ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΞΕΝΗ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5493/2012, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5493/2012 Μεταξύ: XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΞΕΝΗ Ενάγοντας και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενος Ημερομηνία: 29.3.2019 Αίτηση του εναγομένου ημερομηνίας 6.11.2018 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Για τον Αιτητή: κα Ε. Φλωρέντζου Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Δ. Καλλής για κ.κ. Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 7.8.2012 ο ενάγων αξιώνει εναντίον του εναγομένου αποζημιώσεις για προσωπικές βλάβες τις οποίες κατ' ισχυρισμό υπέστη στις 8.7.2008 λόγω της αμέλειας του εναγομένου και/ή της παράβασης από αυτόν των νομίμων καθηκόντων του ενόσω ο ενάγων ήταν στρατιώτης και/ή στην υπηρεσία και/ή μέλος της Εθνικής Φρουράς. Στις 22.10.2018 όταν η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση ζητήθηκε αναβολή από την πλευρά του εναγομένου για να υποβάλει αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισής του με σκοπό να εγείρει το θέμα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα και συγκεκριμένα για να το προσθέσει ως προδικαστικό ζήτημα σε αυτή και να ζητήσει στη συνέχεια την εκδίκασή του. Στις 6.11.2018 ο εναγόμενος καταχώρησε την επίδικη αίτηση με την οποία εξαιτείται ως ακολούθως: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η τροποποίηση της υπεράσπισης, με την προσθήκη ως παραγράφου 1 των εξής: «
- Ο Εναγόμενος εγείρει την εξής προδικαστική ένσταση: Ο ενάγοντας δε νομιμοποιείται στην έγερση και/ή συνέχιση της παρούσας αγωγής, καθ' ότι το αγώγιμο δικαίωμά του έχει παραγραφεί. Πιο συγκεκριμένα, ενώ ο Ενάγοντας αιτείται αποζημιώσεις για τραυματισμό που ισχυρίζεται ότι υπέστη την 7/7/2008, εντούτοις η αγωγή καταχωρήθηκε την 7/8/2012, μετά δηλαδή την προθεσμία που καθορίζεται από τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148) και μέσα στα πλαίσια της οποίας παρέχεται το δικαίωμα για έγερση αγωγής συνεπεία αστικού αδικήματος». Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων της υπεράσπισης 1 - 14 σε 2 -
- Γ. Οποιανδήποτε άλλη διαταγή κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 ΘΘ.1 - 4, Δ.48 ΘΘ.1 - 4, 8 και 9 και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία την συνοδεύει και έχουν μεταξύ άλλων ως εξής: η ομνύουσα είναι Δικηγόρος Α' της Δημοκρατίας και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Κατά τη μελέτη της υπόθεσης για προετοιμασία της ακρόασης διαπίστωσε ότι ο κατ' ισχυρισμό τραυματισμός του ενάγοντα συνέβη στις 7.7.2008 και ότι το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 7.8.
- Λόγω απροσεξίας και/ή λάθους δεν είχε διαπιστώσει το γεγονός αυτό νωρίτερα και ότι η καταχωρηθείσα αγωγή εγέρθηκε μετά την πάροδο 3 ετών από το κατ' ισχυρισμό γεγονός το οποίο προκάλεσε τον τραυματισμό του ενάγοντα. Θεωρεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να μπορέσει ο εναγόμενος να θέσει το θέμα αυτό ως προδικαστική ένσταση στην υπεράσπισή του. Θεωρεί επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία ή ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Ο ενάγων καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση προβάλλοντας 13 συνολικά λόγους για τους οποίους είναι η θέση του ότι αυτή δεν πρέπει να επιτραπεί. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται μετά την κλήση για οδηγίες και δεν εμπίπτει μέσα στις εξαιρέσεις της Δ.25 Κ.1
(3), ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η αναδόμηση της υπεράσπισης και η εισαγωγή νέων επίδικων θεμάτων, ότι δεν στοιχειοθετείται κανένας ισχυρισμός ώστε να επιτραπεί η τροποποίηση, ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν συνιστά εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας ούτε έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώρηση της υπεράσπισης. Ισχυρίζεται επίσης ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική για τον ενάγοντα και σκοπό έχει να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης και ότι η τροποποίηση θα περιπλέξει τη διαδικασία και τα επίδικα θέματα και να εισαγάγει ισχυρισμούς άσχετους με την παρούσα διαδικασία και ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα και δεν δίδεται κανένας σοβαρός λόγος για την καθυστέρηση αυτή. Ισχυρίζεται τέλος ότι οι ισχυρισμοί περί απροσεξίας και ή λάθους δεν μπορούν να θεωρηθούν ως καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και ότι η αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα εκδίκασης της υπόθεσής του εντός ευλόγου χρόνου. Η ένσταση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 ΘΘ.1 - 6, Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1 - 4 και 9, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκο δήλωση του ενάγοντα και περιληπτικά έχουν ως ακολούθως: ο ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ισχυρίζεται ότι τα όσα περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για τροποποίηση δεν αποτελούν έγκυρο και καλό λόγο για την έγκρισή της. Εξ όσων πληροφορείται από τους δικηγόρους του η αιτούμενη τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί μετά την κλήση για οδηγίες μόνο εάν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας ή σε περίπτωση που προέκυψαν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώριση της δικογραφίας. Ισχυρίζεται επίσης ότι το νέο πλαίσιο το οποίο καθόρισε η τροποποίηση της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν επιτρέπει τέτοιου είδους τροποποιήσεις και τα όσα επικαλείται ο αιτητής δεν αποτελούν καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Η πάροδος 5 ετών από την καταχώρηση της υπεράσπισης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης παραβιάζει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμά του για εκδίκαση της υπόθεσής του εντός ευλόγου χρόνου. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει την αντεξέταση των προσώπων που υπέγραψαν τις ένορκες δηλώσεις και οι συνήγοροι των μερών ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων διέπεται από τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία, συγκριτικά με το τι ίσχυε στο παρελθόν, έθεσε αυστηρότερο πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται και επιτρέπεται η τροποποίηση ενός δικογράφου. Λόγω όμως του ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το έτος 2012 δεν εφαρμόζεται η Δ.25 ως έχει σήμερα αφού ρητά η εν λόγω Διαταγή αναφέρει ότι εφαρμόζεται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν από 1.1.2015. Είναι προφανές λοιπόν ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζεται η Δ.25 ως αυτή είχε πριν την τροποποίηση που επήλθε με τον Διαδικαστικό Κανονισμό ημερομηνίας 26.9.2014. Καθοδήγηση ως προς τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα μπορεί να αντληθεί από την πλούσια επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ 934 στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730 - 731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Περαιτέρω στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η τάση πριν την τροποποίηση της Δ.25 η οποία επήλθε το 2014 ήταν τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου (ανωτέρω). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω), εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης, είναι επιτρεπτή. Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ' έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περίΠολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγον είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Στην υπόθεση IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.ά. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και IKOS CIF LTD (ανωτέρω) τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα και ότι ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Στην παρούσα υπόθεση η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε πριν να ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής. Ο εναγόμενος θεωρεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισής του είναι αναγκαία για να θέσει με αυτή το θέμα της παραγραφής του δικαιώματος του ενάγοντα ως προδικαστική ένσταση και στη συνέχεια να ζητήσει το θέμα αυτό να προδικαστεί. Ως η νομολογία επιτάσσει προδικαστικά ζητήματα πρέπει να καταχωρούνται και να εκδικάζονται στα αρχικά στάδια της διαδικασίας. Στην υπόθεση Ρέα Ανδρονίκου κ.ά. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτωμένους τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση αρ. 168/2010, ημερομηνίας 24.2.2016, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με αυτό το σκεπτικό, με το δέοντα σεβασμό, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εισήγηση των εφεσειόντων ότι ο μόνος περιορισμός που η νομολογία αναγνωρίζει είναι να μην υποβάλλονται τέτοιες αιτήσεις κατά την ημέρα της ακρόασης. Η σχετική εισήγηση έγινε με αναφορά στις υποθέσεις The heirs of late Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 CLR 167 και Michaelides v. Diakou
(1968)1 CLR 392 δια στόματος Ιωσηφίδη, Δ., υπέδειξε τα εξής: «We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the Court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and be should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred. An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions». Η αναφορά όμως αυτή δεν μπορεί, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, να ερμηνευθεί τόσο στενά ως η εισήγηση των εφεσειόντων. Χαρακτηριστική, άλλωστε, είναι η ταυτόχρονη υπενθύμιση από τον Ιωσηφίδη, Δ., πως ο κατάλληλος κανονικά χρόνος είναι ο χρόνος της κλήσης για οδηγίες, κάτι που υποδηλώνει εμμονή στην παγιωμένη αρχή περί εγκαίρου διαβήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι η προαναφερθείσα υπόθεση ΧʺΟικονόμου αφορούσε περίπτωση που η αίτηση καταχωρίστηκε 3 μήνες πριν την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης (εν προκειμένω 5 εβδομάδες). Το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνοντας ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση σημείωσε τα εξής: «Αιτήσεις για προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων, όπως και άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις, θα πρέπει να καταχωρούνται νωρίτερα, όπως έχουμε αναφέρει και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, που μόνο καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορούν να επιφέρουν και όχι διευκόλυνση ή συντόμευση της διαδικασίας.» Εν προκειμένω, οι εφεσείοντες είχαν την ευκαιρία να λάβουν μέτρα ακόμα και πριν την καταχώριση των υπερασπίσεων τους τις οποίες καταχώρισαν με καθυστέρηση μηνών και αφού προηγήθηκε, ως άνω, αίτηση για απόφαση. Δεν πρόβαλαν όμως μέχρι τότε οποιαδήποτε ένσταση περί ανυπαρξίας των εναγόντων οι οποίοι προχώρησαν και ζήτησαν απόφαση εναντίον τους. Έθεσαν θέμα στις υπερασπίσεις, που δεν ήταν το ορθό πλαίσιο, χωρίς και πάλιν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Αντ' αυτού ζήτησαν και έλαβαν από τους ανύπαρκτους, κατά τον ισχυρισμό που δεν προωθούσαν, αντιδίκους τους, αποκάλυψη εγγράφων, ένα διαδικαστικό διάβημα που εντάσσεται στην προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, ορθή ήταν η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η καταχώριση της αίτησης όχι απλώς μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, αλλά 5 μόνο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία ακρόασης, με βέβαιη την ανατροπή της, όπως και έγινε, συνιστούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση και ο εναγόμενος θέσει το θέμα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα ως προδικαστική ένσταση στην υπεράσπισή του, που αυτή είναι η πρόθεσή του ως φαίνεται στη σχετική ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την επίδικη αίτησή του, το Δικαστήριο θα κληθεί να εξετάσει αυτό το προδικαστικό ζήτημα σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και δη σε χρόνο κατά τον οποίο η διαδικασία δεν θα βρίσκεται στα αρχικά της στάδια. Κάτι τέτοιο, ως προκύπτει και από την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία (Ρέα Ανδρονίκου κ.ά.) δεν είναι επιτρεπτό. Ως αναφέρεται σχετικά, αιτήσεις για προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων θα πρέπει να καταχωρούνται έγκαιρα στα αρχικά στάδια της διαδικασίας και δη κατά τον χρόνο της κλήσης για οδηγίες και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο που μόνο καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορούν να επιφέρουν. Σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση και στη συνέχεια υποβληθεί αίτηση για να προδικαστεί το θέμα της παραγραφής του δικαιώματος του ενάγοντα κρίνω ότι θα προκληθεί καθυστέρηση στην ακρόαση της ουσίας της αγωγής κάτι για το οποίο η νομολογία ορίζει ότι δεν είναι επιτρεπτό να συμβαίνει. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα λόγω του ότι η αγωγή δεν βρίσκεται στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας αφού ξεπεράστηκε το στάδιο της κλήσης για οδηγίες και η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση αρκετές φορές, πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς την απόρριψη του αιτήματος για τροποποίηση της υπεράσπισης. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση και εναντίον του εναγομένου - αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο