ΑΝΔΡΕΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Αίτηση/Έφεση υπ' αριθμό: 631/2017, 8/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου- Θεοδώρου, Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση υπ' αριθμό: 631/2017 Επί τοις αφορώσι τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, άρθρα 11(Α) και 80, όπως τροποποιήθηκε Μεταξύ: ΧΧΧ ΑΝΔΡΕΟΥ Εφεσείοντα/Αιτητή και ΧΧΧ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση 8 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντα/Αιτητή: κ. Σ. Δράκος διά Σωτήρης Δράκος Δ.Ε.Π.Ε. Για Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση: κα Α. Παναγή διά Π. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας: καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Εφεσείων-Αιτητής είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/4XX4, Φύλλο/Σχέδιο 29/1XXXXX1, τεμάχιο 2X5, στη Ξυλιάτου, το οποίο είναι όμορο με το ακίνητο της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση με αριθμό εγγραφής 2/31, Φύλλο/Σχέδιο 29/5XX2, Τμήμα 2, τεμάχιο
- Στις 28.4.2011 η Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση υπέβαλε την αίτηση ΑΧ1322/2011 στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ζητώντας την επίλυση συνοριακής διαφοράς αναφορικά με διαφιλονικούμενο μέρος στο κοινό εγγεγραμμένο σύνορο των δύο τεμαχίων. Αφού έγινε επιτόπια εξέταση στις 26.8.2011, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με απόφαση του ημερομηνίας 27.11.2012, κατέληξε ότι έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα σε σχέδιο το οποίο συνόδευε την απόφαση του αποτελεί μέρος του τεμαχίου
- Ο Εφεσείων/Αιτητής καταχώρησε την παρούσα Αίτηση/Εφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης, στη βάση του άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, ζητώντας την ακύρωση της. Η Αίτηση/Έφεση επιδόθηκε στην Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση η οποία ήγειρε ένσταση. Επιδόθηκε επίσης στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ο οποίος δεν εμφανίστηκε. Βρίσκεται όμως στο φάκελο του Δικαστηρίου η προβλεπόμενη αιτιολογημένη απόφαση του, αντίγραφα της οποίας δόθηκαν σε ενωρίτερα στάδια της διαδικασίας στους αντίδικους. Η Αίτηση/Έφεση εκδικάστηκε στη βάση εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων. Τέθηκαν ενώπιον μου αρχική καθώς και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα/Αιτητή και αρχική καθώς και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Κυπριανού, συζύγου της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση. Καμία πλευρά ζήτησε την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα αλλά ούτε και να παρουσιάσει άλλη, δια ζώσης μαρτυρία. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και τα έγγραφα που επισυνάπτονται σε αυτές ως τεκμήρια. Έχω επίσης μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων της κάθε πλευράς. Ο πρώτος λόγος ένστασης που εγείρει η Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι η Αίτηση/Έφεση είναι εκπρόθεσμη και, ως τέτοια, είναι έκθεση σε απόρριψη. Η θέση περί του εκπρόθεσμου της Αίτησης/Έφεσης εγείρεται και στην Αιτιολογημένη Έκθεση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Επί αυτού σημειώνω τα ακόλουθα. Οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 προβλέπουν τα εξής: «Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο.» Η προβλεπόμενη, συνεπώς, από το Κεφ. 224 προθεσμία για καταχώρηση αίτησης/έφεσης εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι 30 ημέρες από την κοινοποίηση αυτής. Στην παρούσα περίπτωση συνιστά κοινό τόπο και δεν αμφισβητήθηκε από τους εμπλεκόμενους, ότι στις 26.8.2011 έγινε η επιτόπια έρευνα στην οποία ήταν παρών τόσο ο Εφεσείων/Αιτητής όσο και ο κ. XXXXX Κυπριανού, σύζυγος της Εφεσίβλητης/Καθ΄ης η Αίτηση. Συνιστά επίσης κοινό τόπο και δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας εκδόθηκε στις 27.11.
- Η θέση του Εφεσείοντα/Αιτητή είναι ότι δεν του επιδόθηκε η εν λόγω απόφαση και ότι ενημερώθηκε για την ύπαρξη της για πρώτη φορά στις 8.11.
- Συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου, ότι η Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση, ως Ενάγουσα, είχε καταχωρήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή 3028/2011 εναντίον του Εφεσείοντα/Αιτητή, ως Εναγομένου. Το αγώγιμο δικαίωμα αφορούσε παράνομη επέμβαση σε σχέση με το διαφιλονικούμενο μέρος των επίδικων τεμαχίων στην παρούσα διαδικασία. Στις 8.11.2017, όταν εκδικαζόταν η εν λόγω αγωγή, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο κ. XXXXX Κυπριανού (σύζυγος της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα και Ενάγουσας στην αγωγή) και κατέθεσε ως τεκμήριο αντίγραφο της εκκαλούμενης απόφασης. Ο Εφεσείων/Αιτητής υποστηρίζει ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που έλαβε γνώση για την απόφαση. Υποστηρίζει επίσης ότι η προθεσμία των 30 ημερών του άρθρου 80 του Κεφ. 224 ξεκίνησε από την ημερομηνία εκείνη και, άρα, η παρούσα Αίτηση/Εφεση που καταχωρήθηκε στις 5.12.2017 είναι εμπρόθεσμη. Ο Εφεσείων/Αιτητής παραπέμπει στη μαρτυρία Κτηματολογικού Λειτουργού που είχε δοθεί στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής 3028/2011 (τα πρακτικά του Δικαστηρίου επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Χ στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του). Ο μάρτυρας είχε καταθέσει ότι η εκκαλούμενη απόφαση είχε σταλεί στον Εφεσείοντα/Αιτητή με συστημένο ταχυδρομείο, ως η συνήθης πρακτική του Κτηματολογίου. Κατέθεσε επίσης ότι δεν υπάρχει στο φάκελο έγγραφη απόδειξη ότι ο Εφεσείων/Αιτητής την είχε παραλάβει, πρόσθεσε όμως ότι δεν επιστράφηκε από το ταχυδρομείο ως αζήτητη. Ο Εφεσείων/Αιτητής υποστηρίζει ότι η μαρτυρία αυτή αποδεικνύει ότι δεν του είχε κοινοποιηθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Σταθμίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, καταλήγω ότι δεν μπορώ να δεχτώ αυτή τη θέση. Ξεκινώ από το ότι ο Εφεσείων/Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί μη κοινοποίησης προς αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Τα ενώπιον μου στοιχεία είναι ότι στο κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης αναγράφεται ότι αυτή κοινοποιείται στον Εφεσείοντα/Αιτητή, ότι η διεύθυνση του που εκεί αναγράφεται συνάδει με τη διεύθυνση που αναγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του τεμαχίου 245, ότι η μαρτυρία του Κτηματολογικού Λειτουργού είναι πως η επιστολή στάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκε ως αζήτητη, ότι η Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση στην οποία επίσης απεστάλη την παρέλαβε. Συνυπολογίζω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο εκείνο ο Εφεσείων/Αιτητής διέμενε σε διεύθυνση άλλη από την αναγραφόμενη στην επιστολή. Περαιτέρω, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι ο Εφεσείων/Αιτητής ήταν παρών κατά την επιτόπια εξέταση που έγινε στις 26.8.2011 και παρά το γεγονός αυτό και το ότι μεσολάβησε και η καταχώρηση της αγωγής 3028/2011 εναντίον της συζύγου του για παράνομη επέμβαση (Τεκμήριο 5 της αρχικής ένορκης δήλωσης της ένστασης), δεν διερεύνησε ή ενδιαφέρθηκε για το αποτέλεσμα της επιτόπιας εξέτασης και χωρομετρικής εργασίας. Αυτό ενώ είχαν παρέλθει περί τα 5 έτη. Τέλος, σημειώνω και ότι στα πλαίσια της αγωγής 3028/2011 είχε καταχωρηθεί ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 10.1.2013 από την πλευρά της ενάγουσας (Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα) στην οποία το ένα από δύο αποκαλυφθέντα έγγραφα είναι η εκκαλούμενη απόφαση. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Εφεσείων/Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης και δεν έχει στοιχειοθετήσει επαρκώς τη θέση του ότι έλαβε γνώση για πρώτη φορά για την εκκαλούμενη απόφαση στις 8.11.2017, όπως ισχυρίζεται. Η κατάληξη μου αυτή κρίνει και το αποτέλεσμα της Αίτησης/Έφεσης, αφού την αφήνει έκθεση σε απόρριψη ως εκπρόθεσμη. Ανεξάρτητα όμως από αυτή την κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, κρίνω ότι ούτε επί της ουσίας η Αίτηση/Έφεση θα μπορούσε να επιτύχει. Ακόμα και αν η Αίτηση/Εφεσή ήταν εμπρόθεσμη, έχοντας εξετάσει τους λόγους έφεσης που εγείρει ο Εφεσείων/Αιτητής, θεωρώ ότι δεν είναι ικανοί να οδηγήσουν σε ακύρωση της εκκαλούμενης απόφασης. Εξηγώ συνοπτικά πως έχω οδηγηθεί σε αυτό το συμπέρασμα. Ένας από τους λόγους έφεσης που προβάλλει ο Εφεσείων/Αιτητής είναι ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Έχοντας μελετήσει το περιεχόμενη αυτής, δεν συμφωνώ. Όπως επισημάνθηκε στην Κατερίνα Σπύρου Οικονόμου κ.α. ν Φίλιππου Αθανάση Φιλίππου, ECLI:CY:AD:2017:A388, Πολιτική Έφεση 366/2011, ημερομηνίας 6.11.2017: «Η αιτιολογία μιας απόφασης είναι επαρκής ή πλήρης όπου το Δικαστήριο μπορεί να ανατρέξει σε όλα τα δεδομένα που στηρίζουν την απόφαση και να τα ελέγξει.» Η εκκαλούμενη απόφαση περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να εξηγά που εδράζεται. Αναφέρεται στην επιτόπια εξέταση, στην χωρομετρική εργασία που πραγματοποιήθηκε μετά την υπόδειξη του διαφιλονικούμενου μέρους του συνόρου καθώς και ότι οι εγγραφές των δύο τεμαχίων βασίζονται στο και συσχετίζονται με τα εν χρήσει Κυβερνητικά Χωρομετρικά Σχέδια 29/58 Ε2 και 29/1320V01 αντίστοιχα. Κρίνω ότι το περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και δεδομένα στα οποία βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ώστε να επιτρέπει τον έλεγχο της ορθότητας της. Ο Εφεσείων/Αιτητής προβάλλει ως άλλο λόγο έφεσης και υποστηρίζει στις ένορκες δηλώσεις του ότι εντός του τεμαχίου 245 και δη εντός της διαφιλονικούμενης έκστασης, βρίσκεται διατηρητέα κατοικία του, ηλικίας πέραν των 150 ετών. Προς απόδειξη της θέσης του αυτής επισυνάπτει αντίγραφο βεβαίωσης από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλιάτου ημερομηνίας 20.11.2017, σύμφωνα με την οποία στο επίδικο τεμάχιο του Εφεσείοντα/Αιτητή «υπάρχει διατηρητέα κατοικία η οποία είναι ιστορικής αξίας, αφού είναι πέραν των 150 χρόνων και στα σύνορα της κατοικίας υπάρχει τοίχος αντιστήριξης και προστασίας από τη διάβρωση» (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα/Αιτητή ημερομηνίας 5.12.2017). Κρίνω ότι η βεβαίωση αυτή καθώς και οι αναφορές του Εφεσείοντα/Αιτητή, δεν επαρκούν για να αποδείξουν την ύπαρξη διατηρητέας οικοδομής. Σύμφωνα με τον περί Διατηρητέων Οικοδομών Νόμο 2002, Ν. 240(Ι)/2002, άρθρο 2: ««διατηρητέα οικοδομή» σημαίνει οικοδομή αναφορικά με την οποία εκδόθηκε Διάταγμα Διατήρησης, σύμφωνα με το άρθρο 38 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου.» Το δε άρθρο 38 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου 1972, Ν.90/1972, καθορίζει ότι οικοδομή καθίσταται διατηρητέα εάν σε σχέση με αυτή εκδοθεί «Διάταγμα Διατηρήσεως» από τον Υπουργό Εσωτερικών, το οποίο να επικυρωθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η μόνη μαρτυρία που θα ήταν ικανή να αποδείξει την ύπαρξη διατηρητέας οικοδομής εντός του διαφιλονικούμενου μέρους των επίδικων τεμαχίων, θα ήταν το σχετικό «Διάταγμα Διατηρήσεως». Τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Πέραν όμως και ανεξάρτητα από αυτό, η ύπαρξη παλαιάς οικοδομής στο διαφιλονικούμενο σύνορο δεν είναι στοιχείο ικανό από μόνο του να ανατρέψει την εκκαλούμενη απόφαση. Το ζήτημα αυτό είχε εγερθεί και εξεταστεί από το Εφετείο στην υπόθεση Χρυσάνθη Ευσταθίου Χαραλάμπους ν Έλενας Ευριπίδη Κωνσταντίνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1972. Στην υπόθεση εκείνη, ένα από τα παράπονα της εφεσείουσας ήταν ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν αξιολόγησε ορθά την ύπαρξη παλαιάς κατοικίας στο τεμάχιο της πριν καταλήξει στην απόφαση του. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα: "Όπως ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο δικαστήριο, ο μάρτυρας Ιεζεκιήλ περιορίστηκε στο να διατυπώσει την άποψη ότι δεν λήφθηκε υπόψη η επί τόπου κατάσταση των κτημάτων, που εν πολλοίς ήταν το ζητούμενο, χωρίς όμως να επεξηγεί γιατί ήταν λανθασμένες όλες οι προηγούμενες επιτόπιες έρευνες του Κτηματολογίου που στηρίζονταν σε μετρήσεις και σε εν χρήσει σχέδια του κτηματολογίου, τα οποία δεν φαίνεται να αμφισβητούσε. Η ύπαρξη παλαιάς υφιστάμενης κατοικίας και τοίχου, καθώς και το γεγονός ότι η συνοριακή γραμμή περνά μέσα από το υπνοδωμάτιο της κατοικίας της Εφεσίβλητης, δεν είναι αρκετά για να ανατρέψουν τα εν χρήσει σχέδια και όλες τις υπόλοιπες μετρήσεις στις οποίες προέβη το κτηματολόγιο. Από την ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία, δεν υπήρξαν ικανοποιητικές ενδείξεις ότι η επί τόπου κατάσταση ήταν και ένδειξη των πραγματικών συνόρων των δύο κτημάτων. Όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Ρωσσίδου v. Κυπριανού κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1695 και Ε.Κ. Κατέκος Λτδ v. Διευθυντή Κτηματολογίου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 256, η επί τόπου κατάσταση αναμφίβολα είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη. Όμως, χωρίς επαρκή λόγο το στοιχείο αυτό δεν θα μπορούσε να υπερισχύσει των εν χρήσει σχεδίων τα οποία στις περισσότερες των υποθέσεων αποτελούν ένα αυθεντικό οδηγό σε υποθέσεις συνοριακών διαφορών. Μόνο όπου καταδειχθεί ότι αυτά είναι λανθασμένα, διαφοροποιείται η σημασία τους. Εδώ όμως δεν υπήρχε τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία που να θέσει υπό αμφισβήτηση τα εν χρήσει σχέδια.» Ακολουθώντας τον ίδιο συλλογισμό, στην υπό κρίση περίπτωση, έχω ενώπιον μου μόνο την άποψη που διατυπώνει ο Εφεσείων/Αιτητής ότι δεν λήφθηκε υπόψη η ύπαρξη παλαιάς οικοδομής στο διαφιλονικούμενο τμήμα των δύο τεμαχίων. Όμως δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία που να εξηγεί γιατί η επιτόπια έρευνα και η χωρομετρική εργασία που διεξήχθη στα πλαίσια αυτής είναι λανθασμένες. Δεν έχω επίσης ενώπιον μου μαρτυρία που να αμφισβητεί την ορθότητα των εν χρήσει σχεδίων του Κτηματολογίου ή που να αποδεικνύει ότι η επί τόπου κατάσταση είναι και η ένδειξη των πραγματικών συνόρων. Το ότι με την εκκαλούμενη απόφαση μέρος της υφιστάμενης παλαιάς οικοδομής του Εφεσείοντα/Αιτητή τοποθετείται πλέον εντός του τεμαχίου 31, δεν είναι ικανό από μόνο του να ανατρέψει τα εν χρήσει σχέδια και τη χωρομετρική εργασία που έγινε κατά την επιτόπια εξέταση. Όπως έχει επισημάνει το Εφετείο στο πιο πάνω απόσπασμα που έχω παραθέσει, τα εν χρήσει σχέδια αποτελούν και τον αυθεντικό οδηγό σε υποθέσεις συνοριακών διαφορών και υφιστάμενες οικοδομές δεν μπορούν να υπερισχύσουν των σχεδίων εκτός εάν καταδειχθεί επαρκής λόγος. Ελλείψει μαρτυρίας εμπειρογνωμοσύνης που να θέτει υπό αμφισβήτηση τα εν χρήσει σχέδια, δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι αυτά είναι λανθασμένα. Ένας άλλος λόγος έφεσης που προωθείται είναι ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι προϊόν διαφθοράς, κακής πίστης και κατάχρησης εξουσίας. Συνιστά θέση του Εφεσείοντα/Αιτητή ότι η διαδικασία εξέτασης της συνοριακής διαφοράς επηρεάστηκε αθέμιτα από το γεγονός ότι ο αδερφός της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση εργάζεται στο Κτηματολόγιο. Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας, θεωρώ ότι ούτε αυτή η θέση έχει στοιχειοθετηθεί. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο αδερφός της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση ήταν παρών κατά την επιτόπια εξέταση, ότι είχε εμπλοκή στη χωρομετρική εργασία, ότι είχε εμπλοκή στη διαδικασία ελέγχου της χωρομετρικής εργασίας ή στην λήψη της εκκαλούμενης απόφασης, ότι είχε οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό συμφέρον στο διαφιλονικούμενο τμήμα των τεμαχίων. Περαιτέρω η πλευρά του Εφεσείοντα/Αιτητή δεν έχει εξηγήσει με ρητό και σαφή τρόπο πώς και πότε ο αδερφός της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση επενέβη και επηρέασε τη διαδικασία. Δεν έχει εξηγηθεί καν ποια ήταν η θέση και τα καθήκοντα του αδερφού της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση. Ο μοναδικός ισχυρισμός που υπάρχει είναι ότι αυτός είχε πληρώσει τα τέλη κατά την καταχώρηση στης αίτησης επίλυσης συνοριακής διαφοράς. Η θέση αυτή είχε υποβληθεί στον Κτηματολογικό Λειτουργό κατά την αντέξεταση του στην αγωγή 3028/2011 και αυτός απάντησε ότι δεν έχει ίδια γνώση αλλά η σχετική απόδειξη πληρωμής είχε εκδοθεί στο όνομα της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση (Τεκμήριο Χ στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα/Αιτητή). Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορώ να δεχτώ το συγκεκριμένο επιχείρημα του Εφεσείοντα/Αιτητή. Πριν ολοκληρώσω, επιθυμώ να αναφερθώ και στο ότι μεγάλο μέρος των επιχειρημάτων και των δύο πλευρών αφορούσε τα όσα έλαβαν χώρα κατά την εκδίκαση της αγωγής 3028/2011. Παρουσιάστηκαν αντίγραφα πρακτικών εκείνης της ακροαματικής διαδικασίας, αντίγραφα ενδιάμεσης απόφασης που εκδόθηκε από το εκδικάζον την αγωγή εκείνη Δικαστήριο, αντίγραφα της δικογραφίας και ισχυρισμοί σε σχέση με επικοινωνίες μεταξύ των συνηγόρων εκκρεμούσης της αγωγής. Έμμεσα, ζητήθηκε ουσιαστικά από το παρόν Δικαστήριο να αξιολογήσει, μεταξύ άλλων, δια ζώσης μαρτυρία που δόθηκε στα πλαίσια άλλης διαδικασίας και να εξάξει στη βάση αυτής δικά του συμπεράσματα. Παρά το ότι έχω λάβει υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, το έπραξα μόνο στο βαθμό που επιτρέπεται. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά την εκδίκαση της αγωγής 3028/2011 είναι έργο και καθήκον μόνο του εκδικάζοντος εκείνη την αγωγή Δικαστηρίου. Το παρόν Δικαστήριο ασφαλώς και δεν μπορεί να αξιολογήσει την αξιοπιστία, βαρύτητα και αποδεικτική αξία μαρτυρίας εκείνης της αγωγής. Ούτε και μπορεί να υπεισέλθει στην ορθότητα των συμπερασμάτων, διαπιστώσεων ή αποφάσεων του εκδικάζοντος εκείνη την αγωγή Δικαστηρίου. Τέλος, σημειώνω και το εξής. Ένας από τους λόγους έφεσης που προβάλλει ο Εφεσείοντας/Αιτητής είναι ότι «η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή αυθαίρετη γιατί παραβιάζει τα συνταγματικά και/ή ανθρώπινα δικαιώματα του Αιτητή με βάση το άρθρο 23 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Στις δύο ένορκες δηλώσεις του Εφεσείοντα/Αιτητή που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της Αίτησης/Έφεσης, αυτός προβάλλει αντίστοιχες θέσεις, αναφέροντας σχετικά ότι «.ο εκσυγχρονισμός [των εν χρήση σχεδίων] εξομοιώνεται με παραβίαση του συνταγματικού μου δικαιώματος της ιδιοκτησίας μου, που όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου αυτή είναι τριτοκοσμική και παράνομη ενέργεια». Παρόλο που θεωρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο έχει εγερθεί το θέμα της συνταγματικότητας υπολείπεται από την απαιτούμενη αυστηρότητα και σαφήνεια για να το καταστήσει επίδικο[1], σταθμίζοντας ξανά όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, δεν διαπιστώνω παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος στην ιδιοκτησία που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Η διαδικασία επίλυσης συνοριακών διαφορών δεν αφορά στην αφαίρεση ή αποστέρηση ιδιοκτησιακού δικαιώματος. Αντικείμενο και σκοπός της διαδικασίας είναι ο καθορισμός των ορθών γεωγραφικών συνόρων ακίνητης ιδιοκτησίας[2]. Για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η Αίτηση/Έφεση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται εναντίον του Εφεσείοντα/Αιτητή και υπέρ της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές με το θέμα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας, μεταξύ άλλων, οι Αναστάσιος Μακριτανής ν Απόστολου Μουτζουρή
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 923, Ανδρέας Νικολάου ν Βασου Βασιλείου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1566, Πιστιλλίδης κ.α. ν Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, Κουλουντής Γιαννάκης κ.α. ν Βουλή των Αντιπροσώπων
(1997)1 Α.Α.Δ.1026, Μαυρογένης ν Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, The Improvement Board of Eyienja v Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν Καραγιώργη κ.α.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Κυπριακή Δημοκρατία ν Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, Board for Registration of Architects and Civil Engineers v Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, Γενικός Εισαγγελέας ν Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 45, Κακούρη ν Έπαρχου Αμμοχώστου
(2004)1 Α.Α.Δ. 8. [2] Άρθρο 58, Κεφ. 224 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο