ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΦΟΙΝΙΩΤΗ, Αρ. Αγωγής: 2110/12, 1/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2110/12 Μεταξύ: ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Ενάγουσας και XXXXX ΦΟΙΝΙΩΤΗ, από τη Λευκωσία Εναγόμενη Ημερομηνία: 1.3.2019 Για την Ενάγουσα: κα Θεοχάρους για κ.κ. Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κ. Ανδρέας Νεοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατ' εντολή της εναγόμενης και/ή του συζύγου της, πρόσφερε στον τελευταίο υπηρεσίες και/ή πλήρωσε για λογαριασμό του διάφορα ποσά συνολικού ποσού €12.334,01 τις οποίες η εναγόμενη αποδέχθηκε και/ή ανέλαβε εγγράφως την υποχρέωση να πληρώσει. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εναγόμενη κατέβαλε έναντι το συνολικό ποσό των €6.700 και εξακολουθεί να της οφείλει το ποσό των €5.634,01, το οποίο η ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη με την παρούσα αγωγή. Η εναγόμενη αρνείται ότι αποδέχθηκε και/ή ανέλαβε εγγράφως την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα τα έξοδα για τη θεραπεία του συζύγου της και ισχυρίζεται ότι ο σύζυγός της ήταν, σε κάθε ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, μέλος του Ταμείου Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης των υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου το οποίο κατέβαλε στους θεράποντες ιατρούς τα συμφωνημένα ποσά για κάθε υπηρεσία τους και αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι δημόσια εταιρεία, εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με την επωνυμία Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο και προσφέρει ιατρικές, παραϊατρικές και/ή άλλες υπηρεσίες. Ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2008 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2009, κατ' εντολή της εναγόμενης και/ή του συζύγου της, πρόσφερε στον τελευταίο υπηρεσίες και/ή πλήρωσε για λογαριασμό του διάφορα ποσά έναντι συμφωνημένων και/ή εύλογων τιμών και/ή τιμών που ήσαν γνωστές στην εναγόμενη και/ή η εναγόμενη ανέλαβε εγγράφως την υποχρέωση να πληρώσει, το συνολικό ποσό των €12.334,01 ως έξοδα νοσοκομείου και αμοιβή ιατρών. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εναγόμενη αποδέχθηκε και/ή ανέλαβε εγγράφως την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα όλα τα έξοδα, ιατρικά, παραϊατρικά, ακτινολογικά, αναλύσεων, παραμονής στο νοσοκομείο και γενικά όλα τα έξοδα τα οποία θα γίνονταν για τη διάγνωση και/ή θεραπεία της ασθένειας του συζύγου της εναγόμενης. Ισχυρίζεται επίσης ότι εξέδωσε το τιμολόγιο υπ' αριθμό 34193 για το ποσό των €11.034,01 το οποίο αφορά μόνο τα έξοδα του νοσοκομείου. Η εναγόμενη κατέβαλε έναντι του οφειλόμενου χρέους της το συνολικό ποσό των €6.700 και εξακολουθεί να οφείλει το υπόλοιπο, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €5.634,01, το οποίο η ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη με την παρούσα αγωγή. Η εναγόμενη με την υπεράσπισή της ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμφώνησε με τους ενάγοντες το τελικό ύψος της αμοιβής τους επειδή αυτό εξαρτάτο από το είδος και την ποιότητα των υπηρεσιών και των φαρμάκων τα οποία θα χρησιμοποιούνταν από τους θεράποντες ιατρούς αναφορικά με τον σύζυγό της. Ισχυρίζεται επίσης ότι η ίδια και ο σύζυγος της ήταν, σε κάθε ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, μέλη του Ταμείου Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης των υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, το οποίο και κατέβαλε στους θεράποντες ιατρούς τα συμφωνημένα ποσά για κάθε υπηρεσία τους. Περαιτέρω αρνείται τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η ίδια αποδέχθηκε και/ή ανέλαβε εγγράφως την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα τα έξοδα για τη νοσηλεία του συζύγου της και επιπλέον ισχυρίζεται ότι κατά την εισαγωγή του συζύγου της στο νοσοκομείο, λόγω του επείγοντος και της κατάστασης του συζύγου της και της ταραχής της δεν ήταν σε θέση να διαβάσει και να κατανοήσει σε βάθος οποιαδήποτε έγγραφα πιθανόν να της δόθηκαν προς υπογραφή ούτε αντιλήφθηκε να υπογράφει συγκεκριμένη σύμβαση παροχής υπηρεσιών με συγκεκριμένα ποσά πληρωτέα για κάθε επιμέρους υπηρεσία. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι τα ποσά που πληρώθηκαν στους θεράποντες ιατρούς από την ίδια και το Ταμείο Ιατροφαρμακευτικής ΠερίθαλψηςΥπαλλήλων Α.ΤΗ.Κ. είναι πολύ περισσότερα από το ισχυριζόμενο ποσό των €8.700 και εν πάση περιπτώσει αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. Η ενάγουσα καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση της εναγόμενης, με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς της τελευταίας, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησής της και αιτείται την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της εναγόμενης. Η ΑΚΡΟΑΣΗ Πριν την έναρξη της ακρόασης, με δήλωση της δικηγόρου της ενάγουσας, το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό περιορίστηκε στο ποσό των €4.334,
- Μαρτυρία κατά την ακρόαση δόθηκε μόνο από την πλευρά της ενάγουσας η οποία κάλεσε προς απόδειξη της υπόθεσής της τρεις μάρτυρες. Την κα XXXXX Καλλή (Μ.Ε.1), την κα XXXXX Φιλαρέτου (Μ.Ε.2) και τον νευροχειρουργό Δρα XXXXX Περδίο (Μ.Ε.3). Η Μ.Ε.1 κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωση, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής της. Κατά την κυρίως εξέτασή της καταχώρησε επίσης διάφορα τεκμήρια. Στη γραπτή δήλωση της περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι υπάλληλος της ενάγουσας και εργάζεται στο τμήμα του λογιστηρίου και συγκεκριμένα στο Τμήμα Ασφαλίσεων. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, καθότι έχει στην κατοχή της διάφορα αρχεία, βιβλία, φακέλους και λογαριασμούς της ενάγουσας. Από τις 25.12.2008 μέχρι και την 4.1.2009 κατ' εντολή της εναγόμενης και του συζύγου της η ενάγουσα πρόσφερε στον τελευταίο υπηρεσίες έναντι των τιμών του ενιαίου τιμοκαταλόγου της, όπως αυτός ίσχυε τότε, τις οποίες η εναγόμενη αποδέχθηκε και ανέλαβε εγγράφως την υπόσχεση να πληρώσει. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εναγόμενη αποδέχθηκε και ανέλαβε εγγράφως να καταβάλει στην ενάγουσα όλα τα έξοδα, ιατρικά, παραϊατρικά, ακτινολογικά, αναλύσεων, παραμονής στο νοσοκομείο και γενικά όλα τα έξοδα τα οποία θα γίνονταν για τη διάγνωση και θεραπεία της ασθένειας του συζύγου της. Παρουσίασε στο Δικαστήριο έγγραφο της ενάγουσας με τίτλο «Ανάληψη Υποχρέωσης» η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Σύμφωνα με τις πληροφορίες που αντλεί από τα αρχεία που διατηρεί η ενάγουσα και ειδικότερα από τις πληροφορίες που έλαβε από τον θεράποντα ιατρό του συζύγου της εναγομένης, αυτός εισήχθη στο νοσοκομείο στις 25.12.2008 και έτυχε νοσηλείας για 10 μέρες μέχρι τις 4.1.
- Για τη νοσηλεία και την περίθαλψή του, εξεδόθη το τιμολόγιο με αριθμό 34193 για το ποσό των €11.034,01 το οποίο αφορά μόνο τα έξοδα του νοσοκομείου, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 στη διαδικασία. Ισχυρίζεται επίσης ότι κατά την παραμονή του συζύγου της εναγόμενης στο νοσοκομείο έτυχε της φροντίδας και των υπηρεσιών του Δρα Αχιλλέα Περδίου, η αμοιβή του οποίου ανήλθε στο συνολικό ποσό των €1.
- Το Ταμείο Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης Υπαλλήλων Α.ΤΗ.Κ., στο οποίο υποβλήθηκαν τα σχετικά δικαιολογητικά για τα έξοδα περίθαλψης του συζύγου της εναγομένης και τα οποία ανήλθαν στο συνολικό ποσό των €12.573, κατέβαλε έναντι το ποσό των €8.000 με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο €4.
- Ισχυρίζεται τέλος ότι ο θεράπων ιατρός του συζύγου της εναγομένης έκανε περαιτέρω έκπτωση για το ποσό των €239,
- Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας και την αποστολή εκ μέρους των δικηγόρων της επιστολής ημερομηνίας 27.5.2011 προς την εναγόμενη αυτή αρνήθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €4.334,01 μαζί με νόμιμο τόκο. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 στη διαδικασία. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή της, ισχυρίστηκε ότι το Τμήμα Ασφαλίσεων της ενάγουσας είναι το τμήμα το οποίο ασχολείται με όλες τις ιδιωτικές ασφάλειες, τα έξοδα εισαγωγής των ασθενών και τα καθήκοντα της ίδιας αφορούν οτιδήποτε έχει να κάνει με την εισαγωγή του ασθενή, την πληρωμή των εξόδων και την αποστολή διαφόρων εγγράφων σε ασφαλιστικές εταιρείες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι εργαζόταν στο εν λόγω τμήμα κατά τα έτη 2012 μέχρι 2015 και μετά από παύση δύο ετών επανήλθε ξανά τον Ιούνη του 2017 μέχρι και σήμερα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το τεκμήριο 2, το οποίο είναι αντίγραφο του τιμολογίου που εξέδωσε η ενάγουσα, το είχε εκτυπώσει η ίδια. Κατά την αντεξέταση της, παραδέχθηκε υποβολή του κ. Νεοκλέους ότι κατά την εισαγωγή του συζύγου της εναγομένης στο νοσοκομείο των εναγόντων η ίδια δεν ήταν παρούσα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στο τεκμήριο 1 δεν υπάρχει ημερομηνία και ότι στο πάνω δεξί μέρος του εν λόγω τεκμηρίου υπάρχει κάτι το οποίο μοιάζει με υπογραφή. Σε άλλη ερώτηση κατά πόσο η ίδια ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 1 απάντησε αρνητικά. Σε σχέση με το τεκμήριο 2 ανέφερε ότι η ίδια το είχε τυπώσει την προηγούμενη μέρα της παρουσίας της στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε υποβολή του κ. Νεοκλέους ότι η εναγόμενη πλήρωσε προσωπικά στον ιατρό XXXXX Περδίο το ποσό των €2.000 μέσω του Ταμείου Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης Υπαλλήλων Α.ΤΗ.Κ. και ισχυρίστηκε ότι μετά από επικοινωνία που είχε με την Α.ΤΗ.Κ. πληροφορήθηκε ότι είχαν δοθεί δύο επιταγές για το ποσό των €6.000 και €2.000 αντίστοιχα. Η Μ.Ε.2 κατέθεσε ως Έγγραφο Β στη διαδικασία γραπτή της δήλωση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής της. Σε αυτή, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι είναι στην υπηρεσία της ενάγουσας και εργάζεται στο Τμήμα Εισαγωγών Ασθενών. Ισχυρίστηκε ότι για να πραγματοποιηθεί επιτυχώς η εισαγωγή ενός ασθενή ο συνοδός του θα πρέπει να υπογράψει το έγγραφο «Ανάληψη Υποχρέωσης» το οποίο παραδίδεται κενό στον συνοδό και αυτός στην παρουσία υπαλλήλου των εναγόντων το συμπληρώνει με τα απαραίτητα στοιχεία και το επιστρέφει στο Τμήμα Εισαγωγών της ενάγουσας. Η διαδικασία εισαγωγής του ασθενούς αρχίζει όταν παραδοθεί συμπληρωμένη και υπογεγραμμένη η ανάληψη υποχρέωσης στο Τμήμα Εισαγωγών της ενάγουσας. Με την ανάληψη υποχρέωσης ο συνοδός αποδέχεται και αναλαμβάνει εγγράφως την υπόσχεση να καταβάλει στην ενάγουσα όλα τα έξοδα που αφορούν τον ασθενή. Αναγνώρισε το τεκμήριο 1 και ανέφερε ότι σε αυτό παρουσιάζεται η έγγραφη ανάληψη εκ μέρους της εναγόμενης της υποχρέωσης να αναλάβει όλα τα έξοδα αναφορικά με την παραμονή στο νοσοκομείο του συζύγου της. Ισχυρίστηκε τέλος ότι σε περίπτωση που ο ασθενής δεν συνοδεύεται από κάποιον οικείο του το εν λόγω έντυπο δίδεται στον ίδιο τον ασθενή ο οποίος και το συμπληρώνει. Στην περίπτωση που ο ασθενής συνοδεύεται και ο συνοδός του αρνηθεί να υπογράψει την ανάληψη υποχρέωσης το έντυπο δίδεται στον ασθενή για υπογραφή. Κατά την αντεξέταση της ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση που κάποιος ασθενής μεταφερθεί στο νοσοκομείο των εναγόντων με ασθενοφόρο και βρίσκεται σε κατάσταση που δεν του επιτρέπει να επικοινωνεί με το περιβάλλον του, η πρακτική των εναγόντων είναι να μην τον δέχονται στο νοσοκομείο. Ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από τις πληροφορίες οι οποίες περιέχονται στον φάκελο του ασθενούς και ότι κατά την εισαγωγή του συζύγου της εναγόμενης στο νοσοκομείο η ίδια δεν ήταν παρούσα. Τελευταίος μάρτυρας εκ μέρους των εναγόντων παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ο ιατρός, Δρ Αχιλλέας Περδίος, νευροχειρουργός. Ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4 τον ιατρικό φάκελο του συζύγου της εναγόμενης. Ισχυρίστηκε ότι αυτός περιέχει λεπτομέρειες αναφορικά με την ασθένεια του, τη θεραπεία της οποίας έτυχε, καθώς και την αγωγή την οποία έλαβε στο νοσοκομείο της ενάγουσας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο σύζυγος της εναγόμενης ήταν υπάλληλος της Α.ΤΗ.Κ., ότι ο ίδιος ως ιατρός πληρώθηκε για τις υπηρεσίες του από την Α.ΤΗ.Κ. και ότι δεν έχει οποιανδήποτε προσωπική απαίτηση για πληρωμή των ιατρικών του εξόδων από την εναγόμενη. Σε σχέση με την αμοιβή του νοσοκομείου ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει πως υπάρχει υπόλοιπο ένα οφειλόμενο ποσό. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ήταν παρών κατά την εισαγωγή του συζύγου της εναγόμενης στο νοσοκομείο, ο οποίος ήταν για χρόνια ασθενής του. Λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του τον τοποθέτησε στο Τμήμα Εντατικής Θεραπείας. Σε ερώτηση αναφορικά με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο ασθενής κατά την εισαγωγή του ισχυρίστηκε ότι η κατάσταση του είχε επιδεινωθεί, καθότι το έτος 1994 είχε υποστεί εγκεφαλική βλάβη μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, είχε μία ημιπάρεση, μία αδυναμία δηλαδή της μίας πλευράς και τον έβλεπε σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τον Δεκέμβρη του 2008 ο ασθενής ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Η κατάσταση του ήταν ημικομματώδης. Μετά τις απαραίτητες εξετάσεις διαφάνηκε ότι είχε καινούρια πολλαπλά εγκεφαλικά έμφρακτα, τα οποία επιδείνωσαν την κατάσταση του, γι' αυτό και είχε γίνει εισαγωγή στην Εντατική Μονάδα Θεραπείας όπου και διασωληνώθηκε. Η κατάσταση του όμως ήταν μη αναστρέψιμη και απεβίωσε στις 4.1.
- Σε άλλη ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον κ. Νεοκλέους απάντησε ότι ο σύζυγος της εναγόμενης δεν είχε τις αισθήσεις του ούτε μπορούσε να επικοινωνήσει. Σε ερώτηση κατά πόσο υπήρχε περίπτωση, λαμβανομένης της κατάστασης στην οποία εισήχθηκε στο νοσοκομείο, να επανακάμψει, ο Δρ Περδίος ισχυρίστηκε ότι ο ασθενής σίγουρα δεν ήταν κλινικά νεκρός. Ο ασθενής ανέπνεε χωρίς μηχανική υποστήριξη και αντιδρούσε στον πόνο, ευρήματα τα οποία υποδηλώνουν καθαρά την ύπαρξη ζωής και εγκεφαλικής λειτουργίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κατάσταση του ασθενούς επιδεινώθηκε στις 30.12.2008, γι' αυτό και εκείνη την ημέρα υποβλήθηκε ξανά σε αξονική τομογραφία στην οποία διαπιστώθηκε ότι έπαθε πολλαπλά έμφρακτα στα βασικά γάγγλια, στον κορμό και στο στέλεχος του εγκεφάλου. Τοποθετήθηκε στον αναπνευστήρα και στις 4.1.2009 σταμάτησε εντελώς η λειτουργία του εγκεφάλου του, ένδειξη ότι πλέον ήταν εγκεφαλικά νεκρός και αποσυνδέθηκε από τον αναπνευστήρα. Σε σχέση με την αμοιβή του ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι κατά την εισαγωγή του ασθενούς είχε μία συνομιλία με τη σύζυγο του, αναφορικά με τη δική του αμοιβή αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι συμφώνησε η εναγόμενη με το λογιστήριο της ενάγουσας. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά το πέρας της ακρόασης οι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσεις τις εισηγήσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όταν κρίνω ότι είναι απαραίτητο. Η κα Θεοχάρους εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε η Μ.Ε.1 αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη αποδέχθηκε και ανέλαβε εγγράφως την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα όλα τα έξοδα για τη νοσηλεία και περίθαλψη του συζύγου της. Εισηγήθηκε ότι κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας η εναγόμενη παρέλειψε να θέσει υπόψη τους ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσής της και ειδικότερα τον ισχυρισμό της ότι λόγω του επείγοντος της κατάστασης και της ιατρικής εικόνας του συζύγου της δεν ήταν σε θέση να διαβάσει και να κατανοήσει σε βάθος οποιαδήποτε έγγραφα της δόθηκαν. Εισηγήθηκε ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από την εναγόμενη για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της ότι δεν ήταν σε θέση να διαβάσει και να κατανοήσει σε βάθος οποιαδήποτε έγγραφα της δόθηκαν και οι ισχυρισμοί της πρέπει να απορριφθούν. Ο κ. Νεοκλέους, έχοντας εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη, εισηγήθηκε ότι η Μ.Ε.1 κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν υπάλληλος της ενάγουσας και ότι τις πληροφορίες σχετικά με την επίδικη υπόθεση τις έλαβε από τον φάκελο του ασθενούς. Εισηγήθηκε επίσης ότι το τεκμήριο 1 το οποίο κατέθεσε η Μ.Ε.1 δεν φέρει ημερομηνία ούτε αποδείχθηκε ο χρόνος υπογραφής του. Εισηγήθηκε επίσης ότι η Μ.Ε.2 δεν ήταν παρούσα κατά την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο της ενάγουσας και δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων. Εισηγήθηκε τέλος ότι η ενάγουσα δεν παρουσίασε ικανοποιητική μαρτυρία για να αποδείξει την αξίωσή της και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288 τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που ένας μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Η Μ.Ε.1 μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κρίνω ότι η παρουσία της στο Δικαστήριο σκοπό είχε να μεταφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα όσα ισχυρίστηκε ήταν ειλικρινή. Δεν προσπάθησε σε καμία περίπτωση να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο ευνοϊκό για την ενάγουσα εργοδότριά της. Κρίνω ότι η μαρτυρία της είναι αξιόπιστη και αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο. Από τη μαρτυρία της προκύπτει ότι εργάζεται στο τμήμα της ενάγουσας το οποίο ασχολείται με την εισαγωγή ασθενών και την πληρωμή των εξόδων και την προέγκριση των περιστατικών. Εργοδοτήθηκε στην ενάγουσα κατά την περίοδο 2012 έως 2015 αλλά κατά τον Δεκέμβριο του 2008 που ο σύζυγος της εναγόμενης εισήχθη στο νοσοκομείο της ενάγουσας η ίδια δεν ήταν υπάλληλος της ενάγουσας. Κρίνω ότι η μαρτυρία της είναι μεν αξιόπιστη αλλά δεν είναι διαφωτιστική για τον κρίσιμο για την παρούσα αγωγή ισχυρισμό του κατά πόσο η εναγόμενη υπέγραψε το τεκμήριο 1 και ανέλαβε έτσι εγγράφως την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα τα έξοδα σε σχέση με τη νοσηλεία του συζύγου της στο νοσοκομείο της ενάγουσας. Παρά το γεγονός ότι η εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε το τεκμήριο 1 το οποίο έχει τίτλο «Ανάληψη Υποχρέωσης» και στο σημείο κάτω από τη φράση «Ο Αναλαβών την υποχρέωση» είναι γραμμένο το όνομα της εναγόμενης, η μάρτυρας δεν πρόσφερε θετικό ισχυρισμό ότι αυτή είναι η υπογραφή της εναγόμενης και ότι η τελευταία πράγματι υπέγραψε την εν λόγω ανάληψη υποχρέωσης. Η μάρτυρας δεν εργαζόταν στην ενάγουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η αναγραφή του ονόματος της εναγόμενης που φαίνεται στο εν λόγω τεκμήριο αποτελούσε την υπογραφή της τελευταίας και ότι τέθηκε σε αυτό από την εναγόμενη. Η Μ.Ε.2 έχει επίσης κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της ήταν τυπικής μορφής αφού αφορούσε στον τρόπο λειτουργίας του τμήματος εισαγωγών της ενάγουσας και την υπογραφή του σχετικού εντύπου ανάληψης υποχρέωσης εκ μέρους του ασθενούς ή του συνοδού του πριν την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο. Περιέγραψε τον τρόπο λειτουργίας του εν λόγω τμήματος ισχυριζόμενη ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά τον κρίσιμο χρόνο εισαγωγής του συζύγου της εναγόμενης στο νοσοκομείο της ενάγουσας. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, ήταν ειλικρινής και δεν προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο υποβοηθητικό για την υπόθεση της ενάγουσας εργοδότριάς της. Η μαρτυρία της στο κρίσιμο σημείο που αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η εναγόμενη υπέγραψε την επίδικη ανάληψη υποχρέωσης τεκμήριο 1 δεν είναι επιβοηθητική για την ενάγουσα και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο αφού η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα κατά τον κρίσιμο χρόνο ούτε ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη υπέγραψε το εν λόγω τεκμήριο και ανέλαβε έτσι την υποχρέωση να καταβάλει προς την ενάγουσα τα έξοδα αναφορικά με την νοσηλεία του συζύγου της. Ο Μ.Ε.3 έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε με πολύ μεγάλη λεπτομέρεια στην ιατρική κατάσταση του συζύγου της εναγόμενης. Η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και την αποδέχομαι. Κρίνω όμως ότι αυτή δεν είναι ικανή να διαφωτίσει τα επίδικα θέματα και κυρίως τον κρίσιμο ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η εναγόμενη υπέγραψε το τεκμήριο 1 και ανέλαβε έτσι εγγράφως την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα όλα τα έξοδα αναφορικά με τη νοσηλεία του συζύγου της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η εναγόμενη με την υπεράσπισή της αρνήθηκε τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η ίδια αποδέχθηκε και/ή ανέλαβε εγγράφως την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα όλα τα έξοδα αναφορικά με τη νοσηλεία του συζύγου της. Συνεπώς το βάρος απόδειξης παρέμεινε στην ενάγουσα να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Κρίνω ότι η μαρτυρία την οποία πρόσφερε η ενάγουσα δεν είναι επαρκής για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι η εναγόμενη υπέγραψε το τεκμήριο 1 και ανέλαβε έτσι τη σχετική υποχρέωση. Κανένας από τους μάρτυρες τους οποίους παρουσίασε η ενάγουσα δεν ισχυρίστηκε ότι η αναγραφή του ονόματος της εναγόμενης στο τεκμήριο 1 αποτελεί την υπογραφή της εναγόμενης και ότι πράγματι η αναγραφή αυτή έγινε από την ίδια την εναγόμενη. Οι μάρτυρες Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 δεν ήταν παρούσες κατά τον κρίσιμο χρόνο ενώ ο Μ.Ε.3 που ήταν παρών δεν αναφέρθηκε καθόλου σε υπογραφή και κατ' επέκταση ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους της εναγόμενης να καταβάλει τα σχετικά έξοδα νοσηλείας ως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Κρίνω επίσης ότι η εναγόμενη δεν έφερε οποιοδήποτε δικονομικό βάρος να αποδείξει ότι η αναγραφή του ονόματος της στο τεκμήριο 1 αποτελεί την υπογραφή της και ότι τέθηκε από την ίδια. Για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι η ενάγουσα με τη μαρτυρία την οποία προσκόμισε απέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος το οποίο έφερε στους ώμους της για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεπώς η αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο