← Κύπρος

SCOATARIN ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3383/2017, 29/3/2019

SCOATARIN ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3383/2017, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3383/2017 Μεταξύ: XXXXX SCOATARIN Ενάγουσα και ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενοι 29 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους-Αιτητές: κα Ππεκρή διά Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Παυλίδης διά Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση ημερομηνίας 6.7.2018 με την οποία ζητείται όπως προδικαστούν οι προδικαστικές ενστάσεις των Εναγομένων Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα εργοδοτείτο από τους Εναγόμενους μεταξύ 1976 και 2005 και «είναι μέλος των συντεχνιών των υπαλλήλων που εργάζονται στους Εναγόμενους και τυγχάνει όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τις συλλογικές συμβάσεις μεταξύ Εναγομένων και συντεχνιών (Ο.Η.Ο., ΕΥΡΙΚ, ΣΥΤΥΡΙΚ), των υπαλλήλων του ΡΙΚ». Ισχυρίζεται ότι «από το 1989 κατέβαλε ετήσια και/ή συνεισέφερε στο Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων του ΡΙΚ, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει των πιο πάνω συλλογικών συμβάσεων, 7,5% επί του μισθολογίου (ετησίως)». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 26.1.2017 απαίτησε γραπτώς από τους Εναγόμενους την καταβολή «του συσσωρευμένου ποσού προς την ίδια» από το εν λόγω Ταμείο. Ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν το εν λόγω ποσό, η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό τον ανωτέρω αριθμό και τίτλο αγωγή διεκδικώντας ποσό €23.356,56 «ως οφειλόμενα παρεμφερή ωφελήματα και/ή ως αποζημιώσεις για παράνομη ιδιοποίηση ωφελημάτων από μισθολόγιο σε ποσοστό 7,5% και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως.» Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση στην αγωγή στην οποία εγείρουν και αριθμό προδικαστικών ενστάσεων. Ακολούθως, μετά το κλείσιμο των δικογράφων και αφού διεκπεραιώθηκε το στάδιο των οδηγιών που προβλέπεται από τη Διαταγή 30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση. Με αυτήν ζητούν την προδικαστική εκδίκαση τριών εκ των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρουν στην Υπεράσπιση τους. Ζητούν επίσης την απόρριψη της αγωγής ως κακόπιστης και καταχρηστικής (frivolous and vexatious). Οι προδικαστικές ενστάσεις που συνιστούν το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι οι ακόλουθες. Θεωρώ ορθό να τις παραθέσω αυτούσιες: «(α) Η συλλογική σύμβαση δεν συνιστά έρεισμα για έγερση αξιώσεων ενώπιον των αστικών Δικαστηρίων και/ή η συλλογική σύμβαση δεν είναι νομικά εφαρμόσιμη (legally enforceable) και/ή η συλλογική σύμβαση δεν μπορεί να δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα ενώπιον αστικού κανονικού Δικαστηρίου. (β) Δεν προκύπτει και/ή δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα και/ή νομική βάση σε σχέση με τις διεκδικήσεις και/ή αξιώσεις της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή, καθότι δεν έχει ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση διαμοιρασμού και/ή διάθεσης του ποσού που έχει συγκεντρωθεί επ' ονόματι των Εναγόμενων ως περιθωριακά ωφελήματα. (γ) Οι αξιώσεις της Ενάγουσας δεν έχουν νομικό έρεισμα και/ή αντιτίθενται στην Συλλογική Σύμβαση Εργασίας βάσει της οποίας αποφασίστηκε η καταβολή περιθωριακών ωφελημάτων ως ποσοστό επί του μισθολογίου από τους Εναγόμενους και η οποία εφαρμόζεται σε όλα τα μέλη του προσωπικού των Εναγομένων, που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εκπροσωπούνταν και/ή εκπροσωπούνται από τις Συντεχνίες στις οποίες είναι εγγεγραμμένα.» Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση λειτουργού των Εναγόμενων-Αιτητών στην οποία επισυνάπτει αντίγραφο συλλογικής σύμβασης ημερομηνίας 1.1.1989 που συνομολογήθηκε μεταξύ των Εναγομένων και των συντεχνιών Ο.Η.Ο., ΕΥΡΙΚ και ΣΑΤΥΡΙΚ. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η συλλογική σύμβαση ανανεωνόταν «με μεταγενέστερες συμφωνίες στις οποίες υπήρχε επίσης πρόνοια για παραχώρηση περιθωριακών ωφελημάτων», ότι ταμείο περιθωριακών ωφελημάτων δεν συστάθηκε από τους Εναγόμενους «ως ξεχωριστή νομική οντότητα», ότι η Ενάγουσα δεν «κατέβαλε ή συνεισέφερε ετησίως στα Περιθωριακά Ωφελήματα οποιοδήποτε ποσό ή ποσοστό του μισθού της», ότι «σταδιακά διαμορφώθηκε ποσοστό της τάξεως του 7,55% ως συνεισφορά βάσει των αυξήσεων που γίνονταν μέσα στο πλαίσιο των εκάστοτε ανανεώσεων των συλλογικών συμβάσεων» και ότι «οι Εναγόμενοι δεν κατέληξαν σε απόφαση για διαμοιρασμό ή τρόπο διαμοιρασμού των ποσών που βρίσκονται κατατεθειμένα στον λογαριασμό περιθωριακών ωφελημάτων». Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει περαιτέρω ότι οι επίδικες προδικαστικές ενστάσεις αφορούν αμιγώς νομικά θέματα και ότι από τις δικογραφημένες θέσεις προκύπτουν κοινώς αποδεκτά γεγονότα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν το υπόβαθρο για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων. Προσθέτει ότι η Αίτηση προωθήθηκε χωρίς καθυστέρηση και ότι η προδικαστική εκδίκαση θα είναι καθοριστική για την έκβαση της αγωγής και θα περισώσει δικαστικό χρόνο και έξοδα. Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται περιλαμβάνουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί προδικαστική εκδίκαση των επίδικων ενστάσεων ειδικότερα γιατί δεν υπάρχει το απαραίτητο κοινώς αποδεχτό πραγματικό υπόβαθρο, ότι η Ενάγουσα έχει αγώγιμο δικαίωμα το οποίο θα στοιχειοθετήσει με τη μαρτυρία που θα παρουσιάσει κατά την ακρόαση και ότι οι Εναγόμενοι εμποδίζονται να προωθούν την παρούσα Αίτηση γιατί δεν ζήτησαν στην προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων τους στο στάδιο της κλήσης για οδηγίες καταγράφοντας σχετικό αίτημα στο Παράρτημα του Τύπου 25 που καταχώρησαν. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας στην οποία επεξηγεί τους λόγους ένστασης που προβάλλει. Σημειώνω ότι έχω μελετήσει τα δικόγραφα, την υπό κρίση Αίτηση και την ένσταση καθώς και τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Έχω επίσης μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων της κάθε πλευράς. Όπως ανέφερα πιο πάνω, με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι-Αιτητές ζητούν την προδικαστική εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων που εγείρουν στην Υπεράσπιση τους καθώς και απόρριψη της αγωγής ως κακόπιστης και καταχρηστικής (frivolous and vexatious). Ξεκινώ με το αιτούμενο διάταγμα για προδικαστική εκδίκαση των επίδικων ενστάσεων των Εναγόμενων-Αιτητών. Η δικονομική βάση του αιτήματος αυτού είναι η Δ.27 Θ1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, που προνοούν τα ακόλουθα: «1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient. 2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.» Σύμφωνα με την καθοδήγηση από τη νομολογία, προδικαστική εκδίκαση ενδείκνυται όπου τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα, δίνουν πλήρη εικόνα ή όπου οι προδικαστικές ενστάσεις θα αποφασιστούν στη βάση αδιαμφισβήτητων ή παραδεκτών γεγονότων[1]. Η Δ.27 Θ.1 και 2 δεν εφαρμόζονται σε υποθέσεις όπου υπάρχουν πραγματικά ή νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία αμφισβητούνται. Στην υπόθεση Χ' Οικονόμου ν Ελληνικής Τραπέζης Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ. 949, το Εφετείο έθεσε το θέμα ως εξής: «Η έκδοση [διαταγής για προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων] γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Στην προκειμένη περίπτωση, από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ότι η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση εδράζει την απαίτηση της «σε συλλογικές συμβάσεις» μεταξύ των Εναγόμενων-Αιτητών και των συντεχνιών που εκπροσωπούσαν τους εργοδοτούμενους τους. Η πλευρά των Εναγόμενων-Αιτητών παρουσίασε ως τεκμήριο, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, αντίγραφο συλλογικής σύμβασης ημερομηνίας 22.6.1990 η οποία, σύμφωνα με το κείμενο, τέθηκε σε ισχύ την 1.1.1989 και θα έληγε την 31.12.1991. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση βασίζει τις αξιώσεις της σε αυτή τη συλλογική σύμβαση. Δεν είναι παραδεχτό όμως από την πλευρά της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση ότι το αγώγιμο δικαίωμα της εκπηγάζει ή βασίζεται στην εν λόγω συλλογική σύμβαση. Στην Έκθεση Απαίτησης, όπως προανέφερα, γίνεται αναφορά σε «σε συλλογικές συμβάσεις». Οι ίδιοι οι Εναγόμενοι-Αιτητές αναφέρουν (στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση) ότι η συλλογική εκείνη σύμβαση «ανανεώνετο με μεταγενέστερες συμφωνίες στις οποίες υπήρχε επίσης πρόνοια για παραχώρηση περιθωριακών ωφελημάτων» καθώς και ότι «σταδιακά διαμορφώθηκε ποσοστό της τάξεως του 7,55% ως συνεισφορά, βάσει των αυξήσεων που γίνονταν μέσα στο πλαίσιο των εκάστοτε ανανεώσεων των συλλογικών συμβάσεων». Από τα πιο πάνω, φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι-Αιτητές αναγνωρίζουν ότι ζητήματα που αφορούσαν το ταμείο περιθωριακών ωφελημάτων ήταν αντικείμενο και άλλων συλλογικών συμβάσεων πέραν από την προαναφερόμενη. Μάλιστα, είναι η θέση τους ότι, στα πλαίσια εκείνων η αρχική συλλογική σύμβαση τροποποιείτο με αύξηση του ποσοστού συνεισφοράς. Υπενθυμίζω ότι δεν υπάρχει παραδοχή από πλευράς της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση ότι βασίζει την αξίωση της στη συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση που παρουσίασαν οι Εναγόμενοι-Αιτητές. Με αυτά τα δεδομένα, δεν συμφωνώ με την εισήγηση των Εναγομένων-Αιτητών ότι υπάρχει παραδεχτό και αδιαμφισβήτητο πραγματικό υπόβαθρο που θα επέτρεπε την εξέταση των ενστάσεων που εγείρονται. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να διαταχθεί προκαταρτική εκδίκαση των ενστάσεων που εγείρουν οι Εναγόμενοι-Αιτητές γιατί ελλείπει η απαραίτητη σαφήνεια και καθαρότητα σε σχέση με το πραγματικό υπόβαθρο, που συνιστά προϋπόθεση για έκδοση αντίστοιχου διατάγματος στη βάση της Δ.27 Θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, σε σχέση με κάθε μια από τις τρείς επίδικες προδικαστικές ενστάσεις των Εναγόμενων-Αιτητών, σημειώνω τα ακόλουθα. Η 1η προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων-Αιτητών αφορά τη θέση τους ότι μια συλλογική σύμβαση δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα για τον εργοδοτούμενο. Κατά την κρίση μου, αυτό δεν είναι απόλυτο. Στην υπόθεση Mohammed Soliman v F/B "Sunny Boat"
(1990)1 A.A.D. 726 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Fridman «The Modern Law of Employment» στη σελίδα 419 το οποίο είναι σχετικό: «Collective agreements. These are voluntary arrangements entered into, without any legal compulsion, between organisations of employees and employers, or as a result of the activity of a voluntary negotiating body such as a Joint Industrial Council formed in pursuance of the recommendations of the Whitley Committee of 1916-
  1. Since such agreements are made not by the parties to a contract of employment themselves but between other parties, it follows that the terms of such collective agreements are not legally binding upon, and are not enforceable by an individual employee and an individual employer, since the terms of such collective agreements are not terms of the contract of employment between such individuals. For, although a collective agreement is made between organisations representing employees and employers, such organisations cannot be regarded for this purpose as the agents in any legal sense of individual employees or employers.» Σε εκείνη την υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο ακολουθώντας τον πιο πάνω συλλογισμό κατέληξε ότι εργοδοτούμενος μπορεί να αποκτά δικαιώματα στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου από μια συλλογική σύμβαση εάν αυτή ενσωματωθεί στο συμβόλαιο εργοδότησης του. Στην παρούσα αγωγή, τα στοιχεία που έχω μέχρι στιγμής ενώπιον μου δεν μου επιτρέπουν να καταλήξω εάν οι όροι των εκάστοτε συλλογικών συμβάσεων στις οποίες αναφέρεται η Ενάγουσα είχαν ενσωματωθεί στην ιδιωτική συμφωνία μεταξύ αυτής και των Εναγομένων, ώστε να της παρέχουν, ενδεχομένως, αγώγιμο δικαίωμα. Η 2η προδικαστική ένσταση αφορά στο ότι η Ενάγουσα στερείται αγώγιμου δικαιώματος γιατί «δεν έχει ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση διαμοιρασμού και/ή διάθεσης του ποσού που έχει συγκεντρωθεί επ' ονόματι των Εναγομένων ως περιθωριακά ωφελήματα». Κρίνω ότι ούτε αυτό το ζήτημα μπορεί να αποφασιστεί προδικαστικά. Δεν έχω ενώπιον μου κοινώς αποδεκτά στοιχεία ότι έχει συγκεντρωθεί οποιοδήποτε ποσό στο ταμείο, ότι προϋπόθεση διαμοιρασμού του ποσού αυτού ήταν λήψη σχετικής απόφασης και ότι τέτοια απόφαση δεν έχει ληφθεί. Αυτά είναι ζητήματα που θα αναδειχθούν μέσα από τη μαρτυρία κατά την ακρόαση της αγωγής. Όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, εξηγούν και τον λόγο για τον οποίο δεν μπορεί να προδικαστεί ούτε η 3η προδικαστική ένσταση που εγείρουν οι Εναγόμενοι-Αιτητές. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι-Αιτητές ζητούν επίσης την απόρριψη της αγωγής ως κακόπιστης και καταχρηστικής (frivolous and vexatious) Αυτό το αίτημα θα μπορούσε να βασιστεί στη Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία όμως δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Η μη συμπερίληψη της συνιστά ένα από τους λόγους ένστασης που προβάλλει η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση. Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη διάταξη προνοεί ότι: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Αυτή η δικονομική πρόνοια επιτρέπει στο Δικαστήριο, ως ζήτημα δικαίου[2], να εξετάσει προκαταρτικά κατά πόσο ένα δικόγραφο αποκαλύπτει ή όχι αγώγιμο δικαίωμα. Εάν η κατάληξη είναι αρνητική τότε το Δικαστήριο διατάζει τη διαγραφή του δικογράφου. Η απόρριψη δικογράφου στη βάση της Δ.27 θ.3 αποτελεί, όπως επισημαίνεται και στη νομολογία, εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις όπου το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο, χωρίς κανένα νομικό ή πραγματικό έρεισμα[3]. Στην προκειμένη περίπτωση, παραπέμποντας όσα εξήγησα πιο πάνω σε σχέση με τις εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις, κρίνω ότι δεν θα μπορούσα να εκδώσω τέτοιο διάταγμα σε αυτό το στάδιο. Τέλος, ένας από τους λόγους ένστασης που εγείρει η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι οι Εναγόμενοι-Αιτητές εμποδίζονται να ζητούν τα επίδικα διατάγματα γιατί δεν είχαν συμπεριλάβει αντίστοιχα αιτήματα στο Παράρτημα του Τύπου 25 που καταχώρησαν στο στάδιο της κλήσης για οδηγίες, στη βάση της Δ.
  2. Ουσιαστικά η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση βασίζει το συγκεκριμένο επιχείρημα στην επιφύλαξη της Δ.30 Θ.3 (β) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, που προνοεί τα ακόλουθα: «3 (β) Οι Διαταγές 14, 19 θεσμοί 6-9, 24, 28, 33, 38, 49, 57, 59 και 60 που αναφέρονται στο Παράρτημα του Τύπου 25, θα διαβάζονται υπό το πρίσμα της παρούσας Διαταγής. Νοείται ότι διάδικος ο οποίος δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα, εν όλω ή εν μέρει, δεν δικαιούται να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που αφορά στην έκδοση σχετικών οδηγιών και θεωρείται ότι δεν επιθυμεί την έκδοση τέτοιων οδηγιών στο βαθμό και στην έκταση που δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα.» Η πλευρά των Εναγόμενων-Αιτητών διαφωνεί και η συνήγορος τους, στην αγόρευση της εισηγείται ότι η μη συμπερίληψη των συγκεκριμένων αιτημάτων στο Παράρτημα του Τύπου 25 δεν συνιστά εμπόδιο για τη μεταγενέστερη έγερση τους. Δεν υπάρχει νομολογία η οποία να διασαφηνίζει το συγκεκριμένο ζήτημα. Έχω όμως την άποψη, λαμβάνοντας υπόψη το λεκτικό και διατύπωση της εν λόγω πρόνοιας, ότι η επιφύλαξη της Δ.30 Θ.3 (β) αφορά μόνο ζητήματα που ρυθμίζονται από τις Διαταγές 14, 19 θεσμοί 6-9, 24, 28, 33, 38, 49, 57, 59 και 60, στις οποίες γίνεται ρητή αναφορά. Επιπρόσθετα, η ουσιαστική δικονομική βάση της παρούσας Αίτησης είναι η Διαταγή 27 που αναφέρει ότι προδικαστική εκδίκαση μπορεί να διαταχθεί «at any stage» και όχι μόνο στο στάδιο των οδηγιών. Στο ότι η μη συμπερίληψη αιτήματος στο Παράρτημα του Τύπου 25 δεν συνιστά εμπόδιο στην προώθηση της παρούσας Αίτησης συνηγορεί, θεωρώ, και η ίδια η φύση των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι λογικό όπως απόφαση για προδικαστική εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων ακολουθεί χρονικά το στάδιο των οδηγιών. Δηλαδή να έπεται χρονικά του σταδίου στο οποίο οι δύο πλευρές έχουν την ευκαιρία να αποκαλύψουν τα έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση και έχουν πρόθεση να παρουσιάσουν κατά την ακρόαση αλλά και να έπεται χρονικά του σταδίου όπου τους δίδεται η ευκαιρία να δηλώσουν ποια τέτοια έγγραφα και γεγονότα θα μπορούσαν να θεωρηθούν παραδεχτά για σκοπούς της αγωγής. Τέτοια παραδεχτά γεγονότα και/ή έγγραφα θα μπορούσαν να αποτελέσουν και το απαραίτητο συμφωνημένο υπόβαθρο για σκοπούς προδικαστικής εκδίκασης. Αυτό όμως επικουρικά αφού η τύχη της υπό κρίση Αίτησης έχει αποφασιστεί επί άλλων σημείων. Ολοκληρώνοντας, για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών και υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι πληρωτέα με το πέρας της αγωγής. (Υπ.) ...................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές οι Anastasia C. Hambou v Andrea Thoma
(1987)1 CLR 370, Malactos v Armefti
(1984)1 CLR 548, Ιωάννη Νικόλα Χ'Οικονόμου ν Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, Βαλανίδης ν Πανεπιστημίου Κύπρου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 288 [2] In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 146 [3] Σχετικές ενδεικτικά οι Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, Κozinskaya River Limited v KLCC Holdings Limited Πολιτική ¨Εφεση Ε43/2013 ημερομηνίας 23.3.2017, Ν. Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon
(1998)1 A.A.Δ. 1338 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.