CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD ν. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2549/2016, 20/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2549/2016 Μεταξύ: CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD Ενάγουσα και ΧΧΧ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Εναγόμενη 20 Μαρτίου, 2019. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Θεογνωσία Κουσπή Για Εναγόμενη: κ. Μιχάλης Παρασκευάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ποσό €1.709,46 πλέον τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, κατά ή περί τις 28.3.2007, η Ενάγουσα πώλησε στην Εναγόμενη το όχημα με αριθμό πλαισίου WDB 203742-2 A-961585, ενώ κατά ή περί την ίδια μέρα η Εναγόμενη «ζήτησε και/ή συμφώνησε με την Ενάγουσα όπως η τελευταία προχωρήσει σε αναβάθμιση του λογισμικού του πιο πάνω οχήματος», υπηρεσία που δεν περιλαμβανόταν στην αρχική συμφωνημένη τιμή αγοράς του εν λόγω οχήματος. Η πλευρά της Ενάγουσας ισχυρίζεται επίσης ότι παρείχε την εν λόγω υπηρεσία «σε συμφωνημένες και/ή λογικές τιμές». Εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο και προέβη σε χρέωση του εν λόγω ποσού σε χρεοπιστωτικό λογαριασμό που διατηρούσε στο όνομα της Εναγόμενης. Ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη δεν έχει πληρώσει το εν λόγω ποσό, το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι είχε αγοράσει το προαναφερόμενο όχημα από την Ενάγουσα. Αρνείται όμως ότι συνήψε οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα για παροχή οποιωνδήποτε επιπρόσθετων υπηρεσιών και, συνακόλουθα, αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Πριν προχωρήσω να αναφέρω παρενθετικά ότι η Εναγόμενη εγείρει στην υπεράσπιση της προδικαστική ένσταση υποστηρίζοντας ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει παραγραφεί. Ενόψει των διατάξεων του άρθρου 3 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 2012, Ν. 66(Ι)/2012, δεν τίθεται θέμα παραγραφής. Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των διατάξεων της Δ.30 Θ5
(1)και
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η κάθε πλευρά παρουσίασε στο Δικαστήριο, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων, τη μαρτυρία της, δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα και οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς και των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως τεκμήρια. Έχω επίσης μελετήσει τις γραπτές τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων και την νομολογία στην οποία έχουν παραπέμψει. Παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κυριότερων σημείων των ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, τέθηκε ενώπιον μου η ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧ Βαρνάβα, λειτουργού στο λογιστήριο της Ενάγουσας (ΜΕ1). Στην ένορκη του δήλωση, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι η Ενάγουσα εταιρεία ασχολείται μεταξύ άλλων με την εισαγωγή, πώληση και επιδιόρθωση μηχανοκίνητων οχημάτων και εξαρτημάτων. Συνεχίζει λέγοντας ότι τον Μάρτιο 2007 η Εναγόμενη αγόρασε από την Ενάγουσα το καινούργιο επίδικο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX24, μάρκας Mercedes-Benz και αριθμό πλαισίου ως πιο πάνω. Η Εναγόμενη παρέλαβε το όχημα στις 30.3.2018 και πλήρωσε το τίμημα αγοράς των Λ.Κ. 22.400,
- Αναφέρει, επίσης, ότι «η Εναγόμενη ζήτησε και συμφώνησε με τους εκπροσώπους της Ενάγουσας όπως η τελευταία προχωρήσει σε αναβάθμιση του λογισμικού του οχήματος που επρόκειτο να αγοράσει. Οι εκπρόσωποι της Ενάγουσας πληροφόρησαν την Εναγόμενη ότι η συγκεκριμένη προδιαγραφή και/ή υπηρεσία αναβάθμισης λογισμικού δεν περιλαμβανόταν στην αρχική συμφωνημένη τιμή αγοράς του οχήματος και η Εναγόμενη συμφώνησε και αποδέχθηκε να καταβάλει το επιπλέον τίμημα. Η Ενάγουσα προχώρησε σύμφωνα με τις οδηγίες της Εναγόμενης σε αναβάθμιση του λογισμικού του οχήματος με επιτυχία και έπειτα το παρέδωσε σε αυτή στις 30.3.2007 σε πλήρη λειτουργήσιμη κατάσταση». Σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπηρεσία, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο υπ΄ αριθμό 140345, ημερομηνίας 30.3.2007 για ποσό Λ.Κ. 1.000,50 / €1.709,46 (Τεκμήριο 3 στην ένορκη του δήλωση). Επισυνάπτει επίσης κατάσταση λογαριασμού που ανέφερε ότι τηρείται από την Ενάγουσα σε σχέση με την Εναγόμενη, η οποία παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο €1.709,46 (Τεκμήριο 4 στην ένορκη του δήλωση). Σύμφωνα με τον ΜΕ1, το εν λόγω ποσό απαιτήθηκε από την Εναγόμενη ενώ προς το σκοπό αυτό στάλθηκε στην Εναγόμενη και επιστολή δια του δικηγόρου της Ενάγουσας ημερομηνίας 18.3.2016 (Τεκμήρια 5 και 6 της ένορκης του δήλωσης). Για σκοπούς υπεράσπισης η Εναγόμενη έθεσε ενώπιον μου δική της ένορκη δήλωση (ΜΥ1). Σε αυτήν παραδέχεται ότι αγόρασε το επίδικο όχημα από την Ενάγουσα το οποίο εξόφλησε πλήρως. Περαιτέρω αναφέρει ότι «η θέση [της Ενάγουσας] ότι δήθεν την ίδια μέρα που αγόρασα το αυτοκίνητο και εξόφλησα ένα τέτοιο μεγάλο ποσό αποφάσισα να τους δώσω οδηγίες για να πράξουν αυτό που ισχυρίζονται, δεν βρίσκει έρεισμα στην πραγματικότητα αφού ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο και ουδέποτε τους έδωσα οιεσδήποτε τέτοιες οδηγίες, ουδέποτε εξέδωσαν οιονδήποτε τιμολόγιο για αυτό και ουδέποτε υπέγραψα οιονδήποτε τιμολόγιο. [δ]εν υπέγραψα οιοδήποτε τιμολόγιο, ούτε αποδέχτηκα την έκδοση οποιουδήποτε τιμολογίου στο όνομα μου, δεν συνήψα οποιαδήποτε γραπτή ή προφορική συμφωνία με τους Ενάγοντες για οποιεσδήποτε παροχές υπηρεσιών, εργασιών, αγορά εξαρτημάτων ή οτιδήποτε άλλο σχετικό παρά μόνο αγόρασα ένα αυτοκίνητο από τους Ενάγοντες το οποίο και εξόφλησα πλήρως». Όπως προανέφερα, έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιόν μου, καθώς και το περιεχόμενο των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως Τεκμήρια. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης[1]. Προσεγγίζοντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Αυτό γίνεται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς. Όπως διαφαίνεται από τη σύνοψη της μαρτυρίας της κάθε πλευράς που έχω παραθέσει, μέρος των γεγονότων είναι κοινώς αποδεκτό. Ειδικότερα, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Εναγόμενη είχε αγοράσει από την Ενάγουσα το όχημα που περιγράφω πιο πάνω, το οποίο παρέλαβε στις 30.3.
- Το τίμημα αγοράς του οχήματος ήταν Λ.Κ. 22.400,00 (το σχετικό τιμολόγιο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1) και η Εναγόμενη το εξόφλησε πλήρως. Τα γεγονότα αυτά συνιστούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Πέραν αυτών, σε σχέση με τα υπόλοιπα γεγονότα που συνθέτουν και τη βάση αγωγής, οι θέσεις εκατέρωθεν είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Η παρούσα υπόθεση εκδικάστηκε με συνοπτικό τρόπο, μέσω της διαδικασίας «ταχείας εκδίκασης» των διατάξεων της Δ.30 Θ5
(1)και
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η συνοπτική εκδίκαση όμως δεν αναιρεί τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Αντίθετα, το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη να ακολουθηθούν και να εφαρμοστούν αυστηρά οι κανόνες απόδειξης στην προσέγγιση της μαρτυρίας και των επιδίκων θεμάτων, για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο σωστό αποτέλεσμα. Το γενικό βάρος απόδειξης (legal burden of proof) της βάσης αγωγής σε μια υπόθεση αυτής της φύσης είναι και παραμένει στους ώμους του Ενάγοντα[2]. Η βάση αγωγής της Ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση, συνίσταται σε ισχυριζόμενη προς αυτήν οφειλή η οποία προέκυψε μετά από συμφωνία για την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών. Η Ενάγουσα οφείλει, με αποδεκτή, αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία, να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η δική της εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι. Από τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως διακρίνονται από τις έγγραφες προτάσεις, προκύπτει ότι η πλευρά της υπεράσπισης αρνείται την ύπαρξη συμφωνίας και, συνακόλουθα, αρνείται την ύπαρξη της οφειλής. Για να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης και να στοιχειοθετήσει την αξίωση της η Ενάγουσα, πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της συμφωνίας που ισχυρίζεται, ότι η ίδια παρείχε τις συμφωνημένες υπηρεσίες και ότι δεν έλαβε από την Εναγόμενη το συμφωνημένο αντίτιμο για τις υπηρεσίες αυτές. Εάν η μαρτυρία που έχει προσκομίσει στοιχειοθετεί αυτά, τότε δικαιούται σε αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη συνεπεία της μη τήρησης από την Εναγόμενη της συμβατικής υποχρέωσης της να την πληρώσει για τις υπηρεσίες που έλαβε. Η δε αυτή αποζημίωση θα ήταν ίση προς το συμφωνημένο αντίτιμο για τις υπηρεσίες. Με αυτά κατά νου, εξετάζω την μαρτυρία του ΜΕ
- Να αναφέρω εξ αρχής ότι, μελετώντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ1, δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Η ένορκη του δήλωση έχει εσωτερική συνοχή, δεν περιέχει αντιφάσεις, συνάδει με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας και συνάδει και με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που επισυνάπτει. Ούτε διαπιστώνω κάποιο λόγο που να καθιστά τη μαρτυρία του ΜΕ1 ή μέρους αυτής, ως μη αποδεκτή. Παραμένει επομένως να αποφασιστεί κατά πόσο η μαρτυρία του ΜΕ1, που έχω συνοψίσει πιο πάνω, είναι επαρκής για να αποδείξει την αξίωση της Ενάγουσας. Ο ΜΕ1 αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι το αξιούμενο ποσό συνιστά συμφωνημένη αμοιβή. Αναφέρει ότι η Εναγόμενη είχε ζητήσει και συμφώνησε με «εκπροσώπους της Ενάγουσας» την αναβάθμιση του λογισμικού συστήματος του οχήματος που αγόρασε καθώς και ότι ενημερώθηκε από τους εκπροσώπους αυτούς για την επιπλέον χρέωση που θα προέκυπτε, με την οποία συμφώνησε. Παρά την αναφορά του ΜΕ1 ότι «γνωρίζει καλά» τα γεγονότα της υπόθεσης, ούτε αναφέρει ρητά αλλά ούτε και προκύπτει να είχε άμεση και προσωπική εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα που έλαβαν χώρα τον Μάρτιο 2007, δηλαδή 11 και πλέον χρόνια πριν την ένορκη του δήλωση. Η μαρτυρία του επί των γεγονότων αυτών είναι εξ ακοής. Ασφαλώς, μαρτυρία δεν αποκλείεται μόνο επειδή είναι εξ ακοής. Όμως η βαρύτητα και αποδεικτική αξία που θα της αποδοθεί συναρτάται με όλες τις παραμέτρους που την περιβάλλουν. Ο ΜΕ1 δεν εξηγεί από ποιον και πότε ενημερώθηκε για τα επίδικα γεγονότα. Δεν γνωρίζω εάν τα όσα καταθέτει είναι πρώτου ή δεύτερου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία ή εάν το πρόσωπο που τον ενημέρωσε ήταν ακόμα πιο απομακρυσμένο από τις αρχικές δηλώσεις και την πρωτογενή μαρτυρία. Τόσο η ταυτότητα του προσώπου εκείνου όσο και το πότε ενημέρωσε τον ΜΕ1 είναι σημαντικά στοιχεία. Θα συνιστούσαν οδηγό ώστε να μπορώ να εκτιμήσω πόσο πιστές προς τις αρχικές δηλώσεις και γεγονότα είναι οι πληροφορίες που έλαβε και μεταφέρει ο ΜΕ
- Όσο πιο απομακρυσμένου βαθμού από τις αρχικές δηλώσεις είναι η εξ ακοής μαρτυρία του ΜΕ1, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος να μην συνιστά ακριβή αποτύπωση των όσων πράγματι έλαβαν χώρα το
- Η πηγή της πληροφόρησης του είναι σημαντική επίσης για να εξεταστεί σε ποιο βαθμό ο παρελθόν χρόνος μπορεί να επηρέασε τη μνήμη του προσώπου που έδωσε την πληροφόρηση, την μνήμη του ιδίου του ΜΕ1 αλλά και το κατά πόσο το πρόσωπο που ενημέρωσε τον ΜΕ1 είχε προσωπικό ή άλλο συμφέρον στην υπόθεση που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης. Ούτε για αυτά τα ζητήματα έχω οποιαδήποτε ενημέρωση. Πέραν των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΕ1 υστερεί και σε περιεκτικότητα. Δεν κατονομάζει τους εκπροσώπους της Ενάγουσας με τους οποίους συμφώνησε η Εναγόμενη, τα καθήκοντα και εξουσίες τους, πότε έγινε η συμφωνία, τι ακριβώς περιελάμβανε σε σχέση με την χρέωση και γιατί προέκυψε η ανάγκη για αναβάθμιση του λογισμικού συστήματος ενός καινούργιου οχήματος που αγόρασε η Εναγόμενη. Δεν επεξηγεί επίσης ο ΜΕ1 γιατί η επιπλέον χρέωση δεν είχε συμπεριληφθεί στο αρχικό τιμολόγιο για την αγορά του οχήματος (Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση). Με δεδομένη τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης, η οποία αρνείται την σύναψη οποιαδήποτε συμφωνίας, κρίνω ότι οι πιο πάνω πληροφορίες και μαρτυρία ήταν αναγκαίες για να στοιχειοθετήσουν τη θέση της Ενάγουσας περί ύπαρξης της. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα δεν επαρκεί και δεν επιτυγχάνει να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης της βάσης αγωγής της. Μόνο όταν η πλευρά του Ενάγοντα αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης, τότε το ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden of proof) μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου ο οποίος πρέπει να στοιχειοθετήσει την υπεράσπιση που εγείρει. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει ανάγκη για την Εναγόμενη να αποσείσει το ειδικό βάρος απόδειξης. Όμως να σημειώσω ότι η Εναγόμενη, που δεν αντεξετάστηκε, είναι σαφής και ξεκάθαρη σε όσα αναφέρει επί των γεγονότων στην ένορκη της δήλωση. Επιθυμώ να προσθέσω και το εξής. Στην τελική της αγόρευση η συνήγορος της Ενάγουσας έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ύπαρξη του τιμολογίου για το επίδικο ποσό, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΜΕ
- Όπως είναι καλά γνωστό, ένα τιμολόγιο δεν έχει αυτοδύναμη αποδεικτική αξία[3] και δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα αλλά σε συνάρτηση με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία[4] για να αποφασιστεί κατά πόσο αποδεικνύεται η ισχυριζόμενη οφειλή. Στην υπό κρίση υπόθεση, η υπόλοιπη μαρτυρία της Ενάγουσας υστερεί. Το τιμολόγιο από μόνο του, επί του οποίου δεν υπάρχει υπογραφή της Εναγόμενης ή άλλη ένδειξη ότι έγινε αποδεκτό, δεν επαρκεί για να στοιχειοθετήσει την αξίωση. Στο αιτητικό της αγωγή, η πλευρά της Ενάγουσας αναφέρει ότι διεκδικεί το επίδικο ποσό και στη βάση παραδεδειγμένου λογαριασμού (account stated). Όμως, με τα ενώπιον μου δεδομένα, κρίνω ότι η επίδικη αξίωση δεν αποδεικνύεται με αναφορά στις αρχές παραδεδειγμένου λογαριασμού (account stated)[5]. Μεταξύ άλλων, η μαρτυρία δεν παραπέμπει σε ρητή ή εξυπακουόμενη υπόσχεση πληρωμής του υπολοίπου που καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού. Περαιτέρω, δεν υπήρχε τακτική αποστολή καταστάσεων λογαριασμού στην Εναγόμενη. Η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 4, που έχει παρουσιάσει ο ΜΕ1 δεν φαίνεται να έχει αποσταλεί στην Εναγόμενη Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει την αξίωση της στον απαιτούμενο βαθμό. Η κατάληξη αυτή καθορίζει και το αποτέλεσμα της αγωγής η οποία δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Σχετική η Barry Wynne v David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138 [2] Σχετικές οι Μαρία Κυπριανού-Μεσαρίτη ν AlphaBankCyprusLtd ECLI:CY:AD:2014:A158, Πολιτική Έφεση 181/2011 ημερομηνίας 4.3.2014, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v Αντώνη Αντωνίου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010 ημερομηνίας 8.4.2014. [3] Ενδεικτικά Palatino Development Ltd v Telectronics Com. Ltd
(2002)1 B A.A.Δ. 962 [4] Phipson on Evidence 12η έκδοση, σελ 1878 [5] Σχετικές οι Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν Ρεινμποου Πλητσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 610, Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 462. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο