← Κύπρος

Κυριακίδη ν. Εταιρείας Τηλέγραφος Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2993/2013, 27/3/2019

Κυριακίδη ν. Εταιρείας Τηλέγραφος Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2993/2013, 27/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 2993/2013 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ Κυριακίδη Ενάγοντα και

  1. Εταιρείας Τηλέγραφος Λτδ
  2. ΧΧΧΧΧ Κουρτελλάρη Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 27 Μαρτίου,
  3. Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: κ. A.Ευτυχίου Για τους Εναγομένους : κ. Γ. Χριστοφίδης με κ. Παντελή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας, με αναφορά σε δημοσίευμα της εφημερίδας Χαραυγή, ημερομηνίας 4.1.2013, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή λίβελλο. Επιπλέον ο Ενάγοντας αξιοί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 A.Α.Δ
  1. Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι στην έκδοση της εφημερίδας Χαραυγή, ημερομηνίας 4.1.2013, προέβησαν στη δημοσίευση δυσφημιστικών για τον ίδιο δημοσιευμάτων. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους παραδέχθηκαν τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Δήλωσαν, όμως, ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν ήταν δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση ισχυρίστηκαν ότι τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, του εντίμου σχολίου και η υπεράσπιση της αλήθειας. Τα επίδικα δημοσιεύματα Το δημοσίευμα στο οποίο αναφέρεται ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του καταλαμβάνει δυο φύλλα της έκδοσης της εφημερίδας Χαραυγής, ημερομηνίας 4.1.
  2. Το εν λόγω δημοσίευμα ασχολείται με διάφορες κατ' ισχυρισμόν παρατυπίες στη διαχείριση του ιδρύματος Γεώργιου Γρίβα Διγενή στην Αθήνα. Το απόσπασμα, το οποίο αναφέρεται στον Ενάγοντα, παρατίθεται αυτούσιο κατωτέρω: «Ο ΧΧΧΧΧ Καψωμενάκης ουδέποτε υπήρξε μέλος της δ.ε. του Ιδρύματος Γρίβα Διγενή στην Αθήνα. Μοναδικό προσόν του εκτός του ότι ήταν δικηγόρος, οι στενές του σχέσεις με το σκληρό πυρήνα της ΕΟΚΑ Β' στην Κύπρο και ονομαστικά με τους ΧΧΧΧΧ Κυριακίδη και ΧΧΧΧΧ Σοφοκλέους των οποίων ασφαλώς και ήταν επιλογή. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η προσθήκη αυτή έγινε από λειτουργό της υπηρεσίας, μετά από παρεμβάσεις των συνδέσμων αγωνιστών από την Κύπρο. Είναι γι' αυτό που εισαγωγικά αναφερθήκαμε σε πλοκάμια του κατεστημένου που είναι βαθιά ακόμη και στην Ελλάδα». ( η υπογράμμιση δική μου) Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. O ίδιος ο Ενάγοντας, ως ΜΕ1, ο XXXXX Στυλιανού ΜΕ2 και ο XXXXX Τέρλας ΜΕ3, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Κατά τη μαρτυρία του ΜΕ1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο των σελίδων 12 και 13 της εφημερίδας Χαραυγή με ημερομηνία έκδοσης την 4η .1.
  3. Επίσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από τρία φύλλα χαρτιού, σχετικά με τα ακαδημαϊκά προσόντα του Ενάγοντα και ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκε επίσης δέσμη εγγράφων, η οποία αποτελείται από αντίγραφα από τους τίτλους βιβλίων, τα οποία δημοσίευσε και εξέδωσε ο Ενάγοντας. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο Ενάγοντας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις σπουδές και την επαγγελματική του καριέρα, δηλώνοντας ότι υπηρέτησε σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης στην Κύπρο και στην Ελλάδα ως καθηγητής φυσιογνωστικών και βοηθός διευθυντής. Δήλωσε, επίσης, ότι υπήρξε τομεάρχης της ΕΟΚΑ την περίοδο 1955 - 1959 στην περιοχή Αμιάντου Πιτσιλιάς. Χαρακτήρισε τον εαυτό του ως πρόσωπο ευρέως γνωστό και ως πρόσωπο, το οποίο τυγχάνει εκτίμησης στην Κύπρο και στο εξωτερικό, ιδιαίτερα σε χώρες όπου υπάρχουν ελληνοκυπριακές και ελληνικές κοινότητες. Περί τις 4.1.2013 περιήλθε εις γνώση του αντίγραφο της εφημερίδας Χαραυγή, στο οποίο υπήρχε το επίδικο δημοσίευμα. Υποστήριξε ότι ουδεμία άμεση ή έμμεση σχέση είχε με τις αναφορές στο επίδικο δημοσίευμα, καθώς και καμία σχέση δεν είχε με την ΕΟΚΑ Β. Δήλωσε πως γνωρίζει, όπως άλλωστε όλοι οι Κύπριοι, ότι η δράση της ΕΟΚΑ Β ήταν παράνομη. Το επίδικο δημοσίευμα προκάλεσε αποστροφή προς το πρόσωπό του και o ίδιος περιέπεσε σε περιφρόνηση και απέχθεια. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι έχει διαβάσει το επίδικο δημοσίευμα. Προσδιόρισε ότι το παράπονό του έγκειται στην αναφορά στο επίδικο δημοσίευμα, η οποία τον κατηγοριοποιεί στον σκληρό πυρήνα της ΕΟΚΑ Β. Σε ερώτηση αν ο κύριος XXXXX Σοφοκλέους, επίσης κατονομαζόμενος στο επίδικο δημοσίευμα, αποτελεί μέλος του σκληρού πυρήνα της ΕΟΚΑ Β, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ουδεμία σχέση και εμπλοκή δεν είχε με τα γεγονότα, τα οποία περιγράφονται στα επίδικα δημοσιεύματα. Δήλωσε ότι δεν ήταν σε οποιονδήποτε χρόνο μέλος της διοικούσας επιτροπής του Ιδρύματος Γεώργιος Γρίβα Διγενή. Δήλωσε ότι γνωρίζει τον XXXXX Καψομανέκη, πρόσωπο κατονομαζόμενο στο επίδικο δημοσίευμα, με τον οποίο διατηρεί φιλικές σχέσεις. Φιλικές σχέσεις είχε επίσης και με τον κύριο XXXXX Σοφοκλέους. Δήλωσε ότι ουδέποτε ήταν μέλος οποιουδήποτε κόμματος και ότι ο ίδιος ήταν υποστηρικτής της Ένωσης. Αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε διασύνδεση με την ΕΟΚΑ Β και επανέλαβε ότι η δράση της ήταν παράνομη και έκνομη. Συμφώνησε, επίσης, ότι o ίδιος είναι αδελφός του πρώην Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανού. Δέχτηκε ως ιστορικό γεγονός ότι περί τον Φεβρουάριο του 1973 έλαβε χώρα το λεγόμενο εκκλησιαστικό πραξικόπημα από τρεις μητροπολίτες, συμπεριλαμβανομένου και του αδελφού του. Δήλωσε ότι o ίδιος είχε θετική ανάμειξη με την έννοια ότι ήταν υποστηρικτής των ενεργειών των τριών μητροπολιτών. Σε ερώτηση εάν περί το 1973 είχε συναντήσεις με εκπροσώπους ξένων κρατών στην Κύπρο, απάντησε ότι δεν θυμόταν. Δεν θυμόταν, επίσης, εάν έστειλε επιστολή ενημέρωσης στην ΕΛΔΥΚ σχετικά με οποιαδήποτε συνάντηση με εκπροσώπους ξένων κρατών. Δέχθηκε ότι συνελήφθη για την απαγωγή του τότε υπουργού δικαιοσύνης XXXXX Βάκη και παρέμεινε υπό κράτηση για πέντε μέρες. Δήλωσε ότι η πιο πάνω απαγωγή εκτελέστηκε από την ΕΟΚΑ Β. Επιπρόσθετα δήλωσε ότι συνελήφθη σχετικά με την απόπειρα καταρρίψεως του ελικοπτέρου του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ στο Πάγκυπριο Γυμνάσιο. Σε ερώτηση αν είχε σχέσεις με τον κύριο XXXXX Χαρίτωνος, απάντησε ότι ήταν μαθητής του, αλλά δεν είχαν άλλες σχέσεις. Σε ερώτηση αν ο κύριος XXXXX Χαρίτωνος είχε εμπλοκή στην ΕΟΚΑ Β, απάντησε ότι δεν έχει ιδέα. Ερωτηθείς σχετικά με καταγραφές στα συγγράμματα του Μακάριου Δρουσιώτη, τα οποία τον αναμειγνύουν ως μέλος του πολιτικού πυρήνα της ΕΟΚΑ Β, απάντησε ότι ουδέποτε δικάστηκε ως μέλος της ΕΟΚΑ Β, ουδέποτε εκδιώχθηκε από την εργασία του και ουδέποτε τον συνέλαβε η Αστυνομία σχετικά. Δεν γνώριζε, όμως, να αναφέρει οποιοδήποτε πρόσωπο που δικάστηκε ως μέλος της ΕΟΚΑ Β. Περαιτέρω συμφώνησε ότι η οργάνωση ΕΟΚΑ Β προέβαινε σε αξιόποινες και παράνομες πράξεις χωρίς να δεχθεί, όμως, ότι η οργάνωση ΕΟΚΑ Β προέβαινε και σε προδοτικές πράξεις. Ο ΜΕ2 κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα από τα μαθητικά τους χρόνια και διετέλεσαν την ίδια περίοδο φοιτητές στην Αθήνα. Ο ΜΕ2 κατέθεσε το σύγγραμμα του Ενάγοντα με τίτλο «Ο Ρωμανός της Πιτσιλιάς», έκδοση του έτους 2008, ως Τεκμήριο
  4. Ο ΜΕ2 εργαζόταν, επίσης, ως καθηγητής Μέσης Παιδείας, διετέλεσε Υφυπουργός Εσωτερικών και βουλευτής κατά τις περιόδους 1960-1970 και 1985-
  5. Αναφέρθηκε στην περίοδο κατά την οποία ήταν φοιτητές μαζί με τον Ενάγοντα και στην εθνική τους δράση στην Αθήνα. Σχετικά με τον Ενάγοντα ανάφερε ότι ήταν γυμνασιάρχης, συνέγραψε δεκάδες βιβλία και συνέτεινε στην καταστολή της τουρκικής «ανταρσίας». Ήταν κάθετος, όμως, ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε αναμείχθηκε στην πολιτική και ουδέποτε ήταν μέλος της ΕΟΚΑ Β. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι με τον Ενάγοντα ταυτίζεται 100% πολιτικά και συμφωνούν σχετικά με το θέμα της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα. Σχετικά με το επίδικο δημοσίευμα δήλωσε ότι του διάβασε αποσπάσματα o Ενάγοντας και εξεπλάγη. Δέχτηκε, όμως, ότι o ίδιος ουδέποτε είδε το δημοσίευμα. Σχετικά με το Τεκμήριο 3, δήλωσε ότι όντως σ' αυτό αναφέρεται ως ιστορικό γεγονός η συνάντηση του Ενάγοντα με τον Γεώργιο Γρίβα Διγενή το 1971 στην Αθήνα. Συμφώνησε, επίσης, ότι ο Ενάγοντας συνελήφθη για την απαγωγή του πρώην Υπουργού Δικαιοσύνης κυρίου XXXXX Βάκη. O ίδιος δήλωσε ακολούθως ότι δεν γνωρίζει εάν ο Ενάγοντας είχε σχέση με τον κύριο Καψομενάκη. Ως προς τον κύριο XXXXX Σοφοκλέους, δήλωσε ότι ο Ενάγοντας είναι υπ' αδελφή γαμπρός του κυρίου XXXXX Σοφοκλέους. Εξήγησε ότι η αναφορά σε ΕΟΚΑ 71-74 μάλλον αναφέρεται στην ΕΟΚΑ Β. Ο ΜΕ3 κατέθεσε δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από τα δικόγραφα της αγωγής υπ' αριθμό 1831/10, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  6. Κατέθεσε, επιπλέον, την εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή 1831/10 ως Τεκμήριο
  7. Μετά το πέρας της υπόθεσης για τον Ενάγοντα, τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά των Εναγομένων. Ο πρώτος και μοναδικός μάρτυρας για τους Εναγόμενους ήταν ο XXXXX Κουρτελλάρης, Εναγόμενος 2, ΜΥ
  8. Κατά την κυρίως εξέταση του ΜΥ1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 δέσμη εγγράφων με τίτλο «Συγγραφικό και εκδοτικό έργο XXXXX Κουρτελλάρη». Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 58, δημοσιεύματα ημερομηνίας από 21.12.2012 μέχρι 3.3.
  9. Ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο από την ιστοσελίδα του Μακάριου Δρουσιώτη, ημερομηνίας 20.11.2013, ως Τεκμήριο 10, εκτύπωση από το διαδίκτυο αποτελούμενη από 8 φύλλα χαρτιού από την ιστοσελίδα Vithoskopio.worldpress.com, ως Τεκμήριο 11 υπουργική απόφαση ημερομηνίας 5.7.94, ως Τεκμήριο 12 πρακτικά δημοσιογραφικής διάσκεψης Φώτη Παπαφώτη, ημερομηνίας 31.8.
  10. Επιπλέον κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 13 αντίγραφα δημοσιευμάτων από τις εφημερίδες Αλήθεια, Μάχη, Αγών, Φιλελεύθερος και Χαραυγή, ημερομηνίας 1.9.1994, ως Τεκμήριο 14 επιστολή Συνδέσμου Αγωνιστών ΕΟΚΑ, ημερομηνίας 24.9.1993, ως Τεκμήριο 15 επιστολή Αδάμου Χαρίτωνος, ημερομηνίας 9.6.
  11. Περαιτέρω ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 16, αντίγραφα των σελίδων 181-208 από το σύγγραμμα του Μακάριου Δρουσιώτη «ΕΟΚΑ Β και Σια», ως Τεκμήριο 17 αντίγραφα των σελίδων 314 - 319 από το σύγγραμμα του Μακάριου Δρουσιώτη «ΕΟΚΑ η σκοτεινή όψη», ως Τεκμήριο 18 αντίγραφο της σελίδα 15 του συγγράμματος του Μακάριου Δρουσιώτη «Από το εθνικό μέτωπο στην ΕΟΚΑ Β», ως Τεκμήριο 19 αντίγραφα των σελίδων 231-257 του συγγράμματος του Μακάριου Δρουσιώτη «ΕΟΚΑ Β και Σια», ως Τεκμήριο 20 αντίγραφο των σελίδων 259 -289 του συγγράμματος του Μακάριου Δρουσιώτη «ΕΟΚΑ Β και Σια» και ως Τεκμήριο 21 αντίγραφο της εφημερίδας Πατρίς, ημερομηνίας 30.7.
