Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχαηλίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 2975/17, 21/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A150 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2975/17 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα -και-
- xxx Μιχαηλίδης
- xxx Κωνσταντίνου σύζυγος του xxx Μιχαηλίδη. Εναγόμενοι Ημερομηνία: 21 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: κα Χ" Ιωάννου. Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση: κα Στυλιανού. Ενδιάμεση Απόφαση Η αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 26.7.2017 και επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 (στο εξής «οι Εναγόμενοι») στις 7.8.2017, η Ενάγουσα τράπεζα (στο εξής «η Ενάγουσα») επιζητούσε την έκδοση απόφασης εναντίον των πρώτων για το ποσό των €31.687,93 πλέον τόκους, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, καθώς επίσης και την έκδοση διαταγμάτων εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, τα οποία υποθηκεύτηκαν για σκοπούς εξασφάλισης τραπεζικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στον Εναγόμενο 1 (στο εξής «ο Εναγόμενος»), υπό την εγγύηση της Εναγόμενης 2 (στο εξής «η Εναγόμενη»). Η ερήμην εκδοθείσα απόφαση Στις 13.10.2017, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως της Ενάγουσας (ημερομηνίας 19.9.2017) για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι οι Εναγόμενοι, παρά το ότι τους επιδόθηκε η αγωγή, δεν καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης, στη βάση ενόρκου δηλώσεως που ετοίμασε ο xxx Κουντούρης εκ μέρους της Ενάγουσας (λειτουργός της), εξέδωσε εναντίον των Εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, απόφαση ως η απαίτηση. Αντίδραση των Εναγομένων Στις 8.6.2018, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν δύο αιτήσεις (μια μονομερή και μια διά κλήσεως), με τις οποίες επιδίωκαν, αφενός την αναστολή της εκτέλεσης της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης έως ότου εξεταστεί αν πρέπει τούτη να παραμεριστεί (η μονομερής), και αφετέρου τον παραμερισμό της (η διά κλήσεως). Το Δικαστήριο κατόπιν ακρόασης, εξέδωσε στις 11.9.2018 ενδιάμεση απόφαση με την οποία απέρριψε την πιο πάνω αναφερόμενη μονομερή αίτηση των Εναγομένων. Νέα αντίδραση των Εναγομένων Μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.9.2018, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν νέα, διά κλήσεως, αίτηση, με την οποία επιζητούσαν την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης τους για παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης. Το Δικαστήριο, κατόπιν ακρόασης της νέα αυτής αίτησης, εξέδωσε στις 7.12.2018 ενδιάμεση απόφαση με την οποία επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από πλευράς των Εναγομένων. Η επίδικη αίτηση Η επίδικη αίτηση, ως σημειώθηκε ήδη, αφορά στη μόνη, πλέον, εκκρεμούσα, αίτηση, και δη αυτήν με την οποία οι Εναγόμενοι επιδιώκουν τον παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης. Τούτη βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στην Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ5 και 15, Δ.39, Δ.48 ΘΘ1‑9, Δ.57, Δ.63 και Δ.
- Επίσης, στα άρθρα 1 μέχρι 11 και 14 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1, στα Άρθρα 2, 9, 11 και 12 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι διατάξεις) Νόμος Ν.33/1964, στα Άρθρα 1‑3, 21, 22, 29 και 30 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960και επί των γενικών συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Την επίδικη αίτηση υποστηρίζουν δύο ένορκες δηλώσεις, αμφότερες ετοιμασθείσες από τον Εναγόμενο. Πρόκειται για την ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 8.6.2018 που εξ αρχής συνοδεύει την επίδικη αίτηση, αλλά και τη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση, ημερομηνίας 17.12.2018, η οποία κατατέθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Συνδυασμός του περιεχομένου των δύο αυτών ενόρκων δηλώσεων, καθώς επίσης και των διαφόρων τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές, θέλουν τους Εναγόμενους να παραλείπουν να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή στη βάση πλάνης υπό την οποία τελούσαν και την οποία δυστυχώς μετέφεραν και στους τότε συνήγορους τους προς τους οποίους παρέδωσαν το Κλητήριο Ένταλμα της, ότι, τούτη (η παρούσα αγωγή) αφορούσε σε αγωγή, η οποία τους επιδόθηκε ήδη και για την οποία ήδη καταχωρήθηκε σχετικό Σημείωμα Εμφάνισης. Εκείνο που προβάλλουν για την πλάνη αυτή, είναι ότι, το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα επιδόθηκε στους Εναγόμενους αριθμός αγωγών, όλες καταχωρηθείσες από την Ενάγουσα και όλες αφορώσες σε τραπεζικές διευκολύνσεις που παρείχε στους Εναγόμενους. Προς επίρρωση δε της θέσης τους ότι ποτέ δεν είχαν σκοπό να μην καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης και να μην υπερασπιστούν την παρούσα αγωγή, υποδεικνύουν ότι για τις λοιπές αγωγές, οι οποίες φέρουν αριθμούς παραπλήσιους της παρούσας αγωγής (2972/17, 2973/17 και 2974/17), καταχώρησαν Σημειώματα Εμφάνισης καθώς επίσης και Υπερασπίσεις, τα οποία και επισυνάπτουν στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση ως τεκμήρια. Οι Εναγόμενοι, ως ισχυρίζονται, περί της εκδοθείσας εναντίον τους απόφασης στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, ενημερώθηκαν, για πρώτη φορά, περί τον Μάρτιο του 2018 όταν και ο επιδότης xxx ειδοποίησε τον Εναγόμενο ότι είχε εις χείρας του Ένταλμα Κινητών για εκτέλεση εναντίον αμφοτέρων των Εναγομένων. Στη βάση της πληροφόρησης αυτής, οι Εναγόμενοι έδωσαν οδηγίες στους συνήγορους τους, οι οποίοι προέβησαν σε έρευνα στον φάκελο της αγωγής όπου και διαπιστώθηκε ότι εναντίον τους εξεδόθη η απόφαση, τον παραμερισμό της οποίας επιζητούν με την επίδικη αίτηση. Ακολούθως, ο Εναγόμενος επισκέφθηκε τη δικηγορική εταιρεία προς την οποία είχε παραδώσει το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής (άλλη δικηγορική εταιρεία από αυτή που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους στην παρούσα διαδικασία), και εκεί αντελήφθη ότι δεν καταχωρήθηκε το Σημείωμα Εμφάνισης στη βάση του ότι, οι εν λόγω δικηγόροι πλανήθηκαν από τη πεποίθηση των Εναγομένων (η οποία τους μετεφέρθη από τον Εναγόμενο κατά την παράδοση του Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής), ότι τούτη αφορούσε σε αγωγή για την οποία είχε ήδη καταχωρηθεί Σημείωμα Εμφάνισης. Οι Εναγόμενοι, στη βάση πάντα του περιεχομένου των δύο ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση, ισχυρίζονται ότι τα παράπονα τους εναντίον των Εναγόντων, σε σχέση, μεταξύ άλλων, και τις τραπεζικές διευκολύνσεις που αφορούν την παρούσα αγωγή, τα εξέφρασαν προ πολλού και δη μέσω της καταχώρησης της αγωγής 2751/2014 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στα πλαίσια της οποίας τούτοι, μεταξύ άλλων, απαιτούν και την ακύρωση των επίδικων της παρούσας αγωγής συμφωνιών δανείου και/ή συμψηφισμό των όποιων υπόλοιπων τους με χρήματα που οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι δικαιούνται υπό μορφή αποζημιώσεων από την Ενάγουσα. Προς τούτο δε, ως Τεκμήριο σε ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, επισυνάπτουν αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος της εν λόγω αγωγής. Οι Εναγόμενοι, ισχυρίζονται, ακόμα, ότι κατά τον χρόνο που ήλθε στη γνώση τους η έκδοση της εναντίον τους απόφασης στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις με τους συνήγορους τους ώστε να προωθηθεί αίτηση για τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής 2751/2014, γεγονός το οποίο συνέδραμε στο να παρατηρηθεί κάποιας μορφής καθυστέρηση στην προώθηση της επίδικης αίτησης, η οποία, εν τελεί, καταχωρήθηκε στις 8.6.
- Αναφορικά τώρα με το κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν ή όχι εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση στα όσα αποδίδονται σε αυτούς με την παρούσα αγωγή, μέσω των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση, αλλά και των διαφόρων τεκμηρίων που επισυνάπτουν σε αυτές, προβάλλουν ότι η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι αν αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία και παραμεριστεί η εναντίον τους εκδοθείσα απόφαση και τους δοθεί, έτσι, η ευκαιρία να καταχωρήσουν Υπεράσπιση, σκοπό έχουν να καταχωρήσουν Υπεράσπιση με περιεχόμενο πανομοιότυπο με τις Υπερασπίσεις που καταχώρησαν στις λοιπές αγωγές που κινήθηκαν, το ίδιο διάστημα, εναντίον τους από την Ενάγουσα, Υπερασπίσεις, οι οποίες, ως σημειώθηκε ανωτέρω, επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην αρχική ένορκη δήλωση του Εναγόμενου. Υιοθετώντας, οι Εναγόμενοι, το περιεχόμενο των Υπερασπίσεων που καταχώρησαν στις λοιπές εναντίον τους αγωγές και κατηγοριοποιώντας την υπερασπιστική αυτή γραμμή τους σε τέσσερις κατηγορίες ως αναφέρεται στην παράγραφο 12 της αρχικής ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου, ισχυρίζονται ότι, δικαιολογημένα και επαρκώς, (α) αμφισβητούν το locus standi των Εναγόντων να απαιτούν χρήματα από τους Εναγόμενους στη βάση συμφωνιών δανείου που υπόγραψαν οι τελευταίοι με την Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd., (β) αμφισβητούν την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών δανείου στη βάση του ότι τούτες συνομολογήθηκαν κατόπιν παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων ότι τα δάνεια θα εξοφλούντο από χρήματα του Ταμείου Προνοίας και φιλοδωρήματα, τα οποία θα λάμβανε ο Εναγόμενος , ο οποίος τότε (κατά τη συνομολόγηση των δανείων) ήταν υπάλληλος της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd., (γ) διεκδικούν συμψηφισμό και εξόφληση όλων των δανείων που χορηγήθηκαν προς τον Εναγόμενο από την Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, με τα ποσά που δικαιούτο να λάβει υπό μορφή φιλοδωρήματος κατά την αφυπηρέτηση του ή ως μέρισμα του από το Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd. και (δ) διαζευκτικά, διεκδικούν ισόποσες, με τα όποια υπόλοιπα των επίδικων δανείων, αποζημιώσεις ώστε τούτες, στην ουσία, να συμψηφιστούν με την όποια απαίτηση της Ενάγουσας. Τέλος, οι Εναγόμενοι προβάλλουν, στη βάση συμβουλής που έλαβαν από τους συνήγορους τους, ότι η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας μιας και η βάση της αποτελεί αντικείμενο της αγωγής 2751/2014 και η όποια διεκδίκηση της Ενάγουσας θα έπρεπε να εγερθεί στα πλαίσια εκείνης της αγωγής. Κατ' επίκληση, δε, του γεγονότος ότι η νομιμότητα των επίδικων για την παρούσα αγωγή συμφωνιών, αλλά και το δικαίωμα της Ενάγουσας να διεκδικεί αποζημιώσεις σε σχέση με αυτές αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους από το 2014 μέσω της πιο πάνω αναφερόμενης αγωγής τους, οι τελευταίοι προωθούν τη θέση ότι οι προβαλλόμενες από αυτούς υπερασπιστικές γραμμές δεν αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, ούτε προσπάθεια να καθυστερήσουν τη διαδικασία ή να στερήσουν στους Ενάγοντες το δικαίωμα απόλαυσης των καρπών της επιτυχίας τους, αλλά πραγματική και βάσιμη αμφισβήτηση του δικαιώματος της Ενάγουσας να δικαιούται σε απόφαση εναντίον τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η ένσταση Η Ενάγουσα, στις 20.7.2018, καταχώρησε την Ειδοποίηση περί Προθέσεως Υποβολής Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»). Η ένσταση, ως επί το πλείστον εδράζεται επί της νομικής βάσης που στηρίζεται και η επίδικη αίτηση. Επί του κυρίως σώματος της, ως λόγοι ένστασης προβάλλουν οι ακόλουθοι: «(α) H παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Οι αιτητές εμποδίζονται (estopped) στην προώθηση της παρούσας αίτησης και/ή η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή παράτυπη και θα πρέπει να απορριφθεί. (γ) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), εφόσον οι αιτητές επέδειξαν μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή. (δ) Οι ενάγοντες καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (ε) Οι εναγόμενοι/αιτητές δεν έδωσαν κανένα ικανοποιητικό και/ή σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη καταχώρηση και/ή μη έγκαιρη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, παρόλο που η αγωγή επιδόθηκε δεόντως και νομότυπα. (στ) Οι εναγόμενοι αιτητές δεν έχουν καταδείξει κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. (ζ) Οι εναγόμενοι/αιτητές απέτυχαν να επιδείξουν πως έχουν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Τα όσα προβάλλονται για κατάδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης είναι γενικά, αόριστα, ατεκμηρίωτα, ψευδή, ανυπόστατα, προϊόν υστέρας σκέψης και αντιφατικά. (η) Εν πάση περιπτώσει οι ισχυρισμοί των εναγομένων/αιτητών στην προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή αντικρουόμενοι. (θ) Υπάρχει υπερβολική και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης, καθότι η δικαστική απόφαση εξεδόθη την 13.10.2017 και οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης αυτής σχεδόν 1 χρόνο αργότερα. Ως εκ των ανωτέρω, η παρούσα αίτηση είναι αδικαιολόγητη και καταχρηστική, καθότι καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή υπερβολική καθυστέρηση εκ μέρους των Αιτητών χωρίς καμία προς τούτο αιτιολογία και/ή τεκμηριωμένη αιτιολογία, η οποία προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. (ι) Οι εναγόμενοι/αιτητές δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. (κ) Οι εναγόμενοι/αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (λ) Οι εναγόμενοι αιτητές προσέρχονται ενώπιον του Δικαστηρίου κακή τη πίστη, αποκρύβουν την αλήθεια ενώ προβάλλουν ψευδείς και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς στην προσπάθεια τους να παραπλανήσουν και/ή να δικαιολογήσουν την μη καταχώρηση και/ή μη έγκαιρη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης τους και/ή για να πείσουν ότι δήθεν έχουν υπεράσπιση εναντίον των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση. (μ) Δεν προβάλλεται βάσιμος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Το κατ' ισχυρισμόν λάθος και/ή παράλειψη και/ή αμέλεια των δικηγόρων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως βάσιμη αιτία παραμερισμού απόφασης. (ν) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια των εναγομένων/αιτητών να δικαιολογήσουν την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων τους προς τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. (ξ) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης και/ή η αναστολή της εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση. (ο) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης και/ή η αναστολή της εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. (π) Το επανάνοιγμα της υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και/ή πλήττει τα θεμέλια της δικαιοσύνης.» Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του xxx Κουντούρη, ο οποίος δηλώνει λειτουργός της Ενάγουσας, γνώστης των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, καθώς επίσης και εξουσιοδοτημένος από αυτήν για να προβεί στην ένορκή του δήλωση. Σ' αυτήν, ούτε λίγο, ούτε πολύ, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης. Επιγραμματικά και μόνο, είναι η θέση της Ενάγουσας, ως τούτη προκύπτει από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση αλλά και των τεκμηρίων που επισυνάπτονται σ' αυτήν, ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιολογούν επαρκώς την αδράνεια τους να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης στην αγωγή, η οποία τους επιδόθηκε κανονικά, ούτε και αιτιολογούν επαρκώς την καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση της επίδικης αίτησης τους. Χαρακτηρίζουν, δε, την όλη συμπεριφορά των Εναγομένων ως ασυγχώρητη και περιφρονητική των δικαστικών διαδικασιών, και τις προθέσεις τους ως εμπεριέχουσες αλλότρια κίνητρα. Θεωρούν, δε, ότι, οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Εναγόμενοι προς απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, είναι εντελώς γενικοί και αόριστοι σε βαθμό που το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει ότι δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος που φέρουν ως αιτητές και κατά συνέπεια πρέπει να απορρίψει την επίδικη αίτηση. Ακροαματική διαδικασία Αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσουν τους λόγους επί των οποίων έκαστη πλευρά βασίζει τις θέσεις της. Καμία πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση έχουν απασχολήσει πλειστάκις τα κυπριακά Δικαστήρια και έχουν διατυπωθεί σε σειρά υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό που προκύπτει από την πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία είναι ότι, κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών, για την απονομή της δικαιοσύνης, παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Θα πρέπει φυσικά να σημειωθεί ότι, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής έχει αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, δεν θα πρέπει, εκεί που οι δύο πλευρές προωθούν συγκρουόμενους ισχυρισμούς, να προχωρά και να επιλέγει κάποιους εξ αυτών κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον του τεθείσας μαρτυρίας. Ως έχει αναφερθεί στη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και τούτο πάντα περιοριστικά και μόνο σε σχέση με την υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, οι πρόνοιες της Διαταγής 48 θ. 2
(4)δεν εφαρμόζονται σε βαθμό που να επωμίζεται στον αιτητή ευθύνη, δια διαβήματος του (π.χ δια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης), να αντικρούσει τον οποιοδήποτε αντίθετο ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση. Εκείνο που υπέχει σημασίας για το Δικαστήριο είναι να εξετάσει κατά πόσο, με τη μαρτυρία που προσκόμισε προς υποστήριξη της αίτησης του, ο αιτητής αποκαλύπτει καλή η συζητήσιμη υπεράσπιση ή θέμα για το οποίο θα κρίνει το Δικαστήριο ότι, ορθότερο είναι, η απόφαση επ' αυτού να κριθεί στα πλαίσια μιας ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας, στην οποία θα δοθεί η ευκαιρία στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία. Η ευθύνη, όμως, αυτή, του αιτητή, δεν περιορίζεται σε προώθηση ενός γενικού και/ή αορίστου ισχυρισμού περί ύπαρξης υπεράσπισης. Επεκτείνεται σε τέτοιο βαθμό, που ο αιτητής οφείλει, με πειστικό τρόπο, να παρουσιάσει θετικούς και λογικοφανείς ισχυρισμούς που να εδράζονται επί επαρκών και σαφών στοιχείων και γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο να μπορεί να ελέγξει το βάσιμο των ισχυρισμών του περί ύπαρξης υπεράσπισης. Μόνο τότε ο αιτητής αποσείει το βάρος που του εναποθέτει η νομολογία. Ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τη συμπεριφορά του αιτητή και μπορεί, αν τούτη είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος αυτού συζήτηση, δείτε τα όσα αποφασίστηκαν στις υποθέσεις Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)1 CLR 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1963)1 ΑΑΔ 26, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1987)1 CLR σελ. 204, , Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιος Συμεού Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954, Merkis Gen. Bonded Waren v. Yianoukas Ltd
(1994)1 AAΔ 736, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάππυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, Eros Travel & Tours (Limasol - Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ.712, Milouca Motor Trading Ltd ν. Xρυσάνθου Κουρτή
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Χ'Νικολάου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1179, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Τάσος Πεγιώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ν. Τάσου Γ. Μαλιτζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, NSM Democars Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολ. Εφ. 121/2010, ημερ. 14.10.2015 και Εvans v. Bartlam [1937] 2 All E.R.
- Προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων Πρέπει εξ' αρχής να παρατηρηθεί, και τούτο στη βάση (α) του λεκτικού των λόγων ένστασης, (β) του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση και (γ) της γραπτής αγόρευσης της συνήγορου της, ότι, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η Ενάγουσα προωθεί δεκαεπτά λόγους ένστασης, στην ουσία, τούτοι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν, περιοριστικά, στους δύο ακόλουθους: Πρώτο ότι, η επίδικη αίτηση προωθείται καταχρηστικά και/ή με αλλότριο σκοπό, στη βάση, μεταξύ άλλων, και του γεγονότος ότι παρατηρείται αδικαιολόγητη και υπέρμετρη, καθυστέρηση στην προώθηση της, αλλά και πλήρης αδιαφορία ως προς τις δικονομικές επιταγές αναφορικά με τον τρόπο δράσης ενός εναγόμενου όταν του επιδίδεται μία αγωγή και, Δεύτερο ότι, τα όσα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως Υπεράσπισης, είναι ανεπαρκή, γενικά, αόριστα και ουδόλως ικανοποιητικά για απόσειση του συγκεκριμένου βάρους, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, αποτελούν προϊόν ύστερων σκέψεων. Τονίζουν, δε, προς επίρρωση των πιο πάνω θέσεων τους, τη νομιμότητα που περιβάλλει όλες τις ενέργειες των Εναγόντων, τόσο αναφορικά με την καταχώρηση της αγωγής, όσο και αναφορικά με την όλη προώθηση της, υποδεικνύοντας προς τούτο το πλήρως αιτιολογημένο της ενέργειας της Ενάγουσας να επιδιώξει, ερήμην, απόφαση εναντίον των Εναγομένων λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από πλευράς τους. Οι λοιπές αιτιάσεις της Ενάγουσας, αφορούν σε ζητήματα, τα οποία το Δικαστήριο, καθηκόντως, οφείλει να εξετάσει όταν αποφασίζει επί αίτησης ως η επίδικη, όπως της εξισορρόπησης, από τη μια, της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας και να αφήνεται ο επιτυχών διάδικος να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του. Υπαγωγή γεγονότων στο νομικό πλαίσιο Διεξήλθα, τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση, όπως επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, αλλά και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται επ' αυτών, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Είναι γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν επέδειξαν την αναμενόμενη επιμέλεια που πρέπει να επιδεικνύεται από πρόσωπα προς τα οποία επιδίδεται αγωγή την οποία επιθυμούν να υπερασπιστούν. Είναι επίσης γεγονός ότι, ανάγνωση και μόνο του περιεχομένου του Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής και σύγκρισή του με τα Κλητήρια Εντάλματα των λοιπών αγωγών που κινήθηκαν από την Ενάγουσα τράπεζα εναντίον των Εναγομένων ή έστω ενός εξ αυτών θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για διαφορετική αγωγή. Ωστόσο, η όλη δράση των Εναγομένων σε σχέση με τις λοιπές αυτές αγωγές δεικνύει την ξεκάθαρη πρόθεσή τους να μην αγνοήσουν τις δικαστικές διαδικασίες και να υπερασπιστούν τούτες. Τούτο προκύπτει αβίαστα, τόσο από την εμπρόθεσμη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης στις λοιπές αυτές αγωγές, όσο και με τη μετέπειτα καταχώρηση Υπερασπίσεων. Δεν έχει τεθεί τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αντικρούει ή έστω να θέτει εν αμφιβόλω, την προβαλλόμενη από τους Εναγόμενους θέση ότι δεν αδιαφόρησαν για τις δικαστικές διαδικασίες και ότι συνεχής πρόθεση τους ήταν, την παρούσα αγωγή, να την υπερασπιστούν. Είναι ακριβώς στη βάση αυτού του δεδομένου που πρέπει να αντικρυστούν οι λόγοι που οι Εναγόμενοι προβάλλουν ως αιτία για τη μη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης. Είναι δε ακριβώς γι' αυτό το λόγο που, στη βάση και απουσίας αντίθετης ή συγκρουόμενης προς τούτο θέσης, θεωρώ τη σχετική εξήγηση που δίδεται από του Εναγόμενους επαρκή για σκοπούς ικανοποίησης της προϋπόθεσης που επιβάλλει η νομολογία σε κάθε εναγόμενο που επιθυμεί να παραμερίσει εναντίον του εκδοθείσα απόφαση. Δεν διαφωνώ με μέρος των θέσεων που προβάλλει η Ενάγουσα που θέλει την όλη στάση των Εναγομένων, από τη στιγμή που τους επιδίδεται η αγωγή μέχρι και την καταχώρηση της επίδικης αίτησης να μην χαρακτηρίζεται από πλήρη επιμέλεια. Σ' αυτό συμφωνώ. Ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι αν κάποιος εναγόμενος επέδειξε επιμέλεια ή ήταν αμελής στο τρόπο αντίδρασης του μετά την επίδοση σ' αυτό μιας αγωγής, αλλά αν επέδειξε περιφρονητική και/ή καταφρονητική των δικαστικών διαδικασιών συμπεριφορά, όπως, π.χ., αδιαφορία ή ασέβεια. Στην προκειμένη περίπτωση, στη βάση της αναντίλεκτης, επί τούτου, μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι παρέδωσαν εμπρόθεσμα το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής στους τότε δικηγόρους τους, τους οποίους, όμως, ενημέρωσαν περί της πεποίθησής τους ότι η παρούσα αγωγή αφορούσε αγωγή στην οποία ήδη καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης, ενημέρωση, η οποία, φαίνεται, οδήγησε και τους δικηγόρους τους στο να μην καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης. Όσον τώρα αφορά σ' αυτά που προβάλλονται μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση περί του ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων για πρώην και νυν δικηγόρους (ως πρώην υποδεικνύονται δικηγόροι άλλοι από αυτούς που εκπροσωπούν τους Εναγόμενους στην παρούσα διαδικασία) και ότι, στη βάση ισχυρισμών που προβάλλει ο ομνύοντας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, ο ισχυρισμός των Εναγομένων περί πρώην τέτοιων δικηγόρων δεν ευσταθεί, περιορίζομαι απλά να σημειώσω ότι ο Εναγόμενος, με τους σχετικούς ισχυρισμούς του στη συμπληρωματική ένορκή του δήλωση, οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν, ξεκαθαρίζει πλήρως το πεδίο και διασκεδάζει κάθε ανησυχία της Ενάγουσας αναφορικά με την ομολογουμένως ασάφεια που παρατηρείτο στην αρχική ένορκή του δήλωση. Είναι ξεκάθαρο, στη βάση των εξηγήσεων που δίδονται μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι κάθε σχετικός αντίλογος της Ενάγουσας αντιμετωπίζεται και η όλη εξήγηση των Εναγομένων αναφορικά με τη μη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης περιβάλλεται πλέον από λογικοφανείς ισχυρισμούς οι οποίοι δεν καταρρίπτονται, ούτε και συγκρούονται με άλλη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Αναφορικά τώρα με το κατά πόσο οι Εναγόμενοι κατάφεραν να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή, με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση της Ενάγουσας που θέλει τους σχετικούς ισχυρισμούς των Εναγομένων να χαρακτηρίζονται, από γενικότητα, αοριστία και ασάφεια, τούτη δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είμαι της γνώμης ότι το Δικαστήριο, για σκοπούς απόφανσης επί του προκειμένου, δεν θα πρέπει να περιοριστεί στα όσα ο εναγόμενος αναφέρει στις παραγράφους 10, 11 και 12 της ένορκης δήλωσής του, αλλά και στο περιεχόμενο, τόσο των Υπερασπίσεων που καταχωρήθηκαν στις αγωγές 2972/17, 2973/17 και 2974/17, όσο και στο περιεχόμενο της αγωγής 2751/14, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται επί των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση. Και τούτο γιατί, με γλαφυρότητα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στην περίπτωση που τους δοθεί ευκαιρία να υπερασπιστούν την αγωγή, σκοπό έχουν να καταχωρήσουν υπεράσπιση πανομοιότυπη με αυτή που καταχώρησαν στις τρεις αυτές αγωγές. Αναφορικά τώρα με την επάρκεια της σχετικής με το ζήτημα μαρτυρίας των Εναγομένων κρίνω ότι το λιγότερο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι, οι Εναγόμενοι με τα όσα αναφέρουν εγείρουν καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση, αλλά και θέματα για τα οποία, ορθότερο είναι, η επ' αυτών απόφαση να κριθεί στα πλαίσια μιας ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας με δικαίωμα στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν, προς υποστήριξη της εκδοχής τους, σχετική μαρτυρία. Επιγραμματικά και μόνο, σημειώνω ότι, οι Εναγόμενοι εγείρουν ζητήματα νομιμότητας της Ενάγουσας να προωθεί την παρούσα αγωγή στη βάση του δεδομένου ότι ο αρχικός δανειστής ήταν πρόσωπο άλλο από την Ενάγουσα, επίσης ότι, η απόφαση του Εναγόμενου να υπογράψει τη συμφωνία δανείου στηρίχθηκε στη βάση υπόσχεσης και/ή παραστάσεων που του δόθηκαν από τον αρχικό δανειστή αναφορικά με τον τρόπο αποπληρωμής του και τρίτον ότι, συνεπεία νόμων και/ή κανονισμών που κατά τους Εναγόμενους είναι, τουλάχιστον, αντισυνταγματικοί, η ενάγουσα παρουσιάζεται ως πρόσωπο που νομιμοποιείται να απαιτεί από τους εναγόμενους αποζημιώσεις στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Τέλος, οι τελευταίοι προωθούν και τη θέση ότι, αν ήθελε το Δικαστήριο αποδεχθεί τους ισχυρισμούς τους αναφορικά με συναντίληψη του Εναγόμενου και του αρχικού δανειστή ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου, θα ήταν δυνατή η απόδοση σ' αυτούς αποζημιώσεων ίσων με τα ποσά που θα λάμβανε ο Εναγόμενος υπό μορφή φιλοδωρήματος ή ως μέρισμα του επί του Ταμείου Προνοίας[1], χρήματα τα οποία απώλεσε συνεπεία Νόμων και Κανονισμών που ψηφίστηκαν, οι οποίοι, πάντα κατά τους εναγόμενους, ενέχουν αντισυνταγματικές πρόνοιες. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι, ανεξάρτητα της συμφωνίας μου με την Ενάγουσα ότι η όλη στάση της (της Ενάγουσας) ως προς τη προώθηση της παρούσας αγωγής χαρακτηρίζεται από νομιμότητα, εντούτοις οι εναγόμενοι κατάφεραν να ικανοποιήσουν τις επιβαλλόμενες από τη σχετική νομολογία προϋποθέσεις και κατά συνέπεια δικαιούνται στην αιτούμενη θεραπεία. Είμαι, συναφώς, της γνώμης ότι, με τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, στην ουσία, έθεσα τις απόψεις μου και κατ' επέκταση και την κρίση μου επί όλων των λόγων ένστασης, είτε τούτοι αφορούν σε αναγνωρισμένους νομολογιακά λόγους ένστασης, είτε αφορούν σε θέματα που καθηκόντως το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει στα πλαίσια μιας αίτησης ως η υπό εξέταση. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ των εναγομένων, πλην όμως υπό τους πιο κάτω όρους:
- Οι Εναγόμενοι να καταχωρήσουν υπεράσπιση μέχρι και τις 17.04.2019, εκτός εάν η εν λόγω προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο, και
- Οι Εναγόμενοι, μέχρι και τις 17.04.2019 να καταβάλουν στην Ενάγουσα ή στο δικηγόρο της τα επιδικασθέντα με την παραμερισθείσα απόφαση υπέρ της Ενάγουσας έξοδα, εκτός εάν η εν λόγω προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο, και τέλος
- Οι Εναγόμενοι, μέχρι και τις 17.04.2019 να καταβάλουν στην Ενάγουσα τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (στη βάση σχετικού καταλόγου εξόδων που θα καταχωρήσει η Ενάγουσα εντός 10 ημερών από σήμερα), εκτός εάν η προθεσμία των Εναγομένων για πληρωμή των εξόδων της αίτησης παραταθεί από το Δικαστήριο. Δίνονται δε οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο όπως, άμα την παραλαβή του καταλόγου εξόδων των Εναγόντων, προχωρήσει άμεσα στον υπολογισμό τους. Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η απόφαση ημερομηνίας 13.10.2017 εναντίον των Εναγομένων παραμερίζεται υπό τους πιο πάνω όρους. Σε περίπτωση που οι πιο πάνω όροι δεν ικανοποιηθούν, η απόφαση ημερομηνίας 13.10.2017 εναντίον των εναγομένων παραμένει σε ισχύ. (Υπ.) ..................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Κατά τους Εναγόμενους, ο αρχικός δανειστής ήταν η Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, στην οποία υπάλληλος ήταν ο Εναγόμενος, ο οποίος, κατά την αφυπηρέτηση του θα λάμβανε εφάπαξ φιλοδώρημα αλλά και μέρισμα από το Ταμείο Προνοίας που διατηρείτο από τον εργοδότη. Λόγω των γνωστών γεγονότων που οδήγησαν στο κλείσιμο της Λαϊκής Τράπεζας, ο Εναγόμενος απώλεσε, τόσο το αναμενόμενο φιλοδώρημά του, όσο και το όποιο δικαίωμά του στο Ταμείο Προνοίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο