← Κύπρος

Κωνσταντίνου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 8367/11, 19/3/2019

Κωνσταντίνου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 8367/11, 19/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8367/11 Μεταξύ: XXXXX Α. Κωνσταντίνου, από τη Λευκωσία Ενάγουσα και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 19.3.2019 Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για τους Εναγόμενους: κα Θ. Καουτζάνη για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή αξιώνει από τους εναγόμενους το ποσό των €9.055,03 το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της λήφθηκε από αυτούς χωρίς αντάλλαγμα ή χωρίς νόμιμο λόγο ή αιτία ή ως αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία πράξεων ή παραλείψεων των εναγομένων ή συνεπεία παράβασης της μεταξύ τους σύμβασης ή των ρητών οδηγιών της ενάγουσας περί μη ανανέωσης της κατάθεσης του λογαριασμού τον οποίο διατηρούσε στους εναγόμενους. Αξιώνει επίσης έξοδα, νόμιμο τόκο επί των εξόδων και έξοδα επίδοσης. Οι ενάγοντες αρνούνται ότι παρέβηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο εντολές ή/και οδηγίες της ενάγουσας και ισχυρίζονται ότι η ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης την οποία διατηρούσε σε αυτούς η εναγόμενη ήταν εις γνώση της και έγινε κατόπιν παράκλησης και/ή αιτήματος της ιδίας. Ισχυρίζονται επίσης ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε την χρέωση του επίδικου ποσού όταν πρόωρα αποφάσισε να αποσύρει το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσής της και αξιούν την απόρριψη της εναντίον τους αγωγής με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι είναι δημόσια εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και διεξάγει τραπεζιτικές και άλλες συναφείς εργασίες. Ισχυρίζεται ότι κατά/ή περί τις 28.9.2010 κατέθεσε σε λογαριασμό προθεσμίας για περίοδο 12 μηνών στους εναγόμενους το ποσό των €317.

  1. Οι εναγόμενοι άνοιξαν σχετικό λογαριασμό με την επωνυμία «Prototokos» με δικαιούχο την ενάγουσα. Ισχυρίζεται ότι δυνάμει των όρων της ως άνω συμφωνίας οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση όπως κατά τις 28.9.2011 που ήταν η ημερομηνία λήξης της 12μηνης εμπρόθεσμης κατάθεσης να της καταβάλουν το ποσό της κατάθεσης μαζί με τους αναλογούντες τόκους της εν λόγω περιόδου. Η ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι πριν από τις 28.9.2011 που ήταν ημερομηνία λήξης της κατάθεσης και καταβολής του ποσού και των σχετικών τόκων προς την ίδια, ειδοποίησε τους εναγόμενους να μην προβούν στην ανανέωση της εν λόγω εμπρόθεσμης κατάθεσης προτού συμφωνήσουν το ύψος του επιτοκίου που θα της πρόσφεραν. Ισχυρίζεται ότι λόγω μη κατάληξής τους σε συμφωνία αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου το οποίο θα της δινόταν, στις 20.10.2011 ζήτησε από τους εναγόμενους την ανάληψη ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι εναγόμενοι στις 20.10.2011 την πληροφόρησαν ότι είχαν προβεί στην ανανέωση της κατάθεσης αναδρομικά από τις 28.9.2011 για το ποσό των €317.300 για περίοδο 12 μηνών με ημερομηνία λήξης της κατάθεσης στις 28.9.2012 με επιτόκιο 4,10% ετησίως. Ισχυρίζεται ότι η ανανέωση της κατάθεσης έγινε από τους εναγόμενους αυθαίρετα, ετσιθελικά και κατά παράβαση των ρητών εντολών - οδηγιών της να μην προβούν στην ανανέωση της κατάθεσης μετά τις 28.9.
  2. Ισχυρίζεται επίσης ότι όταν στις 20.10.2011 ζήτησε και απέσυρε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οι εναγόμενοι αυθαίρετα της επέβαλαν και ή αφαίρεσαν και ή κατακράτησαν και ή απέκοψαν από τον λογαριασμό της το ποσό των €9.055,03 ως ζημιές τις οποίες κατ' ισχυρισμό τους είχαν υποστεί ή και ως ποινή ή και ως δικαιώματα ή και ως πρόστιμο ή ως επιβάρυνση ή και ως έξοδα ή και άλλως πως ή και ως αποζημιώσεις. Λόγω της ως άνω συμπεριφοράς των εναγομένων η ενάγουσα με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 21.11.2011 τους κάλεσε να της καταβάλουν το ως άνω ποσό πλην όμως αυτοί απέρριψαν την αξίωσή της και αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους παραδέχονται ότι η ενάγουσα κατά/ή περί τις 28.9.2010 κατέθεσε τα χρήματα τα οποία ισχυρίζεται σε εμπρόθεσμη 12μηνη κατάθεση και ότι σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού υπήρχε η δυνατότητα αυτόματης ανανέωσής του κατά τη λήξη του μαζί ή χωρίς τους τόκους και με τους ίδιους όρους και χρονική περίοδο, εκτός εάν η ενάγουσα τους ειδοποιούσε τουλάχιστον 3 μέρες πριν τη λήξη ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση. Ισχυρίζονται επίσης ότι πριν τη λήξη της ως άνω επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσης η ενάγουσα επικοινώνησε μαζί τους για να διαπραγματευτεί το επιτόκιο της εν λόγω κατάθεσης και ότι ουδέποτε τους ειδοποίησε γραπτά ή προφορικά να μην προβούν στην ανανέωση της εν λόγω εμπρόθεσμης κατάθεσης πριν από την ύπαρξη συμφωνίας αναφορικά με το επιτόκιο το οποίο θα της έδιναν σε περίπτωση ανανέωσης. Ισχυρίζονται επίσης ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων με την ενάγουσα για το ύψος του επιτοκίου που θα της δινόταν σε περίπτωση ανανέωσης της εμπρόθεσμης κατάθεσής της της είχαν προσφέρει επιτόκιο 4,10%. Ισχυρίζονται επίσης ότι κατόπιν της ως άνω προσφοράς η ενάγουσα συμφώνησε για το ύψος του επιτοκίου που θα της δινόταν και περαιτέρω ζήτησε όπως η επίδικη εμπρόθεσμη κατάθεσή της κατά την ανανέωση γίνει από κοινού με κάποια άλλη κυρία και οι τόκοι από το προϊόν της κατάθεσης να κατατεθούν σε άλλο λογαριασμό. Λόγω της ως άνω συμφωνίας οι εναγόμενοι μία ημέρα μετά τη λήξη της επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσης ετοίμασαν νέα έγγραφα για την κοινή εμπρόθεσμη κατάθεση της ενάγουσας με την άλλη κυρία τα οποία υπεγράφησαν από αυτές. Ισχυρίζονται επίσης ότι η ενάγουσα κατά/ή περί τις 20.10.2011 προσήλθε σε κατάστημα των εναγομένων μαζί με την άλλη κυρία και ακόμα ένα τρίτο πρόσωπο και ζήτησε από αυτούς την ανάληψη του ποσού της από κοινού εμπρόθεσμης κατάθεσης. Οι εναγόμενοι της εξήγησαν ότι σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας της από κοινού εμπρόθεσμης κατάθεσης για την οποιανδήποτε ανάληψη χρημάτων από τον εν λόγω λογαριασμό θα υπήρχε επιβάρυνση με κόστος που θα μείωνε το αρχικό κεφάλαιο και παρά ταύτα η ενάγουσα επέμενε στην ανάληψη των χρημάτων κάτιτο οποίο τελικά έπραξε. Λόγω τούτου ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα κωλύεται και/ή εμποδίζεται από τη συμπεριφορά της καθώς και από τα σχετικά έγγραφα ημερομηνίας 29.9.2011 τα οποία υπέγραψε να αξιώνει το επίδικο ποσό. Ισχυρίζονται ακόμα ότι ήταν σε γνώση της ενάγουσας ότι η εμπρόθεσμη κατάθεσή της είχε ανανεωθεί για περίοδο 12 μηνών με επιτόκιο 4,10% ετησίως και ότι αυτή θα έληγε στις 28.9.
  3. Ισχυρίζονται επίσης ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε τη χρέωση του ως άνω ποσού των €9.055,30 κατά την απόσυρση του ποσού της εμπρόθεσμης κατάθεσης. Λόγω των ως άνω οι εναγόμενοι αρνούνται τις αξιώσεις της ενάγουσας και ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος της. Η ενάγουσα καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση των εναγομένων στην οποία ισχυρίζεται ότι μετά που τους γνωστοποίησε την πρόθεσή της να μην ανανεώσει την επίδικη κατάθεση αυτοί ήταν υπόχρεοι να μην προβούν σε οποιαδήποτε ανανέωση ή ενέργεια χωρίς τις προηγούμενες ρητές οδηγίες της. Ισχυρίζεται επίσης ότι 10 ημέρες πριν τις 28.9.2011 και τη λήξη της κατάθεσης έδωσε στους εναγόμενους γραπτή και προφορική ειδοποίηση ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωσή της εκτός εάν προηγουμένως επερχόταν συμφωνία αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου. Ισχυρίζεται επίσης ότι στις 20.10.2011 αφού οι διάδικοι δεν κατέληξαν σε συμφωνία για το ύψος του επιτοκίου ζήτησε από τους εναγόμενους την ανάληψη του ποσού της κατάθεσης και οι εναγόμενοι την πληροφόρησαν την ίδια ημέρα ότι είχαν προβεί σε ανανέωση της κατάθεσης αναδρομικά. Αρνείται ότι οι εναγόμενοι υπέστησαν κόστος €9.055,30 ή οποιοδήποτε άλλο μικρότερο ποσό και ισχυρίζεται ότι η υπογραφή των εγγράφων έγινε ενώ αυτά ήταν κενά και ασυμπλήρωτα και με τον όρο - προυπόθεση ότι αυτά θα συμπληρώνονταν και θα τίθονταν σε ισχύ μόνο όταν οι διαπραγματεύσεις για το ύψος του επιτοκίου θα είχαν θετική κατάληξη. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ενάγουσα κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες προς υποστήριξη των ισχυρισμών της. Ως Μ.Ε.1 παρουσιάστηκε ο σύντροφός της κ. XXXXX Κασσινίδης ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Στην εν λόγω γραπτή δήλωση ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα κατά/ή περί τις 28.9.2010 άνοιξε λογαριασμό στους εναγόμενους με την επωνυμία «Ρrototokos» με αριθμό XXXXX17-00 και κατέθεσε ως τεκμήριο 1 αντίγραφο της σχετικής αίτησης ημερομηνίας 28.9.2010 η οποία υπογράφηκε στο κατάστημα των εναγομένων στην περιοχή Πλατύ Αγλαντζιάς. Ισχυρίζεται επίσης ότι στις 10.9.2011 η ενάγουσα έλαβε επιστολή από τους εναγόμενους ημερομηνίας 2.9.2011 με την οποία την πληροφορούσαν ότι η εμπρόθεσμη κατάθεσή της θα έληγε στις 28.9.2011 και ότι θα ανανεωνόταν αυτόματα με τους ίδιους όρους και επιτόκιο το οποίο θα όριζε η τράπεζα. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 2.9.2011 κατέθεσε ως τεκμήριο
  4. Ισχυρίζεται ότι με την εν λόγω επιστολή οι εναγόμενοι πληροφόρησαν την ενάγουσα ότι σε περίπτωση που επιθυμούσε να τους δώσει άλλες οδηγίες αναφορικά με τον χειρισμό της κατάθεσης στη λήξη της τότε θα έπρεπε να τους παραδώσει γραπτές προς τούτο οδηγίες στο κατάστημα στο οποίο διατηρούσε τον επίδικο λογαριασμό το αργότερο 3 εργάσιμες μέρες πριν τη λήξη της κατάθεσης η οποία θα συνέβαινε στις 28.9.
  5. Ισχυρίζεται επίσης ότι η ενάγουσα με τη δική του βοήθεια και εμπλοκή πέραν των 10 ημερών πριν τις 28.9.2011 ετοίμασε και παρέδωσε επιστολή προς τους εναγόμενους με την οποία τους ζητούσε να μην προχωρήσουν στην ανανέωση της κατάθεσης προτού επιτευχθεί συμφωνία ως προς το ύψος του επιτοκίου το οποίο θα ήταν πρόθυμοι να της προσφέρουν σε περίπτωση ανανέωσης της κατάθεσής της. Ισχυρίστηκε ότι δεν κράτησαν αντίγραφο της εν λόγω επιστολής την οποία παρέδωσε η ενάγουσα στην παρουσία του στο κατάστημα των εναγομένων στο Πλατύ Αγλαντζιάς όπου διατηρείτο ο εν λόγω επίδικος λογαριασμός. Ισχυρίζεται επίσης ότι αυτή η επιστολή παραδόθηκε και παραλήφθηκε προσωπικά από τον υπεύθυνο του εν λόγω καταστήματος υπάλληλο των εναγομένων κ. Παύλο Βωβίδη. Ισχυρίζεται ακόμα ότι η ενάγουσα πληροφόρησε τους εναγόμενους ότι στην περίπτωση που θα ανανεωνόταν η κατάθεση τότε θα ήθελε στον εν λόγω λογαριασμό να προστεθεί ως δικαιούχος και η αδελφή της. Στις 29.9.2011 δόθηκε από τους εναγόμενους στην ενάγουσα και την αδελφή της και αυτές υπέγραψαν την αίτηση ανοίγματος προσωπικού λογαριασμού με σκοπό να ήταν έτοιμος και να συμπληρωθεί όταν θα συμφωνούσαν για το ύψος του επιτοκίου για το οποίο γίνονταν διαβουλεύσεις. Ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα εξασφάλισε από τη νέα Συνεργατική Εταιρεία Γερίου Λτδ επιτόκιο ύψους 4,40% ετησίως και έτσι αποφάσισε να μεταφέρει σε αυτή την κατάθεση που είχε με τους εναγόμενους. Όταν στις 20.10.2011 μετέβη με την ενάγουσα στο κατάστημα των εναγομένων στο Πλατύ Αγλαντζιάς και η ενάγουσα τους πληροφόρησε ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση του λογαριασμού της οι εναγόμενοι τους πληροφόρησαν ότι η κατάθεση προθεσμίας της ενάγουσας ημερομηνίας 28.9.2010 είχε ανανεωθεί από αυτούς για περίοδο 12 μηνών από 28.9.2011 με επιτόκιο 4,10% και ημερομηνία λήξης στις 28.9.
  6. Ισχυρίζεται ότι τόσο η ενάγουσα όσο και ο ίδιος διαμαρτυρήθηκαν έντονα στους εναγόμενους διότι η ενάγουσα ουδέποτε τους έδωσε οδηγίες για την ανανέωση της εν λόγω κατάθεσης αλλά αντίθετα τους είπαν να περιμένουν εφόσον ήταν σε διαπραγματεύσεις μαζί τους για το τελικό ύψος του επιτοκίου το οποίο θα πρόσφεραν στην ενάγουσα. Ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι προχώρησαν στην ανανέωση της κατάθεσης του λογαριασμού της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της αναμονής τους στο κατάστημα των εναγομένων στις 20.10.
  7. Η ενάγουσα επίμονα ζητούσε από τους εναγόμενους να της δώσουν τα λεφτά της και οι εναγόμενοι της είπαν ότι σε αυτή την περίπτωση θα της απέκοπταν τα σχετικά έξοδα για το σπάσιμο του γραμματίου. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι ουδέποτε η ενάγουσα έδωσε οδηγίες στους εναγόμενους να ανανεώσουν τον λογαριασμό αλλά αντίθετα έδωσε ρητές γραπτές και προφορικές οδηγίες για το αντίθετο. Ισχυρίστηκε τέλος ότι στις 21.11.2011 ο δικηγόρος της ενάγουσας απέστειλε σχετική επιστολή προς τους εναγόμενους αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 με την οποία ζητούσε την επιστροφή στην ενάγουσα του ποσού των €9.055,
  8. Κατά την αντεξέταση του ο κ. Κασσινίδης και συγκεκριμένα στην πρώτη κιόλας ερώτηση/υποβολή της δικηγόρου των εναγομένων ότι ουδέποτε η ενάγουσα παρέδωσε σε αυτούς επιστολή για να μην ανανεωθεί η εμπρόθεσμη κατάθεσή της η οποία θα έληγε τον Σεπτέμβρη του 2011 απάντησε ότι ήταν σίγουρος ότι αυτή η επιστολή παραδόθηκε διότι την είχε παραδώσει ο ίδιος. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε αργότερα ισχυρίστηκε ότι την εν λόγω επιστολή την είχαν στείλει μέσω του καταστήματος των εναγομένων στην περιοχή του Αγίου Παύλου και ότι αντίγραφό της παρέδωσε ο ίδιος στον υπάλληλο τους κ. XXXXX Βωβίδη στον οποίο είπε ότι δεν θα προχωρούσαν στην ανανέωση εάν δεν λάμβαναν το επιτόκιο το οποίο επιθυμούσαν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 28.9.2011 μετέφερε την ενάγουσα και την αδελφή της στο κατάστημα των εναγομένων στο Πλατύ Αγλαντζιάς. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι είχαν συμπληρώσει το σχετικό έντυπο περί μη αυτόματης ανανέωσης της εμπρόθεσμης κατάθεσης, το οποίο φωτοτύπησε ο ίδιος. Ήταν σίγουρος ότι το εν λόγω έντυπο στάλθηκε μέσω φαξ προς τους εναγόμενους και το πήρε και ο ίδιος στον κ. Βωβίδη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ενάγουσα διαπραγματευόταν με τους εναγόμενους το ύψος του επιτοκίου το οποίο θα της έδιδαν σε περίπτωση ανανέωσης της κατάθεσής της και σε περίπτωση που δεν θα υπήρχε αύξηση επιτοκίου η κατάθεση δεν θα ανανεωνόταν. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα προτίμησε να παραμείνουν τα λεφτά της στους εναγόμενους παρόλο που είχε και από αλλού προσφορές για λίγο μεγαλύτερο επιτόκιο αλλά όταν πληροφορήθηκαν ότι το επιτόκιο παρέμεινε αμετάβλητο αποφάσισαν να τερματίσουν την εμπρόθεσμη κατάθεση. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι παρέδωσαν στην ενάγουσα να υπογράψει κάποιες άδειες κόλλες προβάλλοντας στην τελευταία τη δικαιολογία να είναι όλα έτοιμα μόλις συμφωνήσουν το επιτόκιο. Διευκρίνισε ότι η ενάγουσα υπέγραψε σε έντυπο το οποίο δεν ήταν πλήρως συμπληρωμένο. Η ενάγουσα (Μ.Ε.2) ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Β στη διαδικασία και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής της. Σε αυτή ισχυρίστηκε ότι ζήτησε από την Τράπεζα Κύπρου να της επιστρέψει το επίδικο ποσό το οποίο της κατακράτησε χωρίς να δικαιούται. Ισχυρίστηκε ότι για το θέμα διόρισε δικηγόρο ο οποίος με επιστολή του ζήτησε από τους εναγόμενους να της επιστρέψουν το εν λόγω ποσό. Ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε εξουσιοδοτήσει τον σύντροφό της να έχει όλες τις επαφές με τους εναγόμενους που αφορούσαν την υπόθεσή της και ότι η ίδια συμφωνεί με όλες τις ενέργειες που αυτός έκανε για την ίδια και ζήτησε από το Δικαστήριο να διατάξει την Τράπεζα Κύπρου να της επιστρέψει το επίδικο ποσό. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τόσο η ίδια όσο και η αδελφή της στις 29.9.2011 υπέγραψαν το έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 στη διαδικασία όταν αυτό δεν ήταν συμπληρωμένο με οποιοδήποτε στοιχείο όπως ποσό ή ημερομηνία λήξηςή επιτόκιο και ισχυρίζεται ότι ο τόκος και τα άλλα στοιχεία θα συμπληρώνονταν σε περίπτωση που θα συμφωνούσαν με τους εναγόμενους για το ύψος του τόκου όταν και θα ανανεωνόταν το γραμμάτιο για ακόμα ένα χρόνο. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ουδέποτε συμφώνησε με τους εναγόμενους να γίνει η ανανέωση και τους ειδοποίησε πολλές μέρες πριν να λήξει το γραμμάτιο ότι δεν ήθελε να το ανανεώσει. Κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε αντίγραφο επιστολής του δικηγόρου της ημερομηνίας 7.12.2011 ως τεκμήριο 12 στη διαδικασία. Κατά την αντεξέτασή της και σε ερώτηση για ποιον λόγο ισχυρίζεται ότι η τράπεζα της κατακράτησε χωρίς λόγο το ποσό των €9.055,30 απάντησε «δεν ξέρω, δεν απαντώ». Σε επόμενη ερώτηση κατά πόσο η ίδια κίνησε την παρούσα αγωγή απάντησε καταφατικά αλλά επανέλαβε ότι η ίδια δεν ξέρει τίποτε, έχει δικηγόρο και τον σύντροφό της. Όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 9 το οποίο είναι η αίτηση ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεως προθεσμίας ημερομηνίας 28.9.2010 αναγνώρισε σε αυτό την υπογραφή της. Αναγνώρισε επίσης την υπογραφή της και στις 4 σελίδες του τεκμηρίου 3.1 που είναι η αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού ημερομηνίας 29.9.
  9. Αναγνώρισε την υπογραφή της ίδιας και της αδελφής της στο τεκμήριο 3.2 το οποίο είναι η εντολή για κοινό λογαριασμό καταθέσεων ημερομηνίας 29.9.
  10. Ισχυρίστηκε ότι μαζί με την αδελφή της επισκέφθηκαν το υποκατάστημα των εναγομένων στον Άγιο Παύλο όπου υπέγραψαν την εντολή για άνοιγμα κοινού λογαριασμού. Σε ερώτηση που της υποβλήθηκε αργότερα σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι κατά τον χρόνο που υπόγραψε το τεκμήριο 3.1 δεν αναγράφονταν σε αυτό οποιανδήποτε στοιχεία, ούτε ποσό, ούτε επιτόκιο, η ίδια επανέλαβε για ακόμη μία φορά τη φράση «δεν ξέρω, δεν απαντώ». Στην αμέσως επόμενη υποβολή που της τέθηκε από την κα Καουτζάνη ότι στις 29.9.2011 όταν υπόγραψε το τεκμήριο 3.1 αυτό ήταν πλήρως συμπληρωμένο και φαινόταν σ' αυτό η ημερομηνία λήξης και το ποσό της κατάθεσης η ίδια συμφώνησε με την εν λόγω υποβολή. Όταν της υποβλήθηκε από την κα Καουτζάνη ότι από το τεκμήριο 3.1 φαίνεται ότι η κατάθεση ανανεώθηκε στις 29.9.2011 η ίδια αρνήθηκε τη θέση της κυρίας Καουτζάνη. Αναγνώρισε επίσης την υπογραφή της στο τεκμήριο 9 που είναι η αίτηση ανοίγματος προσωπικού λογαριασμού ημερομηνίας 28.9.2010, το οποίο όμως ισχυρίστηκε ότι δεν το διάβασε προτού το υπογράψει. Σε ερώτηση κατά πόσο γνώριζε ότι το γραμμάτιό της θα έληγε στις 28.9.2011, απάντησε καταφατικά και σε σχετική υποβολή ότι η ίδια δεν είχε δώσει οδηγίες για τη μη ανανέωσή του απάντησε «δεν δώσαμε ούτε οδηγίες να μην ανανεωθεί, ούτε για να ανανεωθεί». Στην αμέσως επόμενη υποβολή που της τέθηκε για να ξεκαθαρίσει το θέμα αναφορικά με το κατά πόσο έδωσε ή όχι οδηγίες για τη μη ανανέωση συμφώνησε ότι δεν είχε δώσει οδηγίες να μην ανανεωθεί. Συμφώνησε επίσης και με την επόμενη υποβολή της κας Καουτζάνη ότι στις 28.9.2011 είχε αποσύρει χρήματα από την εν λόγω κατάθεση χωρίς να επιβαρυνθεί οποιανδήποτε χρέωση για αυτή την απόσυρση. Η ενάγουσα αναγνώρισε επίσης την υπογραφή της στο τεκμήριο 11 το οποίο είναι ημερολογιακό φύλλο των εναγομένων ημερομηνίας 20.10.2011 στο οποίο φαίνεται ότι η ενάγουσα μετέφερε από τον λογαριασμό προθεσμίας σε άλλο λογαριασμό της το ποσό των €297.845,43 και ότι θα υπήρχε χρέωσή της για το κόστος των εναγομένων ποσού €9.055,
  11. Σε ερώτηση ότι στο εν λόγω τεκμήριο αναγράφεται το ποσό το οποίο θα χρεωνόταν η ίδια για την απόσυρση του ποσού που φαίνεται σε αυτό η ενάγουσα απάντησε πως δεν θυμάται κατά πόσο οι εναγόμενοι την είχαν ενημερώσει ή όχι. Στην αμέσως επόμενη υποβολή της δικηγόρου των εναγομένων ότι οι εναγόμενοι την είχαν ενημερώσει συμφώνησε με τη σχετική υποβολή. Σε άλλη ερώτηση αναφορικά με το κατά πόσο οι εναγόμενοι την ενημέρωσαν στις 20.10.2011 ότι ο πρόωρος τερματισμός της επίδικης κατάθεσης προθεσμίας θα είχε ως συνέπεια επιβολή σχετικής χρέωσης απάντησε ότι δεν είχε ανανεώσει το γραμμάτιο και διερωτήθηκε πως θα μπορούσε να γίνει αυτό από τη στιγμή που το γραμμάτιο δεν είχε ανανεωθεί. Σε ερώτηση που της υποβλήθηκε αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι δεν γίνεται να μην το ανανέωσε αφού είχε υπογράψει τα σχετικά έγγραφα παραδέχθηκε ότι τα υπέγραψε αλλά ισχυρίστηκε ότι τα υπέγραψε χωρίς όμως να αναγράφεται σε αυτά ο τόκος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι όταν στις 20.10.2011 μετέβηκε στο κατάστημα των εναγομένων για να «σπάσει» όπως είπε το γραμμάτιο της πήγε στο ταμείο και ζήτησε να γίνει αυτό χωρίς οποιοσδήποτε να της εξηγήσει τις συνέπειες που θα είχε η ενέργειά της αυτή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ίδια ήταν αποφασισμένη να σπάσει το γραμμάτιο και ότι δεν είχε διαμαρτυρηθεί προς την τράπεζα. Αναγνώρισε την υπογραφή της στο τεκμήριο 13 και ισχυρίστηκε ότι το ποσό των €22.826,09 το οποίο αναγράφεται σε αυτό είναι το ποσό το οποίο έλαβε στις 20.10.2011 όταν «έσπασε» το γραμμάτιο. Σε άλλη ερώτηση κατά πόσο διαμαρτυρήθηκε όταν έλαβε το ποσό το οποίο αναγράφεται στο τεκμήριο 11 απάντησε αρνητικά. Με το πέρας της προσκόμισης μαρτυρίας από την πλευρά της ενάγουσας οι εναγόμενοι παρουσίασαν 3 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυράς τους (Μ.Υ.1) ήταν ο κ. XXXXX Βωβίδης. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Με την εν λόγω γραπτή δήλωσή του καθώς και με όσα απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: είναι στην υπηρεσία των εναγομένων από το έτος 1997 και από τις 8.7.2011 μέχρι τις 25.11.2013 ήταν διευθυντής στο κατάστημά τους στο Πλατύ Αγλαντζιάς. Στις 28.9.2011 η ενάγουσα επισκέφθηκε το κατάστημα των εναγομένων στον Άγιο Παύλο και ζήτησε ανάληψη ποσού από τον λογαριασμό της εμπρόθεσμης κατάθεσης που διατηρούσε με τους εναγόμενους. Λόγω του ότι ο λογαριασμός εμπρόθεσμης κατάθεσης της ενάγουσας είχε ανοιχθεί στο κατάστημα των εναγομένων στο Πλατύ Αγλαντζιάς η συναλλαγή έπρεπε να γνωστοποιηθεί στο εν λόγω κατάστημα. Η υπάλληλος του καταστήματος των εναγομένων στην περιοχή του Αγίου Παύλου η οποία χειρίστηκε το θέμα επικοινώνησε μαζί του και ο ίδιος συνομίλησε τηλεφωνικά με την ενάγουσα. Η ενάγουσα του ζήτησε η εμπρόθεσμη κατάθεσή της να ανανεωθεί και να μετατραπεί σε από κοινού κατάθεση με την αδελφή της. Της είχε αναφερθεί ότι το ετήσιο επιτόκιο της κατάθεσης θα ήταν 4,10% το οποίο ήταν το μέγιστο ποσό επιτοκίου που οι εναγόμενοι έδιδαν για αυτού του είδους τις καταθέσεις. Ο ίδιος ζήτησε από την ενάγουσα να επισκεφθεί το κατάστημα των εναγομένων στον Άγιο Παύλο την επόμενη ημέρα ούτως ώστε να τους δοθεί χρόνος να ετοιμάσουν τα σχετικά έγγραφα και να τα αποστείλουν σε εκείνο το κατάστημα για σκοπούς υπογραφής τους. Η ενάγουσα μαζί με την αδελφή της υπέγραψαν τα εν λόγω έγγραφα στις 29.9.
  12. Η ενάγουσα κατά την λήξη της εμπρόθεσμης κατάθεσής της στις 28.9.2011 απέσυρε το ποσό των €12.700 χωρίς την επιβολή οποιασδήποτε χρέωσης. Κατά την ημερομηνία λήξης της εμπρόθεσμης κατάθεσης της ενάγουσας και ελλείψει οδηγιών για τη μη ανανέωσή της αυτή ανανεώθηκε αυτόματα σύμφωνα με τους όρους της αίτησης ημερομηνίας 28.9.2010 όταν ανοίχθηκε για πρώτη φορά ο λογαριασμός. Στις 20.10.2011 η ενάγουσα μαζί με την αδελφή της και τον Μ.Ε.1 τον επισκέφθηκαν στο κατάστημα των εναγομένων στο Πλατύ Αγλαντζιάς και η ενάγουσα του ζήτησε να κλείσει τον λογαριασμό της εμπρόθεσμης κατάθεσής της και να αποσύρει ολόκληρο το ποσό γιατί είχε αποφασίσει να το μεταφέρει σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Το αίτημά της έγινε αποδεκτό αλλά της αναφέρθηκε ότι το πρόωρο κλείσιμο του λογαριασμού θα είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή χρέωσης η οποία θα μείωνε το αρχικό κεφάλαιό της. Η ενάγουσα παρά την ως άνω σχετική επισήμανσή του επέμενε στο πρόωρο κλείσιμο της κατάθεσης και στην ανάληψη ολόκληρου του υπολοίπου της. Ο ίδιος μετέβηκε μαζί με την ενάγουσα στο ταμείο της τράπεζας όπου ακολούθησε το κλείσιμο της επίδικης κατάθεσης και η εξόφληση 2 δανείων της ενάγουσας συνολικού ποσού €33.993,
  13. Η ενάγουσα υπέγραψε το ένταλμα ανάληψης/ημερολογιακό φύλλο χρέωσης πίστωσης τεκμήριο 11 ημερομηνίας 20.11.2011 στο οποίο αναγράφεται ότι υπογράφηκε στο κατάστημα των εναγομένων στο Πλατύ Αγλαντζιάς. Μετά που εναγόμενοι έλαβαν την επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας προχώρησαν σε μια προσπάθεια εξώδικου συμβιβασμού της υπόθεσης η οποία όμως δεν καρποφόρησε αφού η ενάγουσα επέμενε να της επιστραφεί ολόκληρο το επίδικο ποσό. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι γνώρισε την ενάγουσα στις 28.9.2011 όταν του τηλεφώνησαν από το κατάστημα των εναγομένων στην περιοχή Αγίου Παύλου λόγω του ότι η ενάγουσα ήθελε να αποσύρει κάποιο ποσό και της μίλησε τηλεφωνικώς. Είχε δει την ενάγουσα για πρώτη φορά στις 20.10.2011 στο Πλατύ Αγλαντζιάς μαζί με τον σύντροφό της Μ.Ε.1 και την αδελφή της. Σε ερώτηση κατά πόσο γνώριζε αν η ενάγουσα είχε ενημερώσει τους εναγόμενους πριν από τις 28.9.2011 που έληγε η κατάθεσή της ότι ήθελε να συμφωνηθεί το επιτόκιο πριν να γίνει η ανανέωση ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε σχετικό στα αρχεία των εναγομένων. Στις 28.9.2011 η ενάγουσα βρισκόταν στο κατάστημα των εναγομένων όταν οι εναγόμενοι έλαβαν τις οδηγίες για ανανέωση της κατάθεσης της ενάγουσας και την μετατροπή της σε κοινό λογαριασμό με την αδελφή της. Είχε μιλήσει τηλεφωνικώς με την ενάγουσα και της ανέφερε ότι το επιτόκιο θα ήταν 4,10% όπως ίσχυε και την προηγούμενη περίοδο και αυτή του απάντησε να προχωρήσει και ζήτησε επιπλέον η κατάθεση να μετατραπεί σε κοινή με την αδελφή της. Διαφώνησε με υποβολή του δικηγόρου της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι η ενάγουσα είχε δώσει οδηγίες να μην ανανεωθεί αυτόματα η επίδικη κατάθεσή της λόγω των διαπραγματεύσεων τις οποίες έκαναν οι διάδικοι αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου το οποίο οι εναγόμενοι θα παραχωρούσαν στην ενάγουσα και ισχυρίστηκε ότι οι οδηγίες της τελευταίας ήταν σαφέστατες να ανανεωθεί η κατάθεση με επιτόκιο 4,10% και να προστεθεί στον λογαριασμό η αδελφή της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τα τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 υπογράφηκαν από την ενάγουσα και την αδελφή της στο κατάστημα των εναγομένων στην περιοχή Αγίου Παύλου στις 29.9.2011 για να μετατραπεί η κατάθεση της ενάγουσας σε κοινή κατάθεση με την αδελφή της. Στις 20.10.2011 η ενάγουσα μαζί με την αδελφή της και τον Μ.Ε.1 επισκέφθηκαν το κατάστημα των εναγομένων και η ενάγουσα ζήτησε την απόσυρση ολόκληρου του ποσού της κατάθεσής της. Αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου της ενάγουσας ότι από την πληροφοριακή κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 20.10.2011 τεκμήριο 4 φαίνεται ότι ο λογαριασμός είχε μοναδική δικαιούχο της ενάγουσα λέγοντας ότι αυτό δεν είναι αληθές και εξήγησε ότι η λέξη «and» που φαίνεται στο όνομα του πελάτη στο εν λόγω τεκμήριο φανερώνει ότι δικαιούχος ήταν και κάποιο άλλο πρόσωπο πέραν από την ενάγουσα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το τεκμήριο 8 ημερομηνίας 30.9.2011 είναι οι οδηγίες της ενάγουσας για την μετατροπή του επίδικου λογαριασμού της σε κοινό μαζί με την αδελφή της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η πληρωμή των τόκων προς την ενάγουσα στις 28.9.2011 είναι απόδειξη ότι η επίδικη κατάθεσή της ανανεώθηκε κανονικά και ότι μετά την ανανέωσή της προστέθηκε στον επίδικο λογαριασμό και το όνομα της αδελφής της. Αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου της ενάγουσας ότι 10 μέρες πριν τη λήξη της επίδικης κατάθεσης η ενάγουσα του έδωσε γραπτές οδηγίες για τη μη ανανέωσή της και ισχυρίστηκε ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να γίνει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση αφού το επιτόκιο το οποίο έφερε η κατάθεση ήταν το μέγιστο το οποίο μπορούσε να δοθεί. Σε ερώτηση η οποία του τέθηκε αναφορικά με το επίδικο ποσό των €9.055,30 και τι αντιπροσωπεύει ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτό είναι το κόστος της τράπεζας το οποίο υπολογίζεται αυτόματα από το αυτοματοποιημένο σύστημα των εναγομένων. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η κα XXXXX Μηνά - Κοντοπύργου. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και τον Σεπτέμβριο του 2011 εργαζόταν ως βοηθός διευθύντρια στο κατάστημα των εναγομένων στην περιοχή Αγίου Παύλου. Αναγνώρισε την υπογραφή της στο τεκμήριο 10 και ισχυρίστηκε ότι με βάση αυτό το τεκμήριο το οποίο αφορά σε λογαριασμό γραμματίου έγινε ανάληψη του ποσού των €12.700 από το εν λόγω γραμμάτιο χωρίς τη χρέωση οποιουδήποτε κόστους για την εν λόγω ανάληψη. Ισχυρίστηκε ότι ανάληψη χωρίς οποιοδήποτε κόστος επιτρέπεται για κάποια ειδικά σχέδια κατά την ημέρα λήξης τους. Αναγνώρισε επίσης την υπογραφή της στο τεκμήριο 3.2 το οποίο είναι η εντολή για άνοιγμα κοινού λογαριασμού καταθέσεων. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο λογαριασμός με το όνομα «πρωτότοκος» είναι ένα ειδικό σχέδιο εμπρόθεσμης κατάθεσης το οποίο πρόσφεραν οι εναγόμενοι και στο οποίο οι τόκοι δίδονταν στον πελάτη της τράπεζας με το άνοιγμα ή μια - δυο μέρες μετά το άνοιγμά του και ο εν λόγω λογαριασμός είχε επιτόκιο 4,10%. Το ποσοστό του επιτοκίου δεν φαινόταν στα έγγραφα του λογαριασμού αλλά αναγραφόταν στο πιστοποιητικό το οποίο δινόταν στον πελάτη και στο οποίο φαινόταν επίσης η ημερομηνία λήξης του. Ο εν λόγω λογαριασμός ήταν ένα προτιμολογημένο προϊόν της τράπεζας το οποίο προσφερόταν με συγκεκριμένο επιτόκιο το οποίο δεν ήταν διαπραγματεύσιμο. Αναγνώρισε επίσης την υπογραφή της και τον γραφικό της χαρακτήρα στο τεκμήριο 8 το οποίο ήταν η εντολή της ενάγουσας για μετατροπή του λογαριασμού της σε κοινό μαζί με την αδελφή της. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι τα τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 υπογράφηκαν ενώπιον της στο κατάστημα της περιοχής του Αγίου Παύλου στις 30.9.
  14. Ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός με την ονομασία «πρωτότοκος» προϋπήρχε για αυτό και στις 28.9.2011 που έγινε η ανάληψη του ποσού των €12.700 δεν χρεώθηκε οποιοδήποτε ποσό από τους εναγόμενους. Το επιτόκιο το οποίο δόθηκε στον εν λόγω λογαριασμό ήταν προκαθορισμένο για αυτό και στα ως άνω τεκμήρια δεν αναγράφηκε το επιτόκιο. Αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου της ενάγουσας ότι δεν αναγράφηκε το επιτόκιο επειδή η ενάγουσα βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τον υπάλληλο των εναγομένων Μ.Υ.1 ισχυριζόμενη ότι για το συγκεκριμένο προϊόν ο τόκος δεν ήταν διαπραγματεύσιμος. Τελευταία μάρτυρας των εναγομένων (Μ.Υ.3) παρουσιάστηκε η κα Άντρη Καπλάνη. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Υπηρεσία Παρακολούθησης Διαθεσίμων Κεφαλαίων των εναγομένων. Στην υπηρεσία της ασχολούνται με την παρακολούθηση των ρευστών διαθεσίμων, τη διαχείριση επιτοκίου και συναλλαγματικού κινδύνου και έχουν ενεργό ρόλο στην τιμολογιακή πολιτική της τράπεζας. Ισχυρίστηκε ότι το τραπεζικό κόστος (bank cost) αντικατοπτρίζει το κόστος αντικατάστασης της ρευστότητας που χάνει η τράπεζα μέχρι την λήξη μιας κατάθεσης και ότι αυτό υπολογίζεται αυτόματα από το σύστημα της τράπεζας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι για την επίδικη περίπτωση ο υπολογισμός αυτός έγινε αυτόματα από το σύστημα της τράπεζας αφού λήφθηκαν υπόψη όλες οι σχετικές παράμετροι και το ποσό το οποίο προέκυψε ήταν €9.
  15. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο πελάτης της τράπεζας γνωρίζει ότι θα υπάρχει κόστος σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού της εμπρόθεσμης κατάθεσής του αφού αυτό αναγράφεται στα έντυπα της κατάθεσής του. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι το κόστος για τον πρόωρο τερματισμό μιας κατάθεσης υπολογίζεται με το πάτημα ενός κουμπιού λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων τα οποία είναι καταχωρημένα στο σύστημα. Αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου της ενάγουσας ότι η χρέωση του ποσού των €9.055,30 είναι άδικη και ισχυρίστηκε ότι αυτή η φόρμουλα εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή της τράπεζας, η τράπεζα είχε κάθε δικαίωμα να την χρησιμοποιεί και η χρέωση σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού μιας εμπρόθεσμης κατάθεσης αναφερόταν στα έγγραφα τα οποία δόθηκαν στον πελάτη κατά το άνοιγμα του λογαριασμού. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά το πέρας της ακρόασης οι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσεις τις εισηγήσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όταν κρίνω ότι είναι απαραίτητο. Ο κ. Παπαθεοδώρου εισηγήθηκε ότι η ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης της ενάγουσας από τους εναγόμενους έγινε στις 20.11.2011 αυθαίρετα και ετσιθελικά και παρά τις αντίθετες ρητές οδηγίες της ενάγουσας οι οποίες δόθηκαν 10 περίπου μέρες πριν τη λήξη της κατάθεσης που ήταν στις 28.9.
  16. Εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα έδωσε κανονική γραπτή ειδοποίηση στους εναγόμενους για τη μη ανανέωση δεν κράτησε όμως αντίγραφό της. Εισηγήθηκε επίσης ότι κατά τη διάρκεια των συζητήσεων των διαδίκων για το ύψος του επιτοκίου σε περίπτωση ανανέωσης της κατάθεσης οι εναγόμενοι ζήτησαν από την ενάγουσα να υπογράψει διάφορα έγγραφα με σκοπό την ετοιμασία τους σε περίπτωση συμφωνίας. Τα εν λόγω έγγραφα - τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 χρονολογήθηκαν από τους εναγόμενους αναδρομικά με ημερομηνία 29.9.2011 και παρέμειναν ασυμπλήρωτα αφού δεν αναφέρουν το ποσό της κατάθεσης και τον τόκο που θα απέφερε. Αυτά, κατά την εισήγηση του κ. Παπαθεοδώρου, ενισχύουν τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ποτέ δεν συμφωνήθηκε η ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης. Εισηγήθηκε ακόμα ο κ. Παπαθεοδώρου ότι όταν οι διαβουλεύσεις για το ύψος του τόκου δεν καρποφόρησαν οι εναγόμενοι προέβησαν σε αυθαίρετη ανανέωση της κατάθεσης αναδρομικά από τις 28.9.2011 με λήξη στις 28.9.
  17. Εισηγήθηκε επίσης ότι η ενάγουσα ουδέποτε συγκατατέθηκε να της αποκόψουν οι εναγόμενοι το επίδικο ποσό το οποίο δεν δικαιολόγησαν ούτε και τεκμηρίωσαν κατά πόσο αποτελεί έξοδα, πρόστιμο ή ποινή. Ήταν η θέση του κ. Παπαθεοδώρου ότι οι εναγόμενοι έφεραν το βάρος να αποδείξουν τον λόγο και το βάσιμο αυτής τους της ενέργειας και ότι για τον λόγο αυτό έπρεπε να παρουσίαζαν πρώτοι την υπόθεσή τους. Σε κάθε περίπτωση, δεν απέσεισαν το βάρος της απόδειξης της υπεράσπισής τους και θα πρέπει συνεπώς το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ της ενάγουσας χωρίς να χρειαστεί καν να προχωρήσει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενάγουσας. Εισηγήθηκε τέλος ο κ. Παπαθεοδώρου ότι ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι συνομολογήθηκε η επίδικη συμφωνία (τεκμήρια 1 και 9 και τεκμήριο 3.1) ο όρος υπ' αριθμό 9.5 του τεκμηρίου 3.1 τον οποίο επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι για να αποκόψουν το επίδικο ποσό από την ενάγουσα αποτελεί καταχρηστική ρήτρα η οποία απαγορεύεται από τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93(Ι)/1996 και συνεπώς οι εναγόμενοι δεν είχαν κανένα δικαίωμα να επιβάλουν και εισπράξουν οποιοδήποτε ποσό ως πρόστιμο. Η κα Καουτζάνη, έχοντας εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη, εισηγήθηκε ότιη ενάγουσα κατά την ανανέωση της επίδικης κατάθεσής της υπέγραψε το τεκμήριο 3.1 στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης της κατάθεσης θα υπάρχει επιβάρυνση με το εκάστοτε κόστος της τράπεζας. Εισηγήθηκε επίσης ότι η ενάγουσα γνώριζε για την ύπαρξη χρέωσης σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού της εμπρόθεσμης κατάθεσής της και όταν ζήτησε τον πρόωρο τερματισμό της και υπέγραψε το σχετικό έντυπο αποδέχθηκε την εν λόγω χρέωση με αποτέλεσμα να κωλύεται να απαιτεί το επίδικο ποσό από τους εναγόμενους. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288 τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Κρίνω χρήσιμο να προχωρήσω στην αξιολόγηση των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου αρχίζοντας από την ενάγουσα. Η ενάγουσα δεν έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της καθώς και με την ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Η μνήμη της ήταν ασθενής αφού σε αρκετές περιπτώσεις απάντησε σε ερωτήσεις οι οποίες της τέθηκαν λέγοντας ότι δεν θυμάται. Η μαρτυρία της τέλος δεν ήταν σταθερή και βρισκόταν σε αντίθεση με την κοινή λογική. Αναφορικά με τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία της ενάγουσας βρίσκεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της παραθέτω το εξής: παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησής της ότι ειδοποίησε τους εναγόμενους να μην προβούν στην ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης την οποία διατηρούσε σε αυτούς, κατά την αντεξέτασή της και σε αντίθεση με τον ως άνω δικογραφημένο ισχυρισμό της συμφώνησε με υποβολή της δικηγόρου των εναγομένων ότι δεν έδωσε οδηγίες να μην ανανεωθεί η εμπρόθεσμη κατάθεσή της. Συμφώνησε με την εν λόγω υποβολή όχι μόνο μία φορά αλλά δύο. Η υπόθεση της ενάγουσας οικοδομήθηκε γύρω από τον ισχυρισμό ότι πληροφόρησε τους εναγόμενους, τόσο προφορικά όσο και με σχετική επιστολή, να μην προχωρήσουν στην ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσής της προτού συμφωνήσουν μεταξύ τους το ποσοστό του επιτοκίου το οποίο θα της παραχωρούσαν οι εναγόμενοι. Αυτός ο ισχυρισμός της καταρρίφθηκε από την ίδια με τις απαντήσεις που έδωσε κατά την αντεξέτασή της. Πρόκειται για ένα πολύ ουσιώδη για την υπόθεσή της ισχυρισμό τον οποίον η ίδια αναίρεσε από την πρώτη χρονικά ερώτηση/υποβολή η οποία της τέθηκε κατά την αντεξέτασή της. Συνεπώς λόγω των ως άνω κρίνω ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ειδοποίησε τους εναγόμενους να μην προβούν στην ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσής της καταρρίφθηκε από την ίδια και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Αναφορικά με το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι γενικότερα η παρουσία της ενάγουσας ως μάρτυρα είναι πτωχή αφού η μνήμη της ήταν ασθενής και η μαρτυρία της δεν ήταν σταθερή, αναφέρω προς τούτο τις ακόλουθες απαντήσεις τις οποίες έδωσε κατά την αντεξέτασή της. Σε υποβολή που της τέθηκε από τη δικηγόρο των εναγομένων ότι όταν υπέγραψε το τεκμήριο 3.1 αυτό ήταν συμπληρωμένο συμφώνησε με την εν λόγω υποβολή ενώ σε αμέσως προηγούμενη ερώτηση που της τέθηκε είχε απαντήσει ότι αγνοούσε κάτι τέτοιο. Απάντησε επίσης ότι δεν έδωσε οδηγίες για τη μη ανανέωση της κατάθεσής της ενώ στην αμέσως προηγούμενη ερώτηση είχε απαντήσει ότι δεν έδωσε οδηγίες ούτε να μην ανανεωθεί ούτε για να ανανεωθεί. Σε ερώτηση αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο ισχυρίζεται ότι η τράπεζα κατακράτησε χωρίς να δικαιούται το επίδικο ποσό απάντησε «δεν απαντώ, δεν ξέρω». Σε άλλη ερώτηση εάν είναι εκείνη που κίνησε την επίδικη αγωγή απάντησε «εγώ είμαι που την κίνησα και δεν ξέρω τίποτε, εγώ έχω τον δικηγόρο μου και έχω και τον σύντροφό μου» Αναφορικά με το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία της ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επειδή βρίσκεται σε αντίθεση με την κοινή λογική αναφέρω ενδεικτικά το εξής: ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν είχε διαβάσει το τεκμήριο 9 όταν το υπέγραφε. Το έγγραφο αυτό αφορούσε χρήματά της μερικών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Κρίνω ότι δεν είναι λογικό ένα πρόσωπο να υπογράφει έγγραφα που αφορούν καταθέσεις του ύψους πέραν των €300.000 χωρίς να τα έχει διαβάσει προηγουμένως. Πέραν όμως της διαπίστωσης μου ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι λογικός ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι η ενάγουσα ενήργησε με αυτόν τον τρόπο κρίνω ότι αυτό από μόνο του φανερώνει ότι η ενάγουσα δεν αντιμετώπισε τα γεγονότα με την αναμενόμενη υπό τις περιστάσεις σοβαρότητα και υπευθυνότητα από ένα ώριμο ηλικιακά πρόσωπο όπως είναι η ενάγουσα, η οποία ως ανέφερε στην αντεξέτασή της πλησιάζει τα 80 χρόνια. Επίσης το γεγονός ότι υπέγραψε τα τεκμήρια 3.1 και 3.2 και 11 την εμποδίζει από το να ισχυρίζεται ότι δεν δεσμεύεται από τους όρους τους επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της, όταν τα υπέγραφε αυτά δεν ήταν πλήρως συμπληρωμένα. Όπως έχει αναφερθεί στην Αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004 το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του (Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 989). Από το τεκμήριο 3.1 προκύπτει ότι η ενάγουσα συμφώνησε με τους εναγόμενους να καταθέσει σε αυτούς το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσής της για περίοδο 12 μηνών από 29.9.2011 συνεπώς ο ισχυρισμός της ότι ουδέποτε συμφώνησε με αυτούς να ανανεωθεί η κατάθεσή της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι γενικά η παρουσία της ενάγουσας ως μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα η μαρτυρία της δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο για να εξαγάγει τα συμπεράσματά του σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  1. Όπως είναι νομολογημένο η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου ότι η ενάγουσα κατά την αντεξέτασή της αναίρεσε τον δικογραφημένο ισχυρισμό της ότι είχε δώσει οδηγίες στους εναγόμενους να μην ανανεώσουν την εμπρόθεσμη κατάθεσή της και ότι αποτελεί πλέον και σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δεν έδωσε τέτοιες οδηγίες, αυτό, ως συμπέρασμα πλέον του Δικαστηρίου, συμπαρασύρει και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 η οποία περιέχει τον ίδιο ισχυρισμό και είναι αντίθετη με τη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αληθή. Ο εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε πολύ έντονα να πείσει ότι η ενάγουσα είχε δώσει τις σχετικές οδηγίες στην παρουσία του, τόσο προφορικά όσο και με σχετική επιστολή. Φάνηκε όμως από τη σχετική μαρτυρία της ενάγουσας ότι κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί και συνεπώς αυτός ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Έχοντας επίσης υπόψη μου το ως άνω συμπέρασμα μου ότι η ενάγουσα υπογράφοντας το τεκμήριο 3.1 ημερομηνίας 29.9.2011 ανανέωσε την εμπρόθεσμη κατάθεσή της για περίοδο 12 μηνών από την εν λόγω ημέρα κρίνω ότι ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του Μ.Ε.1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού είναι αντίθετος με τη ως άνω μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθής. Κρίνω επίσης ότι η μαρτυρία του αναιρείται σε ουσιώδη σημεία της και από τα όσα ισχυρίστηκε η ίδια η ενάγουσα. Αναφέρω συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα όταν της υποδείχθηκαν κατά την αντεξέτασή της τα τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 ισχυρίστηκε ότι αυτά υπογράφηκαν στο κατάστημα των εναγομένων στον Άγιο Παύλο ενώ ο Μ.Ε.1 επέμενε ότι αυτό είχε γίνει στο κατάστημα των εναγομένων στο Πλατύ Αγλαντζιάς. Η ενάγουσα σε 2 περιπτώσεις κατά την αντεξέτασή της και όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 3.1 που είναι η αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού ημερομηνίας 29.9.2011 ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από την ίδια στο κατάστημα των εναγομένων στο κατάστημά τους στον Άγιο Παύλο, διαψεύδοντας έτσι τον Μ.Ε.
  2. Κρίνω επίσης ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν είναι σταθερή σε ουσιώδη σημεία της, είναι αντιφατική και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και για τους πιο κάτω λόγους. Ο εν λόγω μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα παρέδωσε η ίδια προς τους εναγόμενους την επιστολή με την οποία τους έδιδε οδηγίες να μην ανανεώσουν την κατάθεσή της. Κατά την αντεξέτασή του και σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ισχυρίστηκε προηγουμένως κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ήταν βέβαιος ότι η εν λόγω επιστολή είχε παραδοθεί αφού ήταν ο ίδιος που την είχε παραδώσει προς τον υπάλληλο των εναγομένων Μ.Υ.1 αναιρώντας έτσι όσα σχετικά είχε ισχυριστεί προηγουμένως. Δεν αποδέχομαι επίσης τον ως άνω ισχυρισμό του και για τον επιπλέον λόγο ότι αυτός παρέμεινε ανυποστήρικτος. Παρά την προβολή του εν λόγω ισχυρισμού δεν μερίμνησε να κρατήσει αντίγραφο της επιστολής την οποία ισχυρίζεται ότι τόσο αυτός όσο και η ενάγουσα παρέδωσαν στους εναγόμενους και με την οποία η ενάγουσα ειδοποιούσε τους εναγόμενους να μην προχωρήσουν στην ανανέωση της επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσής της. Αυτή η παράλειψη για ένα τόσο σημαντικό για την παρούσα αγωγή έγγραφο δεν δείχνει την επιμέλεια την οποία ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίζεται ότι επέδειξε. Κρίνω ότι η επιμονή του Μ.Ε.1 να ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ειδοποίησε τους εναγόμενους να μην ανανεώσουν την κατάθεσή της, ότι παραδόθηκε σχετική προς τούτο επιστολή προς τους εναγόμενους και ότι η ενάγουσα ουδέποτε ανανέωσε την εν λόγω κατάθεση, φανερώνει ότι κύριο μέλημά του κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο δεν ήταν να πει την αλήθεια αλλά να υποστηρίξει ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα με τέτοιο τρόπο που θα βοηθούσε την υπόθεση της ενάγουσας συντρόφου του. Κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω, δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Ο Μ.Υ.1 ως μάρτυρας έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέτασή του παρέμεινε σταθερός στους ισχυρισμούς που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε, αντιθέτως επιβεβαιώνεται και από την ενάγουσα η οποία κατά την αντεξέτασή της παραδέχθηκε ότι η ίδια υπέγραψε τα τεκμήρια 3.1 και 3.2 στο κατάστημα των εναγομένων στην περιοχή του Αγίου Παύλου ως ήταν και ο σχετικός ισχυρισμός του Μ.Υ.
  3. Ο άλλος ισχυρισμός του ότι η ενάγουσα ουδέποτε ειδοποίησε τους εναγόμενους να μην προβούν στην ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσής της συνάδει επίσης και με σχετικό περί τούτου εύρημα του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο. Η μαρτυρία της Μ.Υ.2 ήταν επίσης ειλικρινής και αξιόπιστη. Ο ισχυρισμός της ότι τα τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 υπογράφηκαν στην παρουσία της από την ενάγουσα και την αδελφή της είναι αληθής αφού αυτό προκύπτει από το τεκμήριο 3.2 το οποίο υπέγραψε ως μάρτυρας και επιβεβαιώνεται επίσης και από την ενάγουσα η οποία κατά την αντεξέτασή της παραδέχθηκε ότι υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα στο κατάστημα των εναγομένων στην περιοχή του Αγίου Παύλου όπου εργαζόταν τότε η εν λόγω μάρτυρας. Ο άλλος ισχυρισμός της ότι η αναγραφή του επιτοκίου που θα έφερε η κατάθεση της ενάγουσας στα έντυπα του επίδικου λογαριασμού δεν ήταν αναγκαία για αυτό και δεν αναφέρεται σε αυτά επιβεβαιώνεται και από τους όρους της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 28.9.2010 τεκμήριο 9 και συγκεκριμένα από τον όρο 9.2 αυτής. Στην εν λόγω συμφωνία την οποία η ενάγουσα όχι μόνο δεν αμφισβήτησε αλλά αντιθέτως επικαλείται αφού αντίγραφό της κατέθεσε ως τεκμήριο 1 ο Μ.Ε.1 κατά την κυρίως εξέτασή του διαπιστώνων ότι επίσης δεν είχαν συμπληρωθεί η διάρκεια και το επιτόκιο. Η ενάγουσα δεν την αμφισβήτησε ούτε ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία αυτή δεν έφερε τόκο ούτε ότι δεν είχε συγκεκριμένη διάρκεια. Σημειώνω ότι το εν λόγω τεκμήριο 9 είχε υποδειχθεί στην ενάγουσα κατά την αντεξέτασή της και αναγνώρισε σε αυτό την υπογραφή της. Σε σχέση τέλος με τη Μ.Υ.3 κρίνω ότι η εν λόγω μάρτυρας ήταν επίσης ειλικρινής και αξιόπιστη. Εργάζεται στην υπηρεσία των εναγομένων και ασχολείται με θέματα παρακολούθησης των ρευστών διαθεσίμων, της διαχείρισης επιτοκίου και συναλλαγματικού κινδύνου και διαχείρισης των επιτοκίων. Γνωρίζει τον τρόπο υπολογισμού του κόστους της τράπεζας και ήταν σε θέση να μεταφέρει και να εξηγήσει στο Δικαστήριο με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο αυτό. Παρουσίασε λεπτομερή και εμπεριστατωμένη μαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού του κόστους των εναγομένων και η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της. Την αποδέχομαι ως ειλικρινή και αξιόπιστο μάρτυρα και κρίνω ότι η μαρτυρία της αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κρίνω ότι το σημείο αυτό είναι το κατάλληλο να σχολιάσω τις εισηγήσεις τους δικηγόρου της ενάγουσας όπως αυτές τέθηκαν στο γραπτό κείμενο το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο. Αναφορικά με την εισήγηση ότι ο όρος υπ' αριθμό 9.5 τον οποίο επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι για να αποκόψουν το επίδικο ποσό από την ενάγουσα αποτελεί καταχρηστική ρήτρα η οποία απαγορεύεται από τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93(Ι)/1996 και συνεπώς οι εναγόμενοι δεν είχαν κανένα δικαίωμα να επιβάλουν στην ενάγουσα και να εισπράξουν από αυτή οποιοδήποτε ποσό ως πρόστιμο, με όλο τον σεβασμό προς αυτή, κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι αφορά θέματα τα οποία δεν εγείρονται στα δικόγραφα και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται το Δικαστήριο να ασχοληθεί με αυτά. Αναφορικά με την άλλη εισήγηση ότι οι εναγόμενοι έφεραν το βάρος να αποδείξουν τον λόγο και το βάσιμο της ενέργειας τους να αποκόψουν το επίδικο ποσό των €9.055,30 από τον λογαριασμό της ενάγουσας και ότι για τον λόγο αυτό έπρεπε να παρουσίαζαν πρώτοι την υπόθεσή τους, με όλο τον σεβασμό προς την εισήγηση αυτή, ούτε αυτή με βρίσκει σύμφωνο. Τέτοιο θέμα έπρεπε να είχε εγερθεί πριν την έναρξη της προσκόμισης μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου και να αποφασιζόταν σε εκείνο το αρχικό στάδιο. Σημειώνω δε ότι ήταν η πλευρά της ενάγουσας που κάλεσε πρώτη μάρτυρες χωρίς ποτέ να εγερθεί τέτοιο θέμα από τον δικηγόρο της. Συνεπώς λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι το θέμα αυτό δεν μπορεί να εγερθεί στο παρόν τελικό στάδιο της διαδικασίας. Με βάση την ως άνω αποδεχθείσα από το Δικαστήριο μαρτυρία τα πιο κάτω αποτελούν τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Η ενάγουσα στις 28.9.2010 σύμφωνα με το τεκμήριο 9 άνοιξε με τους εναγόμενους Λογαριασμό Εμπρόθεσμης Κατάθεσης. Σύμφωνα με τους σχετικούς όρους οι οποίοι συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων και περιλαμβάνονται στο εν λόγω τεκμήριο η κατάθεση θα είχε διάρκεια 12 μηνών και θα ανανεωνόταν αυτόματα κατά τη λήξη της εκτός εάν η ενάγουσα ειδοποιούσε τους εναγόμενους 3 ημέρες πριν τη λήξη ότι δεν επιθυμούσε την περαιτέρω ανανέωση. Η ενάγουσα ουδέποτε ειδοποίησε τους εναγόμενους ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της εν λόγω κατάθεσης. Αντιθέτως στις 29.9.2011 υπέγραψε το τεκμήριο 3.1 με το οποίο η εν λόγω κατάθεση θα έληγε σε 12 μήνες από την εν λόγω ημερομηνία. Υπέγραψε επίσης και το τεκμήριο 3.2 για να καταστεί ο εν λόγω λογαριασμός κοινός με την αδελφή της. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 29.9.2011 τεκμήριο 3.1 η εν λόγω κατάθεση αποτελούσε το Ειδικό Προϊόν «Prototokos» για το οποίο ίσχυαν οι ειδικοί όροι που αναγράφονται στην παράγραφο 9 αυτού. Σύμφωνα με τους όρους αυτούς και συγκεκριμένα με τον όρο 9.5 τυχόν απαίτηση για πληρωμή όλου του ποσού της κατάθεσης πριν τη λήξη του θα επιβαρυνόταν με το εκάστοτε κόστος της τράπεζας που δυνατόν να μείωνε το αρχικό κεφάλαιο. Στις 20.10.2011 η ενάγουσα προσήλθε σε κατάστημα των εναγομένων και ζήτησε να αποσύρει ολόκληρο το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσής της για να το μεταφέρει στη Νέα Σ.Π.Ε. Γερίου. Λόγω του ότι η απόσυρση από την ενάγουσα του ποσού της εμπρόθεσμης κατάθεσης στις 20.10.2011 έγινε πρόωρα οι εναγόμενοι είχαν κάθε δικαίωμα με βάση τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 29.9.2011 να επιβαρύνουν την ενάγουσα με το κόστος το οποίο θα προκαλείτο σε αυτούς. Κατά την απόσυρση του εν λόγω ποσού οι εναγόμενοι χρέωσαν την ενάγουσα με το ποσό των €9.055,
  4. Η ενάγουσα υπέγραψε το τεκμήριο 11 στο οποίο φαίνεται η εν λόγω χρέωση και αποδέχθηκε έτσι τη χρέωση αυτή. Συνεπώς κωλύεται εκ των υστέρων να ισχυρίζεται ότι η ίδια ουδέποτε αποδέχθηκε την εν λόγω χρέωση. Κρίνω επίσης ότι λόγω τούτης της συμπεριφοράς της ενάγουσας οι εναγόμενοι δεν είχαν οποιοδήποτε δικονομικό βάρος να αποσείσουν για να δείξουν και να δικαιολογήσουν πως είχε υπολογιστεί το εν λόγω ποσό κατά την ημέρα που η ενάγουσα αποφάσισε να αποσύρει ολόκληρο το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσής της από τους εναγόμενους. Έχοντας υπόψη μου του τα πιο πάνω κρίνω ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε μαρτυρία ικανή για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της και η αγωγή της δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.