  12. Κατά την κυρίως εξέτασή του, δήλωσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν βοηθός διευθυντής και οικονομικός διευθυντής της εφημερίδας Χαραυγή. Ήταν, επίσης, και γραμματέας-διευθυντής της εκδοτικής εταιρείας Τηλέγραφος Λτδ. Από το 1997 και μέχρι τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής ήταν μέλος της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ανέφερε ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν είναι αυτοτελές δημοσίευμα, αλλά είναι μέρος από μια σειρά δημοσιευμάτων, η οποία αποτελείται από 58 διαφορετικά δημοσιεύματα, Τεκμήριο
  13. Τόνισε ότι το πρωτογενές υλικό του δημοσιεύματος είναι αποτέλεσμα έρευνας σε σχέση με το Ίδρυμα Στρατηγού Γεώργιου Γρίβα Διγενή και τα όσα αναφέρονται στα σχετικά δημοσιεύματα αποτελούν προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας στηριγμένης τόσο στο πρωτογενές υλικό, αλλά και σε γεγονότα της περιόδου δράσης της ΕΟΚΑ Β. Χαρακτήρισε, δε, την ΕΟΚΑ Β, ως παράνομη οργάνωση. Υπογράμμισε ότι οι εμπλεκόμενοι στη σειρά δημοσιευμάτων ουδέποτε διέψευσαν ή ζήτησαν ανάκληση των εν λόγω αναφορών. Εξήγησε ότι τα δημοσιεύματα αφορούσαν συγκεκριμένα γεγονότα και δράσεις και δευτερευόντως μεμονωμένα πρόσωπα, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας του τόπου. Ανάφερε ότι η έρευνα των γεγονότων και η δημοσιογραφική και η συγγραφική καταγραφή δεν ποινικοποιείται, ούτε και συνιστά δυσφήμιση κατά την άποψή του. Αναφέρθηκε επισταμένα στις αναφορές στα συγγράμματα του Μακάριου Δρουσιώτη. Ως προς το επίδικο δημοσίευμα ανέφερε ότι οι ισχυρισμοί σ' αυτό δεν συνιστούν άποψη των Εναγομένων, αλλά αποτελεί απλά μέρος μιας σειράς δημοσιευμάτων σχετικής με το θέμα της δημοσιογραφικής έρευνας, η οποία αφορούσε εν τέλει τις προεδρικές εκλογές του
  14. Παρέπεμψε, επίσης, στο Τεκμήριο
  15. Εξήγησε ότι στο επίδικο δημοσίευμα σε κανένα σημείο δεν αποδίδεται στον Ενάγοντα οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση σχέση με το Ίδρυμα Στρατηγού Γεώργιου Γρίβα Διγενή. Επανέλαβε ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν είναι τίποτε άλλο παρά καταγραφή γεγονότων και δράσεων στηριγμένη σε πλειάδα εγγράφων και πληροφοριών. Παρέπεμψε, περαιτέρω, στο Τεκμήριο 14 και στα συγγράμματα, Τεκμήρια 16 με
  16. Παρέπεμψε τέλος, ως προς τη σύλληψη του Ενάγοντα, στο Τεκμήριο 21 δηλώνοντας ότι η δράση του Ενάγοντα αποτελεί ιστορικό γεγονός. Κατά την αντεξέτασή του εξήγησε ότι ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα δημοσιεύματα τα προκάλεσε ο Ενάγοντας. Σε υποβολή ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν δημόσιο πρόσωπο, απάντησε ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν το αντικείμενο της σειράς των 58 δημοσιευμάτων και πως δεν ήταν ούτε αντικείμενο της έρευνας. Συμφώνησε με την υποβολή ότι ο Ενάγοντας δεν συμμετείχε στο ίδρυμα Γεώργιου Γρίβα Διγενή, το οποίο έδρευε στην Ελλάδα. Το μόνο που αναφερόταν στο δημοσίευμα ήταν το ότι ο Ενάγοντας είχε σχέση με τον κ. Καψωμενάκη. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι η αναφορά στον Ενάγοντα είναι παθητική και σε κανένα σημείο δεν αποδίδεται σε αυτόν οποιαδήποτε εμπλοκή στο ίδρυμα Γεωργίου Γρίβα Διγενή στην Αθήνα. Δέχθηκε, παράλληλα, ότι πριν περιγραφεί ο Ενάγοντας ως πρόσωπο του σκληρού πυρήνα της ΕΟΚΑ Β, δεν ήλθαν σε επαφή με τον Ενάγοντα για να επιβεβαιώσουν το εάν κάτι τέτοιο ήταν αληθές. Με τον υπέρτιτλο της σειράς 58 δημοσιευμάτων δεν εννοούσε πρόσωπα όπως τον Ενάγοντα. Συμφώνησε με την υποβολή ότι τα μέλη της Ενωτικής Παράταξης δεν ήταν όλοι μέλη της ΕΟΚΑ Β. Κληθείς να απαντήσει γιατί κατέθεσε το Τεκμήριο 16, απάντησε ότι το κατέθεσε για να καταδείξει ότι ως συγγραφέας-ερευνητής νομιμοποιείται να καταλήξει σε έντιμα συμπεράσματα ή σχόλια. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τα Τεκμήρια 17,18,19 και 20 αναφέρονται σε απομακρυσμένες περιόδους σε σχέση με την ΕΟΚΑ Β. Ερωτηθείς σχετικά με το ποίες έρευνες έκανε, ώστε να εξακριβώσει ότι ο Ενάγοντας ήταν μέλος του σκληρού πυρήνα της ΕΟΚΑ Β, απάντησε ότι αυτό τεκμηριώνεται, μέσα από τα Τεκμήρια που κατέθεσε και ο δημοσιογράφος έχει το δικαίωμα του σχολίου ή συμπεράσματος. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. Ο κ. Χριστοφίδης εισηγήθηκε ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν ενέχει δυσφημιστικό χαρακτήρα για τον Ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση, εισηγήθηκε ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι υπερασπίσεις που εγείρουν οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους. Στον αντίποδα ο κ. Ευτυχίου εισηγήθηκε ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα και ότι δικαιολογείται η έκδοση απόφασης ως η Έκθεση Απαίτησης. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτουν από τη μαρτυρία γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Εναγομένη 1 εταιρεία εκδίδει την εφημερίδα Χαραυγή, η οποία κυκλοφορεί στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του Ενάγοντα ΜΥ1, τις σχετικές υποβολές της υπεράσπισης προς αυτόν και τη μαρτυρία του ΜΥ1, προκύπτει ως κοινό υπόβαθρο γεγονότων το ότι η οργάνωση ΕΟΚΑ Β προέβαινε σε παράνομες και αξιόποινες πράξεις. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας σε υποθέσεις λιβελλου κρίσιμο είναι να τονισθεί ότι δεν ενδείκνυται η αξιολόγηση της μαρτυρίας και των θέσεων των διαδίκων σε σχέση με το κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό. Σχετική είναι η απόφαση Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης,
(2011)1 Α.Α.Δ. 474. Παράλληλα σχετική είναι και η απόφαση Tassos Papadopoullos v. Kyrix Publishing Co. Ltd and others
(1963)2 CLR 290, όπου κρίθηκε ότι το Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τις μαρτυρίες και μόνο από την ανάγνωση του κειμένου, μπορεί να κρίνει αν είναι ή όχι αυτό δυσφημιστικό. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετική είναι η απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Ασφαλώς, η πιο πάνω πορεία δεν είναι αναγκαίο να τηρηθεί αυστηρώς, όταν τα γεγονότα της υπόθεσης είναι μη αμφισβητούμενα. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης (ανωτέρω). Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετικά Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Στην υπό κρίση υπόθεση μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αναλώθηκε σε αναφορές ιστορικού περιεχομένου, στο πώς αντιλαμβάνονται οι μάρτυρες την έννοια του επίδικου δημοσιεύματος και την ιστορική πορεία του ίδιου του Ενάγοντα. Περαιτέρω τονίζεται ότι στην παρούσα, παρότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αναλώθηκε σε αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε ευρήματα επί ιστορικών γεγονότων. Άλλωστε, όπως το έθεσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση Ηλιάδη Σωκράτης Ζ. Ηλιάδης ν. Κώστα Βενιζέλου κ.ά Αρ αγωγής 1491/04, ημερομηνίας 28.12.2007, με αναφορά στην απόφαση Irving v. Penguin Books Ltd & Another
(2001)EWCA civ 1197, η απόδειξη ιστορικών γεγονότων αφορά τους Ιστορικούς και όχι τα Δικαστήρια. Το Δικαστήριο, συνεπώς, θα περιοριστεί στην ανάλυση ιστορικών αναφορών μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την εξέταση των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής. Συνακόλουθα, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν εξαντλείται στο παραδοσιακό ερώτημα του ποίος λέει την αλήθεια. Υπό το φως των πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία δεν καλύπτεται από το κοινό υπόβαθρο γεγονότων, ως έχει διαπιστωθεί ανωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντα Εν σχέση με τον Ενάγοντα κρίνω ότι κατέθεσε στη βάση των δικογραφημένων του ισχυρισμών. Ο Ενάγοντας κατέταξε τον εαυτό του ως πρόσωπο ευρύτατα γνωστό στην Κυπριακή κοινωνία, χωρίς η πιο πάνω δήλωση ν' αμφισβητηθεί. Προσδιόρισε ότι το παράπονό του σε σχέση με το επίδικο δημοσίευμα ήταν η κατάταξή του ως μέλος του σκληρού πυρήνα της ΕΟΚΑ Β. Μέσα από τη μαρτυρία του Ενάγοντα δεν προκύπτει οτιδήποτε που να κατατείνει ότι προσπάθησε να αλλοιώσει την αλήθεια, όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος. Το γεγονός ότι δεν θυμόταν να απαντήσει σε κάποιες υποβολές δεν μειώνει την αξιοπιστία του. Κρίνω ότι ο Ενάγοντας είναι αξιόπιστος μάρτυρας και το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του για τη συναγωγή ευρημάτων επί γεγονότων. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε σχετικά με την έννοια των δημοσιευμάτων δεν μπορούν να είναι καθοριστικοί για την κρίση του Δικαστηρίου, ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 Εν σχέση με τον ΜΕ2 κρίνω ότι και αυτός κατέθεσε με συνοχή και πειστικότητα. Αναφέρθηκε στη σχέση του με τον Ενάγοντα και τόνισε ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν μέλος της οργάνωσης ΕΟΚΑ Β. Επιπλέον η θέση του ότι ο Ενάγοντας συναντήθηκε με τον Γεώργιο Γρίβα Διγενή στην Αθήνα το 1971 δεν αμφισβητήθηκε ούτε αντικρούεται με αντίθετη μαρτυρία. Επίσης η θέση του ότι η αναφορά σε αγωνιστές της περιόδου 1971-1974, αφορά μέλη της ΕΟΚΑ Β, δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία ούτε και αμφισβητήθηκε. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ
  1. Ο ΜΕ3 ήταν τυπικός μάρτυρας και κρίνω τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ1 . Η μαρτυρία του Εναγομένου 2 περιστράφηκε γύρω από τα καθήκοντά του στην Εναγομένη 1 εταιρεία και ως προς την έρευνα στην οποία προέβη αναφορικά με τον Ενάγοντα. Η μαρτυρία του συνάδει με το κοινό υπόβαθρο γεγονότων και οι αναφορές του ως προς γεγονότα που ανάγονται στο παρελθόν υποστηρίζονται από την ένωπιόν μου έγγραφη μαρτυρία και τα ιστορικά συγγράμματα και δεν αντικρούονται από αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του ΜΥ1 για την εξαγωγή ευρημάτων, στα πλαίσια πάντα των επιδίκων θεμάτων. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών, του κοινού υποβάθρου γεγονότων και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο Ενάγοντας υπηρέτησε σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης στην Κύπρο και στην Ελλάδα ως καθηγητής φυσιογνωστικών και βοηθός διευθυντής. Επίσης, υπήρξε τομεάρχης της ΕΟΚΑ την περίοδο 1955 - 1959 στην περιοχή Αμιάντου Πιτσιλιάς. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία εκδίδει την εφημερίδα Χαραυγή, η οποία κυκλοφορεί ανά το Παγκύπριο και στο εξωτερικού. Το επίδικο δημοσίευμα όντως δημοσιεύτηκε στην έκδοση της εφημερίδας Χαραυγή, ημερομηνίας 4.1.
  2. O Εναγόμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν βοηθός διευθυντής και οικονομικός διευθυντής της εφημερίδας Χαραυγή. Ο Εναγόμενος 2 ήταν το πρόσωπο, το οποίο συνέταξε το επίδικο δημοσίευμα Τεκμήριο
  3. Στο επίδικο δημοσίευμα εντοπίζεται σαφής αναφορά στο πρόσωπο του Ενάγοντα, ως προσώπου που ανήκε στον σκληρό πυρήνα της ΕΟΚΑ Β. Η οργάνωση ΕΟΚΑ Β ενεχόταν σε παράνομες και αξιόποινες πράξεις. Ο Ενάγοντας συνελήφθη μαζί με άλλα πρόσωπα ως ύποπτος για την απαγωγή του Υπουργού Δικαιοσύνης XXXXX Βάκη τον Ιούλιο του 1973 και εξεδόθη εναντίον του διάταγμα οκταήμερης κράτησης. Το εν λόγω γεγονός δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πατρίς, ημερομηνίας 30.7.73, Τεκμήριο
  4. Η πιο πάνω απαγωγή οργανώθηκε και εκτελέσθηκε από την οργάνωση ΕΟΚΑ Β. Επίσης, ο Ενάγοντας συνελήφθη ως ύποπτος για την απόπειρα κατά της ζωής του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ. Περαιτέρω σε επιστολή του προσώπου ονόματι XXXXX Χαρίτωνος, ημερομηνίας 9.6.1995, ο Ενάγοντας χαρακτηρίζεται ως αγωνιστής της περιόδου 1971-
  5. Η πιο πάνω επιστολή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Χαραγή στις 23.12.
  6. Η αναφορά σε αγωνιστές της περιόδου 1971-1974 αναφέρεται σε πρόσωπα που πρόσκεινται στην ΕΟΚΑ Β. Επιπρόσθετα στο Τεκμήριο 19 στις σελίδες 248-249, ο Ενάγοντας χαρακτηρίζεται ως πρόσωπο το οποίο πρόσκειται στην ΕΟΚΑ Β και είχε επαφές με ξένες πρεσβείες στη Κύπρο το έτος
  7. Φέρεται, επίσης, στο Τεκμήριο 19, με αναφορά σε πρωτογενείς πηγές, να ενημέρωσε σχετικά με τις εν λόγω συναντήσεις την ΕΛΔΥΚ. Νομική Πτυχή Η έννοια της δυσφήμισης παρέχεται στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ 148, το οποίο κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινοδικαίου επί του θέματος. Στο Σύγγραμμα των Αρτέμη - Ερωτοκρίτου Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις τόμος 1, σελ. 62 αναφέρονται ποία στοιχεία πρέπει να αποδείξει ο Ενάγοντας σε αγωγή για δυσφήμιση, και τα οποία είναι τα ακόλουθα: Α. Ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό Β. Ότι τούτο αναφερόταν σε αυτόν Γ. Ότι δημοσιεύτηκε. Όπως είναι καλά θεμελιωμένο το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Ξεκινώντας από την τρίτη προϋπόθεση κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση έχει αποδειχθεί η δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 είναι προφανές ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον Ενάγοντα . Συνακόλουθα απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. Η έννοια της δυσφήμισης υπό το άρθρο 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ 148, διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «17.
(1)Η δυσφήμηση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο - (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα. ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση. ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του. ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη. ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Η κρίση του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό εναπόκειται πάντοτε στο Δικαστήριο, το οποίο κρίνει το όλο ζήτημα ως θέμα πραγματικό, αποδίδοντας στις λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται στο κείμενο τη συνήθη και φυσική τους έννοια. Δεν έχει σημασία για την εξαγωγή του συμπεράσματος, κατά πόσο ένα κείμενο είναι ή όχι δυσφημιστικό, τυχόν μαρτυρία που δίνεται από διάφορα άτομα για την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου. Σχετικά Tassos Papadopoullos v. Kyrix Publishing Co. Ltd (ανωτέρω) και Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης (ανωτέρω). Η έννοια της συνήθους και φυσικής έννοιας των λέξεων περιλαμβάνει και τον ψευδοϋπαινιγμό. Όπως έχει λεχθεί στην Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ v. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244 : «η φυσική και συνήθης έννοια των λέξεων περιλαμβάνει εκτός από την κατά κυριολεξία έννοια και την συμπερασματική που είναι συμφυής με την κατά κυριολεξία έννοια. Αυτή η συμφυής συμπερασματική έννοια ονομάζεται ψευδοϋπαινιγμός (popular or false innuendo).» Ο ψευδοϋπαινιγμός, σε αντίθεση με τον πραγματικό ή νομικό υπαινιγμό, που αποτελεί αυτοτελή βάση αγωγής, δεν χρειάζεται μαρτυρία εξωγενών γεγονότων και παράθεση λεπτομερειών στην έκθεση απαίτησης. Σχετική είναι η απόφαση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ v. Χατζηκώστα (ανωτέρω) και σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα (ανωτέρω) τόμος 1, σελ. 63. Αν ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, κρίνεται με βάση την αντικειμενική εξέταση των λέξεων και τις έννοιες που αποδίδουν σε αυτό οι ορθά σκεπτόμενοι άνθρωποι. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Capital of Counties Bank v. Hentey
(1882)7 AC 745: «The test according to the authorities is whether under the circumstances in which the writing was published, reasonable men to which the publication was made would be likely to understand it in a libelous sense.» Περαιτέρω στην υπόθεση Lewis and another v. Daily Telegraph, Ltd.
(1963)2 All ER 151, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «... Ordinary men and women have different temperaments and outlooks. Some are unusually suspicious and some are unusually naive. One must try to envisage people between these two extremes and see what is the most damaging meaning that they would put on the words in question.» Στη θεμελιακή απόφαση Eκδόσεις Aρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 407, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να σταχυολογηθεί κάποιο δημοσίευα ως δυσφημιστικό : το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Στον Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 αναφέρονται τα εξής: ............................... Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η γενική προσέγγιση: Κατά την απόφαση ως προς το νόημα, το δικαστήριο δεν καθορίζει την πραγματική σημασία των λέξεων, αλλά προσδιορίζει τα ακραία όρια του δυνατού εύρους των εννοιών και θέτει τους «βασικούς κανόνες» για τη δίκη. Έτσι, στην υπόθεση Shah v. Standard Chartered Bαnk, οι ισχυρισμοί ήταν ικανοί να αποδώσουν το νόημα ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι για ξέπλυμα χρήματος· αλλά η χρήση των διαφόρων διακριτικών λέξεων όπως "κατ' ισχυρισμόν" ή "προφανώς" σήμαινε εναλλακτικά ότι δεν μπορούσαν να προσδώσουν τίποτε περισσότερο πέραν της εύλογης υποψίας. Η φύση του θέματος έχει συνοψιστεί ως εξής (οι αναφορές παραλείπονται): «
(1)Η βασική αρχή είναι η λογική.
(2)Ο υποθετικός λογικός αναγνώστης δεν είναι αφελής αλλά ούτε υπερβολικά καχύποπτος. Μπορεί να διαγιγνώσκει. Μπορεί να αντιληφθεί ένα υπονοούμενο πιο εύκολα από ότι ένας δικηγόρος και μπορεί να ενδώσει σε ένα πιο χαλαρό (ελεύθερο) τρόπο σκέψης αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένας άνθρωπος που δεν διψά για σκάνδαλα και ως κάποιος που δεν επιλέγει ή δεν θα πρέπει να επιλέγει μόνο την κακή σημασία, όπου υπάρχουν άλλες μη δυσφημιστικές σημασίες.
(3)Υπερβολικά λεπτομερής ανάλυση είναι καλύτερα να αποφεύγεται.
(4)Η πρόθεση του δημοσιεύοντος είναι άσχετη.
(5)Το άρθρο πρέπει να αναγνωστεί ως σύνολο και «το δηλητήριο με το αντίδοτο» να συνεξεταστούν.
(6)Ο υποθετικός αναγνώστης θεωρείται αντιπροσωπευτικός εκείνων που θα διάβαζαν το επίμαχο δημοσίευμα.
(7)Οριοθετώντας το φάσμα των επιτρεπτών δυσφημιστικών σημασιών, το δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείει κάθε έννοια η οποία μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο ως παράγωγο ορισμένης παρατραβηγμένης, εξαναγκαστικής ή εντελώς παράλογης ερμηνείας.
(8)Επομένως, δεν αρκεί να πούμε ότι, από ορισμένους, οι λέξεις θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές ως δυσφημιστικές.» Σημαντικό, επίσης, είναι να τονισθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την εξέταση υποθέσεων δυσφήμισης, εξισορροπεί ανάμεσα σε δύο εκ των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ήτοι (α) το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και (β) το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ v. Παπαευσταθίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 856 και Δίας (Εκδοτικός Οίκος) Δημόσια Λτδ και Άλλος ν. Κώστα Γενάρη
(2011)1 ΑΑΔ 1952. Επιπρόσθετα η εξέταση του κατά ποσό το εκάστοτε επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό συναρτάται με το πρόσωπο του Ενάγοντα, αφού όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Kωνσταντίνου Kώστας και Άλλη ν. Aικατερίνης Kαραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ 715, η επιτρεπόμενη και ανεκτή κριτική είναι μεγαλύτερης εμβέλειας, όταν απευθύνεται σε δημόσια πρόσωπα, παρά σε ιδιώτες. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Νίκου Παπαευσταθίου (ανωτέρω). Ως προς το ποία πρόσωπα εμπίπτουν στην έννοια δημόσια πρόσωπα διαφωτιστική είναι η απόφαση Μακάριου Δρουσιώτη ν. Σωτήρη Παπασάββα, ECLI:CY:AD:2015:A158, Π.Ε 236/11, ημερομηνίας 6.3.2015. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Ενάγοντας δεν εμπίπτει στην έννοια του δημοσίου προσώπου, αφού με τη δράση του δεν έχει αυτοπροσδιορισθεί ως δημόσιο πρόσωπο. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το κριτήριο για την κατάταξη ενός δημοσιεύματος ως δυσφημιστικού δεν είναι στατικό αλλά συναρτάται με σωρεία παραγόντων μεταβλητών σε κάθε υπόθεση, όπως το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο δημοσιεύθηκε και οι οποιεσδήποτε αναφορές δεν εξετάζονται μεμονωμένα αλλά ως μέρος του συνολικού κειμένου, σε συνάρτηση πάντα με το πρόσωπο του Ενάγοντα. Περαιτέρω προκύπτει ως αρχή, ότι η αρχή του σεβασμού της ελευθερίας της έκφρασης εκτείνεται και προστατεύει και ιδέες που είναι ενοχλητικές ή προσβλητικές. Σε κάθε περίπτωση όμως η δυνατότητα έκφρασης και εκφοράς ιδεών που ενοχλούν ή προσβάλλουν, δεν μπορεί να επεκτείνεται σε βαθμό που να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της προσωπικότητας του ατόμου είτε αυτό είναι δημόσιο πρόσωπο είτε όχι. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα προχωρήσω να εξετάσω πρώτα εάν το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογής οι υπερασπίσεις που επικαλούνται οι Εναγόμενοι. Το επίδικο Δημοσίευμα. Ως προς το επίδικο δημοσίευμα σημαντικό είναι να τονισθεί ότι, τόσο από την Έκθεση Απαίτησης όσο και από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα, προκύπτει ότι αυτός στηρίζει τη θέση περί δυσφήμισης στη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων και στη συμπερασματική ή δευτερεύουσα έννοια των λέξεων (ψευδοϋπαινιγμός). Το επίδικο δημοσίευμα συνολικά αναφέρεται σε γεγονότα άσχετα με τον Ενάγοντα. Σε κάποιο σημείο αυτού εντοπίζεται η αναφορά ότι το πρόσωπο το οποίο αφορά το επίδικο δημοσίευμα, ήτοι ο Νικόλαος Καψωμενάκης, έχει σχέσεις με τον σκληρό πυρήνα της ΕΟΚΑ Β στην Κύπρο , ήτοι τον XXXXX Σοφοκλέους και τον Ενάγοντα. Όντως η αναφορά στον Ενάγοντα αν και γίνεται παρεμπιπτόντως, κατατάσσει αυτόν ως μέλος του σκληρού πυρήνα της οργάνωσης ΕΟΚΑ Β. Η κατάταξη του Ενάγοντα ως μέλους του σκληρού πυρήνα κάποιας οργάνωσης, η οποία ενεχόταν σε παράνομες και αξιόποινες πράξεις, είναι προφανώς δυσφημιστική. Το γεγονός ότι το επίδικο δημοσίευμα στο σύνολό του αναφέρεται σε άλλα πρόσωπα και γεγονότα δεν αναιρεί τον δυσφημιστικό χαρακτήρα του επίδικου αποσπάσματος που αφορά τον Ενάγοντα και τον κατηγοριοποιεί ως μέλος του σκληρού πυρήνα οργάνωσης, η οποία ενεχόταν σε παράνομες και αξιόποινες πράξεις. Στη βάση όλων των ανωτέρω κρίνω ότι το δημοσίευμα, ημερομηνίας 4.1.2013, είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν οι υπερασπίσεις που προέβαλαν οι Εναγόμενοι. Η υπεράσπιση του Προνομίου υπό επιφύλαξη. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους ισχυρίστηκαν ότι δημοσίευσαν το επίδικο δημοσίευμα, υπό την ιδιότητά τους ως Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης, ως αποτέλεσμα νομικού ή ηθικού και κοινωνικού καθήκοντος έναντι των αναγνωστών τους σε σχέση με την Ιστορία της Κύπρου. Προκύπτει από τα πιο πάνω και από το σύνολο της παραγράφου 10 της Υπεράσπισης ότι οι Εναγόμενοι ήγειραν την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Επίσης δεν προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι εγακτέλειψαν σε οποιοδήποτε στάδιο την πιο πάνω υπεράσπιση. Η σχετική υπεράσπιση προβλέπεται στο άρθρο 21(1α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ 148, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς είvαι πρovoμιoύχα, υπό τηv επιφύλαξη ότι έγιvε καλή τη πίστει, στις ακόλoυθες περιπτώσεις, δηλαδή- (α) αv η σχέση μεταξύ τoυ πρoσώπoυ από τo oπoίo και τoυ πρoσώπoυ πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση είvαι τέτoια ώστε τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε vα τελεί υπό voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα δημoσιεύσει αυτό πρoς τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση και o τελευταίoς έχει αvτίστoιχo συμφέρov στη λήψη τoυ δημoσιεύματoς ή τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε έχει έvvoμo πρoσωπικό συμφέρov πoυ χρειάζεται πρoστασία, και τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση τελεί υπό αvτίστoιχo voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα πρoστατεύσει τo εv λόγω συμφέρov.» Η έκταση της υπό συζήτηση υπεράσπισης εξετάστηκε στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Κατά πόσο ισχύει η υπεράσπιση, η οποία συναρτάται με την ύπαρξη υποχρέωσης μετάδοσης των πληροφοριών από το μεταδίδοντα και δικαιώματος λήψης αυτών από τον πληροφορούμενο, εξαρτάται από σειρά παραγόντων, που έχουν σχέση με τη φύση των πληροφοριών, το ενδιαφέρον του δημοσίου για το ζήτημα, την πηγή των πληροφοριών, τη λήψη μέτρων προς εξακρίβωση της αλήθειας τους και το κατά πόσο ζητήθηκε από το υποκείμενο του δημοσιεύματος ο σχολιασμός των γραφομένων. Προέχει η ελευθερία του λόγου και το δικαστήριο δεν πρέπει εύκολα να άγεται σε απόφαση ότι το δημόσιο δεν είχε συμφέρον να πληροφορηθεί περί του αντικειμένου του δημοσιεύματος σε περίπτωση αμφιβολίας, η πλάστιγγα πρέπει να κλίνει υπέρ της ελευθερίας του λόγου. Συμπτυσσόμενος ο λόγος της Reynolds v. Times Newspapers [1999] 4 All ER 609, ως κρίνουμε, απολήγει στην αναγνώριση των ακολούθων αρχών:- (α) Η πολιτική πληροφόρηση δεν προσελκύει, αφ' εαυτής, την υπεράσπιση του προνομίου υπό όρους. Είναι το αντικείμενο της πληροφόρησης που μπορεί να έχει τέτοιο αποτέλεσμα, ανάλογα με τη σημασία του για το δημόσιο και το αντίσοιχο συμφέρον του κοινού να πληροφορηθεί περί αυτού. (β) Η έννοια του προνομίου υπό όρους είναι ελαστική και τυγχάνει εφαρμογής υπό το φως των πραγματικοτήτων εκάστης εποχής. Η σημασία των πραγμάτων και, ανάλογα, το ενδιαφέρον του κοινού γι' αυτά μεταβάλλονται από καιρού εις καιρόν. (γ) Η απόδοση προνομιακού χαρακτήρα σε δημοσίευμα, συναρτάται με σειρά παραγόντων, που έχουν στο επίκεντρο το καθήκον του τύπου να διερευνά την αλήθεια εκείνων τα οποία δημοσιεύει και να προβάλλει με δίκαιο τρόπο διϊστάμενες εκδοχές γι' αυτά.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι θεμελιακές έννοιες της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη είναι οι έννοιες του «δικαιώματος», του «καθήκοντος» και του «συμφέροντος». Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση "Αλήθεια" Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufacturers Ltd
(2012)1 ΑΑΔ 2276, παρατηρείται η τάση για διεύρυνση των ορίων της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη. Το Δικαστήριο υπέδειξε, επίσης, με αναφορά στη σχετική Νομολογία του ΕΔΑΔ και των χωρών του Κοινοδικαίιου, ότι υφίσταται συνεχής τάση διεύρυνσης των ορίων της ελευθερίας του λόγου και του περιορισμού του πεδίου των παρεκκλίσεων που προνοούνται για το δικαίωμα. Στην πιο πάνω απόφαση το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας την έννοια του όρου «ενδιαφέρον» για σκοπούς της υπό εξέταση υπεράσπισης, ανέφερε τα εξής : «Περαιτέρω, θα πρέπει το θέμα στο οποίο αφορά η δημοσίευση να είναι ζήτημα το οποίο ο εναγόμενος έχει υποχρέωση ή καθήκον να δημοσιοποιήσει και σε σχέση με το οποίο ο αποδέκτης της δημοσίευσης έχει κάποιου είδους καθήκον ή ενδιαφέρον. Η λέξη «ενδιαφέρον» υποδηλώνει στοιχείο το οποίο μπορεί να τύχει νομικής αναγνώρισης. Η απλή περιέργεια ή επιθυμία πληροφόρησης που δεν συνδέεται με στοιχείο που να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αρκεί.» Παράλληλα στο σύγγραμμα του Π.Πολυβίου, Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, 1η έκδοση σελ. 294, καταγράφεται η θέση ότι η δημοσιοποίηση καταγγελίας για διάπραξη ποινικού αδικήματος εμπίπτει στην έννοια του καθήκοντος. Περαιτέρω στην απόφαση Ηλιάδης Σωκράτης ν. Κώστα Βενιζέλου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 960, έγινε δεκτό ότι το κοινό έχει συμφέρον στην ιστορική πληροφόρηση και οι δημοσιογράφοι, ερευνητές και εκδότες αντίστοιχο καθήκον δημοσίευσης. Συνεπώς η αναφορά σε ζητήματα του ιστορικού παρελθόντος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη. Στην υπό κρίση υπόθεση το επίδικο δημοσίευμα πραγματεύεται τη δράση του εν Αθήναις ιδρύματος Γεωργίου Γρίβα Διγενή και διαφόρων κατ' ισχυρισμόν ατασθαλιών που εντοπίστηκαν. Στα πλαίσια του πιο πάνω δημοσιεύματος και στα πλαίσια περιγραφής ενός εκ των πρωταγωνιστών του δημοσιεύματος γίνεται αναφορά στον Ενάγοντα ως μέλος του σκληρού πυρήνα της ΕΟΚΑ Β. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το επίδικο δημοσίευμα αφορά εν γένει σε καταγγελίες περί διάπραξης ποινικών αδικημάτων στο ίδρυμα Γεώργιου Γρίβα Διγενή στην Αθηνά. Ως προς τον Ενάγοντα το επίδικο δημοσίευμα σχετίζεται με την ιστορία της Κύπρου και την ιδιότητά του ως μέλους του σκληρού πυρήνα της ΕΟΚΑ Β. Με βάση τα πιο πάνω οι Εναγόμενοι είχαν υποχρέωση ή καθήκον εν τη εννοία του Νόμου να προβούν σε δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος και το κοινό είχε συμφέρον στη λήψη της πληροφόρησης που περιείχε το επίδικο δημοσίευμα. Το επόμενο ερώτημα που αναδύεται είναι το εάν υφίστατο σχέση αμοιβαιότητας μεταξύ του καθήκοντος των Εναγομένων για δημοσίευση και του δικαιώματος του κοινού προς λήψη της πληροφορίας. Στο σύγγραμμα του Π.Πολυβίου Το Δικαίωμα στην Προσωπικότητα στο Κυπριακό Δίκαιο 1η έκδοση σελ 103, με αναφορά στην απόφαση Αλωνεύτη (ανωτέρω), καταγράφεται η θέση ότι η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη έχει διευρυνθεί με τρόπο, ώστε να περιλαμβάνει επικοινωνία με το κοινό γενικά. Συνεπώς στην υπό κρίση υπόθεση πληρούται και η πιο πάνω προϋπόθεση της υπό εξέταση υπεράσπισης. Ασφαλώς, τα πιο πάνω δεν αρκούν για την επιτυχή επίκληση της εν λόγω υπεράσπισης αλλά απαιτείται πάντα το εκάστοτε δυσφημιστικό δημοσίευμα να έγινε καλόπιστα, χωρίς να υπερβαίνει σε έκταση ή σε ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις. Στο άρθρο 21
(2), του Κεφ. 148, ορίζεται σαφώς η έννοια της κακοπιστίας για σκοπούς της υπό εξέταση υπεράσπισης. Τονίζεται ότι η απόδειξη της κακοπιστίας βαρύνει τον Ενάγοντα. Συγκεκριμένα το άρθρο 21
(2)διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός δεv πίστευε αυτό ως αληθές͘ ή (β) τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός πρoέβηκε στη δημοσίευση χωρίς vα καταβάλει εύλoγη φρovτίδα για τηv εξακρίβωση τoυ αληθoύς ή τoυ αvαληθoύς αυτoύ͘ ή (γ) πρoβαίvovτας στη δημoσίευση, εvήργησε με σκoπό βλάβης τoυ πρoσώπoυ πoυ δυσφημείται σε βαθμό σημαvτικά μεγαλύτερo ή κατά τρόπo σημαvτικά διαφoρετικό τoυ εύλoγα αvαγκαίoυ για τo κoιvό συμφέρov ή για τηv πρoστασία τoυ ιδιωτικoύ δικαιώματoς ή συμφέρovτoς σε σχέση με τo oπoίo αξιώvει πρovόμιo.» Επί του προκείμενου διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 12th Ed, υπό τον τίτλο Malice and Qualified Privilege στην παράγραφο 17.16, ως ακολούθως : «Where words are published on an occasion of qualified privilege the mere proof that they are untrue is not malice, nor even evidence of malice, but proof that the defendant was aware that what he published was not true is normally conclusive evidence of malice.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η απόδειξη ότι κάποια δήλωση είναι αναληθής δεν συνιστά από μόνη της κακοπιστία ούτε συνιστά απόδειξη αυτής. Όπως, άλλωστε, έχει αναγνωριστεί και στην απόφαση Eκδόσεις Aρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 407, ανακριβείς δηλώσεις είναι αναπόφευκτες στον δημόσιο διάλογο. Αντίθετα απόδειξη ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η δήλωση ήταν αναληθής είναι καταλυτική απόδειξη κακοπιστίας. Τονίζεται, παράλληλα, ότι στην απόφαση Ηλιάδη (ανωτέρω) το Εφετείο επιδοκίμασε την προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει ότι το κριτήριο που έπρεπε να ικανοποιηθεί ήταν το κατά πόσο με βάση την ιστορική μαρτυρία οι επίδικες αναφορές θα μπορούσαν να θεωρηθούν δικαιολογημένες ή ουσιωδώς αληθείς. Συνακολούθα, στην παρούσα κρίσιμο δεν είναι να διαπιστωθεί η ιστορική αλήθεια της επίδικης αναφοράς αλλά σε πρώτο στάδιο θα πρέπει να διαπιστωθεί το κατά πόσο αυτή είναι δικαιολογημένη ή ουσιωδώς αληθής, υπό το φως της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει μαρτυρία από άμεσες πηγές, η οποία χαρακτηρίζει τον Ενάγοντα ως μέλος της ΕΟΚΑ Β και ήταν υπόψιν του Εναγομένου
  1. Συγκεκριμένα στην ίδια σειρά δημοσιευμάτων δημοσιεύτηκε η επιστολή του XXXXX Χαρίτωνος μέσω της οποίας ο Ενάγοντας κατηγοριοποιείται ως αγωνιστής της περιόδου 1971-1974 και η εν λόγω επιστολή ήταν υπόψιν του Εναγομένου 2 κατά τον χρόνο συγγραφής του επίδικου δημοσιεύματος. Ο όρος αγωνιστής 1971-1974 παραπέμπει σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ2 στην οργάνωση ΕΟΚΑ Β. Επίσης, προκύπτει μέσα από τον τύπο της εποχής, ήτοι το Τεκμήριο 21, και αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι ο Ενάγοντας συνελήφθη ως ύποπτος για την απαγωγή του τότε υπουργού Δικαιοσύνης XXXXX Βάκη. Η πιο πάνω ενέργεια, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντα, οργανώθηκε και εκτελέστηκε από την ΕΟΚΑ Β. Η θέση ότι η πιο πάνω απαγωγή οργανώθηκε και εκτελέστηκε από την ΕΟΚΑ Β καταγράφεται και στο Τεκμήριο 20 σελ
  2. Παράλληλα υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία μέσα από ιστορικά συγγράμματα, η οποία χαρακτηρίζει τον Ενάγοντα ως πρόσωπο που πρόσκειται στην ΕΟΚΑ Β. Ενδεικτικά στο Τεκμήριο 19 στη σελίδα 248, ο συγγραφέας καταγράφει τη συνάντηση του Στρατιωτικού ακολούθου των ΗΠΑ με παράγοντες της Δεξιάς, οι οποίοι προσκείντο στην ΕΟΚΑ Β, μεταξύ των οποίων και ο Ενάγοντας. Στο Τεκμήριο 19 με αναφορά σε πρωτογενή ιστορική πηγή, ήτοι σχετικό σημείωμα της ΕΛΔΥΚ, παρουσιάζεται ο Ενάγοντας να μεσολαβεί και να συζητά με αντιπροσώπους ξένων πρεσβειών και να ενημερώνει σχετικά την ΕΛΔΥΚ. Οι πιο πάνω αναφορές ήταν υπόψιν του Εναγομένου 2 κατά τη συγγραφή του επίδικου κειμένου. Τα πιο πάνω μπορεί να μην επαρκούν για την επιτυχή επίκληση της υπεράσπισης της αλήθειας αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 2 γνώριζε ότι αυτό που δημοσίευε ήταν αναληθές. Αντίθετα το ιστορικό υλικό που βρίσκεται ενώπιόν μου καθιστά τη δήλωση δικαιολογημένη ή ουσιωδώς αληθή, αφού κάτι τέτοιο δικαιολογείται από τα ιστορικά συγγράμματα που κατατέθηκαν και τις πρωτογενείς πηγές, όπως επιστολές των πρωταγωνιστών των γεγονότων. Άλλωστε, ως έχει υποδειχθεί ανωτέρω η απόδειξη των Ιστορικών γεγονότων αφορά τους Ιστορικούς και όχι τα Δικαστήρια. Ειδικότερα το κοινά αποδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας συνελήφθη, ως ύποπτος για ενέργεια την οποία οργάνωσε και εκτέλεσε η ΕΟΚΑ Β σε συνδυασμό με τη συμπερίληψη του από πρωταγωνιστές της περιόδου ως μέλους της ΕΟΚΑ Β, καθιστούν δικαιολογημένο το συμπέρασμα, στο επίδικο δημοσίευμα, ότι αποτελούσε ο Ενάγοντας μέλος της οργάνωσης ΕΟΚΑ Β. Παράλληλα το ότι εμφανίζεται από πρωτογενείς ιστορικές πηγές να μεσολαβεί και να συζητά με αντιπροσώπους ξένων πρεσβειών και να ενημερώνει σχετικά την ΕΛΔΥΚ, καθιστά δικαιολογημένο το συμπέρασμα, στο επίδικο δημοσίευμα, ότι ο Ενάγοντας εμπίπτει στον πυρήνα πιο πάνω οργάνωσης. Ασφαλώς, η πιο πάνω δήλωση, περί σκληρού πυρήνα, ακόμα και εάν διαφανεί κάπως υπερβολική ή ανακριβής, εμπίπτει στα ανεκτά όρια της υπό εξέταση υπεράσπισης, ως η απόφαση Γεωργιάδη (ανωτέρω) υποδεικνύει. Επιπρόσθετα, δεν διαφαίνεται από την ενώπιόν μου μαρτυρία ότι Εναγόμενος 2 όταν κατέγραφε τη πιο πάνω αναφορά γνώριζε ότι αυτή ήταν αναληθής. Συνεπώς, έχοντας υπόψιν τις αρχές που διέπουν την υπό εξέτασή υπεράσπιση και λαμβανομένου υπόψιν ότι κάποιες ανακρίβειες είναι αναπόφευκτες στον δημόσιο διάλογο κρίνω ότι η αναφορά στον Ενάγοντα και η περιγραφή του ως μέλους του σκληρού πυρήνα της ΕΟΚΑ Β, υπό τι περιστάσεις της παρούσας, καλύπτεται από την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Περαιτέρω στην υπό κρίση υπόθεση ενόψει του μεγέθους και έκτασης της επίδικης αναφορά σε σχέση με το σύνολο του δημοσιεύματος σε συνδυασμό με το ότι ο Ενάγοντας δεν αποτελούσε το υποκείμενο του δημοσιεύματος και των συνθηκών που περιέβαλλαν το επίδικο δημοσίευμα, κρίνω ότι δεν ήταν αναγκαία η επικοινωνία του συγγραφέα του κειμένου με τον Ενάγοντα. Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Ηλιάδη (ανωτέρω) δεν υφίσταται ανελαστική υποχρέωση εκ μέρους του συγγραφέα να προβαίνει σε τέτοιο διάβημα σε κάθε περίπτωση και η κάθε υπόθεση πρέπει να κρίνεται αναλόγως των δικών της γεγονότων. Παράλληλα κρίνω ότι η αναφορά στον Ενάγοντα δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο αλλά εκτείνεται στο αναγκαίο μέτρο ως απλή αναφορά και περιγραφή του Ενάγοντα. Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω ότι στην υπό κρίση υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Δοθέντος του πιο πάνω συμπεράσματος δεν είναι αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων υπερασπίσεων. Εν πάση περίπτωση, όπως καταγράφεται ανωτέρω, τα γεγονότα ως έχουν τεθεί ενώπιόν μου επαρκούν για την απόδειξη της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη αλλά όχι για την απόδειξη της υπεράσπισης της αλήθειας. Επίσης, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω το κατά πόσο συντρέχει στην παρούσα η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου Το πρώτο που πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο οι δυσφημιστικές αναφορές στο επίδικο δημοσίευμα αποτελούν γνώμη ή σχόλιο και όχι γεγονός. Η κατάταξη κάποιου ισχυρισμού ως γνώμη ή σχόλιο αντί ως γεγονός δεν είναι πάντοτε ευχερής και η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της γεγονότα και ιδιαιτερότητες. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Π Πολυβίου, Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, σελ. 222, «για να αποφασιστεί κατά πόσον πρόκειται για σχόλιο ή δήλωση γεγονότων εξετάζεται ολόκληρο το κείμενο και όχι συγκεκριμένες φράσεις αποκομμένες από το υπόλοιπο». Στην απόφαση Μαύρου Λάζαρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού κ.ά
(2002)1 Α.Α.Δ 1743, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : Το σχόλιο είναι έκφραση γνώμης (Christie v. Robertson [1889] 10 N.S.W.L.R. 157, 161). Αν λεχθεί ότι συγκεκριμένη πράξη κάποιου είναι ανέντιμη, έχουμε σχόλιο, αλλά αποτελεί ισχυρισμό γεγονότος αν λεχθεί ότι το πρόσωπο αυτό διέπραξε την πράξη για την οποία ασκείται η κριτική. Αν ο εναγόμενος αποφασίσει να προβάλει την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου, ο δυσφημιστικός ισχυρισμός θα πρέπει να αναγνωρίζεται από το μέσο λογικό άνθρωπο ως σχόλιο και όχι ως δήλωση γεγονότος (Crawford v. Albu [1917] A.D. (S. Africa) 102). Αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κάποιο δημόσιο πρόσωπο είναι ένοχο απρεπούς συμπεριφοράς ή έχει οδηγηθεί από ανέντιμα κίνητρα, χωρίς να δηλώνει ποιες είναι αυτές οι ανέντιμες πράξεις ή δεν αναφέρει οποιουσδήποτε λόγους από τους οποίους τα κίνητρα αυτά μπορούν ευλόγως να εξαχθούν, οι ισχυρισμοί του είναι αναφορά γεγονότος και όχι έκφραση γνώμης. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι δυνατόν να γίνει επίκληση της υπεράσπισης του εύλογου σχολίου». Σχετικές, επίσης, είναι και οι αποφάσεις P.Ι.Κ. ν. Xαράλαμπου Kαψού
(2009)1 Α.Α.Δ. 1175 και Καραβίας Θεοφάνης ν. Σταύρου Σταύρου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 469. Στην υπό κρίση υπόθεση από την εξέταση του συνόλου της δυσφημιστικής αναφοράς εξάγεται το συμπέρασμα ότι η επίδικη δυσφημιστική αναφορά δεν εμπίπτει στην έννοια του σχολίου, ως καθορίζεται στη σχετική νομολογία. Συνεπώς η σχετική υπεράσπιση δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Πέραν από την πιο πάνω κατάληξή μου, προχωρώ να αποφασίσω σχετικά με το ποσό που το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο, ως αποζημιώσεις, σε περίπτωση που το πιο πάνω συμπέρασμά του κριθεί εσφαλμένο. Το ζήτημα των αποζημιώσεων Στην απόφαση Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1321 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης και τον τρόπο υπολογισμού αυτής: «Αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης, σε περιπτώσεις δυσφήμισης, καθοδηγητικά είναι τα όσα αναγράφονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, Κεφ. 9, σελ. 228-258. Οι αποζημιώσεις είναι η πρωταρχική θεραπεία, σε περιπτώσεις δυσφημίσεων. Ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα από τα αποτελέσματα της δυσφημιστικής δήλωσης. Οι γενικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρετούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωση του. Οι αποζημιώσεις, σε περιπτώσεις δυσφήμισης όπως η παρούσα, δεν υπολογίζονται με αναφορά σε οποιοδήποτε μαθηματικό τύπο. Το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων, τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση και την υπόληψη του, τη φύση της δυσφήμισης, τον τρόπο και το βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία ή την άρνηση του εναγομένου να απολογηθεί και να αποκαταστήσει τη φήμη του ενάγοντα και τη συμπεριφορά του εναγόμενου από το χρόνο της δημοσίευσης της δυσφήμισης μέχρι την απόφαση». Παράλληλα, παράγοντας σχετικός με το εύρος των αποζημιώσεων είναι και η έκταση της δημοσίευσης. Σχετική είναι η απόφαση Παπαδόπουλος Στυλιανός ν. Χριστόδουλου Γιάλλουρου
(2001)1 Α.Α.Δ 599. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω οι αποζημιώσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης σκοπό έχουν την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του ατόμου, η οποία έχει τρωθεί από το δυσφημιστικό δημοσίευμα. Ασφαλώς οι αποζημιώσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης πρέπει να ικανοποιούν την αρχή της αναλογικότητας, αφού επέρχονται ως συνέπεια της κρίσης περί δυσφήμισης η οποία αποτελεί, ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, περιορισμό του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν πρέπει με γνώμονα την αποκατάσταση της τρωθείσας αξιοπιστίας το δυσφημούμενου, να επιδικάσει τέτοιες αποζημιώσεις που θα είναι δυσανάλογες με τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας της αξιοπρέπειας και προσωπικότητας του ατόμου. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Π Πολυβίου, Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, σελ. 358, πλέον είναι γενικά αποδεκτό ότι και οι θεραπείες που αποδίδονται από τα Δικαστήρια, σε περίπτωση δυσφήμισης, πρέπει να ικανοποιούν και να συνάδουν με τις αρχές τις νομιμότητας και αναλογικότητας όπως κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ και τη σχετική νομολογία. Σχετική επίσης είναι η απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ στην υπόθεση Tolstoy Miloslavsky v. United Kingdom App. no.18139/91, Ser. A, Vol.316, 323
(1995)20 EHRR 442 και το σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 12th Ed, par.9.6. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται μαρτυρία ως προς την έκταση της κυκλοφορίας του επίδικου δημοσιεύματος. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη ότι η αναφορά στον Ενάγοντα είναι πολύ μικρής έκτασης και ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν αντικείμενο του επίδικου δημοσιεύματος ενώ παράλληλα δεν υπέστη οποιαδήποτε ειδική ζημία από τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Στη βάση των πιο πάνω εάν η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν διαφορετική και δεν επιτύγχανε η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, θα επιδίκαζα υπέρ του Ενάγοντα το ποσό των €3.000 ως αποζημίωση. Τα πιο πάνω θα ίσχυαν σε περίπτωση που δεν επιτύγχανε η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Κατάληξη Συνεπακόλουθα, η υπό κρίση αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.