← Κύπρος

DE.LE.MA. CONSULTANTS LTD ν. HYDROTECH (WATER AND ENVIRONMENTAL ENGINEERING) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 9147/2010, 14/3/2019

DE.LE.MA. CONSULTANTS LTD ν. HYDROTECH (WATER AND ENVIRONMENTAL ENGINEERING) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 9147/2010, 14/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9147/2010 Μεταξύ: DELEMA CONSULTANTS LTD Ενάγουσα και HYDROTECH (WATER AND ENVIRONMENTAL ENGINEERING) LIMITED Εναγόμενη Και όπως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.1.2017 Μεταξύ: DE.LE.MA. CONSULTANTS LTD Ενάγουσα και HYDROTECH (WATER AND ENVIRONMENTAL ENGINEERING) LIMITED Εναγόμενη 14 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Λοϊζου διά Χάρης Κυρακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Σώζος Α. Πούγιουρος ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφημένες θέσεις. Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ποσό €37.975,48 πλέον τόκο. Ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί το υπόλοιπο συμφωνημένης αμοιβής για υπηρεσίες διαφημιστικής φύσης που παρείχε στην Εναγόμενη. Διαζευκτικά, διεκδικεί το ποσό αυτό στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η Εναγόμενη αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Στην Υπεράσπιση της υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για το συνολικό κόστος των υπηρεσιών που προσφέρθηκαν, ότι υπηρεσίες που είχαν προσφερθεί από την Ενάγουσα υστερούσαν σε ποιότητα και δεν έγιναν αποδεκτές ενώ, για το λόγο αυτό, τερμάτισαν τη συνεργασία με την Ενάγουσα. Εγείρει δε ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας για ποσό €9.964,56 πλέον τόκο, υποστηρίζοντας ότι είχε πληρώσει το ποσό αυτό χωρίς να λάβει τη συμφωνημένη αντιπαροχή και, ειδικότερα, ότι είχε πληρώσει το εν λόγω ποσό για την ετοιμασία εταιρικής διαφημιστικής ταινίας η οποία δεν παραδόθηκε από την Ενάγουσα και άρα δικαιούται στην επιστροφή του. Η Ενάγουσα απαντά και ισχυρίζεται ότι οι υπηρεσίες της ήταν καλής ποιότητας και έγιναν αποδεκτές από την Εναγόμενη. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εταιρική διαφημιστική ταινία ήταν ως οι οδηγίες της Εναγόμενης. Αρνείται, επομένως, την ανταπαίτηση και επιμένει ότι παραμένει συμφωνημένο υπόλοιπο, πληρωτέο προς αυτήν, για προσφερθείσες υπηρεσίες ως η απαίτηση της. Μαρτυρία. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η αγωγή και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε τη μαρτυρία δύο προσώπων. Για την Εναγόμενη κατέθεσε ένας μάρτυρας. Στα πλαίσια της ακρόασης κατατέθηκε αριθμός εγγράφων που παρουσίασαν οι μάρτυρες ως τεκμήρια. Ειδική αναφορά σε κάποια από τα τεκμήρια γίνεται πιο κάτω. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω ωφέλιμο να παραθέσω με λεπτομέρεια όλα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και που αφορά άμεσα τα επίδικα θέματα ή που κρίθηκε σημαντική για σκοπούς αξιολόγησης. Αντί να ξεκινήσω από τον πρώτο μάρτυρα κ. ΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), θα ξεκινήσω με τη μαρτυρία της κας ΧΧΧ Παπαμιχαήλ η οποία κατέθεσε δεύτερη στο Δικαστήριο (ΜΕ2). Αυτό διότι, όπως διαφάνηκε, ο ΜΕ1 προσλήφθηκε στην Ενάγουσα εταιρεία το 2003, δηλαδή περί τα 3 έτη μετά τα επίδικα γεγονότα που έλαβαν χώρα το

  1. Αντίθετα, η ΜΕ2 είχε προσωπική εμπλοκή και άμεση γνώση των γεγονότων. Συνοψίζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της ΜΕ2, αυτή ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι είναι διευθύντρια του δημιουργικού τμήματος (executive creative director) της Ενάγουσας στην οποία εργάζεται από το
  2. Εκ των καθηκόντων της είχε προσωπική εμπλοκή και ανάμειξη στη συνεργασία των διαδίκων. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι περί τον Ιανουάριο 2000 η Εναγόμενη προσέγγισε την Ενάγουσα ζητώντας την παροχή διάφορων διαφημιστικών υπηρεσιών. Μετά την προσέγγιση αυτή, η ΜΕ2 μαζί με την κα ΧΧΧ Βλάχου, ετοίμασαν Αρχικές Προτάσεις Επικοινωνίας, Τεκμήριο 1, που στάλθηκαν στην Εναγόμενη μέσω τηλεομοιότυπου στις 25.1.
  3. Ακολούθησε συνάντηση στις 28.1.2000, στην οποία παρούσα ήταν η ΜΕ2 και η κα ΧΧΧ Βλάχου, τότε διευθύντρια της Ενάγουσας, ενώ για την Εναγόμενη είχε παραστεί ο διευθυντής της εταιρείας κ. ΧΧΧ Χατζηβασίλης (ΜΥ1). Μετά τη συνάντηση συντάχθηκε από την κα ΧΧΧ Βλάχου το Τεκμήριο 2 που, σύμφωνα με τη ΜΕ2, συνιστά τα πρακτικά αυτής. Σε σχέση με τα όσα έγιναν στην εν λόγω συνάντηση, η ΜΕ2 ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι «έλαβε χώρα η έγκριση των αρχικών προτάσεων επικοινωνίας από τους Εναγόμενους και τον διευθυντή των Εναγομένων κ. ΧΧΧ Χατζηβασίλη και έτσι λάβαμε το πράσινο φως να ξεκινήσουμε τις εργασίες μας αφού συμφωνήθηκε από τους Εναγόμενους το κόστος των εργασιών, το είδος αυτών και η αμοιβή των Εναγόντων για έκαστη εργασία ως αναλυτικά καταγράφηκε στις αρχικές προτάσεις επικοινωνίας. Μάλιστα συμφωνήθηκε όπως σταλούν στους Εναγόμενους τιμολόγια για το 50% του συνολικού κόστους έκαστης εργασίας όπως αυτή περιγράφεται στις αρχικές προτάσεις επικοινωνίας προτού λάβει χώρα η έναρξη των εργασιών από τους Ενάγοντες». Εκδόθηκαν δε από την Ενάγουσα τα τιμολόγια Τεκμήρια 3(α)-3(δ), τα οποία πληρώθηκαν από την Εναγόμενη, και ξεκίνησε η παροχή των υπηρεσιών από την Ενάγουσα. Σύμφωνα με την ΜΕ2, στα πλαίσια της συνεργασίας η ίδια ήταν παρούσα σε τακτικές συναντήσεις με την Εναγόμενη για τη συζήτηση της προόδου των εργασιών και για καθορισμό χρονοδιαγραμμάτων και μετά από κάθε συνάντηση η κα Λένα Βλάχου, που δεν εργάζεται πλέον στην Ενάγουσα εταιρεία, ετοίμαζε τα πρακτικά αυτής τα οποία αποστέλλονταν στην Εναγόμενη. Σχετικό με συνάντηση που έλαβε χώρα στις 2.3.2000 είναι το Τεκμήριο 4 που συνιστά, σύμφωνα με τη ΜΕ2, τα πρακτικά αυτής. Στη συνάντηση εκείνη, μεταξύ άλλων, είχε συμφωνηθεί το χρονοδιάγραμμα της φωτογράφισης και κινηματογράφησης σε Κύπρο και Αίγυπτο που θα γινόταν για σκοπούς της εταιρικής διαφημιστικής ταινίας, ενώ για αυτό το θέμα ανταλλάχθηκε μεταξύ των μερών και αλληλογραφία, Τεκμήρια 5 και
  4. Σε άλλη συνάντηση στις 22.3.2000 συζητήθηκε ο προγραμματισμός του ταξιδιού στην Αίγυπτο. Στην εν λόγω συνάντηση ήταν παρόντες και συνεργάτες της Ενάγουσας που θα συμμετείχαν στην όλη παραγωγή, όπως ο σκηνοθέτης, cameraman, παραγωγός και φωτογράφος. Το Τεκμήριο 7 συνιστά, σύμφωνα με τη ΜΕ2, τα πρακτικά της εν λόγω συνάντησης. Στις 11.4.2000 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στην οποία ήταν παρούσα η ΜΕ2 μαζί με τον ΜΥ1, όπου συζητήθηκε το θέμα των επαγγελματικών καρτών για εννέα στελέχη της Εναγόμενης εταιρείας και η εκτύπωση των επιστολόχαρτων. Το Τεκμήριο 9, σύμφωνα με την ΜΕ2, συνιστά τα πρακτικά της συνάντησης. Με επιστολή ημερομηνίας 3.10.2000, Τεκμήριο 10, η Εναγόμενη ζήτησε την ετοιμασία επαγγελματικής κάρτας για ακόμα ένα στέλεχος της. Η ΜΕ2 πρόσθεσε ότι δείγματα της επιστολογραφίας στάλθηκαν στην Εναγόμενη η οποία τα ενέκρινε και σχετικά είναι τα Τεκμήρια 14-
  5. Η ΜΕ2 συνέχισε τη μαρτυρία της αναφερόμενη σε συνάντηση ημερομηνίας 11.7.2000 στην οποία παρούσα ήταν η ίδια, η κα ΧΧΧ Βλάχου και ο ΜΥ
  6. Εκεί συζητήθηκε ξανά το θέμα της επιστολογραφίας και το χρονοδιάγραμμα παράδοσης της, το κείμενο του εταιρικού προφίλ της Εναγόμενης και διαφήμιση στον Χρυσό Οδηγό. Από την πλευρά της Ενάγουσας είχε γίνει παρατήρηση ότι συνεχείς αλλαγές που γίνονταν στα κείμενα του εταιρικού προφίλ από την Εναγόμενη καθυστερούσαν την όλη διαδικασία και ο ΜΥ1 «είχε υποσχεθεί κατά την εν λόγω συνάντηση ότι θα έκανε ότι ήταν δυνατόν για να αποφευχθεί αυτή η συμπεριφορά από τους ίδιους στο μέλλον». Το Τεκμήριο 19 συνιστά, κατά τη ΜΕ2, τα πρακτικά της συνάντησης, ενώ το Τεκμήριο 20 είναι αντίγραφο του δείγματος διαφήμισης στον Χρυσό Οδηγό που είχε αποσταλεί στην Εναγόμενη για έγκριση, η οποία δόθηκε με το Τεκμήριο
  7. Σε άλλη συνάντηση την 1.8.2000 με τους ίδιους συμμετέχοντες, συζητήθηκε το περιεχόμενο του εταιρικού προφίλ, η τοποθέτηση σε αυτό διάφορων φωτογραφιών και η διενέργεια αλλαγών που είχε ζητήσει η Εναγόμενη. Το Τεκμήριο 23 συνιστά, σύμφωνα με τη ΜΕ2, τα πρακτικά της συνάντησης. Ακολούθησε, σύμφωνα με την ΜΕ2, συνάντηση στις 31.8.2000 μεταξύ του ΜΥ1 και της κας ΧΧΧ Βλάχου, κατά την οποία παραδόθηκε προσχέδιο του εταιρικού προφίλ και συμφωνήθηκε χρονοδιάγραμμα για ανταλλαγή σχολίων και διαμόρφωση της τελικής του μορφής. Η ΜΕ2 δεν ήταν παρούσα σε εκείνη τη συνάντηση. Το Τεκμήριο 24 συνιστά, κατά την ΜΕ2, τα πρακτικά της εν λόγω συνάντησης. Η ΜΕ2 συνέχισε λέγοντας ότι η Εναγόμενη στην πορεία είχε ζητήσει κάποιες επιπρόσθετες υπηρεσίες οι οποίες ήταν εκτός του Τεκμηρίου 1 όπως την ετοιμασία ετικέτων κρασιού (wine stickers) και VHS covers, εργασία που η Ενάγουσα εκτέλεσε και η οποία εγκρίθηκε από την Εναγόμενη (Τεκμήρια 26 και 27). Σε σχέση με την εταιρική διαφημιστική ταινία η ΜΕ2 ανέφερε ότι στην πορεία της συνεργασίας εγκρίθηκε το σενάριο και ακολούθησε κινηματογράφηση και φωτογράφηση στην Κύπρο και Αίγυπτο. Στην Αίγυπτο είχε μεταβεί για 5 μέρες συνεργείο, μεταξύ των οποίων και η ΜΕ2, το οποίο συνόδευσε ο ΜΥ
  8. Ο ΜΥ1, είπε, «ήταν το πρόσωπο που καθόρισε τους χώρους τους οποίους θα κινηματογραφούσαμε και θα φωτογραφίζαμε. Μάλιστα είχε φροντίσει ο ίδιος να μας εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες εισόδου στις εγκαταστάσεις των πελατών των εναγόμενων στις οποίες είχαν κατασκευαστεί έργα από τους Εναγόμενους προκειμένου να γίνουν οι σχετικές λήψεις τόσο σε φωτογραφικό όσο και σε κινηματογραφικό επίπεδο.» Η φωτογράφιση και κινηματογράφηση στην Κύπρο έγιναν, σύμφωνα με την ΜΕ2, στην παρουσία υπαλλήλου της Εναγόμενης και διήρκησε 3 μέρες. Περιγράφοντας τη συνεργασία για την ετοιμασία της εν λόγω ταινίας, η ΜΕ2 ανέφερε ότι «θυμάμαι μάλιστα ότι υπήρχε μια άριστη συνεργασία και εκτίμηση της άποψης και εισηγήσεων τόσο των Εναγόντων όσο και των Εναγομένων κατά τη διάρκεια της φωτογράφησης και κινηματογράφησης.» Όταν το εταιρικό βίντεο είχε ετοιμαστεί έγινε παρουσίαση του προς τον ΜΥ1 στα γραφεία της εταιρείας παραγωγής και ο ΜΥ1»έμεινε πολύ ικανοποιημένος». Η ΜΕ2 ανέφερε επί αυτού κατά την κυρίως εξέταση της και ότι το περιεχόμενο της ταινίας είχε εγκριθεί από τον ΜΥ1, ότι συμπεριλάμβανε όλες τις σκηνές και εικόνες που ο ΜΥ1 είχε υποδείξει, περιλαμβανομένων εικόνων του προσωπικού εν ώρα εργασίας και εγκαταστάσεις από βιολογικούς σταθμούς. Το δε σενάριο (Τεκμήριο 40) και κείμενο εκφώνησης είχε ετοιμαστεί σε συνεργασία με τον ΜΥ
  9. Σε σχέση με το εταιρικό προφίλ της Εναγόμενης, η ΜΕ2 κατέθεσε ότι το κείμενο είχε ετοιμαστεί από λειτουργούς της Εναγόμενης και προωθήθηκε στην Ενάγουσα για επεξεργασία και για να ενταχθεί στις σελίδες του βιβλιαρίου. Μετά την ένταξη φωτογραφιών, έλεγχο σύνταξης, παρουσίασης κ.ο.κ. από την Ενάγουσα, το τελικό προφίλ (Τεκμήριο 39) εγκρίθηκε από τον ΜΥ1 και εκτυπώθηκε. Στην πορεία έγκρισης του τελικού κειμένου του εταιρικού προφίλ, ένα από τα προσχέδια που αντηλλάγησαν ήταν το Τεκμήριο 22 για το οποίο είχε ζητηθεί από την Εναγόμενη να επιβεβαιώσει ότι δεν υπήρχαν αλλαγές στο κείμενο ώστε να γίνει μετά ο τελευταίος έλεγχος, διορθώσεις και επεξεργασία από την Ενάγουσα. Το τελικό προσχέδιο ήταν το Τεκμήριο 25 το οποίο, σύμφωνα με την ΜΕ2, ο ΜΥ1 ενέκρινε υπογράφοντας κάθε σελίδα ενώ «στη σελίδα 4, ο κ Χατζηβασίλης έκανε κάποιες χειρόγραφες σημειώσεις για τις οποίες μου ανέφερε ότι δεν ήταν σίγουρος τι και αν έπρεπε να γραφτεί κάτω από τις φωτογραφίες που φαίνονται στη σελίδα 4 και μας έδωσε οδηγίες να το αποστείλουμε στην κα Κουρρή που τον ουσιώδη χρόνο ήταν οικονομικός διευθυντής των Εναγόμενων, προκειμένου να μας ενημερώσει για το τι ακριβώς επιθυμούσαν οι Εναγόμενοι να γραφτεί κάτω από τις εν λόγω φωτογραφίες.» Μετά από τηλεφωνική συνεννόηση με την κα Κουρρή, συνέχισε, έγιναν οι προσθήκες και αλλαγές που ζητήθηκαν και το έγγραφο προωθήθηκε για εκτύπωση. Πέραν των πιο πάνω η ΜΕ2 πρόσθεσε ότι την περίοδο από Ιανουάριο 2000 μέχρι και τον Δεκέμβριο 2000 η ίδια είχε παραστεί σε αριθμό συναντήσεων αλλά και σε αριθμό τηλεφωνικών συνδιαλέξεων με την Εναγόμενη. Σε καμία τηλεφωνική συνδιάλεξη αμφισβητήθηκε ότι οι υπηρεσίες που παρείχε η Ενάγουσα είχαν ζητηθεί από την Εναγόμενη, ενώ η Εναγόμενη δεν εξέφρασε διαφωνία για το κόστος των εργασιών. Για την οικονομική διαφορά που προέκυψε με την Εναγόμενη η ΜΕ2 ανέφερε σχετικά ότι «.αρκετά από τα τιμολόγια που εκκρεμούν [Τεκμήρια 28

(1)-28(κ)]. είχαν εκδοθεί και παραδοθεί στους Εναγόμενους κατά τον χρόνο που λάμβαναν χώρα οι εν λόγω συναντήσεις μας και σε καμία συνάντηση δεν αμφισβήτησαν τα ποσά που τιμολογήθηκαν». Συνεχίζει λέγοντας ότι τα ποσά ήταν συμφωνημένα και αυτός είναι ο λόγος που η Ενάγουσα συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της παρά το γεγονός ότι εκκρεμούσαν τιμολόγια απλήρωτα και αυτός είναι ο λόγος που η Ενάγουσα επωμίσθηκε έξοδα τρίτων (φωτογράφων, τυπογράφων κτλ) τα οποία πλήρωσε για λογαριασμό της Εναγόμενης. Πρόσθεσε ακόμα ότι εκ των εργασιών που περιγράφονται στις αρχικές προτάσεις επικοινωνίας, Τεκμήριο 1, οι μόνες που δεν διεκπεραιώθηκαν αφορούσαν την δημιουργία γενικού ενημερωτικού φυλλαδίου (general leaflet) καθώς και το incentive trip για τα οποία η Εναγόμενη με προφορικές οδηγίες της ζήτησε να μην παρασχεθούν. Οι υπόλοιπες υπηρεσίες του Τεκμηρίου 1, ανέφερε η μάρτυρας, προσφέρθηκαν «σύμφωνα με τις οδηγίες των Εναγομένων, έτυχαν της έγκρισης των Εναγομένων και ήταν εξαιρετικής ποιότητας και ήταν της απόλυτης αρεσκείας των Εναγομένων». Κατά την αντεξέταση της ΜΕ2 αμφισβητήθηκε ότι η Εναγόμενη, μέσω του διευθυντή της ΜΥ1, στη συνάντηση που έλαβε χώρα στις 28.1.2000, είχε συμφωνήσει σε συγκεκριμένες χρεώσεις και ποσά που αναγράφονται στο Τεκμήριο 1. Η ΜΕ2 διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι οι χρεώσεις έγιναν αποδεκτές και στη βάση της αποδοχής είχαν εκδοθεί τα τιμολόγια που αφορούσαν τις προκαταβολές για τις επιμέρους υπηρεσίες, Τεκμήρια 3(α)-3(δ), τα οποία και πληρώθηκαν από την Εναγόμενη. Ο συνήγορος της Εναγόμενης υπέδειξε στη ΜΕ2 ότι τα τιμολόγια, Τεκμήρια 3(α)-3(δ), που πληρώθηκαν από την Εναγόμενη, όλα αναφέρονται σε προκαταβολή 50% του «υπολογιζόμενου κόστους». Έθεσε στη μάρτυρα ότι αυτό δεικνύει ότι δεν υπήρχε συμφωνημένη χρέωση για την κάθε επιμέρους υπηρεσία. Η ΜΕ2 απάντησε ότι τα τιμολόγια αφορούσαν το 50% του κόστους που η Ενάγουσα εκτιμούσε ότι θα κόστιζε η κάθε εργασία και η προκαταβολή του 50% βασίστηκε σε υπολογισμό που έκανε η Ενάγουσα βάση της εμπειρίας της. Τέθηκε τότε στην ΜΕ2 ότι εάν υπήρχε πράγματι συμφωνία για την κάθε χρέωση τότε μπορούσε να εκδοθεί τιμολόγιο προκαταβολής για το 50% της «συμφωνημένης χρέωσης» αντί «υπολογιζόμενης». Η ΜΕ2 διαφώνησε και επέμενε στην προηγούμενη θέση της. Η ΜΕ2 υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 1 καταγράφει με σαφήνεια την αμοιβή της Ενάγουσας και η οποιαδήποτε αναπροσαρμογή του τελικού κόστους θα οφειλόταν ενδεχομένως στα έξοδα τρίτων τα οποία δεν μπορούσαν να καθοριστούν με ακρίβεια στο αρχικό στάδιο αλλά θα διαμορφώνονταν στην πορεία ανάλογα με τις ποσότητες και ποιότητες υλικών που θα επέλεγε τελικά η Εναγόμενη. Δέχτηκε ότι στο Τεκμήριο 1 περιλαμβανόταν πρόνοια για χρέωση 15% επί του ποσού των εξόδων τρίτων, ποσοστό που αντικατόπτριζε, όπως εξήγησε, την «επίβλεψη πάνω στα έξοδα τρίτων.» Επέμενε ότι το ποσοστό αυτό δεν διαφοροποιούσε, ούτε αναιρούσε τη συμφωνία επί των χρεώσεων. Ανέφερε, επίσης, ότι η διαφοροποίηση στις τελικές χρεώσεις τιμολογίων από εκείνες που αναγράφονται στο Τεκμήριο 1 είναι πολύ μικρή. Σε σχέση με την εταιρική διαφημιστική ταινία, η ΜΕ2 ανέφερε ότι εξαιτίας κάποιων καθυστερήσεων που παρατηρήθηκαν στην ολοκλήρωση της συγκεκριμένης εργασίας η Ενάγουσα αποφάσισε να μην χρεώσει ολόκληρο το ποσό της αμοιβής που την αφορούσε. Ήταν, είπε, απόφαση της διοίκησης με την οποία η ίδια διαφώνησε, γιατί η εργασία που είχε γίνει ήταν «άψογη» και ο ΜΥ1 ήταν «πλήρως ικανοποιημένος». Τέθηκε στη ΜΕ2 ότι οι υπηρεσίες που αφορούσαν την εν λόγω ταινία δεν έχουν παρασχεθεί, η ταινία δεν έχει παραδοθεί και επομένως, η Εναγόμενη δικαιούται σε επιστροφή του ποσού που πλήρωσε σε σχέση με αυτήν. Η ΜΕ2 διαφώνησε ότι δεν έγινε η εργασία ή ότι ήταν υποδεέστερης ποιότητας. Υποστήριξε ότι η ταινία είχε ολοκληρωθεί, με βάση της υποδείξεις και οδηγίες της Εναγόμενης, ότι είναι ικανοποιητικής και επαρκούς ποιότητας και ότι η Εναγόμενη την αποδέχτηκε. Τέθηκε στη ΜΕ2 ότι από διάφορα Τεκμήρια που έχουν παρουσιαστεί, μεταξύ αυτών τα Τεκμήρια 4 και 25, φαίνεται ότι γίνονταν συνεχείς παρατηρήσεις από την Εναγόμενη σε σχέση με το περιεχόμενο κειμένων, ζητούνταν διορθώσεις τυπογραφικών, συντακτικών και ορθογραφικών και εκφράζονταν διάφορα παράπονα σε σχέση με το περιεχόμενο, διαρρύθμιση και κείμενα διαφημιστικού υλικού. Η ΜΕ2 αρνήθηκε ότι αυτά ήταν ενδεικτικά κακής ποιότητας εργασίας από μέρους της Ενάγουσας. Υποστήριξε ότι ήταν αποτέλεσμα κακής εσωτερικής συνεννόησης της Εναγόμενης, ότι τα κείμενα είχαν παρασχεθεί από την ίδια την Εναγόμενη και δεν είχαν συνταχθεί από την Ενάγουσα ενώ υποστήριξε ότι η καθυστέρηση και ανταλλαγή πολλών προσχεδίων οφειλόταν στο ότι δεν υπήρχε εσωτερική ομοφωνία και καλή συνεργασία μεταξύ στελεχών της ίδιας της Εναγόμενης με αποτέλεσμα να μην δίνονται οι ορθές οδηγίες στην Ενάγουσα. Τέλος, όταν η ΜΕ2 ερωτήθηκε γιατί η Ενάγουσα περίμενε 10 χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα για να κινήσει την παρούσα αγωγή, απάντησε «έχουμε μεγάλη υπομονή γι' αυτό». Αυτά σε σχέση με τη μαρτυρία της ΜΕ2. Τα Τεκμήρια 1-35, σε κάποια από τα οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τον πρώτο μάρτυρα για την πλευρά της Ενάγουσας, κ. ΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΕ1), κατά τη διάρκεια της δικής του μαρτυρίας. Ο ΜΕ1 είναι ο οικονομικός διευθυντής και υπεύθυνος λογιστηρίου της Ενάγουσας εταιρείας. Πέραν από την παρουσίαση των εν λόγω εγγράφων, μεγάλο μέρος της κυρίως εξέτασης του ΜΕ1 αφορούσε σχολιασμό του περιεχομένου των εγγράφων. Το υπόλοιπο συνίστατο σε αναφορές επί γεγονότων για τα οποία έτυχε ενημέρωσης και πληροφορήθηκε από άλλα άτομα. Σημειώνω ότι ο ΜΕ1 εργοδοτήθηκε στην Ενάγουσα περί τα 3 χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα για τα οποία δεν έχει άμεση ή προσωπική γνώση, ούτε προσωπική εμπλοκή. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, τα όσα σχετικά ο ΜΕ1 κατέθεσε συμπίπτουν εν πολλοίς με τη μαρτυρία της ΜΕ2 και, προς αποφυγή επανάληψης, δεν θα επεκταθώ περαιτέρω. Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 σημειώνω ότι παρουσίασε αντίγραφα τιμολογίων, Τεκμήρια 3(α)-3(ε) τα οποία είχαν εκδοθεί από την Ενάγουσα και τα οποία πληρώθηκαν από την Εναγόμενη. Ανέφερε ότι οι μόνες υπηρεσίες που περιγράφονται στο Τεκμήριο 1 και δεν παρασχέθηκαν ήταν η δημιουργία γενικού ενημερωτικού φυλλαδίου (general leaflet) για το οποίο εκδόθηκε πιστωτική σημείωση σε σχέση με την προκαταβολή που είχε πληρωθεί από την Εναγόμενη. Δεν πραγματοποιήθηκε επίσης το incentive trip στο οποίο γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 1. Πρόσθεσε ότι περάν από τις υπηρεσίες που αναγράφονται στο Τεκμήριο 1, η Εναγόμενη ζήτησε στην πορεία, ήτοι Απρίλιο, Ιούλιο και Οκτώβριο 2000, την παροχή επιπρόσθετων υπηρεσιών. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε σε σχεδιασμό και δημιουργία σκληρών φακέλων ταξινόμησης (box files), σχεδιασμό και δημιουργία ετικέτων κρασιού (wine labels), δημιουργία VHS cover σε σχέση με το εταιρικό διαφημιστικό βίντεο της Εναγόμενης και τοποθέτηση διαφήμισης στον Χρυσό Οδηγό. Επιπρόσθετα, ο ΜΕ1 παρουσίασε αριθμό τιμολογίων τα οποία συνιστούν και το αντικείμενο της απαίτησης. Ανέφερε ότι αυτά εκδόθηκαν στην πορεία της συνεργασίας και αφορούν όλες τις παρασχεθείσες υπηρεσίες που δεν έχουν πληρωθεί. Αντίγραφα των εν λόγω τιμολογίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 28(α)-28(κ). Παρουσίασε επίσης κατάσταση λογαριασμού την οποία τηρούσε η Ενάγουσα και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 29. Ανέφερε ότι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού είχε αποσταλεί στην Εναγόμενη με επιστολή ημερομηνίας 18.4.2002, με την οποία ζητείτο εξόφληση των τιμολογίων (Τεκμήριο 30) ενώ ακολούθησε και δεύτερη επιστολή ημερομηνίας 30.3.2010 (Τεκμήριο 32) πριν την έγερση της αγωγής. Κατάσταση λογαριασμού είχε αποσταλεί, σύμφωνα με τον ΜΕ1, και προηγουμένως στην Εναγόμενη, στις 20.9.2000, μαζί με συνοδευτική επιστολή (Τεκμήριο 31) μετά από δική του παράκληση. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ανέφερε ότι τα έγγραφα που παρουσίασε βρίσκονται στα αρχεία της εταιρείας αλλά δεν έχουν συνταχθεί από τον ίδιο. Τα μόνα έγγραφα που ο ίδιος ετοίμασε είναι καταστάσεις πληρωμών, τιμολογίων και χρεώσεων τρίτων προσώπων, Τεκμήρια 33 και 34, για την ετοιμασία των οποίων βασίστηκε στο Τεκμήριο 1 και στα εκδοθέντα τιμολόγια. Σε σχέση με τα τιμολογημένα ποσά, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η πρακτική της Ενάγουσας ήταν όπως οι χρεώσεις που αφορούν έξοδα τρίτων, πχ. τυπογράφων, να πληρώνονται από την Ενάγουσα εκ μέρους του πελάτη και στη συνέχεια οι χρεώσεις αυτές να τιμολογούνται στον πελάτη. Αυτό συνέβη, σύμφωνα με τον ΜΕ1, και στην παρούσα περίπτωση. Για την εταιρική διαφημιστική ταινία, ο ΜΕ1, ερωτώμενος σχετικά, ανέφερε ότι τα έξοδα τρίτων τα οποία πλήρωσε η Ενάγουσα εκ μέρους της Εναγόμενης ανέρχονταν σε Λ.Κ.10.821 και ότι από την Εναγόμενη είχε εισπράξει Λ.Κ.5.400 σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπηρεσία. Όταν ερωτήθηκε από το συνήγορο της Εναγόμενης γιατί με την αγωγή η Ενάγουσα δεν διεκδικεί οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με την ταινία, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι μετά που είχαν διασαλευτεί οι σχέσεις αποφασίστηκε να γίνει έκπτωση στον πελάτη και δεν τιμολογήθηκε οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό σε σχέση με την ταινία, πέραν του ποσού που η Εναγόμενη είχε ήδη πληρώσει. Στα πλαίσια της αντεξέτασης υποδείχθηκαν επίσης στον ΜΕ1 διάφορα σημεία στο τελικό προσχέδιο του εταιρικού προφίλ, Τεκμήριο 22, και συμφώνησε ότι παρουσιάζουν ορθογραφικά, συντακτικά ή γραμματικά λάθη. Σε σχέση με την καθυστέρηση 10 ετών από τα επίδικα γεγονότα μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτό είναι θέμα που αφορά τη διοίκηση της Ενάγουσας εταιρείας. Για την πλευρά της Εναγόμενης, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ. ΧΧΧ Χατζηβασίλης, διευθυντής και κύριος μέτοχος της εταιρείας (ΜΥ1), η οποία ασχολείται με την εγκατάσταση βιολογικών σταθμών επεξεργασίας λυμάτων σε ξενοδοχεία, κυβερνητικά κτίρια και άλλες βιομηχανικές μονάδες στην Κύπρο και το εξωτερικό. Ο ΜΥ1 συνέχισε λέγοντας ότι ήρθε σε επαφή με την Ενάγουσα γιατί επιθυμούσε την ετοιμασία διαφημιστικού υλικού για την εταιρεία στην Αγγλική γλώσσα, με σκοπό την προώθηση των εργασιών της εταιρείας στο εξωτερικό. Ο ΜΥ1 περιέγραψε τη συνεργασία με την Ενάγουσα ως προβληματική λόγω πολλών λαθών που γίνονταν από την πλευρά της Ενάγουσας αλλά και γιατί υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην παροχή των υπηρεσιών. Ειδικότερα, ενώ είχε συμφωνηθεί ότι οι εργασίες θα ολοκληρώνονταν μέχρι το τέλος Μαΐου 2000 τελικά αυτό δεν έγινε. Συνέχισε λέγοντας ότι για τα λάθη και καθυστερήσεις είχε παραπονεθεί πολλές φορές στην διευθύντρια κα ΧΧΧ Βλάχου και στην ΜΕ2 ενώ είχε προσπαθήσει να συναντηθεί και με την ιδιοκτήτρια της εταιρείας η οποία απέφευγε να τον συναντήσει. Σε σχέση με την απαίτηση της Ενάγουσας, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν συμφώνησε ούτε ο ίδιος, ούτε οποιοσδήποτε άλλος εκ μέρους της Εναγόμενης συγκεκριμένη αμοιβή για τις υπηρεσίες της Ενάγουσας και ειδικότερα, δεν συμφώνησε στις χρεώσεις του Τεκμηρίου 1 το οποίο ποτέ δεν διάβασε, όπως ανέφερε. Για τη συνάντηση στις 28.1.2000, ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι ουδέποτε συμφώνησε κατά τη διάρκεια αυτής ότι θα πληρώσει η Εναγόμενη τα ποσά του Τεκμηρίου 1. Πρόσθεσε ότι ζητούσε τακτικά να του δοθεί αναλυτική προσφορά για το κόστος κάθε υπηρεσίας όμως δεν του δόθηκε ποτέ. Ζητούσε επίσης να συμφωνηθούν γραπτώς τα ποσά των υπηρεσιών όμως ούτε αυτό έγινε. Συνέχισε λέγοντας ότι ο λόγος που η Εναγόμενη δεν πλήρωσε τα τιμολόγια Τεκμήρια 28(α)-28(κ) είναι γατί αφορούν ποσά που δεν είχαν συμφωνηθεί, που ήταν υπερβολικά αλλά και λόγω των πολλών παραπόνων που είχε η Εναγόμενη σε σχέση με την ποιότητα των υπηρεσιών και του τελικού προϊόντος. Παρουσίασε αντίγραφα κάποιων εκ των τιμολογίων αυτών (Τεκμήριο 42) στα οποία αναγράφεται ότι δεν είναι αποδεκτά και επιστράφηκαν πίσω στην Ενάγουσα από την κα ΧΧΧ Κούρρη, τότε διευθύντρια της Εναγόμενης. Σε σχέση με το εταιρικό προφίλ, ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι λόγω των συνεχών προβλημάτων με τη διαμόρφωση του, τον Ιούνιο 2000 η τότε διευθύντρια της Εναγόμενης εταιρείας κα ΧΧΧ Κούρρη συνέταξε και απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 36 στην οποία καταγράφονται παρατηρήσεις και λάθη στο εταιρικό προφίλ που είχε ετοιμαστεί από την Ενάγουσα. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι είχε εγκρίνει το εταιρικό προφίλ υποστηρίζοντας ότι οι μονογραφές του και οι καταγραφές «ελέγχθηκε και εγκρίθηκε» στο προσχέδιο Τεκμήριο 25 αφορούν μόνο τις συγκεκριμένες σελίδες στις οποίες καταγράφονται και όχι ολόκληρο το έγγραφο. Σε σχέση με την εταιρική διαφημιστική ταινία, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι τόσο το περιεχόμενο όσο και η ποιότητα της ήταν «πολύ φτωχή» και η Ενάγουσα σταμάτησε την εργασία σε σχέση με αυτή και δεν χρέωσε το υπόλοιπο. Αρνήθηκε ότι είχε εγκρίνει το περιεχόμενο της ταινίας όταν προβλήθηκε στο στούντιο συνεργάτη της Ενάγουσας. Αντίθετα, στη συνάντηση εκείνη, είπε, είχε θυμώσει τόσο που «εγκατέλειψα την αίθουσα προβολής φωνάζοντας ότι δεν εγκρίνω την ταινία και δεν θέλω να συνεχίσουν να την κάνουν». Υποστήριξε ότι επειδή η ταινία δεν έγινε αποδεχτή, γι' αυτό δεν έγινε άλλη χρέωση σε σχέση με αυτή από την Ενάγουσα. Η Εναγόμενη, όμως, είχε πληρώσει αρχικά ποσό Λ.Κ.5.400 πλέον Φ.Π.Α. για την ταινία το οποίο ανταπαιτεί αφού η ταινία δεν παραδόθηκε ποτέ με αποτέλεσμα το ποσό αυτό να έχει δοθεί άνευ ανταλλάγματος. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είχε δει το Τεκμήριο 1 όταν είχε αποσταλεί από την Ενάγουσα τον Ιανουάριο 2000 αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο περιεχόμενο. Αναγνώρισε ότι οι υπηρεσίες που είχαν ζητηθεί από την Ενάγουσα περιλαμβάνονται στο έγγραφο όμως, δεν θεώρησε, είπε, ότι ήταν ένα σημαντικό έγγραφο στο οποίο έπρεπε να δώσει σημασία. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του επί του Τεκμηρίου 1, ο ΜΥ1 πρόσθεσε ότι «Ουδέποτε το διαβάσαμε αυτό, ουδέποτε το συμφωνήσαμε, ουδέποτε ασχοληθήκαμε με αυτές τις σελίδες, παίρναμε το τιμολόγιο, πληρώσαμε τις προκαταβολές για να προχωρήσει το διαφημιστικό φυλλάδιο. Δεν μπαίναμε σε τέτοιες λεπτομέρειες. Δεν το εγκρίναμε, δεν το μελετήσαμε.» Σε σχέση με τα τιμολόγια Τεκμήρια 3(α)-3(ε), ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο ίδιος είχε δώσει εντολή για πληρωμή τους χωρίς όμως να αναρωτηθεί πως προέκυψαν τα ποσά των εν λόγω τιμολογίων. Όταν η συνήγορος της Ενάγουσας επέμενε σε σχέση με τα ποσά των τιμολογίων που περιγράφονται ως «downpayment approximately 50% of the total estimated cost», ο ΜΥ1 ανέφερε ότι «βιαζόμασταν πάρα πολύ να πάρουμε το διαφημιστικό υλικό. Θεώρησα σωστό να υπογράψω τις πληρωμές που ήταν οι προκαταβολές. Βιαζόμασταν να πάρουμε το διαφημιστικό φυλλάδιο και όλο το υλικό που είχαμε συμφωνήσει. Η προσπάθεια μας ήταν το ταχύτερο δυνατό να προχωρήσουμε και να πάρουμε το διαφημιστικό υλικό. Ειδικά εκείνην την περίοδο γιατί αρχίζαμε εργασίες στη Ρουμανία και χρειαζόμουν κατ' επείγον αυτό το υλικό.» Συνέχισε αναφέροντας ότι του είχαν φανεί υψηλές οι χρεώσεις όμως λόγω της πίεσης του χρόνου αποφάσισε να πληρώσει. Ζητούσε όμως, είπε, «να μου δώσουν μιαν ολική προσφορά η οποία να υπογραφτεί και από τα δύο μέρη, να γίνει ένα συμβόλαιο και η απάντηση που έπαιρνα από την κυρία Βλάχου είναι «η εταιρεία μας δεν δουλεύει με τέτοιον τρόπο.» Τέθηκε στον ΜΥ1 ότι συνιστούν αντίφαση από τη μια τα όσα αναφέρει περί μη ύπαρξης συμφωνίας με την Ενάγουσα και από την άλλη η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης περί τερματισμού της συνεργασίας λόγω παράβασης της από την Ενάγουσα. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι υπάρχει αντίφαση. Υποστήριξε ότι είχε συμφωνηθεί η ετοιμασία συγκεκριμένου διαφημιστικού υλικού από την Ενάγουσα εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Όμως εκ των προτέρων συμφωνία σε σχέση με το ύψος των πληρωτέων ποσών δεν υπήρξε. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2, ο ΜΥ1 συμφώνησε ότι αυτά που καταγράφει είναι τα όσα συζητήθηκαν κατά τη συνάντηση στις 28.1.2000 και γι' αυτό προχώρησε και πλήρωσε τα αρχικά τιμολόγια, Τεκμήρια 3(α)-3(δ). Τέθηκε επίσης στο μάρτυρα ότι τα τιμολόγια Τεκμήρια 28(α)-28(κ) συνάδουν με το Τεκμήριο 1 και η μόνη διαφοροποίηση προκύπτει από και αφορά τις χρεώσεις τρίτων προσώπων. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν έλαβε ποτέ τιμολόγια τρίτων που είχαν συμπεριληφθεί στις χρεώσεις της Ενάγουσας. Τέθηκε στον ΜΥ1 ότι η επιστολογραφία που είχε ετοιμαστεί από την Ενάγουσα εγκρίθηκε από την Εναγόμενη (Τεκμήριο 17). Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι και σε σχέση με αυτήν υπήρχαν σοβαρά προβλήματα και παρέπεμψε στα Τεκμήρια 36 και 13. Ανέφερε ότι δεν πληρώθηκε η επιστολογραφία γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε, εξαιτίας των λαθών που υπήρχαν σε αυτή. Συγκεκριμένα είπε «.λέω σας ότι το e-mail που έστειλα ήταν διαφορετικό από αυτό που τυπώθηκε». Τέθηκε στον ΜΥ1 ότι η όποια καθυστέρηση οφειλόταν σε κακή εσωτερική συνεννόηση μεταξύ των λειτουργών της Εναγόμενης. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε αναφέροντας ότι «το πρόβλημα το μεγάλο ήταν ότι δεν είχαμε την κατάλληλη υποστήριξη από τους Ενάγοντες στην προετοιμασία όλου του διαφημιστικού υλικού που αναμέναμε. Υπήρχε απ' ότι θυμάμαι πολύ δύσκολη και χαώδης κατάσταση την περίοδο εκείνη στα γραφεία του Ενάγοντα. Ήταν πολύ δύσκολη η επικοινωνία, γι' αυτό παρουσιάζονταν και τα λάθη και τα προβλήματα που περιγράψαμε και θα περιγράψουμε. Το ότι δεν προχωρούσαν οι εργασίες δεν ήταν ευθύνη δική μας. Υπήρξε η όλη η καθυστέρηση αλλά δεν είναι ευθύνη δική μας.» Σε σχέση με το διαφημιστικό φυλλάδιο ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να εγκριθεί γιατί ήταν γεμάτο λάθη, ειδικά στην Αγγλική γλώσσα. Όταν του τέθηκε ότι το κείμενο του φυλλαδίου είχε ετοιμαστεί από την Εναγόμενη ο ΜΥ1 απάντησε ότι «συντάξαμε κάποιο κομμάτι και το δίναμε για να βελτιωθεί. Δεν έχουμε εμείς ειδικούς για διαφήμιση στην εταιρεία μας για να το γράψουμε σωστά. Αναμέναμε από τους Ενάγοντες να το γράψουν σωστά». Σε σχέση με το τελικό φυλλάδιο ο ΜΥ1 υπέδειξε αρκετά σημεία όπου ανέφερε ότι υπάρχουν λάθη στο κείμενο. Επέμενε ότι η ορθή σύνταξη του κειμένου στην Αγγλική γλώσσα ήταν ευθύνη της Ενάγουσας και όχι της Εναγόμενης η οποία είχε δώσει όση κατεύθυνση μπορούσε σε σχέση με το κείμενο. Αντεξεταζόμενος, σε σχέση με την εταιρική διαφημιστική ταινία, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο ίδιος είχε συνοδεύσει την ομάδα στην Αίγυπτο και στους χώρους όπου έγινε η φωτογράφηση και κινηματογράφηση όμως η εργασία εκείνη δεν ολοκληρώθηκε ποτέ γιατί δεν έμεινε ευχαριστημένος από την ποιότητα της ταινίας. Όταν αυτή προβλήθηκε στα γραφεία των συνεργατών της Ενάγουσας, ανέφερε συγκεκριμένα ότι «Η αγγλική προφορά ήταν πολύ κακή. Η εικόνα που παίζει δεν είναι αυτή που θέλαμε και το κείμενο δεν είχε σχέση σε ορισμένες περιπτώσεις με την εικόνα που προβάλλετουν» Υποστήριξε ότι η ταινία δεν παραλήφθηκε ποτέ και ότι η Εναγόμενη στο τέλος προχώρησε με νέο διαφημιστικό βίντεο μέσω άλλης διαφημιστικής εταιρείας. Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν πλήρωσε η Εναγόμενη εταιρεία τα επίδικα τιμολόγια, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι «έδωσα οδηγίες το 2000 να σταλούν όλες οι επιστολές πίσω όταν είδαμε την κατάσταση που επικρατούσε. Δεν πήραμε την ταινία, τα φυλλάδια, δεν μπορούσαμε να τα χρησιμοποιήσουμε». Ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι η Εναγόμενη είχε παραλάβει τις ετικέτες κρασιού (wine labels) όμως δεν πλήρωσε το σχετικό τιμολόγιο προσθέτοντας ότι «Πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν ότι πληρώσαμε χρήματα και δεν πήραμε την ταινία και το φυλλάδιο ορθά γραμμένο, να είναι με την ορθή περιγραφή. Μπορείτε να τα πάρετε από τα χρήματα των προκαταβολών». Τελικές αγορεύσεις. Όταν ολοκληρώθηκε η παρουσίαση της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς υποστήριξαν τις θέσεις των αντιδίκων εκατέρωθεν στις τελικές τους αγορεύσεις. Έχω μελετήσει τα όσα ανέφεραν καθώς και τη νομολογία στην οποία παρέπεμψαν. Αναφορά σε κάποια επιμέρους επιχειρήματα γίνεται κατωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως επιτάσσει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα, όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Να προσθέσω ότι έχω μελετήσει το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια στα πλαίσια της ακρόασης. Ξεκινώ την αξιολόγηση της μαρτυρίας από τον ΜΕ1. Πέραν των εγγράφων που ο συγκεκριμένος μάρτυρας παρουσίασε, επί των γεγονότων που αφορούν τα επίδικα θέματα κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν βοηθητική. Πρόκειται για πρόσωπο χωρίς άμεση γνώση των γεγονότων. Κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν καν στην υπηρεσία της Ενάγουσας. Η εργοδότηση του στην Ενάγουσα ξεκίνησε περί τα 3 χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα. Επομένως, όλα όσα κατέθεσε σε σχέση με γεγονότα συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία. Ασφαλώς, το ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία δεν σημαίνει ότι δεν είναι αποδεκτή ή ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Όμως, κατά την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας και όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει την αποδεικτική αξία που θα της αποδώσει, πρέπει να συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που την περιβάλλουν. Ο ΜΕ1 δεν εξήγησε από ποια πρόσωπα είχε λάβει τις πληροφορίες του σε σχέση με τα γεγονότα. Δεν μπορεί επομένως να εξακριβωθεί εάν η μαρτυρία του είναι πρώτου βαθμού εξ ακοής ή ακόμα πιο απομακρυσμένη από τις αρχικές δηλώσεις ή την πρωτογενή μαρτυρία. Δεν εξήγησε επίσης πότε έλαβε τις πληροφορίες του και δεν γνωρίζω εάν περιήλθαν σε γνώση του αμέσως μετά την πρόσληψη του, τρία χρόνια περίπου μετά τα γεγονότα, ή εάν ήρθαν σε γνώση του μεταγενέστερα - υπενθυμίζω ότι μεταξύ της μαρτυρίας του και των επίδικων γεγονότων μεσολάβησαν περί τα 18 χρόνια. Συνεπώς δεν μπορώ να εκτιμήσω εάν και πως μπορεί να επηρεάστηκε η μνήμη του προσώπου από το οποίο έλαβε πληροφορίες για τα γεγονότα που κατέθεσε. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι δεν θα ήταν ασφαλές να αποδεχτώ τη μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με τα γεγονότα και να βασιστώ σε αυτή για την κατάληξη σε ευρήματα. Όχι διότι πρόκειται για μάρτυρα αναξιόπιστο αλλά γιατί τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο δεν μου επιτρέπουν να της αποδώσω τα εχέγγυα της εγκυρότητας, ακεραιότητας και πιστότητας που κρίνω ότι πρέπει να χαρακτηρίζουν εξ ακοής μαρτυρία πριν αποδοθεί σε αυτήν ουσιαστική αποδεικτική αξία και βαρύτητα. Προχωρώ στην ΜΕ2. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της στάθηκα ιδιαίτερα στο περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, σε συνάρτηση με τα όσα κατέθεσε δια ζώσης στις ερωτήσεις που της είχαν υποβληθεί τόσο από τη συνήγορο της Ενάγουσας όσο και κατά την αντεξέταση. Ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση, στάθηκα στον τρόπο με τον οποίο απαντούσε στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, τον αυθορμητισμό και φυσικότητα με την οποία απαντούσε, την όλη στάση της κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, την εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας της, τον τρόπο που αντιμετώπιζε το συνήγορο της Εναγόμενης και τις αντιδράσεις της προς αυτόν. Σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα αυτά, σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο των διαφόρων τεκμηρίων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για μάρτυρα που προσπάθησε συνειδητά και επί σκοπού να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να παραποιήσει γεγονότα. Όμως, φάνηκε ότι η αισθηματική φόρτιση που της δημιούργησε το γεγονός ότι είχε άμεση εμπλοκή με τα γεγονότα, η επιθυμία της να βοηθήσει την υπόθεση της Ενάγουσας στην οποία εργάζεται εδώ και δεκαετίες σε σημαντική και υπεύθυνη θέση καθώς και η ειλικρινής, θεωρώ, αντίληψη της ότι η Ενάγουσα έχει αδικηθεί από την συμπεριφορά της Εναγόμενης και του ΜΥ1, επηρέασαν την αντικειμενικότητα της. Υπάρχουν κάποιες ουσιαστικές αδυναμίες σε ορισμένα σημεία της στη μαρτυρίας της που δεν μου επιτρέπουν να τη δεχτώ στην ολότητα της. Ειδικότερα, θεωρώ ότι οι αναφορές της στην αρχή της γραπτής της δήλωσης στα όλα έλαβαν χώρα κατά την πρώτη συνάντηση με τον ΜΥ1 στις 28.1.2000, δεν συνιστούν πιστή μεταφορά των όσων πράγματι είχαν συμβεί. Ανέφερε στο συγκεκριμένο σημείο της γραπτής της δήλωσης ότι κατά τη συνάντηση εκείνη ο ΜΥ1 είχε ρητά αποδεχτεί και συμφώνησε με τις χρεώσεις και τα ποσά των αρχικών προτάσεων επικοινωνίας, Τεκμήριο 1. Όμως, αυτό δεν συνάδει με το περιεχόμενο των πρακτικών της εν λόγω συνάντησης, Τεκμήριο 2, όπου δεν γίνεται αναφορά σε τέτοια συμφωνία. Δεν συνάδει επίσης και με τα όσα ανέφερε αντεξεταζόμενη για αυτό το θέμα - παραθέτω πιο κάτω στην απόφαση μου συγκεκριμένες σχετικές στιχομυθίες με το συνήγορο της Εναγόμενης. Θεωρώ ότι η γνήσια και αληθινή μαρτυρία της επί αυτού του ζητήματος ήταν η αυθόρμητη μαρτυρία που έδωσε αντεξεταζόμενη και όχι τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές σε διάφορα σημεία της γραπτής της δήλωσης στην εταιρική διαφημιστική ταινία και εταιρικό προφίλ αλλά και στο όλο διαφημιστικό υλικό που παρείχε η Ενάγουσα. Στη γραπτή της δήλωση επαναλαμβάνει σε διάφορα σημεία ότι ήταν άριστης ποιότητας, εγκρίθηκαν από την Εναγόμενη, ότι ο ΜΥ1 έμεινε πλήρως ικανοποιημένος. Αυτό όμως δεν συνάδει με το περιεχόμενο διαφόρων τεκμηρίων. Αναφέρομαι σε διάφορα προσχέδια κειμένων, αλληλογραφία και πρακτικά συναντήσεων που κατατέθηκαν από τα οποία προκύπτει μια εικόνα «αντιπαράθεσης» με εκατέρωθεν παράπονα για καθυστερήσεις, εκατέρωθεν δυσκολία στην επικοινωνία, ασυνεννοησία, προσπάθειες εξομάλυνσης προβλημάτων καθώς και προσπάθειες εκτόνωσης έντασης σε κάποιες περιπτώσεις. Η εικόνα που η ΜΕ2 παρουσίασε στην γραπτή της δήλωση για ομαλή και αρμονική συνεργασία της με τον ΜΥ1, επίσης δεν συνάδει απόλυτα με την εικόνα που προέκυψε κατά την αντεξέταση της. Από την αντεξέταση διέκρινα ότι πρόκειτο για μια επαγγελματική σχέση που, ενώ ξεκίνησε ομαλά, εξελίχθηκε σε «αντιπαραθετική», με αμυντική ίσως διάθεση στην πορεία από την πλευρά της ΜΕ2, ενώ η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών διαβρώθηκε και η ένσταση αυξήθηκε. Για να δώσω ένα πιο συγκεκριμένο παράδειγμα, η αναφορά της ΜΕ2 ότι ο ΜΥ1 έμεινε πλήρως ικανοποιημένος από την εταιρική διαφημιστική ταινία την οποία περιέγραψε ως άψογη, δεν συνάδει με το γεγονός ότι η Ενάγουσα αποφάσισε τελικά να μην χρεώσει το υπόλοιπο της αμοιβής που υποστηρίζει ότι είχε να λαμβάνει, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος ότι ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι τα έξοδα τρίτων που είχε πληρώσει η Ενάγουσα σε σχέση με την ταινία υπερέβαιναν το ποσό της προκαταβολής που είχε εισπράξει αρχικά για αυτήν. Και πάλιν θεωρώ ότι η πραγματική εικόνα αναφορικά με την πορεία της επαγγελματικής σχέσης είναι αυτή που προκύπτει από την έγγραφη μαρτυρία και αυτή που αναδύεται από την αντεξέταση της ΜΕ2. Η νομολογία αναγνωρίζει ότι αφού ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, η μαρτυρία του μπορεί να γίνει αποδεκτή εν όλω ή εν μέρει. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι η ΜΕ2 ήταν μάρτυρας αξιόπιστος. Όμως, για τους λόγους που εξήγησαν θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ ως αληθινά τα σημεία της μαρτυρίας της που έχω επισημάνει και εξηγήσει πιο πάνω. Στρέφομαι στον ΜΥ1, ο οποίος δημιούργησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του είχε συνοχή, ήταν πειστικός στις θέσεις του, δεν διέκρινα σημαντικές ασυνέπειες ή αντιφάσεις στα όσα κατέθεσε. Κατά την αντεξέταση ιδιαίτερα, απαντούσε αυθόρμητα, χωρίς δισταγμό και με αμεσότητα και ήταν πειστικός. Δεν διέκρινα κάποια εγγενή αδυναμία στη μαρτυρία του ή κάποιο στοιχείο που να δημιουργεί αμφιβολίες για το ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, θεωρώ ότι ήταν αξιόπιστος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ευρήματα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης ή για τα οποία υπάρχουν παραδοχές στα δικόγραφα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Η Ενάγουσα εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχε υπηρεσίες διαφημιστικής φύσεως. Η Εναγόμενη ασχολείτο με την εγκατάσταση βιολογικών σταθμών επεξεργασίας λυμάτων στην Κύπρο και το εξωτερικό. (β) Περί τον Ιανουάριο 2000, η Εναγόμενη εταιρεία προσέγγισε την Ενάγουσα από την οποία ζήτησε την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών και διαφημιστικού υλικού. (γ) Η ΜΕ2, νυν διευθύντρια του δημιουργικού τμήματος της Ενάγουσας, και η κα Λένα Βλάχου, που ήταν τότε διευθύντρια της Ενάγουσας, ετοίμασαν αρχικές προτάσεις επικοινωνίας ημερομηνίας 25.1.2000 (Τεκμήριο 1), τις οποίες απέστειλαν με τηλεομοιότυπο την ίδια μέρα στην Εναγόμενη. (δ) Στις 28.1.2000 έγινε συνάντηση στα γραφεία της Ενάγουσας. Παρόντες ήταν η ΜΕ2 και η κα XXXXX Βλάχου για την Ενάγουσα και η ΜΕ2 για την Εναγόμενη. Μετά την εν λόγω συνάντηση η κα XXXXX Βλάχου συνέταξε το πρακτικό, Τεκμήριο 2. Σε αυτό καταγράφονται υπηρεσίες που ο ΜΥ1 συμφώνησε όπως η Ενάγουσα προσφέρει στην Εναγόμενη. (ε) Την ίδια μέρα, σε συνέχεια της συνάντησης, η Ενάγουσα εξέδωσε προς την Εναγόμενη τα ακόλουθα τιμολόγια: (
  1. i)Τιμολόγιο υπ αριθμό 13890 για ποσό Λ.Κ.4.482,00 σε σχέση με «Company profile», Τεκμήριo 3(α). (
  2. ii)Τιμολόγιο υπ' αριθμό 13981 για ποσό Λ.Κ.1.134,00 σε σχέση με «Company folder», Τεκμήριο 3(β). (iii) Τιμολόγιο υπ' αριθμό 13982 για ποσό Λ.Κ.496,80 σε σχέση με «Stationery», Τεκμήριο 3(γ). (
  3. iv)Τιμολόγιο υπ' αριθμό 13983 για ποσό Λ.Κ.496,80 σε σχέση με «General Leaflet», Τεκμήριο 3(δ). Σε όλα τα πιο πάνω τιμολόγια αναγράφεται ότι αποτελούν «Downpayment approx. 50% of the total estimated cost». (στ) Στις 31.3.2000 η Ενάγουσα εξέδωσε προς την Εναγόμενη το τιμολόγιο με αριθμό 14016 για ποσό Λ.Κ. 5.832,00 σε σχέση με «Documentary», Τεκμήριο 3(ε) στο οποίο επίσης καταγράφεται η φράση «downpayment approx. 60%». (ζ) Η Εναγόμενη πλήρωσε τα τιμολόγια Τεκμήρια 3(α)-3(ε). (η) Σε σχέση με την παροχή των υπηρεσιών, διενεργήθηκαν μεταξύ της ΜΕ2, κας XXXXX Βλάχου και του ΜΥ1 διάφορες συναντήσεις μεταξύ των οποίων συναντήσεις στις 2.3.2000, 22.3.2000, 11.4.2000, 11.7.2000, 1.8.2000 και 31.8.2000. Σε συνέχεια των εν λόγω συναντήσεων, η κα Λένα Βλάχου συνέτασσε τα πρακτικά Τεκμήρια 4, 7, 9, 19, 23 και 24. Κατά τις συναντήσεις λάμβαναν χώρα τα όσα καταγράφονται στα πρακτικά. (ι) Σε σχέση με την ετοιμασία εταιρικής διαφημιστικής ταινίας της Εναγόμενης, πέραν από συζητήσεις που έγιναν σε διάφορες συναντήσεις και ετοιμασία σεναρίου και κειμένου εκφώνησης, πραγματοποιήθηκε ταξίδι στην Αίγυπτο για φωτογράφηση και κινηματογράφηση σε διάφορες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις. Στο ταξίδι συμμετείχε πενταμελής ομάδα στελεχών από την Εναγόμενη και την εταιρεία παραγωγής, μεταξύ των οποίων ήταν η ΜΕ2, και την ομάδα αυτή συνόδεψε ο ΜΥ1. Φωτογράφηση και κινηματογράφηση πραγματοποιήθηκε και στην Κύπρο. Μετά την ετοιμασία της ταινίας αυτή προβλήθηκε στον ΜΥ1 και δεν ήταν της αρεσκείας του. (ια) Για την ετοιμασία του εταιρικού προφίλ της Εναγόμενης έγιναν διάφορες συναντήσεις στα πλαίσια των οποίων αυτό ήταν αντικείμενο συζήτησης, αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων διάφορα προσχέδια, υπήρξαν επιστολές και επικοινωνίες για τη διαμόρφωση του κειμένου και τελικά αυτό εκτυπώθηκε. Ο ΜΥ1 δεν έμεινε ευχαριστημένος με το τελικό έγγραφο. (ιβ) Στην πορεία της συνεργασίας, ο ΜΥ1 εκ μέρους της Εναγόμενης, ζήτησε από την Ενάγουσα επιπρόσθετες υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονταν στην περιγραφή του Τεκμηρίου 2, και ειδικότερα την ετοιμασία ετικέτων κρασιού, VHS covers για την εταιρική διαφημιστική ταινία, δημιουργία σκληρών φακέλων ταξινόμησης (box files) και τοποθέτηση διαφήμισης στον Χρυσό Οδηγό. (ιγ) Η Ενάγουσα εξέδωσε προς την Εναγόμενη τα ακόλουθα τιμολόγια: (
  4. i)Τιμολόγιο ημερομηνίας 31.3.2000, με αριθμό 14017 για ποσό Λ.Κ.5.940,00 σε σχέση με «Photography of projects», Τεκμήριο 28(α). (
  5. ii)Τιμολόγιο ημερομηνίας 30.6.2000, με αριθμό 14901 για ποσό Λ.Κ. 3.711,96 σε σχέση με «Photography of projects 29.5.2000 Fotocine», Τεκμήριο 28(β). (iii) Τιμολόγιο ημερομηνίας 29.12.2000, με αριθμό 16038 για ποσό Λ.Κ. 5.795,90 σε σχέση με «Company Profile», Τεκμήριο 28(γ) (
  6. iv)Τιμολόγιο ημερομηνίας 29.12.2000, με αριθμό 16039 για ποσό Λ.Κ. 88,00 σε σχέση με «Business card "Peter Bocan"», Τεκμήριο 28(δ) (
  7. v)Τιμολόγιο ημερομηνίας 29.12.2000, με αριθμό 16040 για ποσό Λ.Κ. 1.603,80 σε σχέση με «Stationery», Τεκμήριο 28(ε). (
  8. vi)Τιμολόγιο ημερομηνίας 29.12.2000, με αριθμό 16041 για ποσό Λ.Κ. 137,50 σε σχέση με «Press Ad "Yellow Pages"», Τεκμήριο 28(στ). (vii) Τιμολόγιο ημερομηνίας 29.12.2000, με αριθμό 16042 για ποσό Λ.Κ. 251,90 σε σχέση με «Wine label», Τεκμήριο 28(ζ). (viii) Τιμολόγιο ημερομηνίας 29.12.2000, με αριθμό 16043 για ποσό Λ.Κ. 3.142,70 σε σχέση με «Box Files», Τεκμήριο 28(η). (
  9. ix)Τιμολόγιο ημερομηνίας 29.12.2000, με αριθμό 16044 για ποσό Λ.Κ.229,90 σε σχέση με «Corporate Photo Album», Τεκμήριο 28(θ). (
  10. x)Τιμολόγιο ημερομηνίας 29.12.2000, με αριθμό 16045 για ποσό Λ.Κ. 214,50 σε σχέση με «VHS Cover», Τεκμήριο 28(ι). (
  11. xi)Τιμολόγιο ημερομηνίας 29.12.2000, με αριθμό 16046 για ποσό Λ.Κ. 1.615,90 σε σχέση με «Company folder», Τεκμήριο 28(κ). (ιδ) Τα τιμολόγια Τεκμήρια 28(α)-28(κ) δεν έχουν πληρωθεί από την Εναγόμενη. (ιε) Στα πλαίσια της συνεργασίας η Ενάγουσα παρείχε διάφορες άλλες υπηρεσίες που έχουν ζητηθεί από την Εναγόμενη και περιγράφονται στο Τεκμήριο 2. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η ετοιμασία και εκτύπωση επαγγελματικών καρτών, επιστολόχαρτων και φωτογραφήσεις. Προς το σκοπό αυτό υπήρχαν διάφορες επικοινωνίες και συναντήσεις μεταξύ των μερών για τη διαμόρφωση του τελικού προϊόντος. (ιστ) Περί το 2002, η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε και ζήτησε με επιστολή εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου. Είχε προηγηθεί το Φθινόπωρο του 2000 αποστολή και πάλιν κατάστασης λογαριασμού μετά από αίτημα της Εναγόμενης. Κατάσταση λογαριασμού κοινοποιήθηκε εκ νέου το 2010 με επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας με την οποία την προειδοποιούσαν για την έγερση της παρούσας αγωγής σε περίπτωση μη εξόφλησης. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω εάν αυτά στοιχειοθετούν επαρκώς την απαίτηση και ανταπαίτηση αντίστοιχα. Απαίτηση Ενάγουσας. Όπως ανέφερα στην αρχή της απόφασης μου, με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ποσό €37.975,48 υποστηρίζοντας ότι αυτό συνιστά συμφωνημένη αμοιβή για προσφερθείσες υπηρεσίες. Τα ευρήματα δείχνουν, αλλά είναι και κοινώς αποδεκτό, ότι η Εναγόμενη συμφώνησε να αναθέσει στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα συμφώνησε να παρέχει στην Εναγόμενη, διαφημιστικές υπηρεσίες. Οι υπηρεσίες αυτές συνίσταντο αρχικά στα όσα περιγράφει το Τεκμήριο 2. Στην πορεία, με την αμοιβαία συγκατάθεση των δύο πλευρών το αντικείμενο της συμφωνίας επεκτάθηκε και στις επιπρόσθετες εργασίες υπό παράγραφο (ιβ) των ευρημάτων. Προκύπτει επίσης από τα ευρήματα ότι η συμφωνία των μερών προέβλεπε πως οι υπηρεσίες αυτές θα προσφέρονταν έναντι αμοιβής. Για αυτό το λόγο η Ενάγουσα εξέδωσε και η Εναγόμενη πλήρωσε τα αρχικά τιμολόγια Τεκμήρια 3(α)-3(β), τα ποσά των οποίων συνιστούσαν αναμφίβολα μέρος της αμοιβής που τα μέρη ανέμεναν ότι η Εναγόμενη θα πλήρωνε για τις υπηρεσίες που θα της παρείχε η Ενάγουσα. Πέραν αυτών όμως, υπάρχει διάσταση σε σχέση με το κατά πόσο η συμφωνία των μερών επεκτεινόταν και προνοούσε τα ακριβή ποσά και χρώσεις της Ενάγουσας για τις υπηρεσίες που θα παρείχε. Η μεν Ενάγουσα υποστηρίζει ότι το Τεκμήριο 1 καταγράφει τη συμφωνημένη αμοιβή για την κάθε επί μέρους υπηρεσία, ότι η αμοιβή όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 1 έγινε αποδεκτή και ότι στη βάση αυτής προχώρησε η συμφωνία. Η δε Εναγόμενη υποστηρίζει ότι συμφωνία για το συνολικό ύψος της αμοιβής δεν υπήρξε. Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι τα ποσά του Τεκμηρίου 1 και ο τρόπος που αυτά καταγράφονται στο κείμενο στερούνται της απαραίτητης σαφήνειας ώστε να είναι δεκτικά αποδοχής για σκοπούς συμφωνίας. Όπως εξήγησε ο συνήγορος της Εναγόμενης στην αγόρευση του, ο τρόπος με τον οποίο τα ποσά αυτά παρουσιάζονται και περιγράφονται είναι τόσο ασαφής και αόριστος που η αποδοχή τους δεν επιτρέπει τη σύναψη δεσμευτικής νομικής υποχρέωσης για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού. Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα σε σχέση με την απαίτηση της Ενάγουσας είναι κατά πόσο η συνολική αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα παρείχε στα πλαίσια της συμφωνίας της με την Εναγόμενη, είχε συμφωνηθεί ή όχι. Εάν η απάντηση είναι θετική, τότε σε περίπτωση που οι υπηρεσίες είχαν προσφερθεί, η Ενάγουσα δικαιούται στα συμφωνημένα ποσά, ως η βάση αγωγής της, και ως αποτυπώνονται στα τιμολόγια Τεκμήριο 28(α)-28(κ). Όπως διαφάνηκε στα πλαίσια της ακρόασης, η θέση της Ενάγουσας είναι ότι κατά τη συνάντηση που έγινε μεταξύ της ΜΕ2, της κας XXXXX Βλάχου και του ΜΥ1 στις 28.1.2000, ο ΜΥ1 συμφώνησε και αποδέχτηκε τις χρεώσεις της Ενάγουσας όπως καταγράφονται στις αρχικές προτάσεις επικοινωνίας, Τεκμήριο 1. Το πρώτο επομένως ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν το μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας που έχει κριθεί ως βοηθητικό και αξιόπιστο μπορεί να διαφωτίσει για το κατά πόσο στην εν λόγω συνάντηση ο ΜΥ1 συμφώνησε, εκ μέρους της Εναγόμενης, να πληρώσει τις χρεώσεις και ποσά που προτάθηκαν από την Ενάγουσα και που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1. Όπως είναι καλά γνωστό, αποδοχή αντισυμβαλλόμενου μπορεί να είναι ρητή ή να εξυπακούεται ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς ή ενεργειών του. Για να αποφασίσω επομένως το συγκεκριμένο ζήτημα πρέπει να ανατρέξω στη μαρτυρία. Ξεκινώ από το Τεκμήριο 2 το οποίο, κατά τη θέση της Ενάγουσας, συνιστά τα πρακτικά της εν λόγω συνάντησης. Το συγκεκριμένο έγγραφο συντάχθηκε από την κα Λένα Βλάχου, τότε διευθύντρια της Ενάγουσας. Αναφέρει στην αρχή ότι «Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα.» και στη συνέχεια αναφέρεται σε συγκεκριμένες υπηρεσίες / εργασίες όπως, φωτογράφηση, κινηματογράφηση, διοργάνωση τριημέρου, company profile, company folder, γενικό φυλλάδιο, επιστολογραφία και ανασχεδιασμός λογότυπου ενώ καθορίζεται προκαταρτικά η επόμενη συνάντηση. Πουθενά στο κείμενο του Τεκμηρίου 2 αναγράφεται ότι υπήρξε από την Εναγόμενη οποιαδήποτε αποδοχή ή συμφωνία για το θέμα της αμοιβής στη βάση των αρχικών προτάσεων επικοινωνίας, Τεκμήριο 1. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσια τη μαρτυρία που δόθηκε από τη ΜΕ2 σε σχέση με το Τεκμήριο 2 στα πλαίσια της αντεξέτασης της, όταν αυτή ερωτείτο σχετικά από το συνήγορο της Εναγόμενης επί του εγγράφου και για τα όσα έγιναν στη συνάντηση στις 28.1.2010: «Ε. Συμφωνείτε με τα αναγραφόμενα στο Τεκμήριο [2] αυτό; Α. Ναι. Ε. Μπορούμε να πούμε ότι οτιδήποτε βασικό αποφασίστηκε περιέχεται στα πρακτικά αυτά; Α. Αυτά τα 3 που έχουν αποφασιστεί ναι. Ε. Υπάρχει κάτι άλλο που αποφασίστηκε και δεν γράφτηκε στο Τεκμήριο 2; Α. Δεν νομίζω. Ε. Επειδή είπατε ότι ήσασταν παρούσα. Α. Όχι δεν νομίζω να είχε κάτι αποφασιστεί που δεν γράφτηκε στα πρακτικά. Ε. Υπάρχει κάτι άλλο σημαντικό που λέχθηκε, όχι για ασήμαντα θέματα, αλλά κάτι το σημαντικό που λέχθηκε και δεν γράφτηκε στα πρακτικά; Α. Όχι δεν νομίζω να έχει λεχθεί κάτι σημαντικό. Ε. Είσαστε σίγουρη, διότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια; Α. Εντάξει πέρασαν και 18 χρόνια, αλλά νομίζω ότι τα πρακτικά συνήθως γράφονται μετά από τη συνάντηση, αποστέλλονται στον πελάτη, εάν υπάρχει οποιαδήποτε διαφωνία ή προσθήκη ή κάτι που λέχθηκε που ήταν σημαντικό, έρχεται ο πελάτης πίσω και λέει παρακαλώ προσθέστε αυτήν την παράγραφο ή αυτό το σημείο. Από τη στιγμή που στάλθηκε αυτό το πράγμα το 2000 στον πελάτη και δεν ήρθε κάτι πίσω, σημαίνει ότι αυτά ήταν. Ε. Πέραν του ότι του πελάτη, πέστε ο πελάτης δεν πρόσεξε κάτι και δεν το έστειλε πίσω, εσείς απ' ότι θυμάστε έχει κάτι το οποίο αποφασίστηκε σημαντικό που δεν το γράφει; Α. Όχι διότι η συνάντηση εκείνη έγινε για αυτά τα συγκεκριμένα που αναγράφονται πάνω σε αυτή την κοινοποίηση, σ' αυτό το contact report, που ήταν το εταιρικό προφίλ, η φωτογράφιση και η κινηματογράφηση ήταν αυτά τα δύο και ορίστηκε και νέα συνάντηση.» Τέθηκε ακολούθως στη ΜΕ2 από τον συνήγορο της Εναγόμενης ότι στο Τεκμήριο 2 δεν αναγράφεται ότι ο ΜΥ1 είχε συμφωνήσει στις χρεώσεις του Τεκμηρίου 1. Η ΜΕ2 παρέπεμψε σε σημείο του Τεκμηρίου 2 όπου σε σχέση με το «Company profile, company folder, γενικό φυλλάδιο, επιστολογραφία και ανασχεδιασμός του λογότυπου» αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι «Θα σταλεί τιμολόγιο για την προκαταβολή (50% της υπολογιζόμενης δαπάνης)». Της τέθηκε ότι αυτό δεν συνιστά αποδοχή των χρεώσεων που αναγράφονται στο Τεκμήριο 1. Ακολούθησε η εξής συζήτηση μεταξύ του συνηγόρου της Εναγόμενης και της ΜΕ2: «Ε. .Μπορείτε να μου πείτε που αναγράφει στο Τεκμήριο 2 ότι η Hydrotech αποδέχτηκε να πληρώσει οτιδήποτε; Α. Από τη στιγμή που γράφει πάνω στο contact report, ότι θα προχωρήσουμε για να αποσταλεί το τιμολόγιο προκαταβολή 50%, που ήταν ένας από τους όρους του Τεκμηρίου 1, τότε ναι φυσικά θα σταλεί τιμολόγιο για την προκαταβολή 50%, το οποίο αυτό ήταν ένας όρος του Τεκμηρίου 1, τότε ναι φυσικά. Ε. Όμως γράφει ξεκάθαρα αυτό που λέτε, είναι ένα συμπέρασμα, γράφει ξεκάθαρα το Τεκμήριο 2 ότι η Hydrotech συμφώνησε να πληρώσει οτιδήποτε, το γράφει στα πρακτικά; Α. Αυτό σας λέω ότι ναι για εμένα προσωπικά αυτό σημαίνει να εκδοθεί τιμολόγιο 50% της δαπάνης και να πληρωθεί από τη Hydrotech. Ε. Σας υποβάλλω ότι δεν σημαίνει αυτό, σημαίνει αυτό που γράφει, θα σταλεί τιμολόγιο για 50% της υπολογιζόμενης δαπάνης. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο; Α. Τι να σας πω, για εμένα σημαίνει πολλά πράγματα απ' αυτά που λέτε.» Από την πιο πάνω μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η πλευρά της Ενάγουσας, ήτοι τη μαρτυρία της ΜΕ2 και από το Τεκμήριο 2, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται ότι κατά τη συνάντηση στις 28.1.2000 ο ΜΥ1, εκ μέρους της Εναγόμενης, είχε αποδεχτεί ότι η συνεργασία θα προχωρούσε και οι υπηρεσίες θα προσφέρονται για τις χρεώσεις και ποσά που καταγράφονται στις αρχικές προτάσεις επικοινωνίας, Τεκμήριο 1. Συνυπολογίζω και την άρνηση του ΜΥ1 κατά τη δική του μαρτυρία ότι κατά τη συνάντηση είχε αποδεκτεί συγκεκριμένα ποσά αμοιβής. Προχωρώ όμως να εξετάσω και το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1. Πρόκειται για έγγραφο που τιτλοφορείται Αρχικές Προτάσεις Επικοινωνίας. Δεν προσκαλεί την Εναγόμενη, στην οποία απευθύνεται, να αποδεχτεί τους όρους του ρητά, πόσο μάλλον εγγράφως και δεν υπογράφεται ούτε υπάρχει σε αυτό πρόβλεψη για υπογραφή του από την Εναγόμενη. Στο μέρος του εγγράφου που τιτλοφορείται «Εισαγωγή» αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «Μετά την έγκριση των αρχικών προτάσεων και του ενδεικτικού προϋπολογισμού των διαφόρων ενεργειών που προτείνονται, θα ακολουθήσει παρουσίαση δημιουργικών προτάσεων και θα προβούμε σε προσφορές έτσι ώστε να γίνει περαιτέρω ανάλυση του ενδεικτικού προϋπολογισμού». Στο δε μέρος του εγγράφου υπό τίτλο «Σημειώσεις» αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «1. Όλα τα κόστα που παρουσιάζονται στις προηγούμενες σελίδες δίδονται για σκοπούς προϋπολογισμού. 2. Δεν έχουμε προβεί σε αναλυτικές προσφορές και διαπραγματεύσεις με εξωτερικούς συνεργάτες. . 5. Μετά την απόφαση υλοποίησης των προτεινόμενων ενεργειών και έγκρισης του προϋπολογισμού θα προβούμε σε προσφορές και λεπτομερή ανάλυση των κόστων. 6. Το κόστος εκτύπωσης είναι ενδεικτικό και δίδεται βάση προσφορών από ένα μόνο τυπογραφείο. . 8. Επίβλεψη παραγωγής εκτέλεσης και εκτύπωσης: 15% του συνολικού κόστους. 9. Προκαταβολή 50% του κόστους είναι αναγκαία για όλες τις ενέργειες.» Αποδίδοντας στα πιο πάνω αποσπάσματα την απλή συνήθη ερμηνεία των λέξεων, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι τα ποσά τα οποία αναγράφονται στο συγκεκριμένο έγγραφο συνιστούν «ενδεικτικό προϋπολογισμό» και ότι ο λεπτομερής καθορισμός του κόστους θα ακολουθήσει μετά την απόφαση για υλοποίηση των προτεινόμενων ενεργειών, αφού ληφθούν προσφορές και γίνουν διαπραγματεύσεις με εξωτερικούς συνεργάτες. Συνιστά βασική αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι για να είναι δεσμευτική μια συμφωνία, οι όροι της πρέπει να είναι σαφείς. Εάν οι όροι της πάσχουν από ασάφεια ή αν το λεκτικό δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς το τι έχει πράγματι συμφωνηθεί τότε δεν υπάρχει συμφωνία. Στην προκειμένη, για να είναι εφικτό να υπάρχει συμφωνία σε σχέση με το ύψος της χρέωσης για τις υπηρεσίες της Ενάγουσας στη βάση του Τεκμηρίου 1, πρέπει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 να έχει την απαραίτητη σαφήνεια. Το Τεκμήριο 1, σε ότι αφορά τις χρεώσεις και κοστολόγηση που περιλαμβάνονται σε αυτό, ρητά αναφέρει ότι πρόκειται για «ενδεικτικό προϋπολογισμό». Ο συντάκτης εφιστά την προσοχή του παραλήπτη, τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος του κειμένου, στο ότι τα κόστη που καταγράφονται σε αυτό δεν είναι ακριβή ούτε τα τελικά, αλλά πρέπει να θεωρηθούν μόνο σαν μια ένδειξη του τελικού κόστους. Για να οριστικοποιηθούν απαιτείται περαιτέρω ανάλυση, λήψη προσφορών από τρίτα πρόσωπα και διαπραγματεύσεις με αυτά. Συνεπώς, θεωρώ ότι στην ουσία του το Τεκμήριο 1 δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αποδοχής ώστε να καταστεί και η συμφωνία των μερών σε σχέση με το ύψος της αμοιβής της Ενάγουσας. Υστερεί της απαραίτητης σαφήνειας που θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Διαφωτιστική είναι η ακόλουθη σειρά ερωτοαπαντήσεων κατά την αντεξέταση της ΜΕ2: «Ε. Τι εννοεί [το Τεκμήριο 1] ότι τα κόστα είναι για σκοπούς προϋπολογισμού; Α. Αυτό που σας είπα πριν. Ε. Εξηγείστε μου γιατί για σκοπούς προϋπολογισμού; Α. Για να ξέρει ο πελάτης πόσα λεφτά θα χρειαστεί για να ολοκληρώσει τις εργασίες τις οποίες ανέθεσε στη διαφημιστική. Ε. Γιατί δεν λέει ότι για σκοπούς συμφωνίας και λέει ότι είναι για σκοπούς, δηλαδή προϋπολογισμού, δεν είναι αχρείαστο το προϋπολογισμού; Α. Όχι δεν είναι. [.] Ε. Συμφωνάτε μαζί μου ότι, όπως είχατε πει, οι τιμές, τα ποσά, τα κόστα του Τεκμηρίου 1 είναι ενδεικτικά; Σωστό; Α. Ναι. Ε. Ενδεικτικά δεν σημαίνει, στο τέλος της ημέρας δεν ήταν, τελικά θα μπορούσαν να αλλάξουν: Α. Για αυτόν τον λόγο σας λέω θα μπορούσαν να αλλάξουν ανάλογα με τις προδιαγραφές της κάθε εργασίας, εάν τυπώναμε το letterhead πάνω σε conqueror χαρτί 100 γραμμαρίων ή conqueror χαρτί 90 γραμμάρια η διαφορά του κόστους είναι σημαντική, το ένα μπορεί να ήταν 115 λίρες, το άλλο 150 λίρες. Ε. Άρα συμφωνείτε μαζί μου ότι οι τιμές που αναγράφει το Τεκμήριο 1 θα μπορούσαν στην πορεία να διαφοροποιηθούν; Α. Ναι, γι' αυτό γράφουμε εδώ ότι είναι ενδεικτικές, θα μπορούσαν να διαφοροποιηθούν βάση των specifications της κάθε δουλειάς, όχι βάση του τι περιλάμβανε το Τεκμήριο 1.» Πέραν τούτου, η πλευρά της Ενάγουσας επιχείρησε να αποδώσει στις χρεώσεις του Τεκμηρίου 1 μια ερμηνεία που καθόλου δεν συνάδει και δεν προκύπτει από το λεκτικό. Σύμφωνα με την ΜΕ2 και τη συνήγορο της Ενάγουσας, η κάθε χρέωση του Τεκμηρίου 1 αποτελείται από δύο στοιχεία. Ένα σταθερό που είναι η αμοιβή της Ενάγουσας και ένα μεταβλητό που είναι η αμοιβή τρίτων προσώπων. Όμως, αυτό δεν αποτυπώνεται και δεν προκύπτει από την ενδεικτική κοστολόγηση του Τεκμηρίου 1. Το Τεκμήριο 1 αναγράφει ένα μόνο, ενιαίο ποσό ενδεικτικής χρέωσης για κάθε υπηρεσία, χωρίς κανένα διαχωρισμό στα ποσά μεταξύ αμοιβής της Ενάγουσας και αμοιβής τρίτων προσώπων. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος δια του οποίου ο αναγνώστης να μπορεί να ερμηνεύσει το κείμενο του Τεκμηρίου 1 με τον τρόπο που εισηγείται η Ενάγουσα. Επιπρόσθετα, παρά την επιμονή της πλευράς της Ενάγουσας ότι η αμοιβή της είναι σταθερή, και ότι το μόνο μεταβλητό στοιχείο της χρέωσης είναι τα έξοδα τρίτων προσώπων, αυτό δεν είναι ορθό. Στις χρεώσεις του Τεκμηρίου 1 περιλαμβάνεται και πρόνοια για χρέωση ποσοστού 15% επί των εξόδων τρίτων. Εξηγώντας τη συγκεκριμένη χρέωση η ΜΕ2 ανέφερε τα εξής κατά την αντεξέταση της: «Ε. Τα δικά σας fees δεν εξαρτώνται από τις δαπάνες; Α. Όχι φυσικά, καμία σχέση εμείς θέλουμε €500 να κάνουμε το project. Ε. Δεν λέτε 15% πάνω στις δαπάνες; Α. Ναι είναι ανάλογα με τα έξοδα τρίτων. Ε. Ναι αλλά είπατε όχι, αλλά εξαρτώνται και από τις δαπάνες τα δικά σας fees. A. Όταν λέμε art work 1000, εννοούμε 1000, τώρα εάν θα τυπώσει 35.000 ή 15.000 θα εξαρτηθεί από αυτό το 15% supervision. Ε. Άρα το 15% πάνω σε τι πράγμα ήταν; Α. Το 15% είναι supervision, είναι η επίβλεψη πάνω στα έξοδα τρίτων. Ε. Το 15% είναι μέρος της αμοιβής σας; Α. Ναι όχι μέρος της αμοιβής μας. Ε. Εκείνο που δεν αλλάζει είναι μέρος της αμοιβής, της επίβλεψης; Α. Ναι, δεύτερο σκέλος αμοιβή, μην το βλέπετε ότι είναι η πρώτη αμοιβή που γράφει μέσα οι προτάσεις επικοινωνίας, διότι το 15% επίβλεψη είναι το τέλος που το γράφει, όπως το ΦΠΑ ας πούμε. Ε. Το 15% ήταν να πάει στη τσέπη της Delema, δεν ήταν να πάει σε κάποιον εάν δεν θέλετε να το λέμε αμοιβή, να μην το λέμε; Α. Το 15% θα πήγαινε στη τσέπη της Delema, διότι είναι η επίβλεψη που κάνουμε, αμειβόμαστε για την επίβλεψη την οποία κάναμε. Ε. Άρα συμφωνείτε μαζί μου ότι οι δαπάνες επηρέαζαν την αμοιβή σας, ναι ή όχι; Α. Έτσι όπως το βάζετε στη γενικότητα του, ναι. . Ε. Άρα συμφωνείτε μαζί μου ότι στις 28 Γενάρη το 2000 που έγινε η συνάντηση, Τεκμήριο 2 δεν ήταν ξεκαθαρισμένα τα δεδομένα της αμοιβής της Delema; Α. Της αμοιβής της Delema ήταν ξεκαθαρισμένα τα δεδομένα, το 15% επί των εξόδων των τρίτων δεν ήταν ξεκαθαρισμένα. Ε. Το 15% δεν είναι μέρος της αμοιβής της Delema; Α. Είναι μέρος της αμοιβής το οποίο είναι άμεσα συνδεδεμένο με τα έξοδα τρίτων. Ε. Πού δεν ήταν ξεκάθαρα τότε; Α. Δεν ήταν ξεκάθαρα διότι δεν είχαμε όλα τα δεδομένα μπροστά μας, είναι με assumptions που το κάναμε.» Σταθμίζοντας όλα όσα έχω αναφέρει και με κύριο οδηγό το κείμενο του Τεκμηρίου 1, καταλήγω ότι το λεκτικό αυτού δεν έχει την απαραίτητη σαφήνεια ή καθαρότητα λόγου ώστε να μπορώ από αυτό να καταλήξω θετικά στην πραγματική πρόθεση των μερών σε σχέση με το ύψος συμφωνημένης αμοιβής για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των μερών ότι το ύψος των χρεώσεων της Ενάγουσας για τις υπηρεσίες που περιγράφονται στο Τεκμήριο 2 ήταν συμφωνημένο και θα συνίστατο στα ποσά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1. Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει θετική μαρτυρία από την πλευρά της Ενάγουσας ότι είχε συμφωνηθεί το ύψος των χρεώσεων για τις επιπρόσθετες υπηρεσίες της παραγράφου (ιβ) των ευρημάτων. Καμία σαφής μαρτυρία έχει προσφερθεί για το πότε έγινε τέτοια συμφωνία, μεταξύ ποιών προσώπων και για ποια ακριβώς ποσά. Συνεπώς ούτε ο ισχυρισμός της Ενάγουσας περί συμφωνημένων χρεώσεων για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες στοιχειοθετείται. Παρενθετικά να αναφέρω και το εξής. Η απαίτηση προωθείται στη βάση συμφωνημένης αμοιβής για παρασχεθείσες υπηρεσίες. Για τους λόγους που εξήγησα, κρίνω ότι η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί επαρκώς ότι υπήρχε πράγματι μεταξύ των διαδίκων συμφωνία σε σχέση με το ύψος της αμοιβής της Ενάγουσας. Δεν δικογραφείται ούτε και προωθήθηκε η θέση ότι τα ποσά που η Ενάγουσα αξιώνει συνιστούν εύλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες της. Ελλείπει περαιτέρω το πραγματικό υπόβαθρο που θα μου επέτρεπε να εξετάσω εάν τα αξιούμενα με την αγωγή ποσά συνιστούν εύλογη αμοιβή για τις προσφερθείσες υπηρεσίες. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Στο αιτητικό της αγωγής γίνεται αναφορά και στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως διαζευκτική βάση για τη διεκδίκηση των αξιούμενων ποσών. Κατά γενικό κανόνα, ένας ενάγοντας δεν έχει αυτόματο αγώγιμο δικαίωμα να ανακτήσει κάτι που έδωσε στον εναγόμενο και που κατέστησε τον τελευταίο αδίκως πλουσιότερο[3]. Η αποκατάσταση όμως ενάγοντα στη βάση των αρχών του αδικαιολόγτου πλουτισμού αποτελεί θεραπεία που δημιουργήθηκε από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσει τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου[4]. Στην Κύπρο, η θεραπεία αυτή κωδικοποιείται στο άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Η νομολογία[5] επιβεβαιώνει ότι για να δύναται να αποκατασταθεί στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού ένας ενάγοντας, θα πρέπει να συντρέχουν τρείς προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα: (
  12. i)Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει εμπλουτιστεί από την απόκτηση ενός οφέλους. (
  13. ii)Το όφελος θα πρέπει να αποκτήθηκε, εις βάρος του ενάγοντα και (iii) Θα πρέπει να είναι άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να κρατήσει το όφελος. Ακόμα όμως και αν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, για να αποδοθεί θεραπεία σε αυτή τη βάση με την υποχρέωση του Εναγόμενου να επιστρέψει στον Ενάγοντα το όφελος που έχει αποκτήσει, τότε πρέπει και ο ίδιος ο Εναγόμενος να δύναται να αποκατασταθεί στην αρχική του θέση (Restitutio in integrum). Στην προκείμενη περίπτωση ακόμα και αν δεχτώ ότι η Εναγόμενη έχει προσποριστεί όφελος από υπηρεσίες που της παρείχε η Ενάγουσα, επιστροφή του οφέλους με την έννοια της απόδοσης χρηματικής αποζημίωσης που να αντιπροσωπεύει την αξία της εργασίας ή υπηρεσιών, δεν μπορεί να υπάρξει γιατί δεν έχει αποδειχθεί με μαρτυρία η αξία των εν λόγω εργασιών. Δεν έχει αποδειχθεί ότι συγκεκριμένο ποσό για εργασίες που εκτελέστηκαν συνιστά συμφωνημένη αξία ενώ δεν έχω επίσης ενώπιον μου μαρτυρία για το μέτρο τέτοιας ενδεχόμενης, εύλογης ή συνήθους, χρηματικής αποζημίωσης. Παραδεδειγμένος λογαριασμός. Στην τελική της αγόρευση, η συνήγορος της Ενάγουσας ανέφερε ότι η Ενάγουσα προωθεί την αξίωση της και ως υπόλοιπο εκκαθαρισμένου λογαριασμού (account stated). Διερχόμενη την έκθεση απαίτησης, δεν διακρίνω να δικογραφείται η συγκεκριμένη βάση αγωγής. Πέραν αυτού όμως, τα ευρήματα δεν στοιχειοθετούν την ύπαρξη τέτοιου αγώγιμου δικαιώματος. Μεταξύ άλλων, τα ευρήματα δεν υποστηρίζουν τη θέση ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών πως τα στοιχεία της κατάστασης λογαριασμού που τηρούσε η Ενάγουσα ήταν ορθά. Δεν υποστηρίζουν περαιτέρω τη θέση ότι υπήρχε ρητή ή εξυπακουόμενη υπόσχεση πληρωμής του υπολοίπου που καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού. Υπενθυμίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε τακτική αποστολή καταστάσεων λογαριασμού κατά την εξέλιξη της συνεργασίας των δύο εταιρειών. Δεν υπήρχε επίσης πλήρης παροχή των υπηρεσιών ή, τουλάχιστον, πλήρης αποδοχή τους από την Εναγόμενη. Η κατάσταση λογαριασμού που να παρουσιάζει όλα τα απλήρωτα τιμολόγια απεστάλη για πρώτη φορά στην Εναγόμενη το 2002 μαζί με γραπτή απαίτηση πληρωμής, 2 περίπου χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα, και ξανά το 2010 με γραπτή προειδοποίηση για την έγερση της παρούσας αγωγής. Το γεγονός και μόνο ότι η Εναγόμενη δεν έχε ενστεί ρητά για το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού δεν επαρκεί για να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τη συγκεκριμένη βάση αγωγής. Η νομολογία καθορίζει ότι ένσταση στα ποσά του λογαριασμού πρέπει να εγερθεί εντός ευλόγου χρόνου. Το τι συνιστά όμως εύλογο χρονικό διάστημα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με το ότι η ίδια η Ενάγουσα καθυστέρησε για 2 περίπου χρόνια να αποστείλει τελική κατάσταση λογαριασμού στην Εναγόμενη. Καθυστέρησε επίσης 8 περίπου χρόνια από την αποστολή της κατάστασης λογαριασμού το 2002 να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και να εγείρει την αξίωση της για ποσά που ισχυρίζεται τώρα ότι έχει να λαμβάνει βάσει του λογαριασμού. Ταυτόχρονα το ότι η αξίωση εδράζεται και στη βάση παραδεδειγμένου λογαριασμού (account stated) το ήγειρε για πρώτη φορά στην τελική αγόρευση της η συνήγορος της Ενάγουσας, περί τα 17 έτη μετά την αποστολή της κατάστασης λογαριασμού στην Εναγόμενη. Με αυτά τα δεδομένα και στη βάση των ευρημάτων, διαφωνώ ότι η επίδικη αξίωση αποδεικνύεται με αναφορά στις αρχές παραδεδειγμένου λογαριασμού (account stated)[6]. Να προσθέσω τέλος και το εξής. Το κατά πόσο η κατάσταση λογαριασμού είναι «ορθή» ή όχι δεν είναι μόνο θέμα μαθηματικό, όπως φαίνεται να εισηγείται στην τελική της αγόρευση (σελίδα 45 παράγραφος 75, σελίδα 54 παράγραφοι 103.9, 103.10, 103.11) η συνήγορος της Ενάγουσας. Σε πρώτο στάδιο έπρεπε να αποδειχθεί ότι οι χρεώσεις της Ενάγουσας που παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού και αντικατοπτρίζονται στα τιμολόγια Τεκμήρια 28(α)-28(κ) ήταν συμφωνημένες. Μόνο εάν η μαρτυρία αποδείκνυε κάτι τέτοιο θα τίθετο θέμα ορθότητας των μαθηματικών πράξεων στις χρεοπιστώσεις που καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, για τους λόγους που ήδη εξήγησα, δεν μπορώ να συμπεράνω ότι οι χρεώσεις της Ενάγουσας είχαν συμφωνηθεί με την Εναγόμενη. Ανταπαίτηση. Η Εναγόμενη ανταπαιτεί ποσό €9.964,56 εναντίον της Ενάγουσας. Πρόκειται για το ποσό που είχε πληρώσει ως προκαταβολή για την εταιρική διαφημιστική ταινία και ισχυρίζεται ότι δικαιούται να της επιστραφεί γιατί δεν την παρέλαβε ποτέ. Κρίνω ότι τα ευρήματα δεν υποστηρίζουν το αίτημα της Εναγόμενης για επιστροφή του ποσού αυτού. Εργασίες για σκοπούς ετοιμασίας της ταινίας έγιναν από την Ενάγουσα και η διαδικασία κατέληξε σε μια ταινία η οποία προβλήθηκε στον ΜΥ1. Το κατά πόσο ήταν της αρεσκείας του ή όχι είναι ζήτημα υποκειμενικό που αφορούσε τον ίδιο. Το κατά πόσο ήταν αποδεκτής ή επαρκούς ποιότητας είναι ζήτημα πραγματικό. Αν η θέση της Εναγόμενης ήταν ότι η ποιότητα της ταινίας ήταν τόσο κακή που να ισοδυναμούσε με ολική κατάρρευση της αντιπαροχής ώστε να δικαιούται σε επιστροφή του ποσού που είχε πληρώσει, τότε έπρεπε να παρουσιάσει μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης επί αυτού για να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα σε σχέση με την ποιότητα της ταινίας. Ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας καταλήγω ότι η ανταπαίτηση δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Κατάληξη. Συγκεφαλαιώνοντας, για όλους τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, καταλήγω ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας. Καταλήγω επίσης ότι ούτε η ανταπαίτηση μπορεί να επιτύχει και, συνακόλουθα, αυτή απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης. Τα επιδικασθέντα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης, να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Σύγγραμμα Goff and Jones, The Law of Restitution, 7η έκδοση, σελ. 12, Kleinwort Benson Ltd v. Lincoln City Council [1998] 4 All E.R. 513 [4] Παναγιώτης Κιτσή ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 [5] Minerva Finance & Investment Ltd v Γεωργιάδη
(1998)1 A.A.Δ. 2173, Παναγιώτης Ιωάννου ν Ανδρέας Χαραλάμπους
(2012)1 Α.Α.Δ. 507 [6] Σχετικές οι Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν Ρεινμποου Πλητσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 610, Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 462. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.