← Κύπρος

Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 70/19, 13/3/2019

Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 70/19, 13/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A132 Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 70/19 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (N.9/65) ως τροποποιήθηκε και Επί τοις αφορώσι τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (ΚΕΦ. 224) ως τροποποιήθηκε Μεταξύ: Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λτδ Αιτητές-Εφεσείοντες και Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσιβλήτων Αίτηση ημ. 1/3/19 υπό εφεσείοντος - αιτητή για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 13 Μαρτίου 2019 Για αιτητή: κ. Δ. Καήλης για Προύντζος & Προύντζος Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ης η αίτηση: κα Α. Νεοφύτου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση-έφεση, επιζητείται ο παραμερισμός της ειδοποίησης τύπου ΙΑ ημ. 28.1.19 με την οποία σκοπείται η πώληση τεσσάρων ακινήτων ιδιοκτησίας εν μέρη τριών προσώπων που είναι ενυπόθηκοι οφειλέτες στην εφεσίβλητη τράπεζα, δυνάμει υποθηκών που καταχωρήθηκαν στο κτηματολόγιο Λευκωσίας από το 2004 και

  1. Ο πλειστηριασμός έχει οριστεί να πραγματοποιηθεί αύριο Πέμπτη στις 14.3.19 και ώρα 15:
  2. Στο στάδιο αυτό να σημειώσω το απαράδεκτο της καταχώρησης εφέσεων λίγες μέρες πριν την ημερομηνία πλειστηριασμού, που έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή του προγράμματος του Δικαστηρίου. Αυτό γιατί οι υποθέσεις αυτές κατά κανόνα εκδικάζονται κατά προτεραιότητα, προκειμένου να μην καταστεί άνευ αντικειμένου η διαδικασία εκποίησης ακινήτων αλλά και η έφεση που προβλέπει ο Νόμος 9/65 για την ακύρωση της. Αυτό συνέβη και στην παρούσα υπόθεση όπου παρουσιάστηκε ενώπιον μου η αίτηση για προσωρινό διάταγμα μόλις στις 5.3.19, για πλειστηριασμό που είναι ορισμένος στις 14.3.
  3. Όπως προκύπτει από την έφεση, οι αιτητές δεν είναι ενυπόθηκοι οφειλέτες ούτε ιδιοκτήτες των ενυπόθηκων ακινήτων. Ισχυρίζονται όμως ότι έχουν επιβαρύνσεις στα επίδικα ακίνητα, οι οποίες κατά την άποψη τους θα έπρεπε να προηγούνταν των επίδικων υποθηκών και ως εκ τούτου δικαιούνται δυνάμει του σχετικού Νόμου 9/65 να προσβάλουν την ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ. Στους λόγους έφεσης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η ειδοποίηση τύπου ΙΑ είναι άκυρη και δεν εκπληρώνει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις όπως αναφέρονται στον Νόμο 9/
  4. Το ίδιο ισχύει και για την ειδοποίηση τύπου Ι επί της οποίας βασίστηκε η προσβαλλόμενη ειδοποίηση ΙΑ. Εν συντομία, η θέση των εφεσειόντων είναι ότι το αρχικό ενυπόθηκο χρέος που εξασφαλίστηκε με υποθήκες το 2004 και 2006, ξοφλήθηκε με νέο δάνειο το 2011 χωρίς όμως να διαγραφούν οι επίδικες υποθήκες, οι οποίες συνέχισαν να εξασφαλίζουν το νέο δάνειο του
  5. Ως εκ τούτου, η ειδοποίηση ΙΑ αφορά ποσά που εξασφαλίστηκαν με το νέο δάνειο κατά το έτος 2011, ήτοι για δάνειο που παραχωρήθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο από την κατάθεση επιβαρύνσεων και υποθήκης για τα ίδια ακίνητα υπέρ των εφεσειόντων που κατατέθηκαν το
  6. Το γεγονός ότι με τα δάνεια του 2011 εξοφλήθηκαν υποχρεώσεις και δανειακές συμβάσεις που υπογράφτηκαν το 2004 και 2006 δεν νομιμοποιούσε κατά τους εφεσείοντες τους εφεσίβλητους να επεκτείνουν τις υποθήκες αυτές, στα δάνεια του
  7. Ως εκ τούτου, οι εφεσείοντες καταχώρησαν την παρούσα έφεση ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα και/ή ως ενυπόθηκοι δανειστές για υποθήκες και επιβαρύνσεις που κατ' ισχυρισμό προηγούνται των υποθηκών της εφεσίβλητης. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της έφεσης, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση ημ. 1.3.2019 με την οποία η εφεσείοντες ζητούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να αναστέλλει μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας έφεσης, την εκποίηση των υπό κρίση ακινήτων που είναι ορισμένη στις 14.3.
  8. Κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης στις 5.3.19, έδωσα οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί στην εφεσίβλητη, προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις της. Η υπόθεση ορίστηκε καθηκόντως για ακρόαση σε σύντομο χρονικό διάστημα με ταυτόχρονες οδηγίες για καταχώρηση ένστασης αφού ο πλειστηριασμός είναι ορισμένος αύριο στις 14.3.
  9. Κατά την χθεσινή ακρόαση της αίτησης στις 12.3.19, είχα την ευκαιρία να ακούσω και τους δυο συνηγόρους να αγορεύουν ενώπιον μου υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως αναφέρονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Θα παραθέσω στην συνέχεια, σύνοψη των θέσεων των δύο πλευρών όπως προκύπτουν από τις αγορεύσεις των συνηγόρων ώστε να γίνουν κατανοητά τα επίδικα θέματα της παρούσας αίτησης. Η αγόρευση του συνηγόρου για του εφεσείοντες Ο συνήγορος των εφεσειόντων - αιτητών στην αγόρευση του, επανέλαβε τη θέση ότι οι εφεσείοντες έχουν δικαίωμα βάσει του Νόμου να ζητήσουν ακύρωση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, καθώς είναι ενυπόθηκοι δανειστές για τα επίδικα ακίνητα και επιπλέον έχουν καταθέσει στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας πωλητήριο έγγραφο ως επιβάρυνση. Οι εφεσείοντες μετά από συμφωνία ημ. 27.9.10, αγόρασαν τα επίδικα ακίνητα από τους ιδιοκτήτες τους, έναντι του ποσού των €2.600.000,
  10. Ως αποτέλεσμα της ως άνω συμφωνίας, ενέγραψαν εμπράγματο βάρος επί των ακινήτων. Συγκριμένα, κατατέθηκε στις 29.11.10 το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Επιπρόσθετα, οι αιτητές ενέγραψαν και σχετική υποθήκη επί των επιδίκων ακινήτων, δυνάμει της συμφωνίας πώλησης. Τον συγκεκριμένο χρόνο, υπήρχαν δυο προγενέστερες υποθήκες της εφεσίβλητης το 2004 και 2006 για το ποσό των €170.860,14 μόνον. Οι εφεσείοντες γνώριζαν τις πιο πάνω υποθήκες, όμως το ποσό των €2.345.228,39 που κατέστη απαιτητό με την επίδικη ειδοποίηση τύπου ΙΑ δεν αντιστοιχεί στο ποσό των υποθηκών αυτών. Μετά από έρευνα, διαπιστώθηκε ότι οι εφεσίβλητη τράπεζα στις 22.9.11 παραχώρησε νέο δάνειο σε εταιρεία των ενυπόθηκων οφειλετών, για το ποσό του €1.450.000,
  11. Το εν λόγω δάνειο εξασφαλίστηκε μεταξύ άλλων και με τις επίδικες υποθήκες του 2004 και 2006 που είναι προγενέστερες του εν λόγω δανείου του
  12. Η θέση των εφεσειόντων είναι ότι αφού εξοφλήθηκε το αρχικό δάνειο, η εφεσίβλητη τράπεζα όφειλε να διαγράψει από τα αρχεία του κτηματολογίου Λευκωσίας τις υποθήκες αυτές και να εγγράψει νέες υποθήκες, με ημερομηνία το νέο δάνειο του
  13. Αντί αυτού και παραπλανώντας τους εφεσείοντες και άλλους πιστωτές, η εφεσίβλητη ενέγραψε στο νέο δάνειο του 2011, τις παλαιές υποθήκες του 2004 και
  14. Η θέση των εφεσειόντων, είναι ότι ο σκοπούμενος πλειστηριασμός επιδιώκεται και προωθείται στη βάση του δανείου του 2011, το οποίο λήφθηκε για να αποπληρωθούν τα αρχικά δάνεια και κατά συνέπεια και οι επίδικες υποθήκες του 2004 και
  15. Όφειλαν όμως οι εφεσίβλητοι κατά τους εφεσείοντες να υπογράψουν νέες υποθήκες κατά το 2011 και να διαγράψουν τις αρχικές. Με τον τρόπο αυτό, οι επιβαρύνσεις των εφεσειόντων θα προηγούνταν αυτών της εφεσίβλητης τράπεζας. Η παράλειψη της εφεσίβλητης να πράξει τα πιο πάνω, σκοπό είχε την παραπλάνηση των εφεσειόντων. Ως εκ τούτου, τα περιεχόμενα των ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΑ είναι κατά τους εφεσείοντες εσφαλμένα και η διαδικασία πλειστηριασμού προωθείται παράνομα καθότι το δάνειο στο οποίο αναφέρεται ο πλειστηριασμός, λήφθηκε μεταγενέστερα των επίδικων υποθηκών. Ο συνήγορος των εφεσειόντων-αιτητών, ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι ενόψει των πιο πάνω, ισχύουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για καλή βάση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Ισχυρίστηκε τέλος ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού σε περίπτωση που προχωρήσει ο πλειστηριασμός, η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Τα δε ακίνητα τα οποία αγόρασαν οι εφεσείοντες και τους είναι σήμερα χρήσιμα για διεξαγωγή των εργασιών τους θα πωληθούν σε τρίτα πρόσωπα. Η αγόρευση της συνηγόρου για την εφεσίβλητη - καθ' ης η αίτηση. Η συνήγορος της εφεσίβλητης - καθ΄ ης η αίτηση στη δική της αγόρευση, ανέφερε ότι οι εφεσείοντες δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν την παρούσα έφεση αφού δεν είναι ενδιαφερόμενα πρόσωπα εν τη εννοία του Νόμου 9/
  16. Ήταν περαιτέρω η θέση της συνηγόρου ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης όχι μόνο γιατί οι εφεσείοντες δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν την παρούσα έφεση αλλά και επειδή κατά την συνήγορο, οι λόγοι που επικαλούνται για ακύρωση της ειδοποίησης ΙΑ δεν αναφέρονται στις σχετικές διατάξεις του Νόμου 9/
  17. Η συνήγορος ισχυρίστηκε επίσης ότι όταν οι εφεσείοντες καταχωρούσαν τα δικά τους εμπράγματα βάρη επί των επίδικων ακινήτων στο Κτηματολόγιο, γνώριζαν ότι ήδη προηγούνταν οι επίδικες υποθήκες της εφεσίβλητης τράπεζας. Δεν έπραξαν τίποτε από τότε για αλλαγή της ιεραρχίας των υποθηκών και εμφανίζονται σήμερα, ζητώντας την ακύρωση του πλειστηριασμού που είναι ορισμένος εντός 2 ημερών. Όσον αφορά το ζήτημα της απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ακόμα και αν οι εφεσείοντες πετύχουν στην έφεση τους δεν έχουν αποδείξει ότι δεν θα μπορούσαν να αποζημιωθούν με την επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης. Ήταν τέλος η θέση της συνηγόρου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της εφεσίβλητης τράπεζας, η οποία σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος θα εμποδιστεί να ασκήσει τα δικαιώματα της όπως αυτά πηγάζουν από συμβάσεις δανείου και υποθήκης. Νομική πτυχή Η παρούσα στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  18. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου είναι: • Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. • Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. • Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου

(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της διαφοράς και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ.
  2. «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ
  1. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Όσον αφορά την επίδικη διαδικασία εκποίησης, αυτή ρυθμίζεται από το μέρος VIA του Νόμου 9/65 που φέρει τίτλο «Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου από τον Ενυπόθηκο Δανειστή». Το μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, εισήχθη στον εν λόγω Νόμο με τον τροποποιητικό Ν.142(Ι)/
  2. Η προβλεπόμενη διαδικασία πλειστηριασμού που περιλαμβάνεται στα άρθρα 44Α έως 44ΙΑΑ, είναι πιο απλοποιημένη και διαφέρει από τις διατάξεις εκποίησης του Κεφ. 6 αλλά και του μέρους VI του Νόμου 9/
  3. Πρόκειται στην ουσία για διαδικασία αναγκαστικής πώλησης ακινήτου που διεξάγεται από τον ίδιο τον ενυπόθηκο δανειστή. Σύμφωνα με το άρθρο 44Β, σε περίπτωση υπερημερίας για περίοδο που δεν είναι μικρότερη των 120 ημερών, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου εκτός εάν η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης ανασταλεί με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων Νόμων ή Κανονισμών. Συγκεκριμένα, επιδίδεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη δυνάμει του άρθρου 44Β
(2), η ειδοποίηση «Θ» ως προς την παρατηρηθείσα υπερημερία και η ειδοποίηση υπό τον τύπο «I» δυνάμει του άρθρου 44Γ
(1), με τη οποία ενυπόθηκος οφειλέτης, καλείται εντός 30 ημερών να εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος. Στην εν λόγω ειδοποίηση, επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με το ενυπόθηκο χρέος. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται ως ανωτέρω, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να του επιδώσει δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ», στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Η εν λόγω ειδοποίηση θα πρέπει να επιδίδεται εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3)όπως έχει τροποποιηθεί από τον Νόμο 87(Ι)/2018, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης «ΙΑ», δύναται να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, επικαλούμενος τα πιο κάτω: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις- (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί- (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή- (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση τύπου «I» που προβλέπεται στο εδάφιο 1. (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση του άρθρου 44Γ
(3), δεν απαιτείται να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω λόγοι για την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης. Αρκεί να αποδειχθεί ένας από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3), ώστε η έφεση να πετύχει και να διαταχθεί από το Δικαστήριο η ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 44Α
(4)όπως έχει τροποποιηθεί δεν αποκλείεται το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει ταυτόχρονα με την έγερση πολιτικής αγωγής και σε διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 9/1965. Συμπεράσματα Η ιδιαιτερότητα της παρούσας έφεσης, έγκειται στο γεγονός ότι αυτή δεν καταχωρήθηκε από τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Οι εφεσείοντες επικαλούνται επί το προκειμένου ότι είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο εν τη εννοία του Νόμου αφού έχουν και οι ίδιοι επιβαρύνσεις επί των ενυπόθηκων ακινήτων. Από την άλλη, η εφεσίβλητη τράπεζα ισχυρίζεται ότι το γεγονός αυτό δεν καθιστά τους εναγομένους ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θα μπορούσε να ζητήσει ακύρωση του πλειστηριασμού. Όπως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3), έφεση για ακύρωση της ειδοποίησης ΙΑ δύναται να καταχωρήσει ο ενυπόθηκος οφειλέτης αλλά και οιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Θεωρώ ότι οι εφεσείοντες που έχουν επίσης εγγεγραμμένες στο κτηματολόγιο επιβαρύνσεις για τα επίδικα ακίνητα, είναι ενδιαφερόμενα πρόσωπα με την έννοια ότι επηρεάζονται τα συμφέροντα τους από την εκποίηση των υποθηκών. Νομιμοποιούνται ως εκ τούτου οι εφεσείοντες να καταχωρήσουν την παρούσα και να ζητήσουν την ακύρωση της ειδοποίησης ΙΑ. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που καθορίζει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή τόσον την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα όσον και τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για καλή βάση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης Από προσεκτική μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι βασική πτυχή της έφεσης, αποτελεί ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι δεν θα έπρεπε οι αρχικές υποθήκες του 2004 και 2006 να καλύπτουν τα δάνεια που δόθηκαν το 2011 και ότι αυτές θα έπρεπε να διαγραφούν. Τέτοιος λόγος όμως δεν εντοπίζεται στους λόγους έφεσης που καθορίζει το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου για ακύρωση πλειστηριασμού. Ούτε θα μπορούσε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να εξεταστούν ζητήματα προτεραιότητας επιβαρύνσεων και υποθηκών όπως εισηγούνται οι εφεσείοντες. Η υπό κρίση ειδοποίηση ΙΑ, εκδόθηκε στην βάση των επιδίκων υποθηκών του 2004 και 2006 που βρίσκονται σε ισχύ και που με συμφωνία της εφεσίβλητης με τους ενυπόθηκους οφειλέτες, εξασφαλίζουν το επίδικο δάνειο του 2011. Αν θα έπρεπε να διαγραφούν οι εν λόγω υποθήκες ή όχι το 2011 δεν είναι ζήτημα που θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Οι ισχυρισμοί των εφεσειόντων για παράλειψη διαγραφής των υποθηκών με σκοπό την παραπλάνηση τους θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια άλλης δικαστικής διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει όχι στα πλαίσια της παρούσας έφεσης όπου η εξουσία του Δικαστηρίου για ακύρωση της ειδοποίησης ΙΑ είναι καθορισμένη, στα κριτήρια που θέτει περιοριστικά το άρθρο 44Γ
(3). Ούτε η θέση για αντικανονικότητα της ειδοποίησης ΙΑ λόγω μη διαγραφής των επίδικων υποθηκών είναι ορθή. Η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου είναι ότι η αντικανονικότητα έγκειται στο ότι πρόκειται για ειδοποίηση που αφορά δάνειο του 2011, σε υποθήκη που αφορούσε άλλα δάνεια του 2004 και
  1. Η άποψη όμως αυτή είναι με όλο τον σεβασμό, εσφαλμένη. Κατά αρχήν παραγνωρίζει ότι οι ενυπόθηκοι οφειλέτες ως είχαν δικαίωμα, συμφωνήσαν όπως οι προγενέστερες υποθήκες του 2004 και 2006 συνεχίζουν να εξασφαλίζουν τις δανειακές συμβάσεις που συνήψαν με την εφεσίβλητη τράπεζα το 2011 (βλ. τεκμ.4 της ένστασης). Δεν υπάρχει τίποτα στον Νόμο που να εμπόδιζε τους ενυπόθηκους οφειλέτες και την εφεσίβλητη τράπεζα να προβούν σε αυτήν την επέκταση των υποθηκών ως προς τα δάνεια που θα εξασφαλίζουν. Από την στιγμή δε που οι ενυπόθηκοι οφειλέτες συμφώνησαν όπως οι επίδικες υποθήκες συνεχίζουν να εξασφαλίζουν τις νέες δανειακές συμβάσεις του 2011, είναι σαφές ότι δεν τίθεται ζήτημα αντικανονικότητας της υπό κρίση ειδοποίησης ΙΑ. Η εν λόγω ειδοποίηση αναφέρεται μεν στην παράλειψη εξόφλησης του δανείου του 2011, το οποίο όμως στην βάση νόμιμης σύμβασης που δεν έχει με οιονδήποτε τρόπο ακυρωθεί, εξασφαλίζεται από τις επίδικες υποθήκες του 2004 και
  2. Αλλά ούτε η θέση για αντικανονικότητα της ειδοποίησης τύπου Ι με βρίσκει σύμφωνο. Οι εφεσείοντες ισχυρίστηκαν συγκεκριμένα ότι δυνάμει του του άρθρου 44(Γ) του Νόμου 9/65, στην ειδοποίηση Ι θα πρέπει να επισυνάπτεται πλήρης και αναλυτική κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με το ενυπόθηκο χρέος. Όμως όπως προκύπτει ξεκάθαρα από την ανάγνωση του άρθρου 44(Γ) του Νόμου 9/65, η υποχρέωση του ενυπόθηκου δανειστή είναι να συμπεριλάβει στην ειδοποίηση τύπου Ι, κατάσταση λογαριασμού με την οποία να ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης για το ύψος του ενυπόθηκου χρέους που οφείλει να εξοφλήσει προκειμένου να τερματιστεί η διαδικασία εκποίησης. Η θέση των εφεσειόντων ότι στην παρούσα περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου γιατί δεν συνοδεύεται η ειδοποίηση Ι από αναλυτικές χρεοπιστώσεις δεν είναι ορθή. Ο Νόμος δεν καθορίζει ποια μορφή πρέπει να έχει ένα έγγραφο για να συνιστά κατάσταση λογαριασμού για τους σκοπούς του άρθρου 44(Γ)
(1). Οι μόνες προϋποθέσεις που τίθενται, είναι ότι πρέπει το συγκεκριμένο έγγραφο, να αναφέρει το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος, τους τόκους και όλα τα έξοδα. Στην παρούσα περίπτωση, το έγγραφο το οποίο συνοδεύει την ειδοποίηση Ι, πληροί όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η εφεσίβλητη έχει συμμορφωθεί με όλες τις υποχρεώσεις που δημιουργεί το άρθρο 44(Γ)
(1)του Νόμου, αναφορικά με τον τύπο και το περιεχόμενο της ειδοποίησης τύπου Ι. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν καλή βάση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της παρούσας έφεσης. Περαιτέρω δεν έχει αποδειχθεί από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το επίδικο διάταγμα αναστολής του πλειστηριασμού. Είναι σαφές ότι η ζημιά που οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, είναι απομιμητή σε χρήμα. Εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί ότι η εφεσίβλητη δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσει, στην περίπτωση που οι εφεσείοντες πετύχουν στην έφεση τους. Είναι περαιτέρω σαφές από την προαναφερθείσα νομολογία ότι για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι εφεσείοντες είχαν καθήκον να πείσουν το Δικαστήριο ότι δεν θα είναι σε θέση να αποζημιωθούν στην περίπτωση που πετύχουν στην έφεση τους. Οι εφεσείοντες στην παρούσα υπόθεση, απέτυχαν σε αυτή τους την υποχρέωση. Δεν υπάρχει τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι οι εφεσείοντες δεν θα μπορούσαν να αποζημιωθούν με χρηματική αποζημίωση από την εφεσίβλητη τράπεζα, σε περίπτωση που πετύχουν στις αιτούμενες θεραπείες της παρούσας έφεσης. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί η εφεσίβλητη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματος της να προχωρήσει σε εκποίηση συμβατικής ενυπόθηκης εξασφάλισης, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Αυτό, γιατί όπως προαναφέρθηκε, η τυχόν ζημιά των εφεσειόντων θα μπορούσε σαφώς να αποζημιωθεί σε χρήμα από την πλευρά της εφεσίβλητης τράπεζας. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν τις προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και της σχετικής νομολογίας. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εφεσειόντων - αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.