Φυραματοποιείο Χρυσάφης Λτδ ν. Σπανού, Αρ. Αγωγής 2872/2017, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2872/2017 Μεταξύ : Φυραματοποιείο Χρυσάφης Λτδ Ενάγουσας -και- ΧΧΧΧΧ Σπανού Εναγομένου Ημερομηνία : 29, Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα : κα Χρίστου για Α. Σιαπάνης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για την Εναγόμενο : κ. Ε. Χειμώνας. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγoμένου για υπόλοιπο πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων. Η υπό κρίση αγωγή, με την καταχώρησή της, ταξινομήθηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ.6, φέροντας την ανάλογη ένδειξη. Συνακόλουθα η διαδικασία διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 5,6 και 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προνοούν για διαδικασία ταχείας εκδίκασης. Οι διάδικοι καταχώρησαν την έγγραφη μαρτυρία τους, υπό τύπο ένορκης δήλωσης. Η πλευρά της Ενάγουσας την 30.11.2018, με αίτησή της ζήτησε την αντεξέταση του Εναγομένου, πλην όμως η σχετική αίτηση απορρίφθηκε. Έτσι οι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν με αγορεύσεις. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ
- Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε στην Έκθεση Απαίτησής της ότι ο Εναγόμενος σε διάφορες ημερομηνίες αγόραζε από αυτή ζωοτροφές. Για κάθε αγορά εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια και τηρείτο χρεωπιστωτικός λογαριασμός. Ήταν ρητός όρος επί των επίδικων τιμολογίων ότι σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης του υπολοίπου πέραν των τριάντα ημερών το υπόλοιπο θα έφερε τόκο προς 8% ετησίως. Ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισής του παραδέχθηκε ότι διατηρούσε δοσοληψίες με την Ενάγουσα και ότι τηρείτο σχετικός χρεωπιστωτικός λογαριασμός. Αρνήθηκε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίστηκε, επιπλέον, ότι η Ενάγουσα όφειλε να παραδίδει ζωοτροφές με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Τα προϊόντα που παρέδιδε η Ενάγουσα δεν περιείχαν τα απαιτούμενα συστατικά. Ένεκα των πιο πάνω ο Εναγόμενος υπέστη ζημιά ύψους €5.000, ποσό που αξιοί ανταπαιτητικώς. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι είναι παραδεκτή η ύπαρξη δοσοληψιών μεταξύ των διαδίκων και επίδικο θέμα είναι το κατά πόσο τα εμπορεύματα που παραδίδονταν ήταν της συμφωνηθείσας ή αποδεκτής ποιότητας και η ενδεχόμενη πρόκληση ζημίας στο Εναγόμενο. Μαρτυρία Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε μαρτυρία ο ΧΧΧΧΧ Χρυσάφης ΜΕ1, διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας. Ο ΜΕ1 κατέθεσε τον επίδικο χρεωπιστωτικό λογαριασμό ως Τεκμήριο 1, ως Τεκμήριο 2 δέσμη τιμολογίων, ως Τεκμήριο 3 δέσμη αποδείξεων, ως Τεκμήριο 4 την απόδειξη με στοιχεία ΖΡ 05236, ημερομηνίας 23.3.
- Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο, μαζί με απόδειξη παραλαβής της. Ο ΜΕ 1 δήλωσε ότι ο Εναγόμενος ήταν πελάτης της Ενάγουσας, ο οποίος αγόραζε ζωοτροφές από αυτή. Σχετικά τηρείτο σχετικός λογαριασμός, όπου χρεοπιστώνονταν οι σχετικές δοσοληψίες. Ο Εναγόμενος επέλεγε, αγόραζε και παραλάμβανε από την Ενάγουσα ζωοτροφές επί πιστώσει και εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια. Ήταν ρητός όρος εκάστου τιμολογίου ότι αυτό θα έφερε τόκο προς 8% ετησίως, εάν αυτό δεν εξοφλείτο σε εξήντα μέρες από την έκδοσή του. Παράλληλα με κάθε νέα παραγγελία και αφότου πληρωνόταν το προηγούμενο υπόλοιπο, εκδιδόταν σχετική απόδειξη. Τόνισε ότι το είδος εκάστης ζωοτροφής φαινόταν στο εκάστοτε τιμολόγιο. Ο Εναγόμενος γνώριζε τα συστατικά που περιείχαν οι ζωοτροφές και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Επίσης ο Εναγόμενος ουδέποτε ανέφερε στην Ενάγουσα ότι τα ζώα του πέθαιναν εξαιτίας των πωλούμενων ζωοτροφών. Στον αντίποδα, για την πλευρά του Εναγόμενου, κατέθεσε γραπτή μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος ΜΥ
- Ο ΜΥ1 δήλωσε ότι είναι κτηνοτρόφος και στη φάρμα του διατηρεί θηλυκά ζώα της φυλής Alpina, τα οποία είναι υψηλής γαλακτοπαραγωγής και έχουν αυξημένες ανάγκες σε ασβέστιο. Αποδέχθηκε ότι ήταν πελάτης της Ενάγουσας και ότι διατηρείτο σχετικός χρεωπιστωτικός λογαριασμός. Περαιτέρω δήλωσε ότι αγόραζε προϊόντα από την Ενάγουσα, εκδιδόταν σχετικό τιμολόγιο και ο ίδιος πλήρωνε με μετρητά. Υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα όφειλε να παραδίδει προς τον ίδιο ζωοτροφές με συγκεκριμένο περιεχόμενο, το οποίο προσδιόρισε. Όμως τα προϊόντα που παρέδιδε η Ενάγουσα δεν περιείχαν το απαραίτητο συστατικό του χαρουπιού. Το πιο πάνω συστατικό είναι πλούσιο σε ασβέστιο, στοιχείο απαραίτητο για την κατασκευή των οστών και την ομαλή λειτουργία του οργανισμού των ζώων. Έλλειψη του πιο πάνω συστατικoύ, σύμφωνα με τον ΜΥ1, προκαλεί τη μεταβολική ασθένεια υπογλυκαιμία, η οποία μπορεί να επιφέρει και τον θάνατο του ζώου. Δήλωσε περαιτέρω ότι τα ζώα του παρουσίαζαν προβλήματα υγείας και πέθαιναν εξαιτίας της πιο πάνω ασθένειας. Παρέπεμψε προς επίρρωση του ισχυρισμού του σε σχετική αναφορά από το διαδίκτυο, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ακολούθως αναφέρθηκε στις κατ΄ ισχυρισμόν απώλειες, τις οποίες υπέστη ένεκα των πιο πάνω, και προσδιόρισε την ανταξίωσή του στο ποσό των €5.
- Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 2 σχετική κατάσταση από το κτηνιατρείο. Ακολούθως, αρνήθηκε ότι ο επίδικος λογαριασμός έπρεπε να παρουσιάζει το εμφανιζόμενο υπόλοιπο δηλώνοντας ότι οι διάδικοι είχαν δοσοληψίες από το έτος
- Από το σύνολο των τιμολογίων που κατέθεσε η πλευρά της Ενάγουσας δεν αποδέχθηκε τα τιμολόγια, ημερομηνίας 3.2.2016, 19.1.2016, 12.10.2015, 28.9.2015 και 6.8.
- Τα πιο πάνω τιμολόγια ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €1,120.
- Περαιτέρω ως προς την επιστολή ημερομηνίας 16.6.2017, Τεκμήριο 5, δήλωσε ότι δε θυμάται να την παρέλαβε. Ως προς τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 ανέφερε ότι ενημέρωσε τον ίδιο σχετικά με τα παράπονα ως προς την έλλειψη ασβεστίου στις τροφές. Επιπλέον δήλωσε ότι οι ζωοτροφές δεν γίνονταν κατόπιν δικής του επιλογής και δεν καθόριζε ο ίδιος το σιτηρέσιο. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά την καταχώρηση της έγγραφης μαρτυρίας των διαδίκων οι ευπαίδευτοι συνήγοροί τους με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Η κα Χρίστου εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την απαίτησή της εναντίον του Εναγομένου. Στον αντίποδα, ο κ. Χειμώνας κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί τη μαρτυρία του Εναγομένου, την οποία χαρακτήρισε ως αναντίλεκτη και λογική και να απορρίψει τη μαρτυρία του ΜΕ
- Εισηγήθηκε, τέλος, ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αξίωση της Ενάγουσας και να εκδώσει απόφαση ως η ανταπαίτηση του Εναγομένου. Αξιολόγηση Μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, στη βάση πάντοτε των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Η ιδιαιτερότητα της διαδικασίας υπό τη νέα Διαταγή 30 έγκειται στο ότι η μαρτυρία κατατίθεται γραπτώς και οι μάρτυρες δεν δίδουν προφορική μαρτυρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να αξιολογήσει την εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, ή τον τρόπο που απαντά. Το γεγονός, όμως, ότι οι μάρτυρες σε παρόμοιας φύσης διαδικασίες, δεν καταθέτουν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης δεν οδηγεί σε χαλάρωση τους κανόνες που αφορούν την αποδοχή και αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας, οι οποίοι συνεχίζουν να ισχύουν κανονικά. Ισχύουν, επίσης, κανονικά όλοι οι κανόνες που ρυθμίζουν την προσαγωγή μαρτυρίας. Μεταξύ αυτών των κανόνων είναι και η Δ.28 θ 3, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία δεν επιτρέπει τη κατάθεση εγγράφου, το οποίο δεν αποκαλύφθηκε προσηκόντως. Άλλωστε, η νομολογία έχει επανειλημμένα τονίσει ότι μαρτυρία που κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και που τελικά φαίνεται ότι δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις αποφάσεις Miorage Popovic Slopodan ν. Dubranvka Radivojenik
(1998)1 Α.Α.Δ. 1162 και Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826 Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ
- Η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν σαφής και πειστική. Η μαρτυρία του συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Η βασική του θέση ότι οι διάδικοι είχαν δοσοληψίες γίνεται δεκτή τόσο στην Υπεράσπιση όσο και στη μαρτυρία του ΜΥ
- Περαιτέρω πλείστα εκ των τιμολογίων που κατέθεσε ο ΜΕ1 έγιναν αποδεκτά από τον ΜΥ1, ο οποίος αμφισβήτησε μόνο κάποια εξ αυτών. Περαιτέρω η θέση του ο διατηρείτο σχετικός χρεωπιστωτικός λογαριασμός είναι παραδεκτή από τον ΜΥ
- Παράλληλα οι καταγραφές του Τεκμήριου 1 συνάδουν με τα επίδικα τιμολόγια Τεκμήριο 2 και τις αποδείξεις Τεκμήριο
- Συνεπώς προκύπτει ότι η βασική θέση του ΜΕ1 συνάδει και επιβεβαιώνεται από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία. Επίσης, η θέση του ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 16.6.2017 υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 5, το οποίο συνοδεύεται από αποδεικτικό παράδοσης και παράλληλα δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία, αφού ο ΜΥ1 δήλωσε ότι δεν θυμάται εάν την έχει παραλάβει. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ
- Η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, στερείται πειστικότητας και αφίσταται της λογικής. Κατ΄ αρχάς παρατηρείται ότι ο ΜΥ1 κατέθεσε το Τεκμήριο . προς επίρρωση των ισχυρισμών του ότι ζώα στη φάρμα του απεβίωσαν. Το εν λόγω Τεκμήριο δεν αποκαλύφθηκε στην Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης του Εναγομένου. Επίσης ο Εναγόμενος δεν καταχώρησε σχετική συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ώστε να συμμορφωθεί με τη συνεχή υποχρέωση αποκάλυψης που είχε. Σχετική, ως προς την δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης είναι η απόφαση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Marcegaglia Spa v. Του πλοίου « Vusokogorsk» Aγ. Ναυτοδικείου 31/13, ημερομηνίας 31.5.
