούς ετοιμασίας της εκτίμησής της. Εκείνο που προκύπτει, τόσο από τις διάφορες αναφορές της ΜΚ4, όσο και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 30, είναι ότι οι προϊστάμενοι του Τμήματος Αναδασμού, δεν προέβησαν σε εκτίμηση κινδύνου αναφορικά με τη μεταφορά φορτίων και κατά συνέπεια δεν ενημέρωσαν τους εργοδοτούμενους για σχετικού με αυτή (τη μεταφορά) κινδύνους, ούτε και προέβησαν σε οποιανδήποτε εκπαίδευση τούτων για ασφαλή μεταφορά φορτίου επί κλιμακοστασίου. Κατόπιν σχετικών ερωτήσεων από τον συνήγορο της Ενάγουσας, η ΜΕ4 εξήγησε τη μέθοδο που ακολούθησε, καθώς επίσης και τον τρόπο που πρέπει να διαβαστούν οι διάφοροι πίνακες και/ή γραφικές παραστάσεις που εμπεριέχονται στην έκθεσή της, το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Υπό μορφή διευκρίνισης ως προς τη χρησιμότητα της Έκθεσής της, η ΜΕ4 ανέφερε: « Επειδή δεν γνωρίζω λεπτομέρειες του επίδικου συμβάντος παρά μόνο έχω εικόνα του κλιμακοστασίου και τίποτε άλλο, καθώς επίσης και ότι κατά την Ενάγουσα έφερε φορτίο μεταφοράς, φορτίο, γι' αυτό τον λόγο γίνονται αναφορές για πιθανή αιτία πτώσης χωρίς ωστόσο να είμαι σε θέση να σας πω αν είναι χρήσιμες ή μη για τα ενώπιόν σας επίδικα ζητήματα.» Ήταν περαιτέρω η θέση της ΜΕ4 ότι ο τύπος του κλιμακοστασίου και δη ότι πρόκειται για κυκλική σκάλα, εμπεριέχει κίνδυνους στους οποίους αναφέρεται στην έκθεσή της. Κατά τη ΜΕ4, η έκθεσή της δεν περιορίζεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, αλλά πρόκειται για μία πλήρη εκτίμηση κινδύνου ανάβασης και κατάβασης σε κλιμακοστάσια από τα οποία επέρχεται πτώση, για αυτό και στο περιεχόμενο της καταγράφονται μεγάλος αριθμός κινδύνων, οι οποίοι δεν σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την παρούσα αγωγή. Όσον δε αφορά στις φθορές που παρατηρούνται επί του δαπέδου των σκαλοπατιών του κλιμακοστασίου (ως τούτες εμφαίνονται επί των φωτογραφιών που επισυνάπτονται στην έκθεσή της), η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον τούτες θα μπορούσαν να ήταν πιθανή αιτία της πτώσης της Ενάγουσας, μιας και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, αν οι φθορές αυτές υπήρχαν κατά τον χρόνο της πτώσης της. Ήταν, ωστόσο, η θέση της ότι, η πτώση από γλίστρημα ή λόγω σκοντάμματος και γενικότερα η πτώση από ύψος στους χώρους εργασίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κίνδυνους ως τούτο προκύπτει από μεγάλο αριθμό μελετών του εξωτερικού αλλά και από τα ίδια τα στατιστικά του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ήταν, ακόμα, η θέση της μάρτυρος ότι, η ύπαρξη ενός συστήματος ασφάλειας και υγείας στον χώρο εργασίας μέσω του οποίου θα διενεργούνται και εκτιμήσεις κινδύνου για ασφαλή μέθοδο εργασίας, είναι καθοριστικό, γιατί με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιούνται ή ακόμα και εξαλείφονται οι κίνδυνοι στον χώρο εργασίας. Προώθησε, δε, την σχετική εκτίμηση ότι, αν στην προκειμένη περίπτωση γινόταν σωστή εκτίμηση κινδύνου και λαμβάνονταν υπόψη τα μέτρα που θα προτείνοντο, τότε ο κίνδυνος να επισυμβεί το επίδικο ατύχημα θα ελαχιστοποιείτο. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι, όσο σημαντική κρίνεται η εκτίμηση κινδύνου, άλλο τόσο σημαντική κρίνεται και η μετέπειτα ενημέρωση και εκπαίδευση του προσωπικού ως προς τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται και τον τρόπο που θα πρέπει να διεξάγεται η εργασία τους. Ως βάρος φορτίου για το οποίο θα πρέπει να αποφεύγεται η ανύψωσή του από ένα μόνο άτομο, καθόρισε αυτό των 25 κιλών. Αναφορικά με τα όσα η Ενάγουσα της ανέφερε ως συνθήκες υπό τις οποίες τραυματίστηκε, ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα της ανέφερε ότι μετέφερε 5-6 φακέλους βάρους 5‑7 κιλά στο κλιμακοστάσιο, όπου και κατά τη κατάβασή της γλίστρησε και χτύπησε. Της ανέφερε ακόμα ότι ουδέποτε έτυχε οποιασδήποτε ενημέρωσης ή εκπαίδευσης αναφορικά με τη μεταφορά φορτίων επί κλιμακοστάσιων ή γενικότερα αναφορικά με τη χρήση κλιμακοστασίου και ουδέποτε της έχει παραδοθεί από το τμήμα της οποιαδήποτε σχετική εκτίμησης κινδύνων. Όσο δε αφορά στο ύψος των τακουνιών των υποδημάτων που φορούσε η Ενάγουσα την επίδικη μέρα, η ΜΕ4 ανέφερε ότι η πρώτη της υπέδειξε ότι τούτο ήταν ύψους 4‑5 εκατοστά. Επανέλαβε, εκ νέου, ότι, οι οδηγίες που είχε ήταν να προβεί σε εκτίμηση κινδύνου, και μόνο, και ότι τελούσε υπό άγνοια αναφορικά με την κατάσταση του κλιμακοστασίου, κατά τον χρόνο όπου επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Ερωτηθείσα, ωστόσο, κατά πόσον η Ενάγουσα, κατά την περιγραφή των συνθηκών υπό τις οποίες επήλθε η πτώση της, αναφέρθηκε σε οποιεσδήποτε φθορές του κλιμακοστασίου, απάντησε αρνητικά. Όσον αφορά στην εκφρασθείσα (στην Εκτίμησή της) θέση περί ανάγκης τοποθέτησης των μεταφερόμενων φακέλων σε κιβώτιο, ανέφερε ότι τούτο, ως μέτρο, κρίνεται αναγκαίο εκεί που οι φάκελοι είναι μεγάλοι σε αριθμό και μπορούν εύκολα, κατά τη μεταφορά, να μετατοπιστούν και να πέσουν. Όσο δε αφορά στην σημείωσής της (στην Εκτίμησή της) ότι σε ένα μέρος του κλιμακοστασίου δεν υπάρχει χειρολισθήρας, αποδέχθηκε τη θέση της συνηγόρου του Εναγόμενου ότι στο σημείο που επήλθε η πτώση υπάρχει χειρολισθήρας. Βρισκόμενη αντιμέτωπη με ερωτήσεις της συνηγόρου του Εναγόμενου που είχαν ως υπόβαθρο τις πιθανές αιτίες πτώσης της Ενάγουσας, η μάρτυρας, πλειστάκις, ανέφερε ότι η εκτίμησή της δεν είχε σκοπό τη διερεύνηση του ατυχήματος, διερεύνηση η οποία θα ήταν εντελώς άσκοπη να διενεργηθεί δέκα ολόκληρα χρόνια μετά που τούτο επεσυνέβη, επαναλαμβάνοντας ότι οι οδηγίες που είχε ήταν απλά να προβεί σε εκτίμηση κινδύνου βάσει της κατάστασης του κλιμακοστασίου, κατά την ημέρα που η ίδια επισκέφτηκε το χώρο, και δη τον Νοέμβριο του
  9. Τόνισε, συναφώς, ότι, στα πλαίσια της εκτίμησής της καταγράφει τις διάφορες πιθανές αιτίες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ατύχημα σε κλιμακοστάσιο, αλλά και τα διάφορα προτεινόμενα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν για ελαχιστοποίηση και/ή εξάλειψη μιας τέτοιας πιθανότητας. Είναι δε για αυτόν τον λόγο, που σε σχετική ερώτηση που της τέθηκε, δήλωσε αδυναμία να εκφράσει γνώμη ως προς την αιτία που προκάλεσε την πτώση της Ενάγουσας και κατά πόσον τούτη (η αιτία) θα μπορούσε να συγκεκριμενοποιηθεί και/ή υποδειχθεί, στη βάση του περιεχομένου της εκτίμησής της. Αναφορικά με το κατά πόσο η Ενάγουσα την ενημέρωσε αν στο παρελθόν παραπονέθηκε για το ότι μεταφέρει φακέλους κατά τις διακινήσεις της στο τμήμα, η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο εργοδότης δεν θα πρέπει να περιμένει να υποβληθεί οποιονδήποτε παράπονο για να προβεί σε εκτίμηση κινδύνου, και ότι αποτελεί υποχρέωσή του όπως εκτιμά κάθε δυνατό προβλεπτό κίνδυνο και προβαίνει σε διορθωτικά μέτρα για περιορισμό και/ή εξάλειψή του. Κατά τη ΜΕ4, το βάρος των μεταφερόμενων φακέλων, αλλά και το πάχος τούτων δεν έχει μεγάλη σημασία ως προς το κατά πόσο θα πρέπει να γίνεται εκτίμηση κινδύνου για τη μεταφορά τους. Σημασίας, πάντα κατά τη ΜΕ4, υπέχει η ίδια η ενέργειά της μεταφοράς αν, ως εκ της φύσης της, εμπεριέχει προβλεπτό κίνδυνο, για τον οποίο θα πρέπει να γίνει εκτίμηση και ακολούθως να δοθούν οι ανάλογες οδηγίες στους εργοδοτούμενους για αποφυγή του. Ερωτηθείσα ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε η απροσεξία εργαζόμενου να αποτελεί τη μόνη αιτία τραυματισμού του, ανεξαρτήτως προγενέστερης εκτίμησης κινδύνου από πλευράς του εργοδότη, η ΜΕ4 ανέφερε τα ακόλουθα: «Α. Επειδή μέσα στην εκτίμησή μου γράφω και απροσεξία εργαζόμενου, οπότε υπάρχει σαν μία πιθανή αιτία να συμβεί το ατύχημα, όταν ο εργοδοτούμενος δεν τηρεί τους κανονισμούς, υπάρχει η απροσεξία εργαζόμενου. Ε. Δηλαδή μπορεί η κυρία χχχ να έχασε τον βηματισμό της, για άγνωστο λόγο ή/και από το τακούνι που φορούσε να γλίστρησε και να έπεσε; Α. Φυσικά ναι, δεν γνωρίζω τι συνέβηκε εκείνη την ώρα, αλλά είναι και εκείνο μία πιθανή αιτία. Ε. Και θα ήταν στο πλαίσιο της υποχρέωσής της, στη βάση της Κ.Δ.Π 267/01, Κανονισμός 9: "Κάθε εργοδοτούμενο πρόσωπο, εφόσον βρίσκεται στην εργασία, πρέπει να χρησιμοποιεί κατάλληλα, κάθε μέσο και σύστημα εργασίας που παρέχεται από τον εργοδότη του;". Σωστά; Α. Ναι.» Σε μεταγενέστερη της τελευταίας μόλις πιο πάνω τοποθέτησης της, η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι όντως η Ενάγουσα θα μπορούσε να σκεφτεί το ενδεχόμενο η μεταφορά φακέλων να της περιόριζε την ορατότητά της και/ή να της προκαλούσε δυσκολία στη μεταφορά και θα έπρεπε να μεταφέρει τούτους τμηματικά, περιορίζοντας έτσι το βάρος και τον όγκο τους σε κάθε διακίνηση, πλην όμως, ισχυρίστηκε ότι στη βάση των στατιστικών που θέλουν τη πτώση από κλιμακοστάσια να επισυμβαίνει συχνά, θα έπρεπε ο εργοδότης να προβεί σε εκτίμηση του συγκεκριμένου κινδύνου, γενικότερα. Όσο δε αφορά στη θέση που της υπεβλήθη ότι η χρήση κλιμακοστασίου από πρόσωπο που μεταφέρει ελαφρύ σχετικά φορτίο αφορά σε μία καθημερινή συνήθη ενέργεια του μέσου συνετού ανθρώπου, η ΜΕ4 ισχυρίστηκε ότι είναι αυτές οι καθημερινές συνήθειες που ενέχουν κίνδυνους και δεν υπέχει τούτο σημασίας, για αποφυγή εκτίμησής του όποιου σχετικού με αυτές κινδύνου. Η ΜΕ4 δεν απεδέχθη τη θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι πρόνοιες της Κ.Δ.Π 267/01 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή αναφέροντας, συναφώς, ότι, αφ' ης στιγμής, κατά την κατάβαση μέσω του κλιμακοστασίου, μεταφέρονταν φάκελοι, οι πρόνοιες της Κ.Δ.Π 267/01 εφαρμόζονται. Τέλος, σύμφωνα με την ΜΕ4, η πτώση από κλιμακοστάσια αποτελεί κίνδυνο, ο οποίος, με βάση τις στατιστικές, προκαλεί πολλούς θανάτους ανά το παγκόσμιο, με αποτέλεσμα, το γεγονός ότι αποτελεί μία συνήθη πράξη στην οποία προβαίνει καθημερινά ο μέσος συνετός άνθρωπος να μην αποτελεί λόγο για απαλλαγή του εργοδότη από την υποχρέωση του, εκεί που στον χώρο εργασίας υπάρχουν και χρησιμοποιούνται κλιμακοστάσια με τρόπο που ενέχει κινδύνους να προβαίνει σε ανάλογη εκτίμηση κινδύνου και να δίνει ανάλογες οδηγίες στο προσωπικό του, για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιεί τούτο. ΜΥ1 Η ΜΥ1, παρουσιάστηκε ως η πρώτη Επιθεωρήτρια Εργασίας στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, απόφοιτος του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου στον κλάδο της Πολιτικής Μηχανικής και ως πρόσωπο που εργάζεται στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας από το
  10. Ως ισχυρίστηκε, παρακολούθησε διάφορες εκπαιδεύσεις που αφορούσαν στο θέμα επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας σε διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις οποίες και κατονόμασε. Διετέλεσε, για 20 χρόνια, επιθεωρήτρια εργασίας με κύρια καθήκοντα τις επιθεωρήσεις χώρων εργασίας, τη διερεύνηση εργατικών ατυχημάτων και την προσαγωγή υποθέσεων ενώπιον των Δικαστηρίων. Διετέλεσε επίσης, για 13 χρόνια, ως υπεύθυνη του κέντρου εκπαίδευσης και συμμετείχε σε ευρωπαϊκές εκστρατείες αλλά και σε ομάδες εργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την 20ετία που διετέλεσε ως Επιθεωρήτρια Εργασίας διενεργούσε περίπου 300 - 400 επιθεωρήσεις το χρόνο. Η μάρτυρας αυτής προώθησε τη θέση ότι, το γεγονός ότι στο Τμήμα Αναδασμού, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, δεν είχε γίνει εκτίμηση κινδύνου και δεν λειτούργησε σύστημα διαχείρισης κινδύνων (πρόκειται για τις δύο πρώτες διαπιστώσεις της ΜΕ3 στην έκθεσή της, τεκμήριο 1), δεν οδηγεί στο αποτέλεσμα ότι οι παραλήψεις αυτές από πλευράς του εργοδότη οδήγησαν και/ή καλύτερα αποτέλεσαν την αιτία που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα της Ενάγουσας. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, παρέμεινε άγνωστο κατά πόσο στην περίπτωση που ο εργοδότης διατηρούσε σύστημα διαχείρισης κινδύνων και προέβαινε στις σχετικές εκτιμήσεις θα αποφεύγετο το επίδικο ατύχημα. Προς υποστήριξη της θέσης της, υπέδειξε τις λοιπές παρατηρήσεις/διαπιστώσεις της ΜΕ3 που θέλουν το κλιμακοστάσιο να έχει χειρολισθήρες και στις δύο πλευρές, το ύψος των σκαλοπατιών να είναι 17εκ., και δη εντός των σχετικών προδιαγραφών, να είναι απαλλαγμένο από φθορές στο δάπεδο των σκαλοπατιών, το οποίο είναι επικαλυμμένο με μωσαϊκά και δη υλικό μη ολισθηρό και να καλύπτεται από ικανοποιητικό φωτισμό. Όσον δε αφορά στο τεκμήριο 30 και δη την εκτίμηση της ΜΕ4, ισχυρίστηκε ότι τούτη ετοιμάστηκε κατά το 2017 και δη σε χρόνο που η κατάσταση του κλιμακοστασίου ήταν διαφορετική από ότι όταν επεσυνέβη το ατύχημα της Ενάγουσας. Όσον δε αφορά στις πρόνοιες της ΚΔΠ 267/01, την εφαρμογή των οποίων επικαλέστηκε η ΜΕ4, η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι τούτες δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση καθότι αφορούν σε θέματα χειρωνακτικής διακίνησης φορτίων, η διακίνηση των οποίων δυνατόν να ενέχει κίνδυνο για μυοσκελετικές παθήσεις. Εξέφρασε, συναφώς, τη γνώμη ότι, όταν ατύχημα επέρχεται συνεπεία πτώσης από κλιμακοστάσιο, ως συνέβη στην υπό εξέταση υπόθεση, έστω και αν κατά την χρήση του κλιμακοστασίου ο εργοδοτούμενος μετέφερε κάποιο φορτίο, με δεδομένο ότι η μεταφορά αυτή δεν γίνεται υπό συνθήκες που παρουσιάζεται κίνδυνος για τη ράχη ή την οσφυϊκή χώρα, τότε οι πρόνοιες της υπό συζήτηση ΚΔΠ δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Είναι, πάντα κατά τη ΜΥ1, στις περιπτώσεις που η χειρωνακτική διακίνηση φορτίου γίνεται ως μέρος της συνήθους διεξαγωγής των καθηκόντων του εργοδοτούμενου, με τρόπο, αλλά και είδος φορτίου, που η διακίνηση αυτή καθ' εαυτή ενέχει κινδύνους για μυοσκελετικές παθήσεις, που τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της ΚΔΠ 267/
  11. Αναφορικά τώρα με την υποχρέωση ενός εργοδότη να εκπαιδεύει τους εργοδοτούμενους ώστε να αποφεύγονται οι κίνδυνοι στο χώρο εργασίας, ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι μια τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται όταν πρόκειται για ενέργεια της καθημερινής μας ζωής όπως είναι και η περίπτωση χρήσης κλιμακοστασίου από ενήλικα που μεταφέρει φορτίο μικρού βάρους. Κατά τη ΜΥ1, αν η ίδια διερευνούσε το ατύχημα της Ενάγουσας, θα έπραττε τούτο στη βάση των προνοιών της ΚΔΠ 174/2002 και δη του περί Ελαχίστων Προδιαγραφών Ασφάλειας και Υγείας στους Χώρους Εργασίας Κανονισμών, στο παράρτημα ΙΙ των οποίων προβλέπονται οι προδιαγραφές των κλιμακοστασίων και οι σχετικές υποχρεώσεις του εργοδότη. Ως ανέφερε η ΜΥ1, στη βάση των διαπιστώσεων της ΜΕ3 ως προς την κατασκευή και γενικότερα την όλη κατάσταση του κλιμακοστασίου και τη γενική κρίση της ότι τούτο (το κλιμακοστάσιο) πληροί τις απαιτούμενες από το Νόμο προδιαγραφές, και εν απουσία θέσης ως προς την ακριβή αιτία γλιστρήματος και επακόλουθης πτώσης της Ενάγουσας, είναι αδύνατο να καταλήξει κάποιος ότι το ατύχημα επεσυνέβη λόγω μη διατήρησης από πλευράς του εργοδότη συστήματος διαχείρισης κινδύνων ή της μη ετοιμασίας γραπτής εκτίμησης κινδύνων. Μέσω της ΜΥ1 κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό μορφή δέσμης, δύο φάκελοι της Υπηρεσίας του Τμήματος Αναδασμού ως τεκμήριο 35, το βάρος των οποίων ζυγίστηκε στα 2.200γρ. Κατά την αντεξέτασή της, συμφώνησε με την κρίση της ΜΕ3 περί παράλειψης του εργοδότη να διατηρεί σύστημα διαχείρισης κινδύνων και να προβαίνει σε γραπτές εκτιμήσεις τούτων, επαναλαμβάνοντας, ωστόσο, ότι, η συγκεκριμένη παράλειψη δεν σημαίνει ότι οδήγησε στην επίδικη πτώση της Ενάγουσας, μιας και παρέμεινε άγνωστο αν κατόπιν μιας τέτοιας εκτίμησης θα ανευρίσκονταν προβλήματα τα οποία αν διορθώνονταν θα αποφευγόταν η επίδικη πτώση της Ενάγουσας. Επανέλαβε, συναφώς, ότι, θα μπορούσε, κατόπιν μιας τέτοιας εκτίμησης κινδύνου, να διαφανεί ότι τα υφιστάμενα μέτρα ήταν ικανοποιητικά, υποδεικνύοντας προς τούτο τις λοιπές παρατηρήσεις/διαπιστώσεις της ΜΕ3 αναφορικά με το ύψος των σκαλοπατιών, τους χειρολισθήρες, το υλικό κατασκευής του δαπέδου των σκαλοπατιών, το φωτισμό του κλιμακοστασίου κ.ο.κ.. Όσον δε αφορά στο είδος των υποδημάτων που θα πρέπει να φορά το πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί κλιμακοστάσιο, ισχυρίστηκε ότι ένα γυναικείο υπόδημα με τακούνι ύψους 5 εκ. - 6 εκ. είναι κατάλληλο. Ισχυρίστηκε, ακόμα ότι, κατά τη γνώμη της, δραστηριότητες τις οποίες κάνουμε από όταν είμαστε παιδιά μικρής ηλικίας, όπως το να ανεβοκατεβαίνουμε μια σκάλα μεταφέροντας ένα παιχνίδι ή μια βαλίτσα δεν είναι δυνατόν, όταν και εφόσον ενηλικιωθούμε, να απαιτούμε εκπαίδευση από τον εργοδότη μας για το πώς θα εκτελέσουμε μια τέτοια δραστηριότητα, αποδεχόμενη, ωστόσο, ότι, διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν η μεταφορά αφορούσε σε επικίνδυνα αντικείμενα ή γινόταν υπό συνθήκες που δεν θεωρούνται συνθήκες «της συνηθισμένης λειτουργίας της καθημερινής μας ζωής». Όταν, δε, της υπεδείχθη από το συνήγορο της Ενάγουσας ότι, ανεξαρτήτως όγκου και βάρους των φακέλων, λόγω του μήκους τους, ενδεχομένως να επηρεάζεται η ορατότητά του μεταφορέα προς τα εμπρός, η μάρτυρας ανέφερε ότι, ως ενήλικας, με βάση τη λογική, θα μετέφερε τους φακέλους στη δεξιά πλευρά του κορμιού της υποβαστάζοντάς τους με το ένα χέρι επιτρέποντας έτσι την ορατότητα της προς τα εμπρός και μετά θα ξεκινούσε την κατάβασή της. Προς υποστήριξη της τελευταίας θέσης της, ισχυρίστηκε ότι δεν είναι δυνατόν να επωμίζεται ευθύνη στον εργοδότη για εκπαίδευση ενός ενήλικα, εργοδοτουμένου του, για το πώς να κρατά τους φακέλους κατά την κατάβαση όταν η λογική επιτάσσει τον ασφαλή τρόπο διακίνησής τους και μόνο με παράλογη ενέργειά του μεταφορέα η διακίνησή τους ενέχει κινδύνους. Ερωτηθείς ειδικά για το περιεχόμενο του τεκμηρίου 30 και δη την Εκτίμηση της ΜΕ4, ανέφερε ότι από το περιεχόμενο της ελλείπει η καταγραφή των υφιστάμενων μέτρων και φαίνεται ότι πρόκειται για μια γενική εκτίμηση κινδύνου χωρίς να καταγράφεται το κατά πόσο το κλιμακοστάσιο, που εδώ αφορά, πληροί τις προδιαγραφές του Νόμου ή αν ο εργοδότης, πάντα σε σχέση με το υπό συζήτηση κλιμακοστάσιο, έλαβε τα απαραίτητα μέτρα περιορισμού των κινδύνων χρήσης του. Υπέδειξε ακόμα ότι, με βάση το περιεχόμενο του τεκμηρίου 30, βαρύ φορτίο από πρόσωπο που διακινεί τούτο σε όρθια θέση, θεωρείται το φορτίο που έχει βάρος περισσότερο των 16 κιλών, και δη φορτίο άσχετο με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Όσον δε αφορά στο μωσαϊκό με το οποίο είναι κατασκευασμένο το δάπεδο των σκαλοπατιών του επίδικου κλιμακοστασίου χαρακτήρισε τούτο ως μη ολισθηρό και κατά συνέπεια, την τοποθέτηση αντιολισθητικής ταινίας, ως μη αναγκαίο μέτρο. Ανέφερε, τέλος, ότι, η ολισθηρότητα του δαπέδου μετριέται με συγκεκριμένο όργανο και ότι στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα ολισθηρότητας του δαπέδου των σκαλοπατιών. ΜΥ2 Ο ΜΥ2, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν προϊστάμενος στο Τμήμα Αναδασμού, στο γραφείο του οποίου βρισκόταν η Ενάγουσα, προ της επίδικης πτώσης της. Κατά τον ΜΥ2, ουδέποτε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε άλλος προϊστάμενος στο Τμήμα Αναδασμού έδωσε ρητές οδηγίες ή άφησε να νοηθεί ότι οποιοσδήποτε λειτουργός του τμήματος όφειλε να εκτελεί καθήκοντα κλητήρα, πόσο μάλλον να φορτώνεται πακτωλό φακέλων. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι οδηγίες του προς τους λειτουργούς του Τμήματος Αναδασμού ήταν να είναι ευσυνείδητοι, να θυμούνται ότι είναι δημόσιοι λειτουργοί στην υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και να μην αφήνουν τις υποθέσεις να χρονίζουν στο γραφείο τους. Ουδέποτε, επανέλαβε, έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες να μεταφέρονται από τους λειτουργούς φάκελοι του βάρους που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Πρόσθεσε, επίσης, ότι, ουδέποτε, καθ' ον χρόνο ήταν προϊστάμενος στο συγκεκριμένο τμήμα, δέχθηκε οποιοδήποτε παράπονο από τον οποιονδήποτε περί του ότι οι ανάγκες του τμήματος δεν ικανοποιούντο από τον κλητήρα που εργαζόταν εκεί. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, στην περίπτωση που λειτουργός του τμήματος χρειαζόταν βοήθεια, μπορούσε ευκόλως να ζητήσει τούτην από άλλο συνάδελφό του και ότι ουδέποτε περιήλθε στη γνώση του ότι οι λειτουργοί του τμήματος χειρίζονταν τους φακέλους, με τρόπο που ενείχε κίνδυνους. Ως προς την τοποθέτηση ανελκυστήρα στο κεντρικό κτήριο του Τμήματος Αναδασμού, σημείωσε, ότι τούτο έγινε στο πλαίσιο αναβάθμισης των κυβερνητικών κτηρίων γενικότερα. Ο ΜΥ2 επιθεώρησε το Τεκμήριο 35, και αναγνώρισε τούτο ως το φάκελο του προϋπολογισμού που αφορούσε τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. Κατά την αντεξέτασή του, χαρακτήρισε την Ενάγουσα ως εξαίρετο και ευσυνείδητο δημόσιο λειτουργό που διεκπεραίωνε τις υποθέσεις που της ανατίθεντο συστηματικά και ανελλιπώς, χωρίς να τις αφήσει να χρονίζουν. Εξαίρετη, χαρακτήρισε και τη ΜΕ
  12. Ο ΜΥ2, ισχυρίστηκε ότι, στη βάση των σχεδίων υπηρεσίας, οι φάκελοι πρέπει να διακινούνται μέσω κλητήρα. Ανέφερε, συναφώς, ότι, στο Τμήμα Αναδασμού, κάποιοι δημόσιοι λειτουργοί, θεωρώντας ότι κάθε μετακίνηση φακέλου θα πρέπει να γίνεται μέσω κλητήρα, έβαζαν τούτους στα εξερχόμενα ή στα εισερχόμενα του γραφείου τους, με αποτέλεσμα οι φάκελοι να παραμένουν για μεγάλο διάστημα αδρανείς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ίδιος, αν έκρινε ότι κάποιο ζήτημα ήταν επείγουσας μορφής, έδιδε «νουθεσίες» όπως ο λειτουργός μεταφέρει τον φάκελο στο διπλανό γραφείο ή να τον μεταφέρει στον επόμενο λειτουργό που θα έπρεπε να ασχοληθεί μαζί του και να μην αναμένει την επόμενη ή τη μεθεπόμενη μέρα που θα ήταν δυνατό να μεταφερθεί τούτος από τον κλητήρα. Αυτή ήταν η πρακτική που ο ίδιος ακολουθούσε σε τέτοιες περιπτώσεις. Ανέφερε, ακόμα, ότι, μέρος των καθηκόντων του μοναδικού κλητήρα, ήταν και η παράδοση αλληλογραφίας εκτός τμήματος, όπως στο ταχυδρομείο ή σε διάφορα υπουργεία και ότι κάτι τέτοιο αποτελούσε συχνό, καθημερινό, φαινόμενο. Συμφώνησε δε με τον συνήγορο της Ενάγουσας, ότι είναι λογικό ένας φάκελος να διακινηθεί από λειτουργό του τμήματος, στην περίπτωση που ο κλητήρας απουσίαζε. Σε ερώτηση που του τέθηκε ως προς το κατά πόσο ο ίδιος έκανε παρατήρηση στην Ενάγουσα να μην διακινεί φακέλους, απάντησε ότι δεν προέβη σε οποιανδήποτε τέτοια παρατήρηση, ισχυριζόμενος ότι, προϊστάμενος της Ενάγουσας ήταν έτερο πρόσωπο, το οποίο και κατονόμασε. Ερχόμενος αντιμέτωπος με τους φακέλους που η Ενάγουσα είχε στην κατοχή της την ημέρα του ατυχήματος, ανέφερε ότι τον προδίδει η μνήμη του ως προς τι ακριβώς κρατούσε, σημειώνοντας ωστόσο ότι, το Τεκμήριο 35 αφορά στους φακέλους του προϋπολογισμού εκείνης της περιόδου. Σε ερώτηση κατά πόσον θα μπορούσε εκείνη την ημέρα η Ενάγουσα να είχε στην κατοχή της φακέλους, πέραν των φακέλων, τεκμήριο 35, απάντησε: «ως εκ της φύσεως σας είπα θεωρώ ότι περίπου είναι αυτά, δηλαδή τους φακέλους που διακινήθηκαν, όταν θα πάμε από το ένα γραφείο στο άλλο είναι ένα συγκεκριμένο ή δύο φακέλους, ίσως συναφή φάκελοι», διευκρινίζοντας ότι, συνήθως, είναι τέτοιου μεγέθους φακέλους (ως το τεκμήριο 35) που διακινούσαν οι λειτουργοί. Νομικη Πτυχη Νομική Πτυχή Αποδοχής Μαρτυρίας Εμπειρογνώμονα Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos

(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21». Στην Αγγλική υπόθεση Bolitho v. City and Hackeney Health Authority [1998] A.C. 232 at 241-242 έχουν επίσης λεχθεί τα ακόλουθα: "The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied upon can demonstrate that such opinion has a logical basis. In particular, in cases involving, as they often do, the weighing of risks against benefits, the judge before accepting a body of opinion as being responsible, reasonable or respectable, will need to be satisfied that, in forming their views, the experts have directed their minds to the question of comparative risks and benefits and have reached a defensible conclusion on the matter." Νομική πτυχή αμέλειας και παράβασής νομικού καθήκοντος σε συνάφεια με ευθύνη εργοδότη Πλήρως κατατοπιστικά των όσων τυγχάνουν εφαρμογής εκεί που ο Ενάγοντας επικαλείται αμέλεια του Εναγομένου ή παράβαση νομικού καθήκοντος από πλευράς του σε σχέση με εργατικό ατύχημα, είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Χριστόφορου Χριστοφόρου, Πολ. Εφ. 82/2010 και 82Α/2010, απόφαση ημερομηνίας 5 Φεβρουαρίου 2015, τα οποία επιδοκιμάστηκαν και επαναλήφθηκαν στην Άριστος Κυμίσης ν. Ανδρέα Χρυσοστόμου, Πολ. Εφ. 361/2011, απόφαση ημερομηνίας 24, Μαρτίου 2017, αλλά και στην Ελένη Κατσουράνη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 57/2012, απόφαση ημερομηνίας 27, Φεβρουαρίου 2018. Έχουν ως ακολούθως: «Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας, οι συσχετισμοί τους με τα εργατικά ατυχήματα, η ευθύνη εργοδότη προς τους εργοδοτούμενούς του, το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας που υπέχει ο εργοδότης, η υποχρέωσή του να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενό του σε «περιττό κίνδυνο» και να παρέχει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας, το καθήκον του για παροχή ασφαλούς συστήματος διεξαγωγής εργασίας και η υποχρέωση του να καθοδηγεί τους εργοδοτούμενούς του ως προς τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν για αποφυγή ατυχημάτων, έχουν γίνει αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Δήμος Λεμεσού ν. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 423, Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453, Metalco Heaters Ltd v. Νεοφύτου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 21, Αλεξάνδρου ν. Θεόδωρος Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 506, Μεταφορική Εταιρεία Γ. και Μ. Περικλέους Λτδ ν. Μιχαήλ κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 1661 , Σκυροποιία Λεωνίκ Λτδ ν. Παπαδόπουλου
(2000)1 ΑΑΔ 1855 , Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1 ΑΑΔ 219, Ευαγγελίδης ν. Aegeas Navigation Ltd κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 709, Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 918, Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 ΑΑΔ 447, Λαμπής ν. Shiptrans Ship. and Trad. Agency Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 370, Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 556, L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 304, Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Μιχαήλ
(2009)1 ΑΑΔ 113, Ευθυμίου ν. Αρτοποιεία Δημήτρη Γεωργίου & Υιών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 206). Αναφέρονται τα ακόλουθα στην απόφαση Κυριάκου (ανωτέρω): «Ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα του εργοδότη, που είναι απόλυτο, απέναντι στους υπαλλήλους του, είναι να τους παρέχει ασφαλή τόπο ή ασφαλές σύστημα εργασίας. Η τάση της νομολογίας τα τελευταία χρόνια ήταν η πλήρης εμπέδωση αυτής της προστασίας των εργαζομένων. Άλλωστε όπως τόνισε ο Πικής, Δ., στην υπόθεση United Brick Works Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123: "Στην Κύπρο η προστασία των εργαζομένων αποτελεί διακηρυγμένο συνταγματικό στόχο (Άρθρο 9) στο πλαίσιο εξασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου που αναμφίβολα περιλαμβάνουν και την ασφάλειά του στον τόπο της εργασίας του." Στην Αγγλία, όπου επικρατεί η ίδια τάση, ερμηνεύοντας σχετική νομοθετική πρόνοια στην υπόθεση Larner v. British Steel plc
(1993)ICR 551, το δικαστήριο έκρινε ότι το καθήκον του εργοδότη, που επέβαλλε η παραπάνω πρόνοια, ήταν να προσφέρει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας από κινδύνους, ανεξάρτητα αν αυτοί μπορούσαν να προβλεφθούν ή όχι. Η απόφαση επικροτήθηκε στην υπόθεση Mains ν. Uniroyal Englebert Tyres Ltd, ημερ. 1/6/95, από το Court of Session (Εφετείο Σκωτίας). Έτσι η προβλεπτικότητα δε θεωρήθηκε απαραίτητο κριτήριο.» Είναι καθήκον του εργοδότη να επινοήσει και να υποδείξει ένα κατάλληλο και ασφαλές σύστημα εργασίας. Η έννοια του όρου «σύστημα εργασίας» δίδεται στην απόφαση Αλέξάνδρου (ανωτέρω), στη σελίδα 512. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την παροχή οδηγιών, την οργάνωση της εργασίας, την λήψη προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και άλλα. Παρατίθεται ακολούθως το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παρa. 10-59 και 10-60: «Meaning of system of work. A system of work is the term used to describe: (
  1. i)the organization of the work; (
  2. ii)the way in which it is intended the work shall be carried out; (iii) the sequence of instructions (especially to inexperienced workers); (
  3. iv)the sequence of events; (
  4. v)the taking of precautions for the safety of the workers and at what stages; (
  5. vi)the number of such persons required to do the job; (vii) the part to be taken by each of the various persons employed; and (viii) the moment at which they shall perform their respective tasks. Duty to prescribe a safe system of work. It is a question of fact whether or not there is need for a system of work to be prescribed in any given circumstances. In deciding it, regard ought to be had to the nature of the work, i.e. whether properly it requires careful organization and supervision, in the interests of safety of all those persons carrying it out, or it can be left by a prudent employer confidently to the care of the particular man on the spot to do it reasonably safely. It follows that an employer is under a duty to prescribe a system of work, even where the operation is a single one, if it is necessary in the interests of safety.» Σε ελληνική μετάφραση: «Εννοια του συστήματος εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (
  6. i)της οργάνωσης της εργασίας, (
  7. ii)του τρόπου με τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (iii) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (
  8. iv)της σειράς των γεγονότων, (
  9. v)της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποια στάδια, (
  10. vi)του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (vii) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουμένους, (viii) και της στιγμής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους. Καθήκο υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας. Αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας, κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή μπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με τρόπο λογικά ασφαλή. Ακολουθεί ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστημα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και μόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας.» Το καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συμπεριλαμβάνει, λοιπόν, και τη λήψη εύλογων μέτρων προς διασφάλιση της επιτήρησης εφαρμογής του όλου συστήματος, μεταξύ των οποίων της επιτήρησης του χώρου και της εποπτείας του όλου συστήματος εργασίας. Στην απόφαση Χριστοδουλίδης (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκε ότι η παράλειψη του εργοδότη για επιτήρηση του χώρου στον οποίο ο εργοδοτούμενος έθεσε σε λειτουργία μηχανή χωρίς οδηγίες συνιστούσε παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος εκ μέρους του. Ανάλογα λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Transbeton (ανωτέρω), το σχετικό απόσπασμα στη σελίδα 313: «Η υποχρέωση επιμέλειας ενός εργοδότη προς τους εργοδοτουμένους του πηγάζει από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο βασίζεται στις αρχές του κοινού δικαίου. Ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό, να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (Δέστε: Χριστοφή κ.ά. v. Θεοδούλου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 512). Η φύση του καθήκοντος επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούμενους του αναλύεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παράγραφοι 965-971, σελ. 578-592. Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1953] A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας.»» Αιτιώδης συνάφεια Αναφορικά τώρα με την αναγκαία σύνδεση της αμέλειας και/ή της παράβασης καθήκοντος με το ζημιογόνο αποτέλεσμα (αιτιώδης συνάφεια), στην υπόθεση Ζωή Κωνσταντίνου ν. The Cyprus Phassouri Plantations Co. Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 720, αναφέρθηκαν τα εξής, σχετικά: Είναι νομολογημένο πως, η αιτιώδης συνάφεια πρέπει να συνδέεται με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Για να αποδειχθεί ευθύνη για αστικό αδίκημα θα πρέπει να αποδεικνύεται αμέλεια ή παράβαση νομικού καθήκοντος, καθώς επίσης και ότι η παράβαση αυτή επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το βάρος της απόδειξης και των δυο αυτών στοιχείων βαρύνει τον ενάγοντα και δεν μετατοπίζεται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Κάποια νομολογία δημιούργησε κάποια διαφοροποίηση στον κανόνα αυτό, που όμως δεν χρειάζεται να αναλύσουμε, γιατί το όλο θέμα το ξεκαθάρισε από πιθανές παρερμηνείες η υπόθεση Wilsher v. Essex Area Health Authority [1988] 1 All E.R. 871, την οποία υιοθετούμε και στην οποία αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: "Where a plaintiff's injury was attributable to a number of possible causes, one of which was the defendant's negligence, the combination of the defendant's breach of duty and the plaintiff's injury did not give rise to a presumption that the defendant had caused the injury. Instead the burden remained on the plaintiff to prove the causative link between the defendant's negligence and his injury, although that link could legitimately be inferred from the evidence." Επίσης, στην υπόθεση Golfar v. Coggjns & Griffith (Liverpool) Ltd [1943] 76 Ll. L.Rep.1, 4· A.C. 197,203, που αναφέρθηκε στην υπόθεση Stavrou (ανωτέρω), στη σελ. 672, αναφέρονται τα εξής ως προς το τι πρέπει ο ενάγων να αποδείξει σχετικά με το ελαττωματικό σύστημα εργασίας για το οποίο παραπονείται. "... the plaintiff must allege and prove specifically what is the defect in the system of which he complains. In other words, it is not sufficient that the system adopted was in fact unsafe, he must show something which could reasonably have been done or omitted which would have made the system reasonably safe and that this failure was the cause of his accident.[3]" Η εφεσείουσα δεν απέδειξε, όπως είπαμε, ότι το σύστημα εργασίας ήταν ελαττωματικό, ούτε την αιτία της πτώσης. Ο δικηγόρος της εφεσείουσας, αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία του, εισηγήθηκε πως η αιτία της πτώσης οφειλόταν στο γεγονός ότι η σκάλα "έγειρε" επειδή βούλιαξε στο έδαφος που ήταν βρεγμένο και λασπωμένο από τη βροχή. Η εισήγηση αυτή μας προβλημάτισε. Όμως, από την όλη μαρτυρία, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Τουναντίον, το μόνο παράπονο που διατυπώθηκε ήταν ότι το βούλιαγμα δημιουργούσε πρόβλημα, γιατί η σκάλα γινόταν πιο βαριά και σε ορισμένες περιπτώσεις χρειαζόταν και η βοήθεια άλλης εργάτριας για τη μετακίνησή της. Δεν υπήρξε καμιά μαρτυρία ότι η σκάλα "έγειρε" επειδή βούλιαξε στο έδαφος ή επειδή γλίστρησε στη λάσπη. Παραπομπή, με επιδοκιμασία, στην Golfar v. Coggins & Griffith (Liverpool) Ltd (ανωτέρω), έγινε στην Stavrou v. Orfanides & Murat and Others
(1982)1 C.L.R. 663. Ευθύνη κατόχου σε αντιδιαστολή με την ευθύνη εργοδότη Στη Πολ. Εφ. 57/2012, μεταξύ της Ελένης Κατσουράνη ν. Γεν. Εισαγγελέα, απόφαση ημερομηνίας 27.02.2018, σημειώθηκαν τα εξής σχετικά με την ευθύνη κατόχου και την όποια διαφορά της νομικής αυτής βάσης από την ευθύνη εργοδότη: «Στην υπόθεση Δήμος Λεμεσού ν. Χαραλάμπους
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 423 στη σελ. 442 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς την εμβέλεια του άρθρου: «Η υποχρέωση του κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας όπως καθορίζεται στην πιο πάνω επιφύλαξη ισχύει μόνο στις περιπτώσεις που αφορούν είτε την κατάσταση είτε τη συντήρηση είτε την επισκευή της ακίνητης ιδιοκτησίας και είναι τελείως διάφορη της υποχρέωσης του εργοδότη να διεξάγει τις εργασίες της επιχείρησής του με τρόπο που να μην εκθέτει τα πρόσωπα που εργοδοτεί σε κινδύνους που μπορούν να προβλεφτούν και αποφευχθούν. Το εδάφιο 2(β) του άρθρου 51 του Κεφ. 148 δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση παρά το γεγονός ότι ο εφεσείων είναι "κάτοχος" του σφαγείου με την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος. Κεφ. 148.» Στην πρόσφατη υπόθεση Σχολική Εφορεία Στροβόλου ν. Μαρίνας Στεργίδου κ.α., Πολ. Εφ. 8/11, ημερ. 4/3/16, στην οποία αντικείμενο εξέτασης υπήρξε το άρθρο 51
(2)(β) αναφέρθηκε ότι: «Ο κάτοχος έχει δυο καθήκοντα: για τη στατική κατάσταση των πραγμάτων (κατάσταση, συντήρηση και επιδιόρθωση του ακινήτου) και για τη λειτουργία της δραστηριότητας ή της επιχείρησης του. Η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία για τη ρύθμιση του κοινοδικαίου η οποία κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 51
(2)(β), με βάση την οποία, η ευθύνη του κατόχου διαφοροποιείται αναλόγως του κατά πόσο το πρόσωπο που βρίσκεται στο υποστατικό είναι «προσκεκλημένος» («invitee») ή «απλός δικαιούχος» («bare licensee»). «Προσκεκλημένος» είναι το πρόσωπο που βρίσκεται στη ιδιοκτησία με πρόσκληση του κατόχου, ρητή ή εξυπακουόμενη, για τους σκοπούς της επιχείρησης ή της δραστηριότητας του κατόχου, υπό την έννοια ότι ο κάτοχος έχει κάποιο χρηματικό ή υλικό συμφέρον, όπως συμφέρον έχει και ο προσκεκλημένος. Με άλλα λόγια, ο προσκεκλημένος είναι το πρόσωπο που εισέρχεται στην ιδιοκτησία με τη συγκατάθεση του κατόχου για σκοπούς κάποιας εργασίας αναφορικά με την οποία ο κάτοχος και ο προσκεκλημένος έχουν κοινό συμφέρον (βλ. Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Νικήτα
(2000)1 ΑΑΔ 1712). «Απλός δικαιούχος» είναι το πρόσωπο που εισέρχεται στην ιδιοκτησία νόμιμα, όχι όμως σε σχέση με εργασία στην οποία έχει συμφέρον ο κάτοχος, ούτε κατά τη νόμιμη εκτέλεση δημοσίου καθήκοντος, όπως ρητώς εξηγείται στο άρθρο 51
(2)(β). Σε ότι αφορά τις «δραστηριότητες» στα υποστατικά του κατόχου, το καθήκον έναντι «προσκεκλημένου» και «απλού δικαιούχου» είναι ταυτόσημο και έγκειται σε υποχρέωση λήψης λογικών μέτρων ώστε το υποστατικό να είναι ασφαλές από κινδύνους την ύπαρξη των οποίων ο κάτοχος γνωρίζει ή θα όφειλε, ως λογικός άνθρωπος, να γνωρίζει. Σε ότι όμως αφορά την στατική κατάσταση του ακινήτου, το καθήκον επιμέλειας του κατόχου έναντι «απλού δικαιούχου» περιορίζεται σε προειδοποίηση για κρυμμένο ή λανθάνοντα κίνδυνο τον οποίο γνωρίζει ή πρέπει να θεωρηθεί ότι γνωρίζει (βλ. Α.Π. Φραγκεσκίδης & Σία Λτδ, ανωτέρω, Κυριακίδης Tenekedzian
(1994)1 ΑΑΔ 504).» Στην προκειμένη περίπτωση ενόψει της μαρτυρίας που αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο και ευρημάτων του, δεν έχει αποδειχθεί ότι η κατάσταση του χώρου με την παρουσία των δύο σκαλοπατιών συνιστούσε συγκεκριμένο ασυνήθη κίνδυνο που μπορούσε λογικά να προβλεφθεί. Συνεπώς η σχετική εισήγηση περί εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 51
(2)(β) θα πρέπει να απορριφθεί.» Συντρέχουσα Αμέλεια Η ευθύνη που αναζητείται ώστε να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αποτυχία λήψης μέτρων αυτοπροστασίας εκεί που τούτα, υπό τις περιστάσεις που προκαλείται η ζημιά στο διάδικο, αποτελούν εύλογα και δυνατά μέτρα που αναμενόμενο ήταν να ληφθούν από το μέσο συνετό άνθρωπο που θα βρισκόταν στη θέση του. Το δε βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλεια, το φέρει ο διάδικος που την αιτιάται (βλέπε, Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ, v. Mohammad Al Sharif,
(2012)1 Α.Α.Δ. 28, Andreas Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, Πολ. Εφ. 189/11, ημερ. 15/5/17 και Ελένη Κατσουνάρη, ν Κυπριακή Δημοκρατία ECLI:CY:AD:2018:A93, Πολ. Εφ. 57/2012, ημερ. 27/2/2018). Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 ‑ Ενάγουσα Η μαρτυρία της Ενάγουσας κρίνεται ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων αναφορικά με τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε η πτώση της. Και τούτο γιατί, επί του προκειμένου προώθησε δύο, μετωπικά συγκρουόμενες, θέσεις. Ως υπεδείχθη κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας της, η Ενάγουσα, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της και δη ως μέρος της γραπτής της δήλωσης, προώθησε τη θέση ότι, λόγω του όγκου αλλά και του βάρους των φακέλων, για τη μεταφορά τους, εξ ανάγκης, χρησιμοποίησε και τα δύο της χέρια, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να κρατά το χειρολισθήρα κατά την κατάβασή της. Επίσης, ότι, λόγω, και πάλι, του όγκου και βάρους των φακέλων, τούτοι κρατούντο έμπροσθεν του στέρνου της, εις τρόπον που περιοριζόταν η ορατότητα της προς τα εμπρός και δη προς τα σκαλιά που ακολουθούσαν. Κατά την αντεξέταση της, με κατηγορηματικό τρόπο και υπό μορφή απόλυτης θέσης, ισχυρίστηκε ότι, προτού επιχειρήσει την κατάβαση της επί του κλιμακοστασίου, μετέφερε τους φακέλους στο δεξί της χέρι, κατευθύνθηκε στην αριστερότερη πλευρά του κλιμακοστασίου όπου τα σκαλιά είναι πλατιά και με το αριστερό της χέρι κρατούσε τον χειρολισθήρα κατά της κατάβασης της και δη συνθήκες υπό τις οποίες δεν περιοριζόταν η ορατότητα της. Πρόκειται δε για συνθήκες που δεικνύουν ότι η Ενάγουσα ήταν γνώστης των κινδύνων που ελλόχευαν από τη χρήση του συγκεκριμένου κλιμακοστασίου από πρόσωπο που μεταφέρει φακέλους. Δεν παραγνωρίζω ότι αμέσως μετά την τελευταία αυτή τοποθέτηση της, και αφού προηγουμένως της υπεδείχθη από τη συνήγορο υπεράσπισης το αντιφατικό των μέχρι τότε σχετικών δηλώσεων της, υπέδειξε ως ορθή την πρώτη εκ των πιο πάνω εκδοχών. Για τους λόγους όμως που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, το τοπίο παρέμεινε εντελώς νεφελώδες. Και εξηγώ. Ακόμα και η επιλογή της αρχικής εκδοχής έγινε με εντελώς γενικό τρόπο και στη βάση υπόθεσης παρά γνώσης. Παραθέτω, αυτούσιες, τις σχετικές αναφορές της Ενάγουσας: « Ε. Παρακαλώ διαβάστε την παράγραφο 17
(11)της γραπτής σας δήλωσης, διαβάζω εν τάχει (διαβάζει) «και τα δύο μου χέρια», λέτε. Επομένως κυρία μάρτυρα, πότε λέτε στο Δικαστήριο την αλήθεια; Όταν κάτσατε και γράψατε αυτήν τη γραπτή δήλωση έγγραφο Α ή τώρα που μας είπατε ότι κρατούσατε τη χειρολαβή; Α. Μπορεί να έκανα λάθος. Απολογούμαι. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Πότε; A. Σίγουρα όταν έκανα τη γραπτή δήλωση είχα πιο ξεκάθαρη εικόνα, γιατί έχουν περάσει από τότε 10 χρόνια. Μπορεί να έχω κάνει λάθος τώρα. E. Κυρία μάρτυρα, σας υποβάλλω ότι αυτή σας η δήλωση και δη τα λεχθέντα στην παράγραφο 17
(11), που είναι το αντικείμενο της παρούσας στιγμής, είναι υπερβολικά και δεν αντικατοπτρίζουν την αλήθεια. Υπήρχε χειρολαβή και μπορούσατε και με το βάρος που μας είπατε ότι κρατούσατε, να τη χρησιμοποιούσατε. A. Το πιο πιθανόν να μην μπορούσα τότε να τη χρησιμοποιήσω γιατί ήταν αρκετά βαρετοί οι φάκελοι». Eίναι έκδηλα που προκύπτει από τις πιο πάνω αυτούσιες αναφορές της Ενάγουσας ότι η εκδοχή που επιλέγει να προωθήσει ως ορθή δεν γίνεται στη βάση γνώσης και σιγουριάς, αλλά στη βάση υπόθεσης, καθιστώντας ακριβώς την ενέργεια της αυτή ως μη διευκρινιστική της έκδηλης αντίφασης που παρουσιάζει η μαρτυρία της επί του προκειμένου. Ακόμα, η έστω και στη βάση υπόθεσης επιλεγείσα ως ορθή εκδοχή της, συγκρούεται μετωπικά με τη σχετική δήλωση της στη κατάθεση που της έλαβε η ΜΕ3. Πιο συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση της ΜΕ3, η οποία υπενθυμίζω κλήθηκε ως μάρτυρας της αλήθειας από πλευράς της Ενάγουσας και η σχετική αναφορά της δεν τέθηκε εν αμφιβόλω, ούτε επιχειρήθηκε, στο στάδιο της επανεξέτασης της, να διαφοροποιηθεί, ανέφερε ότι στην κατάθεση που έλαβε από την Ενάγουσα, η τελευταία της ανέφερε, πάντα σε σχέση με την επίδικη κατάβαση της από το κλιμακοστάσιο, «Να σημειωθεί ότι το κλιμακοστάσιο φέρει χειρολισθήρες και στις 2 πλευρές, τους οποίους χρησιμοποιούσα κατά την κατάβαση μου». Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι η έρευνα της ΜΕ3 διεξήχθη εντός των πρώτων μηνών του 2009, τη δε κατάθεση της Ενάγουσα, την έλαβε στις 16/3/19, και δη σε χρόνο που η τελευταία είχε νωπά τα γεγονότα αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε η πτώση της. Κατά συνέπεια, στη βάση των πιο πάνω αντιφατικών τοποθετήσεων της Ενάγουσας, αλλά και της απουσίας πειστικής αιτιολογίας η οποία να επιτρέπει επιλογή μιας εκ των συγκρουόμενων εκδοχών της, η μαρτυρία της αποτελεί, τουλάχιστον, ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων, (α) αναφορικά με τον τρόπο που κρατούσε τους φακέλους κατά την κατάβαση της από το κλιμακοστάσιο (και κατά συνέπεια και αναφορικά με το όγκο, βάρος και πιθανή μετατόπιση τους, δηλαδή, αν ήταν δυνατή η μεταφορά τους με το ένα χέρι ή όχι), (β) αν κατά την κατάβαση της προέβαινε σε χρήση του χειρολισθήρα του κλιμακοστασίου, και τέλος (γ) αναφορικά με το σημείο επί των σκαλοπατιών που πατούσε κατά τη κατάβασή της (αν πατούσε στο σημείο που ήταν πλατιά ή εκεί που στενεύουν). Για σκοπούς πληρότητας της αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω κατάληξης μου ως προς τη ποιότητα της μαρτυρίας της Ενάγουσας αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε η πτώση της, απλά σημειώνω και τις σχετικές συγκρουόμενες αναφορές ή μη αναφορές της προς τις ΜΕ3 και ΜΕ4, αλλά και αντιφατικές, με τις βασικές θέσεις της, δηλώσεις της. Σημειώνω, (α) την μη αναφορά της Ενάγουσας, κατά τη λήψη της κατάθεσής της από τη ΜΕ3, περί περιορισμού της ορατότητάς της λόγω όγκου και βάρους των μεταφερόμενων φακέλων, κάτι που, αν όντως ίσχυε, η λογική θέλει να αναφερόταν, (β) την αναφορά της στη ΜΕ4 περί μεταφοράς 5-6 φακέλων, βάρους 5-7 κιλών, σε αντιδιαστολή με την σχετική θέση που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου που θέλει τους μεταφερόμενους φάκελους να είναι 3-4 και βάρους 7-8½ κιλών, (γ) την υπόδειξή της προς τη ΜΕ4 ότι το ύψος των τακουνιών των υποδημάτων που φορούσε ήταν 4εκ.-5εκ., σε αντιδιαστολή με τη σχετική θέση που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου που θέλει το ύψος τους να ανέρχεται στα 7εκ.-8εκ., (δ) την ξεκάθαρη παραδοχή της, κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, ότι το δάπεδο των σκαλοπατιών δεν ήταν ολισθηρό, σε αντιδιαστολή με τη θέση ότι ένα από τα από τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν ήταν η τοποθέτηση αντιολισθητικής ταινίας και τέλος (ε) την μοναδική αναφορά της ως προς το σημείο, επί του δαπέδου των σκαλοπατιών, που πατούσε κατά την ανάβαση και κατάβασή της εκείνη τη μέρα, που θέλει τούτο να είναι το πλατύτερο σημείο τους, σε αντιδιαστολή με τη θέση που προβάλλεται στις τελικές αγορεύσεις[4] που θέλει το σχήμα των σκαλοπατιών να αποτελεί ένα από τους λόγους της πτώσης της. Κατά τα λοιπά, και δη αναφορικά με τα καθήκοντα της, την ανάγκη (λόγω αδυναμίας του κλητήρα να προβαίνει στις απαραίτητες, για όλους τους λειτουργούς, μεταφορές), στα πλαίσια εκτέλεσης τους να μεταφέρει η ίδια υπηρεσιακούς φακέλους, καθώς επίσης και αναφορικά με τον τραυματισμό της, η μαρτυρία της γίνεται δεκτή στη βάση του δεδομένου ότι τούτη, υποστηρίζεται και από τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή, έγγραφη και μη, μαρτυρία. Σημειώνω, φυσικά, ότι, συνεπεία της περιοριστικής δήλωσης του συνηγόρου της που θέλει την Ενάγουσα να διεκδικεί αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες στη βάση της περιγραφής τους στο αρχικό δικόγραφο της, μόνο το μέρος εκείνο της μαρτυρίας της που εντάσσεται στο περιορισμένο αυτό πλαίσιο γίνεται δεκτό. Σημειώνω, συναφώς, ότι, η όποια αμφισβήτηση από πλευράς του Εναγομένου, των διαφόρων σχετικών με το πόνο, οδύνη και ταλαιπωρία, ισχυρισμών της Ενάγουσας, έγινε διά υποβολών που τέθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης της, και καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς του Εναγόμενου που να αντικρούει τούτους. Επί πλείστων δε σχετικών ισχυρισμών της δεν αντεξετάστηκε καθόλου. Το δε περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών και αποτελεσμάτων διαφόρων διαγνωστικών εξετάσεων στις οποίες υπεβλήθη η Ενάγουσα, τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια για την αλήθεια του περιεχομένου τους, δεν επιτρέπουν, κατά τη γνώμη μου, κρίση ότι οι σχετικές αναφορές της Ενάγουσας συγκρούονται με αυτά, ως είναι η εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία της Ενάγουσας, πλην του μέρους εκείνου που άπτεται των συνθηκών υπό τις οποίες, μέσω του κλιμακοστασίου, επιχείρησε την κατάβαση της, αλλά και του μέρους εκείνου που εκφεύγει της περιορισμένης απαίτησής της για γενικές αποζημιώσεις, που για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή σχετικού ευρήματος ή συμπεράσματος, γίνεται δεκτή. ΜΕ2 Η ΜΕ2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμιά, απολύτως, αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο ανέφερε όλη την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που ήρθαν στη γνώση της. Ήταν σταθερή στις θέσεις που προώθησε και δεν δίστασε να προωθήσει ισχυρισμούς εναντίον των συμφερόντων της πλευράς που την κάλεσε. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και σαφήνεια, ο δε τρόπος με τον οποίο προωθούσε τους ισχυρισμούς της ήταν ανεπιτήδευτος. Τη μαρτυρία της την αποδέχομαι στο σύνολο της. ΜE3 Και η ΜΕ3 μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω, επίσης, καμία αμφιβολία ότι και αυτή είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία ήρθαν στη γνώση της. Και αυτή η μάρτυρας προώθησε σαφής και ανεπιτήδευτους ισχυρισμούς, το δε περιεχόμενο της έκθεσης που ετοίμασε (Τεκμήριο 1), αποτέλεσε τη βάση και των δύο πλευρών για τα διάφορα επιχειρήματα τους. Πρόκειται, ως σημειώθηκε κατά την παράθεση της μαρτυρίας της, για τη λειτουργό η οποία διερεύνησε το επίδικο ατύχημα της Ενάγουσας και δη πρόσωπο το οποίο ευκόλως μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανεξάρτητο. Τη μαρτυρία της ΜΕ3 την αποδέχομαι στο σύνολο της και θεωρώ ότι μέσω της, στο βαθμό που τούτη αφορούσε έκφραση γνώμης ως ειδικός στις διερευνήσεις εργατικών ατυχημάτων, δόθηκαν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα, λεπτομέρειες και κριτήρια, ώστε να μπορεί επ' αυτών να σχηματίσει δική του ανεξάρτητη γνώμη. ΜΕ4 Η ΜΕ4, μου έκανε, επίσης, καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της παρά της ικανότατης αντεξέτασης, στην οποία την υπέβαλε η συνήγορος Υπεράσπισης. Στην ουσία, η βασική διαφωνία του Εναγόμενου με τα όσα η ΜΕ 4 ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, εστιάζεται, πρώτο, στο κατά πόσο η έκθεση της ‑ Τεκμήριο 30, μπορεί να τύχει οποιασδήποτε χρήσης από το Δικαστήριο για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων μιας και πρόκειται για εκτίμηση κινδύνου του συγκεκριμένου κλιμακοστασίου στη βάση της κατάσταση του τον Νοέμβριο του 2017, δεύτερο, στο ότι πρόκειται για εντελώς γενική εκτίμηση κινδύνου χωρίς αναφορά και συνυπολογισμό των ήδη ληφθέντων από το Τμήμα Αναδασμού μέτρων ασφάλειας και τρίτο, το λάθος, κατά την εισήγηση του Εναγόμενου, της ΜΕ4 να συνυπολογίσει τις πρόνοιες της Κ.Δ.Π 267/2001 κατά την ετοιμασία της εκτίμησής της, οι οποίες αφορούν σε ζητήματα άλλα από τα επίδικα της παρούσας αγωγής. Με εξαίρεση το ζήτημα που άπτεται της εφαρμογής ή μη των προνοιών της Κ.Δ.Π 267/2001, για το οποίο η ΜΕ4 εξέφρασε ξεκάθαρη γνώμη περί σχετικότητας των προνοιών της με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, θέμα στο οποίο θα επανέλθω κατωτέρω, ως προς τις λοιπές διαφορές των μερών, η ΜΕ4 δεν προώθησε οποιεσδήποτε αντίθετες θέσεις με αυτές που προβάλλει και ο Εναγόμενος. Ξεκαθάρισε, με σαφέστατο τρόπο, ότι οι οδηγίες που έλαβε από την Ενάγουσα δεν ήταν να διερευνήσει εκ νέου το ατύχημα της, ούτε και να αποφανθεί ως προς την καταλληλότητα του κλιμακοστασίου ή την αιτία πτώσης της ή την όποια ευθύνη του εργοδότη της. Οι οδηγίες ήταν να προβεί σε εκτίμηση κινδύνου της χρήσης του συγκεκριμένου κλιμακοστασίου στη βάση της εικόνας που η ίδια θα αποκόμιζε κατά τη επίσκεψή της στο χώρο και τίποτα άλλο. Ως δε ανέφερε, είναι γι' αυτόν τον λόγο που στην εκτίμηση της αναφέρεται σε σωρεία κινδύνων οι οποίοι δεν σχετίζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή. Ως ισχυρίστηκε, με πειστικότατο τρόπο, η ίδια γνώριζε ελάχιστα, στη βάση των όσων της ανέφερε η Ενάγουσα, αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Κατά την αντεξέταση της, αν και επέμεινε στη θέση της ότι η διακίνηση φορτίου μέσω κλιμακοστασίου, πόσο μάλλον όταν τούτο είναι κυκλικό, αφορά σε ενέργεια για την οποία ο εργοδότης οφείλει να προβεί σε εκτίμηση κινδύνου, αποδέχθηκε ότι, η χρήση κλιμακοστασίου από πρόσωπο το οποίο την ίδια στιγμή μεταφέρει φορτίο αποτελεί μια καθημερινή δραστηριότητα, η οποία υπό συγκεκριμένες περιστάσεις θα μπορούσε να κριθεί ως μη επικίνδυνη, υποδεικνύοντας ότι σχετικοί παράγοντες είναι, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του φορτίου που μεταφέρεται, το ολισθηρό ή μη του δαπέδου των σκαλοπατιών, το πόσο προσεκτικό είναι το πρόσωπο που προβαίνει στη χρήση, το αν χρησιμοποιεί τους χειρολισθήρες κ.ο.κ.. Σε ερώτηση της συνηγόρου του Εναγόμενου ως προς το κατά πόσο η κατάβαση της Ενάγουσας μέσω του συγκεκριμένου κλιμακοστασίου, καθ΄ ον χρόνο, υπό μάλης, μεταφέρει φακέλους βάρους δυόμιση περίπου κιλών και ύψους περίπου τριών εκατοστών, κρατώντας συνάμα, με το έτερο χέρι, το χειρολισθήρα, αποτελεί μια καθημερινή δραστηριότητα που μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επικίνδυνη, απάντησε «πάλι εξαρτάται από τις συνθήκες οπότε δεν μπορώ να πω», υποδεικνύοντας, έτσι, ότι η επικινδυνότητα ή μη της χρήσης κλιμακοστασίου από πρόσωπο που μεταφέρει φορτίο, εξαρτάται από διάφορους μεταβλητούς παράγοντες, συναρτώντας έτσι την ανάγκη σχετικής εκτίμησης κινδύνου με τη ακριβή χρήση του κλιμακοστασίου, περιλαμβανομένου και του όγκου και βάρους του μεταφερόμενου φορτίου. Αναφορικά τώρα με τη θέση της ότι οι πρόνοιες της Κ.Δ.Π 267/2011 τυγχάνουν εφαρμογής στα επίδικα γεγονότα της παρούσας αγωγής, με κάθε σεβασμό, τούτη δεν με βρίσκει σύμφωνο. Σε συμφωνία με τη σχετική θέση της ΜΥ1, η αξιολόγηση της μαρτυρίας της οποίας θα ακολουθήσει, το λεκτικό της υπό συζήτηση Κ.Δ.Π (βλέπε την ερμηνεία της φράσης «Χειρωνακτική Διακίνηση Φορτίων» ‑ άρθρο 2 του νόμου, αλλά και τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1), άρθρου 4Β σε συνδυασμό με τον ΠΡΩΤΟ ΠΙΝΑΚΑ, άρθρου 5Α και Β και άρθρου 6 σε συνδυασμό με τον ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΙΝΑΚΑ), οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι οι πρόνοιες της εφαρμόζονται εκεί που η χειρωνακτική διακίνηση φορτίων παρουσιάζει κινδύνους ιδίως για τη ράχη και την οσφυϊκή χώρα των εργοδοτουμένων λόγω προφανώς του βάρους και του τύπου του φορτίου και αυτής τούτης της χειρωνακτικής διακίνησης του, και όχι στις περιπτώσεις που η μεταφορά φορτίου για λόγους άλλους από το βάρος του ή το είδος του ενδεχομένως να συμβάλει σε πτώση από κλιμακοστάσιο, περίπτωση για την οποία εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες της Κ.Δ.Π. 174/2002 και δη των Περί Ελαχίστων Προδιαγραφών Ασφάλειας και Υγείας στους Χώρους Εργασίας Κανονισμών, οι οποίες προβλέπουν ειδικά, μεταξύ άλλων, για την ασφαλή χρήση κλιμακοστασίων με ειδικές πρόνοιες για το ανθεκτικό της κατασκευής, τη συντήρηση κλιμακοστάσιων και τα απαραίτητα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για σκοπούς ασφαλούς χρήσης του (ειδικότερα ο Κανονισμός 12). Είμαι της γνώμης ότι, οι πρόνοιες της Κ.Δ.Π. 267/2001 θα τύγχαναν εφαρμογής στη υπό εξέταση περίπτωση αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι η πτώση της Ενάγουσας οφειλόταν στη διακίνηση των φακέλων, η οποία διακίνηση, ως εκ των συνθηκών που την περιβάλλουν (περιλαμβανομένου του βάρους και τύπου του φορτίου) ελλόχευε κινδύνους για τη ράχη και την οσφυϊκή χώρα της Ενάγουσας, γεγονός που συνέβαλε στη πτώση της. Ωστόσο, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από πλευράς της Ενάγουσας (περιλαμβανομένης και της απορριφθείσας) που να θέλει τη επίδικη διακίνηση των υπηρεσιακών φακέλων να ελλοχεύει τέτοιους κινδύνους και κατά συνέπεια οι πρόνοιες της υπό συζήτηση Κ.Δ.Π. δεν κρίνονται σχετικές με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Τέλος, (α) στο μέρος της μαρτυρία της ΜΕ4 που αφορά στη εικόνα του κλιμακοστασίου κατά το 2017, όπως λ.γ. φθορές επί των σκαλοπατιών ή χαρακτηρισμός του δαπέδου τους ως ολισθηρό κ.ο.κ., αλλά και (β) στο μέρος της εκείνο που θέλει το κίνδυνο πτώσης της Ενάγουσας να εξαλείφεται αν προηγείτο τούτης (της πτώσης) εκτίμηση κινδύνου για μεταφορά φορτίου επί κλιμακοστασίου, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Και τούτο για τους ακόλουθους λόγους: το (α), ανωτέρω, μέρος της μαρτυρίας της Ενάγουσας, γιατί ανάγεται σε πολύ μεταγενέστερο του ουσιώδους για τη παρούσα αγωγή χρόνου, και στη βάση δηλώσεων του συνηγόρου της, τούτη (η Ενάγουσα) δεν αμφισβητεί την καταλληλότητα του δαπέδου των σκαλοπατιών, και το (β), ανωτέρω, μέρος γιατί, ως σημειώθηκε ανωτέρω στη βάση άλλων θέσεων της ΜΕ4, η ανάγκη εκτίμησης κινδύνου για τη συγκεκριμένη πράξη εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων και ο όγκος και το βάρος του μεταφερόμενου φορτίου, παράγοντες, οι οποίοι στην παρούσα υπόθεση, στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, παρέμειναν άγνωστοι, αλλά και γιατί, και πάλι στη βάση άλλης θέσης της ΜΕ4, η απροσεξία της Ενάγουσας δυνατό να αποτελεί τη μόνη αιτία για τη πτώση της. Η μαρτυρία της ΜΕ 4, εξαιρουμένων των θέσεών της που για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω δεν την αποδέχομαι ή δεν μπορώ να της προσδώσω βαρύτητα, γίνεται δεκτή. Κρίνω επίσης ότι, με τη μαρτυρία της έδωσε στο Δικαστήριο όλα τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, λεπτομέρειες και εχέγγυα ώστε να μπορεί να προβεί στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα ή συμπεράσματα επί των επιδίκων ζητημάτων. ΜΥ1 Η ΜΥ1 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Οι θέσεις που προώθησε ήταν σαφείς, εμπεριστατωμένες και πλήρως σχετικές με τα επίδικα ζητήματα. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και ευκρίνεια. Ήταν πλήρως κατατοπιστική και με τη μαρτυρία της εφοδίασε το Δικαστήριο με εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, εχέγγυα και επιστημονικά κριτήρια που επιτρέπουν την ανεξάρτητη κατάληξη του επί των επιδίκων ζητημάτων. Ως σημειώθηκε ανωτέρω κατά στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΕ4, η ΜΥ1 υπέδειξε τις ρητές αναφορές των προνοιών της Κ.Δ.Π. 267/2001 που θέλουν τούτες να τυγχάνουν εφαρμογής εκεί που αυτή τούτη η διακίνηση ενός φορτίου ενέχει (προφανώς, μεταξύ άλλων και λόγω βάρους και τύπου του φορτίου) κινδύνους για μυοσκελετικές παθήσεις και όχι σε κάθε περίπτωση διακίνησης φορτίου. Υπέδειξε, συναφώς, ότι, στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες της Κ.Δ.Π. 174/2002, οι οποίες προβλέπουν ειδικά για ζητήματα που άπτονται των κλιμακοστασίων, προνοώντας και για ειδικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για σκοπούς ασφαλούς χρήσης τους. Τη μαρτυρία της την αποδέχομαι στο σύνολό της. ΜΥ2 Ο ΜΥ2, επίσης, μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο ανέφερε την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που ήλθαν εις γνώση του και σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. Και αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και ευκρίνεια, ο δε τρόπος που κατέθετε, από ανεπιτηδειότητα. Ως τέτοιο, και δη ως μάρτυρας της αλήθειας, τον αντιμετώπισε και ο συνήγορος της Ενάγουσας, ο οποίος, μέσω του, προσπάθησε, από τη μια, να επιβεβαιώσει ότι οι λειτουργοί του Τμήματος Αναδασμού στα πλαίσια των καθηκόντων τους μετέφεραν προσωπικούς φακέλους προς τους προϊσταμένους τους, και από την άλλη, να τεθεί εν αμφιβόλω το κατά πόσο κατά την ημέρα πτώσης της Ενάγουσας τούτη μετέφερε μόνο τους φακέλους τεκμήριο 35 ή περισσότερους. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στην ολότητά της. Τελικά Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, πέραν των ευρημάτων στα οποία προέβηκα στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης επί των παραδεκτών γεγονότων, προβαίνω και στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η Ενάγουσα, ούσα λειτουργός στο Τμήμα Αναδασμού με καθήκοντα, μεταξύ άλλων, ετοιμασίας του προϋπολογισμού του Τμήματος για το έτος 2009, συνεργαζόταν και λάμβανε συμβουλές και καθοδήγηση από το ΜΥ2, ο οποίος ήταν προϊστάμενος στο συγκεκριμένο τμήμα. Το γραφείο του ΜΥ2 βρισκόταν στο δεύτερο όροφο του κτηρίου 129, ενώ το γραφείο της Ενάγουσας στον πρώτο όροφο του κτηρίου
  1. Όλοι οι λειτουργοί του Τμήματος, οι οποίοι ήταν περίπου 40, εξυπηρετούντο, για σκοπούς μεταφοράς των φακέλων τους και άλλων συναφών θεμάτων, από ένα και μόνο κλητήρα, ο οποίος, καθημερινά, εκτελούσε και μεταφορές εκτός του τμήματος, όπως προς ταχυδρομεία, Υπουργεία και άλλα τμήματα. Η απουσία του κλητήρα και/ή καλύτερα, η αδυναμία του, συνεπεία του φόρτου εργασίας του, να ικανοποιήσει τις ανάγκες όλων των λειτουργών του τμήματος, οδήγησε στην πρακτική, και τούτο στη βάση της ανάγκης της γρήγορης διεκπεραίωσης των καθηκόντων των λειτουργών, μεταφοράς των προσωπικών τους φακέλων από τους ίδιους τους λειτουργούς, από και προς τα γραφεία τους. Την 1.12.2008, η Ενάγουσα, έχοντας προγραμματισμένη συνάντηση με το ΜΥ2 στο γραφείο του τελευταίου, και έχοντας προηγουμένως αναζητήσει τον κλητήρα χωρίς τούτος να ανευρεθεί, ακολούθησε τη μόλις πιο πάνω αναφερόμενη πρακτική, και δη έφερε εις χείρας φακέλους σχετιζόμενους με τον προϋπολογισμό του έτους 2009 και κατευθύνθηκε από το γραφείο της προς το γραφείο του ΜΥ
  2. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι παρέμεινε άγνωστος ο αριθμός, ο όγκος, το βάρος και η σταθερότητα των φακέλων που μετέφερε η Ενάγουσα τη συγκεκριμένη ημέρα, χωρίς να αποκλείεται (χωρίς, ωστόσο, επί τούτου να μπορώ να προβώ σε ασφαλές εύρημα) τούτοι (οι μεταφερόμενοι φάκελοι) να περιορίζονται στους δύο φακέλους, τεκμήριο 35, στη βάση, αφενός της αναφοράς της Ενάγουσας ότι η επίσκεψη της στο γραφείο του ΜΥ2 αφορούσε αποκλειστικά ζητήματα προϋπολογισμού για το έτος 2009 και αφετέρου, τη θέση του ΜΥ2 ότι, το τεκμήριο 35 αφορούσε στους φακέλους του προϋπολογισμού για το έτος
  3. Επανερχόμενος στη ροή των γεγονότων εκείνης της ημέρας, αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα, από συγκεκριμένη πόρτα που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του κτηρίου 131 εξήλθε και βρέθηκε επί της ταράτσας ενδιάμεσου κτιρίου, περπάτησε επ' αυτής, και από άλλη πόρτα στο ύψος του πρώτου ορόφου του κτηρίου 129, στο οποίο στεγαζόταν το γραφείο του ΜΥ2, εισήλθε σε αυτό. Παρεμβάλλω, και πάλιν, στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, στη βάση της αναντίλεκτης ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, η πορεία που ακολούθησε η Ενάγουσα για να μεταβεί από το κτήριο 131 στο κτήριο 129 αποτελούσε τη συνήθη πορεία που ακολουθούσαν όλοι οι λειτουργοί που βρίσκονταν στον πρώτο ή στο δεύτερο όροφο των κτηρίων του Τμήματος Αναδασμού, για να μεταβούν από το ένα κτήριο στο άλλο, και τούτο, και πάλιν, ως θέμα πρακτικής που επικρατούσε για χρόνια. Όταν εισήλθε στο κτήριο 129, μέσω του κλιμακοστασίου, ανέβηκε στο δεύτερο όροφο και κατευθύνθηκε στο γραφείο του προϊσταμένου της, έχοντας, συνεχώς, στην κατοχή της τους φακέλους που μετέφερε. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, το κλιμακοστάσιο σε κάποιο σημείο του μετά τα πρώτα σκαλοπάτια του (τα οποία έχουν ορθογώνιο σχήμα) γίνεται κυκλικό, και τα σκαλοπάτια του κυκλικού τμήματος έχουν τριγωνικό σχήμα (υπό την έννοια ότι η εσωτερική τους πλευρά είναι στενή, ενώ η εξωτερική τους πλευρά είναι πλατιά). Μετά, ακολούθησε συνάντησή της Ενάγουσας με τον ΜΥ2 αναφορικά με τον προϋπολογισμό του τμήματος για το έτος 2009 και μετά το πέρας της συνάντησης, η Ενάγουσα ακολούθησε αντίστροφη πορεία με σκοπό να μεταβεί στο γραφείο της, στο κτήριο
  4. Κατά την κατάβασή της στο κλιμακοστάσιο του κτιρίου 129, 5 - 6 σκαλοπάτια πριν τη βάση του στον πρώτο όροφο, η Ενάγουσα έχασε την ισορροπία της και κατρακύλησε στη βάση του κλιμακοστασίου. Παρεμβάλω, στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι, παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο η αιτία πτώσης της Ενάγουσας. Πέραν της αιτίας πτώσης της Ενάγουσας, άγνωστος παρέμεινε και ο τρόπος με τον οποίο τούτη κρατούσε τους φακέλους κατά την κατάβαση της, καθώς επίσης και αν οι φάκελοι, για οποιοδήποτε λόγο, επέδρασαν αρνητικά στη δυνατότητα ισορροπίας της κατά τη χρήση του κλιμακοστασίου. Άγνωστο παρέμεινε και το κατά πόσο, το βάρος και ο όγκος των μεταφερόμενων φακέλων ήταν τέτοια που η διακίνηση τους, και μόνο, ενείχε κίνδυνο για μυοσκελετικές παθήσεις της Ενάγουσας. Όσον, όμως, αφορά στη κατάσταση του κλιμακοστασίου, τα σκαλοπάτια του είχαν ύψος 17 εκ. περίπου, και δη εντός των νενομισμένων προδιαγραφών, το δάπεδό τους ήταν κατασκευασμένο από μωσαϊκό, και δη μη ολισθηρό υλικό, και στις δύο πλευρές του υπήρχαν χειρολισθήρες και τούτο καλυπτόταν από επαρκή φωτισμό. Επίσης, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε φθορές επί του δαπέδου των σκαλοπατιών του κλιμακοστασίου που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αιτία πτώσης προσώπου που προβαίνει σε χρήση του. Ως αποτέλεσμα της πτώσης της, η Ενάγουσα υπέστη τραυματισμό, πόνο και ταλαιπωρία ως τούτος προσδιορίζεται από το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών, αλλά και των γραπτών διαγνώσεων, τεκμήρια 5, 6, 9, 10, 33(α) και 33(β). Επίσης, η Ενάγουσα, στα πλαίσια ανάρρωσής της απουσίαζε από την εργασία της με άδεια ασθενείας για ένα διάστημα δύο μηνών. Ως αποτέλεσμα δε του επίδικου τραυματισμού της, η Ενάγουσα αδυνατεί πλέον να ασχολείται με το χορό, ενασχόληση στην οποία προέβαινε για οκτώ συνεχή χρόνια προ του τραυματισμού της. Για κάποιες δε ανάγκες της, όπως την περιποίηση του κήπου της οικίας της, ζητά πλέον βοήθεια από τρίτα, συγγενικά, κυρίως, πρόσωπα, λόγω οικονομικής αδυναμίας της να εργοδοτήσει επαγγελματία για να επιληφθεί των συγκεκριμένων αναγκών της. Στα πλαίσια ιατρικών εξετάσεων και/ή διαγνώσεων στις οποίες υπεβλήθη η Ενάγουσα, τούτη κατέβαλε το συνολικό ποσό των €1.613,00 ως τούτο προκύπτει από την πρόσθεση των σχετικών δαπανών της στη βάση του περιεχομένου των τεκμηρίων 14, 15, 16, 18, 19 και 21, το οποίο περιεχόμενο εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Αποτελεί, επίσης, εύρημα του Δικαστηρίου ότι, ποτέ πριν το επίδικο ατύχημα της Ενάγουσας δεν ετοιμάστηκε από τους προϊστάμενους του Τμήματος Αναδασμού γραπτή εκτίμηση κινδύνου για διακίνηση φακέλων από τους λειτουργούς του, ούτε και δόθηκαν ποτέ οδηγίες για τον τρόπο που πρέπει να γίνεται μια τέτοια διακίνηση. Υπαγωγή ευρημάτων στο νομικό πλαίσιο Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, και με γνώμονα τη νομική πτυχή που διέπει τα γεγονότα της παρούσας αγωγής, είναι χωρίς καμιά δυσκολία που καταλήγω ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η αδυναμία του Δικαστηρίου να καταλήξει σε εύρημα ή έστω συμπέρασμα ως προς την αιτία πτώσης της Ενάγουσας, μονοδρομικά οδηγεί σε αυτό το αποτέλεσμα. Για να ήταν δυνατή η επώμιση ευθύνης στον Εναγόμενο για την πτώση της Ενάγουσας και τον επακόλουθο τραυματισμό της, θα έπρεπε, η τελευταία, να παρουσιάσει μαρτυρία με την οποία να συνδέσει τη πτώση της η οποία επέφερε τα επίδικα τραύματά της, με την όποια ισχυριζόμενη αμέλεια ή/και παράβαση νομικού καθήκοντος από πλευράς του Εναγόμενου. Ωστόσο, η Ενάγουσα δεν παρουσίασε μαρτυρία διαφωτιστική του ζητουμένου. Στη βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, παρέμειναν άγνωστες οι συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε η πτώση της Ενάγουσας. Σημειώνω, εκ του περισσού, ότι, και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή οποιαδήποτε εκ των δύο σχετικών εκδοχών της Ενάγουσας, και πάλι το αποτέλεσμα θα ήταν ίδιο, μιας και καμιά εκ των εκδοχών της δεν αποκαλύπτει την αιτία της πτώσης της. Επρόκειτο περί μαρτυρίας η οποία ήθελε την Ενάγουσα να γλιστρά, να χάνει την ισορροπία της, και να πέφτει από το 5ο με 6ο σκαλοπάτι του κλιμακοστασίου, προς τα κάτω, χωρίς να αποκαλύπτεται, η αιτία που προκάλεσε το γλίστρημα, τη στιγμή που η κατάσταση του κλιμακοστασίου (κατά τον ουσιώδη χρόνο) δεν δικαιολογεί, από μόνη της, πτώση. Φυσικά οι μόλις πιο πάνω αναφορές του Δικαστηρίου γίνονται εντελώς παρεμφερώς μιας και η όλη σχετική με το ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες επήλθε η πτώση της Ενάγουσας, μαρτυρία της, έχει απορριφθεί. Κατά τη γνώμη μου, το ζητούμενο δεν είναι αν εκ της φύσεως της πράξης της Ενάγουσας (στην προκειμένη περίπτωση της διακίνησης φακέλων μέσω κλιμακοστασίου), ελλόχευε κίνδυνος πτώσης της και κατά συνέπεια τραυματισμού της, ερώτημα το οποίο, στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεχτής μαρτυρίας, δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, δυνατό να απαντηθεί, (οι συνθήκες υπό τις οποίες κατέβαινε η Ενάγουσα τα σκαλοπάτια του κλιμακοστασίου - περιλαμβανομένων του όγκου, βάρους, αριθμού και σταθερότητας των μεταφερόμενων φακέλων, αλλά και του τρόπου με τον οποίο τους μετέφερε -, παρέμειναν άγνωστες), αλλά αν η πτώση, που επέφερε και τον τραυματισμό της, οφειλόταν σε μία, έστω, εκ των αιτιών που τυχόν θα καθιστούσαν την πράξη επικίνδυνη, ώστε να μεταφέρεται η ευθύνη στον Εναγόμενο (λόγω ενδεχόμενης αμέλειας ή λόγω της ιδιότητας του ως εργοδότης ή λόγω της ιδιότητας του ως κάτοχος του χώρου) ή αν οφειλόταν σε άλλη αιτία, για την οποία να μην είναι δυνατό να προσδοθεί σε αυτόν ευθύνη. Ως σημειώθηκε και ανωτέρω, η μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα, δεν επαρκεί, έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, για ασφαλή κατάληξη ως προς την αιτία πτώσης της, αλλά και γενικότερα ως προς τις συνθήκες κατάβασής της από το κλιμακοστάσιο, με αποτέλεσμα η επί του ζητουμένου δικαστική κρίση να είναι αδύνατη. Η δε απόφαση του Δικαστηρίου να μην αποδεχτεί τη σχετική με τις συνθήκες πτώσης της Ενάγουσας, μαρτυρία της, καθιστά και αδύνατο τον έλεγχο, ως προς το κατά πόσο οι περιστάσεις υπό τις οποίες ενεργούσε η Ενάγουσα, ήταν τέτοιες που καθιστούσαν αναγκαία την εκτίμηση κινδύνου από πλευράς του εργοδότη της. Ως προκύπτει από το λεκτικό της Κ.Δ.Π. 173/2002[5], η διακίνηση φορτίων μέσω κλιμακοστασίου, ως πράξη, δεν καθιστά, άνευ άλλου, αναγκαία την από πλευράς του εργοδότη εκτίμηση κινδύνου. Πρέπει τη διακίνηση να την περιβάλλουν συγκεκριμένες περιστάσεις, που την καθιστούν επικίνδυνη ώστε να επωμίζεται πλέον ευθύνη στον εργοδότη να προβεί σε εκτίμηση κινδύνου. Στη βάση του δεδομένου ότι παρέμειναν άγνωστες στο Δικαστήριο (α) οι συνθήκες, υπό τις οποίες η Ενάγουσα κατέβαινε τα σκαλοπάτια του κλιμακοστασίου, (β) ο όγκος και το βάρος, ο αριθμός και η σταθερότητα των φακέλων που μεταφέρονταν, (γ) ο τρόπος με τον οποίο η Ενάγουσα μετέφερε τούτους και (δ) η αιτία η οποία προκάλεσε το γλίστρημα και εν τέλει τη πτώση της Ενάγουσας, είναι αδύνατη η κρίση ως προς το κατά πόσο η επίδικη διακίνηση των φακέλων από την Ενάγουσα, έγινε υπό συνθήκες που υπαγόρευαν στο εργοδότη την ετοιμασία εκτίμησης κινδύνων, ώστε, να εξεταστεί το κατά πόσο η, κατά τα άλλα αναμφίβολη μη εκτίμηση τέτοιων κινδύνων από πλευράς του, δικαιολογεί και δικαστική κρίση περί παράβασης των νομικών καθηκόντων του. Εν πάση περιπτώσει, και να ήταν δυνατή η δικαστική κρίση περί παράβασης, από πλευράς του εργοδότη της Ενάγουσας, του υπό συζήτηση νομικού καθήκοντός του, και πάλι δεν θα ήταν δυνατή η επιτυχής κατάληξη της παρούσας αγωγής, μιας και παρέμεινε άγνωστο, το κατά πόσο η μη εκτίμηση του υπό συζήτηση κινδύνου, έχει οποιανδήποτε αιτιώδη συνάφεια, με την πτώση της και εν τέλει τον τραυματισμό της. Εν ολίγοις, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τι ήταν εκείνο που θα έπρεπε ο Εναγόμενος να πράξει ή που παρέλειψε να πράξει, και συνεπεία τούτου, προκλήθηκε ο τραυματισμός της. (Golfar v. & Coggins Griffith (liverpool) Ltd) (ανωτέρω)). Κατά συνέπεια, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και ως εκ τούτου, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα της αγωγής. (Υπ.).......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Τα δύο κτήρια βρίσκονται στη Λεωφόρο Προδρόμου 129 και 131 [2] Με το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 11.01.2017 προστέθηκαν ισχυρισμοί που θέλουν τις, σχετικές με την επίδικη πτώσης της, σωματικές βλάβες της Ενάγουσας περισσότερες και πιο επώδυνες από ότι περιγράφονταν στην αρχική Έκθεση Απαίτησης. [3] Υπογράμμιση δική μου. [4] Σελ. 22, τελευταία παράγραφος. [5] Στη ερμηνεία του όρου «εκτίμηση» γίνεται αναφορά σε εκτίμηση που γίνεται «όπου τούτο είναι αναγκαίο», και στον Κανονισμό 4
(1), «η φύση των δραστηριοτήτων του υποστατικού, της επιχείρησης ή/και της εγκατάστασής του» εργοδότη αποτελούν την βάση για την όποια ευθύνη του για εκτίμηση κινδύνου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.