- Συνεπώς, εφόσον η πλευρά του Εναγομένου δεν έχει καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το εν λόγω έγγραφο στη δίκη και το Δικαστήριο δεν μπορεί να το λάβει υπόψιν. Το γεγονός ότι αυτό κατατέθηκε με την έγγραφη μαρτυρία του ΜΥ1 δεν μπορεί να μεταβάλει τα πράγματα, καθότι το Δικαστήριο στη διαδικασία ταχείας εκδίκασης δεν έχει δυνατότητα να επιληφθεί ενστάσεων κατά τον χρόνο προσαγωγής της μαρτυρίας. Έτσι το Δικαστήριο οφείλει να αγνοήσει τη σχετική μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Miorage Popovic (ανωτέρω). Συνακόλουθα η θέση του ΜΥ1 ότι τα ζώα στη φάρμα του απεβίωσαν δεν υποστηρίζεται από έγγραφη μαρτυρία και έχει παραμείνει αόριστος ισχυρισμός. Παράλληλα ο ΜΥ1 ήταν μάρτυρας γεγονότων και όχι πραγματογνώμονας - κτηνίατρος. Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι κάποιος μάρτυρας μπορεί να καταθέσει μόνο ως προς τα γεγονότα που περιήλθαν εις γνώση του και όχι να εισφέρει μαρτυρία γνώμης ή να καταθέσει ως προς τα τυχόν συμπεράσματα που εξάγονται από τα γεγονότα που αναφέρει. Έλλειψη σχετικών προσόντων αφαιρεί από τον μάρτυρα την ευχέρεια εκφοράς μαρτυρίας γνώμης. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης σελ 573 και στην απόφαση Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (Αρ.1)
(2013)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με τυχόν προσόντα του ΜΥ1 που δυνατόν να τον καθιστούσαν πραγματογνώμονα. Συνεπώς ο ΜΕ1 δεν μπορούσε να επεκταθεί σε μαρτυρία γνώμης σχετικά με τον λόγο θανάτου των ζώων του ή τις όποιες συνέπειες από την κατ΄ ισχυρισμόν έλλειψη συστατικών στις επίδικες ζωοτροφές. Συνακόλουθα προκύπτει ότι οι θέσεις του ΜΥ1 ως προς τον λόγο θανάτου των ζωών ή ως προς τα αναγκαία συστατικά των επίδικων ζωοτροφών ή τις συνέπειες της τυχόν έλλειψης συγκεκριμένων συστατικών δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Επιπλέον η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν συνάδει με τη λογικά αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων. Συγκεκριμένα ο ΜΥ1, ενώ ουσιαστικά δέχθηκε τα πλείστα εκ των τιμολογίων, δήλωσε ότι δεν οφείλει το αξιούμενο ποσό. Προκύπτει, όμως, από τα τιμολόγια, Τεκμήριο 2, ότι σε έκαστο τιμολόγιο καταγράφεται το εκάστοτε συνολικό οφειλόμενο. Ακόμα και εάν γίνει δεκτή η θέση ότι κάποια εξ αυτών δεν τα παρέλαβε προκύπτει και είναι παραδεκτό από τον ίδιο ότι παρέλαβε άλλα μεταγενέστερα. Προκύπτει επίσης από το Τεκμήριο 3 στην έγγραφη μαρτυρία του ΜΕ1 αλλά και από την ίδια τη μαρτυρία του ΜΥ1, ότι αυτός προέβαινε σε πληρωμές έναντι των τιμολογίων που παραλάμβανε. Έτσι εάν όντως ο ΜΥ1, αμφισβητούσε το εκάστοτε υπόλοιπο μπορούσε να το εγείρει κατά την παραλαβή των μεταγενέστερων των μη υπογραφέντων τιμολογίων. Η αδιαμαρτύρητη παραλαβή τιμολογίων από τον Εναγόμενο, τα οποία ανέγραφαν το εκάστοτε κατ' ισχυρισμόν υπόλοιπο, και η καταβολή ποσών έναντι του λογαριασμού, καθιστούν τη σχετική του θέση μη πειστική. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στο ότι η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος είχαν δοσοληψίες στα πλαίσια των οποίων διατηρείτο σχετικός λογαριασμός. Ο Εναγόμενος είναι κτηνοτρόφος και αγόραζε από την Ενάγουσα ζωοτροφές. Στα πλαίσια της συνεργασίας των μερών εκδόθηκαν τα τιμολόγια, Τεκμήριο 2, επί της έγγραφης μαρτυρίας του ΜΕ
- Επί εκάστου τιμολογίου καταγραφόταν το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο. Ο Εναγόμενος πλήρωνε σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα ποσά έναντι του λογαριασμού του και εκδιδόταν σχετική απόδειξη. Σχετικά με τις δοσοληψίες των διαδίκων τηρείτο χρεωπιστωτικός λογαριασμός. Ο Εναγόμενος παρέλαβε το τελευταίο τιμολόγιο, ημερομηνίας 23.3.2016, το οποίο κατέγραφε ως υπόλοιπο το ποσό των € 2,879.
- Την ίδια ημερομηνία ο Εναγόμενος κατέβαλε έναντι του λογαριασμού του το ποσό των €
- Η Ενάγουσα την 16η .6.2017 απέστειλε σχετική επιστολή στον Εναγόμενο με την οποία ζητούσε εξόφληση του οφειλομένου ποσού. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης φέρει η Ενάγουσα, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 , μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ο λογαριασμός εμπορευομένου δεν συνιστά απόδειξη του χρέους αλλά απαιτείται απόδειξη των στοιχείων που συγκροτούν τον λογαριασμό εμπορευόμενου. Ο λογαριασμός που τηρείται μεταξύ εμπορευόμενων μπορεί να αποτελέσει βάση αγωγής μόνο όταν αποτελεί εκκαθαρισμένο παραδεδεγμένο λογαριασμό. Όπως έχει τονισθεί στην απόφαση Ττόκου ν. Σεργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 60 : «ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός συνιστά ξεχωριστή ενοχική αξίωση και αποτελεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως account stated, που εδράζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου.» Διαφωτιστική ως προς την έννοια του παραδεδεγμένου εκκαθαρισμένου λογαριασμού είναι η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 610, «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Όπως τονίστηκε στην απόφαση Ρέινμποου Πλήτσιηγκ μόνο όταν συντρέχουν τα πιο πάνω στοιχεία, ο λογαριασμός μπορεί να αποτελέσει αυτοτελές δικαίωμα. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ανδρόνικος Κουρουκλάρης ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου, ECLI:CY:AD:2017:A440, Πολ. Έφ. 205/2012, ημερομηνίας 6.12.2017. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν προκύπτει ότι παραδιδόταν η επίδικη κατάσταση λογαριασμού, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι αυτή συνιστά παραδεδεγμένο λογαριασμό. Έτσι η εν λόγω κατάσταση δεν μπορεί να θεμελιώσει τη σχετική αξίωση από μόνη της. Τονίζεται, όμως, ότι στην παρούσα υπόθεση η βάση αγωγής δεν είναι ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός, αλλά το αξιούμενο ποσό ζητείται ως υπόλοιπο λογαριασμού γενικά. Αποτελεί παράλληλα καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ο διάδικος δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία του δίδει ο νόμος, με την προϋπόθεση πως τα αναγκαία γεγονότα που εξάγουν το νομικό αυτό αποτέλεσμα είναι δικογραφημένα. Σχετική είναι η απόφαση Demil Co. Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1 A.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση έχει δοθεί μαρτυρία ως προς τα στοιχεία του επίδικου λογαριασμού, αφού έχουν κατατεθεί τα σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις είσπραξης, τα οποία επιβεβαιώνουν τον επίδικο λογαριασμό. Τα σχετικά Τιμολόγια και Αποδείξεις, είσπραξης επιβιώνουν τα στοιχεία του επίδικου λογαριασμού. Το γεγονός ότι συνολικά πέντε τιμολόγια δεν φέρουν την υπογραφή του Εναγομένου, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν οφείλεται το ποσό το οποίο καταγράφουν, αφού ο Εναγόμενος παρέλαβε μεταγενέστερα τιμολόγια τα οποία κατέγραφαν το συνολικό οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένων και των ποσών που αφορούν τα πέντε τιμολόγια που τελούν υπό αμφισβήτηση. Επίσης ο Εναγόμενος παρέλαβε και υπέγραψε το τελευταίο τιμολόγιο, ημερομηνίας 23.3.2016, το οποίο ανέγραφε το τότε οφειλόμενο ποσό. Από το πιο πάνω ποσό αφαιρέθηκε το ποσό των € 97, το οποίο πιστοποιείται από την απόδειξη Τεκμήριο 4, στη μαρτυρία του ΜΕ
- Έτσι αφαιρουμένου του ποσού των € 97 από το σύνολο που καταγράφει το Τιμολόγιο, ημερομηνίας 23.3.2016, προκύπτει το αξιούμενο από την Ενάγουσα ποσό. Συνεπώς από την ενώπιόν μου μαρτυρία επιβεβαιώνεται το υπόλοιπο, το οποίο παρουσιάζει ο επίδικος λογαριασμός. Σε κάθε περίπτωση στην υπό κρίση υπόθεση η αξίωση της Ενάγουσας αποδεικνύεται και μόνο μέσω της σειράς των τιμολογίων, τα όποια έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο 2, στη μαρτυρία του ΜΕ
- Ασφαλώς, δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι τα τιμολόγια από μόνα τους δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία ( βλ. Palatino Development Ltd v. Telectronics Com Ltd
(2002)1 B A.A.Δ. 962). Συνεκτιμημένα, όμως, με το σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα με την περίπτωση, τα τιμολόγια δύνανται να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Γεώργιος Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι για τις συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια, τα οποία κατέγραφαν το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό για το όποιο ο Εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Επιπλέον ο Εναγόμενος προέβαινε σε πληρωμές έναντι του λογαριασμού του. Συνεπώς η αδιαμαρτύρητη παραλαβή των τιμολογίων, τα οποία κατέγραφαν το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό, και η αδιαμαρτύρητη πληρωμή έναντι του συνολικού οφειλόμενου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα τιμολόγια δύνανται να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση, τα επίδικα τιμολόγια μπορούν να θεωρηθούν από μόνα τους ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων, με αναφορά στη χρέωση και την τιμή. Σχετική είναι η απόφαση Τσαππή (ανωτέρω). Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει προσάξει ικανή και επαρκή μαρτυρία, ικανοποιώντας το νομικό πρωταρχικό βάρος που είχε ( Legal Burden of Proof), για την αξίωσή της και μπορεί να εκδοθεί απόφαση για την απαίτησή της. Επιδίκαση Τόκου Πέραν όμως από την επιδίκαση του ποσού των τιμολογίων η Ενάγουσα αξιοί και την επιδίκαση Τόκου προς 8 % επί του υπολοίπου των επίδικων τιμολόγιων από 23.03.
- Ως προς το ζήτημα επιδίκασης τόκου ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 627, όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα: «... ... εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή.» Σχετική επίσης είναι η απόφαση Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.881. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι υπήρχε πρόνοια στα επίδικα τιμολογία για καταβολή συγκεκριμένου ποσοστού επιτοκίου, εάν το εκάστοτε τιμολόγιο δεν εξοφλείτο εντός 60 ημερών. Όμως η απαίτηση της Ενάγουσας γίνεται στη βάση υπολοίπου λογαριασμού, για το οποίο δεν υφίσταται συμφωνία ότι για το εκάστοτε υπόλοιπο θα επιβάλλεται οποιοδήποτε ποσοστό επιτοκίου. Συνεπώς, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι υπήρχε ρητή πρόνοια στη συμφωνία των μερών για καταβολή του συγκεκριμένου ποσοστού επιτοκίου, επί του υπολοίπου του λογαριασμού. Ανταπαίτηση Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, περί πώλησης ελαττωματικών ζωοτροφών ή ζωοτροφών που να προκάλεσαν τον θάνατο στα ζώα του Εναγομένου. Συνεπώς η ανταπαίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των € 2.782,55, με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του Εναγομένου και υπέρ της Ενάγουσας. Ενόψει της επιτυχίας της απαίτησης και της αποτυχίας της Ανταπαίτησης ένα σετ εξόδων να επιδικαστεί. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο